Legislator Case Law & Legislation
202/2018 AI generated

202/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 202/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

202/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο ήδη αναιρεσίβλητος Ι. Δ. είχε εγείρει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας την από 20.12.2006 και με αριθμό κατάθεσης 953/2006 αγωγή, στρεφομένη κατά των εναγομένων, με την οποία ιστορούσε ότι ο πρώτος τούτων, Γ. Τ., μη διάδικος στην παρούσα δίκη, οδηγώντας το ανήκον στην ιδιοκτησία του δεύτερου εξ αυτών Α.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 202 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 202/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Δ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Παπαγιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάστηκε με την από 23-3-2007 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσα (εξ αναγωγής) αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 301/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 867/2010 μη οριστική και 46/2013 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 3-6-2013 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1295/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 202/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-11-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Βρυνιώτης διάβασε την από 19-10-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί και οι δύο λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την κατ' άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι, η με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 202/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Ο ήδη αναιρεσίβλητος Ι. Δ. είχε εγείρει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας την από 20.12.2006 και με αριθμό κατάθεσης 953/2006 αγωγή, στρεφομένη κατά των εναγομένων, με την οποία ιστορούσε ότι ο πρώτος τούτων, Γ. Τ., μη διάδικος στην παρούσα δίκη, οδηγώντας το ανήκον στην ιδιοκτησία του δεύτερου εξ αυτών Α.

Τ., επίσης μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ….8 ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά του κινδύνου γέννησης αστικής ευθύνης του, κατά την κυκλοφορία του, στην τρίτη τούτων ασφαλιστική εταιρία "..." (ήδη αναιρεσείουσα) προκάλεσε από υπαιτιότητά του φθορές και βλάβες στο υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ….Ε αυτοκίνητο (ταξί), συνιδιοκτησίας αυτού (ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου) και του Ν. Γ., καθώς και τον τραυματισμό του, συνεπεία του οποίου κατέστη παραπληγικός και ανίκανος προς εργασία, κατά ποσοστό 80%, κατά την σύγκρουση των αυτοκινήτων αυτών, που έγινε κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή.

Με βάση δε αυτό το ιστορικό και επικαλούμενος περαιτέρω ότι κατά των ιδίων ως άνω εναγομένων είχε εγείρει και την από 28.11.2005 προγενέστερη αγωγή, ζήτησε, όπως υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος, να του καταβάλουν ως αποζημίωση α) για την θετική ζημία, την οποία υπέστη, το ποσό των 4.992,97 ευρώ, β) για την αποθετική ζημία (διαφυγόντα κέρδη), του χρονικού διαστήματος από 4.1.2005 (ημερομηνία ατυχήματος) μέχρι και 3.4.2020 (ημερομηνία συμπλήρωσης του 65ου έτους της ηλικίας του) το συνολικό ποσό των 808.266 ευρώ, το οποίο, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και αν δεν μεσολαβούσε το ένδικο ατύχημα, θα αποκέρδαινε από την εργασία του ως οδηγού του ως άνω ταξί, και γ) το ποσό των 150.000 ευρώ ως αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ.

Περαιτέρω, η τρίτη των ως άνω εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "....", άσκησε κατά των ως άνω συνεναγομένων της, Γ. Τ. και Α. Τ., την από 23.3.2007 και με αριθμό κατάθεσης ..14/2007 παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία, επικαλούμενη ότι το προαναφερόμενο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...8 ΙΧΕ ήταν ασφαλισμένο σ' αυτή, ότι μεταξύ των όρων της ασφάλισης περιελαμβάνετο και όρος εξαίρεσης από αυτή, για την περίπτωση που ο οδηγός που θα προκαλούσε ατύχημα με αυτό θα τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος και ότι ο πρώτος εναγόμενος τελούσε κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος σε κατάσταση μέθης, ζήτησε, όπως υποχρεωθούν οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι, έκαστος εις ολόκληρον, να της καταβάλουν κάθε ποσό που αυτή θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής.

Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 301/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας με την οποία το δικαστήριο εκείνο, λαμβάνοντας υπόψη και το δεδικασμένο που απέρρεε από την υπ' αριθμ. 680/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, που είχε εκδοθεί επί της προαναφερόμενης από 28.11.2005 προηγούμενης αγωγής του ενάγοντος, έκανε αμφότερες εν μέρει δεκτές, ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμες.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν εφέσεις από αμφότερα τα διάδικα μέρη και ειδικότερα α) ο ενάγων της κύριας αγωγής και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 1.12.2009 και με αριθμό κατάθεσης 412/2009 έφεση, στρεφόμενη καθ' απάντων των εναγομένων της εν λόγω αγωγής, και β) η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία άσκησε την από 25.1.2010 και με αριθμό κατάθεσης 32/2010 έφεση, στρεφόμενη κατά του ενάγοντος της κύριας αγωγής και των παρεμπιπτόντως εναγομένων.

Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 867/2010 παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου Λάρισας, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές αυτές και διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, σχετικά με την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου.

Μετά δε την διεξαγωγή της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 46/2013 οριστική απόφαση του προαναφερόμενου Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκαν αυτές ως αβάσιμες κατ' ουσία. Κατά της απόφασης αυτής, ο ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Άρειου Πάγου αίτηση αναίρεσης, για τους διαλαμβανόμενους, σ' αυτή λόγους, οι οποίοι αναφέρονται στο απορριφθέν πρωτοδίκως και κατ' έφεση αγωγικό κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών, κατά τα ειδικότερον, εκτιθέμενα.

Επί της άνω αιτήσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1295/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία ανήρεσε την υπ' αριθμ. 46/2013 απόφαση του Εφετείου Λάρισας και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο υπό διαφορετική σύνθεση. Ήδη, η ένδικη υπόθεση εισήχθη προς συζήτηση, με την υπ' αριθμ. καταθ. 886/2014 κλήση του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Εφετείου Λάρισας και ακολούθως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 202/2015 απόφαση του άνω Εφετείου, με την οποία εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, ως προς το κεφάλαιο που αφορούσε την αξίωση απώλειας εισοδήματος και η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή κατά το κεφάλαιο αυτό.

Ειδικότερα, και σύμφωνα με το διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως, οι εναγόμενοι, υποχρεούνται να καταβάλλουν στον ενάγοντα, το ποσό των 1.450 ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 4.1.2005 μέχρι 3.1.2007, σε κεφάλαιο εφάπαξ για τις σχετικές δόσεις που ήταν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, ενώ αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή τους να του καταβάλουν το ίδιο ποσό, για το χρονικό διάστημα από 4.1.2007 έως 3.4.2020.

Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.

Στοιχειοθετείται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 3/97 και 13/95).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αναφορικά με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα με το δικόγραφο των προτάσεων, τις οποίες είχε καταθέσει κατά τη συζήτηση της από 20.12.2006, και με αριθμ. καταθ. 953/2006 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, είχε προτείνει μεταξύ άλλων: α) την ένσταση συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου κατά ποσοστό 20%, ως προς την πρόκληση του τραυματισμού του, ένεκα παραλείψεως χρήσεως ζώνης ασφαλείας, επικαλούμενη και την αντίστοιχη (τελεσίδικη, κατά τον ανωτέρω χρόνο και, ήδη, αμετάκλητη) παραδοχή της υπ' αριθ. 680/2008 αποφάσεως του Εφετείου, η οποία είχε αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, και β) την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου κατά ποσοστό 80%, ως προς την επαύξηση της ζημίας του, συνεπεία παραλείψεως προσλήψεως άλλου οδηγού, προς αναπλήρωσή του.

Τις ανωτέρω ενστάσεις επανέφερε η αναιρεσείουσα παραδεκτά κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στον δεύτερο βαθμό, αναφέροντας, τα πραγματικά περιστατικά που τις στοιχειοθετούν (στις σελίδες 9 έως 11 των από 20.02.2015 εγγράφων προτάσεων), ήτοι μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "... 2. ΕΝΣΤΑΣΗ συνυπαιτιότητας του αντιδίκου κατά 20% στην πρόκληση του τραυματισμού του, επειδή δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, όπως δέχθηκε και η υπ' αρ. 680/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.

Ειδικότερα όπως δέχθηκε και η υπ' αριθ. 680/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, ο αντίδικος παράνομα και υπαίτια συντέλεσε στον τραυματισμό και στις εντεύθεν ζημίες του, σε ποσοστό 20%, διότι, ως οδηγός του TAXI αυτ/του του, κινούμενος εκτός της περιμετρικής ζώνης της Λάρισας, αν και κατά νόμον ήταν υποχρεωμένος να φέρει ζώνη ασφαλείας, εν τούτοις, από αμέλειά του, δεν φορούσε ζώνη, η δε παράλειψή του αυτή συντέλεσε αιτιωδώς κατά το ως άνω ποσοστό στον τραυματισμό του, ο οποίος εντοπίζεται στην κρανιακή χώρα και στον θώρακα, και προφανώς προήλθε από την πτώση αυτού στο εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου, γεγονός που δεν θα συνέβαινε εάν φορούσε ζώνη ασφαλείας...

Υπό την επιφύλαξη των όσων αναφέρω παρακάτω, κατ' αρχήν προτείνω κατά του αντιδίκου την ένσταση του συντρέχοντος πταίσματός του (άρθρ. 300 ΑΚ) κατά 20%, στην πρόκληση του τραυματισμού και των εντεύθεν επιδίκων ζημιών του, επειδή δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, και ζητώ τα επίδικα αγωγικά κονδύλια (που αφορούν διαφυγόντα κέρδη) που ήθελαν τυχόν κριθεί βάσιμα, να περιορισθούν και να επιδικασθούν μειωμένα κατά το ανωτέρω ή όποιο ήθελε γίνει δεκτό ποσοστό συνυπαιτιότητας του αντιδίκου....".

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη - διά της παρούσης (αιτήσεως αναιρέσεως), απόφαση, προχώρησε σε κατ' ουσίαν, εξέταση της δεύτερης εκ των ανωτέρω ενστάσεων, την οποία έκανε, εν μέρει, δεκτή, με τις ακόλουθες παραδοχές: "...Περαιτέρω, οι εφεσίβλητοι - εναγόμενοι, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, αλλά και στις νόμιμα κατατεθειμένες πρωτόδικες προτάσεις τους, ισχυρίζονται (επικουρικά), ότι ο ενάγων - εκκαλών είναι συνυπαίτιος στην έκταση της ζημίας του διότι, βαρυνόμενος με το καθήκον περιορισμού της ζημίας του εξαιτίας του ένδικου τραυματισμού του, όφειλε να προσλάβει επ' αμοιβή υποκατάστατη δύναμη για την λειτουργία της επιχείρησης του αυτοκινήτου ΤΑΧΙ, περιορίζοντας τη ζημία του στη δαπάνη για την πρόσληψη της υποκατάστατης δύναμης, ανερχόμενης τουλάχιστον στο ποσό των 1.000,00 μηνιαίως.

Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά την εκ του άρθρου 300 παρ. 1β' ΑΚ ένσταση, που πρέπει να ερευνηθεί, ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της. Ο εκκαλών - ενάγων, αν δεν πωλούσε την αναλογία της άδειας του ΤΑΧΙ, θα μπορούσε να προσλάβει επαγγελματία οδηγό και να περιορίσει τη ζημία του στο ποσό της αμοιβής που θα κατέβαλε στον οδηγό.

Με δεδομένο, ότι με τον συνεταίρο και συνιδιοκτήτη του αυτοκινήτου αυτού, είχαν μοιράσει το 24ωρο σε δύο 12ωρες βάρδιες και ο καθένας τους εργαζόταν όλες τις ημέρες του μήνα, με το κοινό ΤΑΧΙ στη δική του δωδεκάωρη βάρδια ξεχωριστά από τον άλλον, εναλλάσσοντας, εκ περιτροπής, την πρωινή βάρδια με την βραδινή, προκειμένου να διατηρήσει τα παραπάνω έσοδά του από την εκμετάλλευση του ΤΑΧΙ, θα έπρεπε να απασχολεί τον οδηγό με το ίδιο ως άνω ωράριο (12ωρο χ 7 ημέρες το μήνα) και θα πρέπει να καταβάλει σ' αυτόν τον μηνιαίο μισθό του, προσαυξημένο για την εργασία του κατά τη νυχτερινή βάρδια, κατά τις Κυριακές και αργίες καθώς και τις 5,7 ώρες υπερωρίας ημερησίως, πλέον των λοιπών επιδομάτων, όπως επίσης θα έπρεπε να καταβάλλει και τις ασφαλιστικές του εισφορές, ήτοι, μηνιαίως θα έπρεπε να καταβάλλει (συνυπολογιζομένου και του ποσοστού της συνυπαιτιότητάς του στον τραυματισμό του), τουλάχιστον το ποσό των 1.450 € κατά μέσο όρο για την δωδεκάωρη βάρδια που εργαζόταν ο ίδιος με το ΤΑΧΙ του στο παρελθόν και πριν τον τραυματισμό του.

Το ποσό αυτό (των 1.450 ευρώ), ανταποκρίνεται στην ισχύουσες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ΣΣΕ ΟΔΗΓΩΝ ΤΑΞΙ - ΑΓΟΡΑΙΩΝ ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών επιβατικών και αγοραίων αυτοκινήτων Δ.Χ. (ταξί και αγοραία), 2005, 2006, 2007, 2008, 2009, ΔΑ 2010, με βάση τις οποίες ο βασικός μισθός, ορίζεται 2005: 625, ευρώ, 2006: 655 ευρώ, 2007: 691 ευρώ, 2008: 715,20 και 740,20 ευρώ, 2009: 781,00 ευρώ, 2010: 781,00 €, αλλά και στις μειώσεις που έγιναν με βάση το Ν. 4.046/2012 (Πράξη 6 Υ.Σ.

της 28/02/2012, κατ' εφαρμογήν της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 4046/12).

Συνεπώς, ο εκκαλών - ενάγων δικαιούται να αναζητήσει από τους υπόχρεους - εφεσίβλητους - εναγομένους για την παραπάνω αιτία και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, το ποσό των 1.450 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο. Επομένως, η ένσταση των εφεσίβλητων - εναγομένων είναι κατά ένα μέρος βάσιμη και κατ' ουσία, απορριπτόμενου του ισχυρισμού τους περί προώρως ασκηθείσας αξιώσεως, καθόσον από τα ανωτέρω συνάγεται με βεβαιότητα, ότι καθημερινά η υγεία του χειροτερεύει κι ότι θα είναι αδύνατον να εργασθεί μέχρι την 30-4-2020, ημέρα κατά την οποία θα συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του..".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, η αγωγή του αναιρεσιβλήτου έγινε εν μέρει δεκτή, ως προς το κεφάλαιο της απώλειας εισοδήματος και επεδικάσθη υπέρ αυτού το ποσό των 1.450 ευρώ μηνιαίως. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, το ως άνω επιδικασθέν ποσό των 1.450 ευρώ μηνιαίως αντιστοιχεί στον μέσο όρο του μισθού (συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και των ασφαλιστικών εισφορών) τον οποίο κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, θα υποχρεούτο να καταβάλει ο αναιρεσίβλητος, σε περίπτωση προσλήψεως άλλου οδηγού, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, προς υποκατάσταση του ιδίου.

Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το Εφετείο, ενώ έλαβε υπόψη την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου στην έκταση της ζημίας του, εξαιτίας του ενδίκου τραυματισμού του, με την έννοια του περιορισμού της ζημίας του στο ποσό των αποδοχών του προσλαμβανομένου προς τούτο οδηγού ταξί, την οποία, δέχθηκε, κατά ένα μέρος, δεν προκύπτει και δη πέραν πάσης αμφιβολίας και υπάρχει ασάφεια αν το Εφετείο προέβη σε περιορισμό του ύψους της επιδικασθείσης, ως άνω, αποζημιώσεως, όπως θα έπρεπε, κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητος του αναιρεσιβλήτου, ως προς την επέλευση του τραυματισμού του, ένεκα παραλείψεως χρήσεως ζώνης ασφαλείας, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης της αναιρεσείουσας, δεσμευόμενο, μάλιστα, προς τούτο, από το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθμ. 680/2008, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Και είναι μεν αληθές, ότι στην αρχή του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται δεκτό: "ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 680/2008 οριστικής απόφασης του παρόντος δικαστηρίου... κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου..., β) ότι για τον παραπάνω τραυματισμό του είναι συνυπαίτιος και ο ίδιος εκκαλών - ενάγων κατά ποσοστό 20% λόγω της μη χρήσης από αυτόν ζώνης ασφαλείας...", υπάρχει όμως ασάφεια και δεν προκύπτει, όπως θα έπρεπε, ότι το Δικαστήριο προέβη σε μείωση και κατά το παραπάνω ποσοστό του ύψους της αποζημιώσεως του αναιρεσιβλήτου.

Η φράση εξάλλου "συνυπολογιζομένου και του ποσοστού συνυπαιτιότητας στον τραυματισμό του" (βλ. σελίδα 16, σειρά 8η στην προσβαλλόμενη απόφαση), κατά την εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας της δεύτερης κατά σειρά ενστάσεως και επιδίκασης για την αιτία αυτή αποζημίωσης, ποσού 1.450 ευρώ μηνιαίως, είναι ασαφής και αόριστη, κατά τα προαναφερόμενα, αφού δεν προκύπτει το ακριβές ποσοστό, μετ' αφαίρεση αυτού, από την επιδικασθείσα αποζημίωση.

Κατ' ακολουθία των προαναφερομένων, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά την αιτίαση της αναιρεσείουσας, περί ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογικών και περί ελλείψεως νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, εκ του αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά τα παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιό της, που αφορά αποζημίωση (διαφυγόντα κέρδη) για το από 4-1-2005 μέχρι 3.4.2020 χρονικό διάστημα και ως προς τους διαδίκους της προκείμενης δίκης.

Στη συνέχεια δε να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικασθεί κατά το αναιρούμενο μέρος της από το Δικαστήριο τούτο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού δε χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το Εφετείο (άρθρ. 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης (ΑΠ 403/2017, ΑΠ 353/2015), ενώ η αναιρεσείουσα και ο αναιρεσίβλητος ως εκκαλούντες, έχουν καταθέσει προτάσεις, κατά την προκείμενη αναιρετική διαδικασία με άμεση δικονομική συνέπεια να είναι δυνατή η εξέταση των εφέσεών τους κατά το αναιρούμενο μέρος της πληττόμενης απόφασης (ΑΠ 1129/2014).

Ακολούθως πρέπει να εξαφανισθεί η υπ' αριθμ. 301/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, κατά το παραπάνω μέρος, να γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή και να υποχρεωθεί η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ("...Α.Ε.") να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των χιλίων εκατόν εξήντα (1450 - 20% = 1.160) ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από τις 4.1.2005 έως 3.4.2020 νομιμοτόκως και κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες στο διατακτικό της παρούσης διάκρισης.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' του Κ.ΠολΔ όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο 3 του ν. 4335/2015 που ισχύει κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

Τέλος πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 178, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 202/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό της παρούσης μέρος, ως προς τους διαδίκους της προκείμενης δίκης.

Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την από 1.12.2009 (με αριθ. καταθ. 412/2009 έφεση του ενάγοντος, καθώς και την από 25.1.2010 (αριθμ. καταθ. 32/2010) έφεση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...Α.Ε.".

Εξαφανίζει την 301/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, ως προς το παραπάνω μέρος.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό.

Δέχεται την κύρια από 20-12-2006 και με αριθμ. κατάθεσης 953/2006 αγωγή, κατά ένα μέρος.

Υποχρεώνει την παραπάνω ασφαλιστική εταιρεία (...Α.Ε.) να καταβάλλει, εις ολόκληρον με τους συνεναγομένους της, στον ενάγοντα, το ποσό των χιλίων εκατόν εξήντα (1.160) ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από τις 4.1.2005 μέχρι τις 3.1.2007 σε κεφάλαιο εφάπαξ, για τις σχετικές μηνιαίες δόσεις που ήταν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι τότε και από την επομένη ημέρα από τότε που έπρεπε να καταβληθεί η κάθε μία από τις λοιπές και αναγνωρίζει ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα εις ολόκληρον με τους συνεναγομένους της το ποσό των χιλίων εκατόν εξήντα (1.160) ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 4.1.2007 έως 3.4.2020, σε κεφάλαιο εφάπαξ, για τις σχετικές μηνιαίες δόσεις που έγιναν ήδη, ληξιπρόθεσμες και απαιτητές με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής για τις δόσεις που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές μέχρι τότε και από την επομένη ημέρα από τότε που έπρεπε να καταβληθεί η κάθε μία από τις λοιπές έως την εξόφληση κάθε ποσού.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, που κατατέθηκε κατά την άσκηση αναίρεσης, στον καταθέσαντα. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιανουαρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ