202/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated202/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου τέταρτου περ. γ' του ν. 4092/2012 (ΦΕΚ Α' 220/8.11.2012) η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του π.δ/τος 237/1986, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 26 του άρθρου 37 του ν. 2496/1997, αντικαταστάθηκε, κατά τα κρίσιμα εν προκειμένω σημεία της, ως ακολούθως: "2. Η αποζημίωση που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο για χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο.
Full text
Απόφαση 202 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 202/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας για παράβαση νόμου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ζ. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αθανασιάδη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-6-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1563/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-12-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 28-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της από 31-12-2014 και με αρ. εκθ. καταθ. …/2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1563/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις των άρθρων 5, 6 παρ. 1, 2, 5, 6 και 10 παρ. 1 του ΠΔ/τος 237/1986 καθιερώθηκε η υποχρεωτική ασφάλιση της από αυτοκινητικά ατυχήματα ευθύνης, η οποία καλύπτει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξαιτίας θανάτωσης ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα, στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική αξίωση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη, το δε ασφαλιστικό ποσό είναι τουλάχιστον ίσο με αυτό που καθορίζει κάθε φορά με αποφάσεις της η ΕΠ.Ε.ΙΑ για κάθε είδος κινδύνου που υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 19 § 1 του ιδίου ως άνω π.δ/τος, το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν την κατά την §2 του άρθρου αυτού αποζημίωση λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικά ατυχήματα και σε περίπτωση που αυτά προκαλούνται από ανασφάλιστο όχημα ή από όχημα αγνώστων στοιχείων ή ασφαλισμένο σε ασφαλιστική εταιρία που πτώχευσε ή της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου τέταρτου περ. γ' του ν. 4092/2012 (ΦΕΚ Α' 220/8.11.2012) η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του π.δ/τος 237/1986, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 26 του άρθρου 37 του ν. 2496/1997, αντικαταστάθηκε, κατά τα κρίσιμα εν προκειμένω σημεία της, ως ακολούθως: "2. Η αποζημίωση που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο για χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο.
Η αποζημίωση για τα εδάφια α` και β` της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου δεν μπορεί να υπερβεί τα κατά το άρθρο 6 παράγραφος 5 κατώτατα όρια ασφαλιστικών ποσών του χρόνου του ατυχήματος. Στις περιπτώσεις του εδαφίου γ` της προηγούμενης παραγράφου το συνολικό ποσόν για την αποζημίωση καταβάλλεται σύμφωνα με τα ακόλουθα:
α) για αποζημίωση ύψους έως 4.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 90% αυτής, β) για αποζημίωση ύψους από 4.001 έως 10.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 87,5% αυτής, με κατώτατο όριο 3.600 ευρώ, γ) για αποζημίωση ύψους από 10.001 έως 30.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 85% αυτής, με κατώτατο όριο 8.750 ευρώ, δ) για αποζημίωση ύψους από 30.001 έως 60.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 80% αυτής, με κατώτατο όριο 25.000 ευρώ, ε) για αποζημίωση ύψους από 60.001 έως 100.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 70% αυτής, με κατώτατο όριο 48.000 ευρώ, στ) για αποζημιώσεις το ύψος των οποίων υπερβαίνει τις 100.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο με το 70% αυτής, με ανώτατο όριο τις 100.000 ευρώ...
Η ρύθμιση της παρούσας παραγράφου καταλαμβάνει και τις ήδη γεγεννημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγει αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση. Οι δικαιούχοι αποζημίωσης δύναται να διεκδικήσουν το υπόλοιπο ποσόν της ζημίας από την κοινή Εκκαθάριση".
Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζητήσεως εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από την διατύπωση και το σκοπό της διατάξεως αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη (πρβλ. Κ.Πολ.Δικ. 575). Διότι, παρά την μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του Κ.Πολ.Δικ., που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 του Κ.Πολ.Δικ., να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δικάζοντας επί των από:
α) 12.2.2013 εφέσεως του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ν.π.ι.δ., με την συντετμημένη επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", ως ειδικού διαδόχου της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "... ", λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της και των προσθέτων λόγων που άσκησε με τις προτάσεις το ως άνω εκκαλούν και β) 16.3.2013 εφέσεως των Κ.
Μ. και Μ. Κ. (ήδη μη διαδίκων) κατά της 81/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η από 24.6.2010 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου περί αποζημιώσεώς του για θετικές και αποθετικές ζημίες και περί πρόσθετης αποζημιώσεώς του εκ του άρθρου 931 του Α.Κ., εξ αιτίας του τραυματισμού του κατά το αναφερόμενο σ' αυτήν (αγωγή) αυτοκινητικό ατύχημα και επιδικάστηκαν σ' αυτόν, για τις προεκτεθείσες αιτίες, τα αναφερόμενα στο σκεπτικό και διατακτικό της ποσά, δέχθηκε αυτές (εφέσεις) και τους προσθέτους λόγους εφέσεως και στην συνέχεια εξαφάνισε την πρωτόδικη ως άνω απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν και ακολούθως δέχθηκε εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ανωτέρω από 24.6.2010 αγωγή (για μικρότερα από τα πρωτοδίκως επιδικασθέντα ποσά) και: 1) υποχρέωσε το αναιρεσείον, ως ειδικό διάδοχο της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, να καταβάλει, εις ολόκληρο με τους λοιπούς εναγομένους - εκκαλούντες, στον ενάγοντα - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο:
α) το ποσό των 7.213,80 ευρώ και β) το ποσό των 193,70 ευρώ εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα για το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο του 2010 μέχρι και τον Μάϊο του 2012, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως και 2) αναγνώρισε ότι το αναιρεσείον οφείλει να καταβάλει σ' αυτόν (ενάγοντα - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο), εις ολόκληρο με τους λοιπούς εναγομένους:
α) το ποσό των 33.500 ευρώ και β) το ποσό των 193,70 ευρώ, εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα για το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2012 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2012, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, απέρριψε δε τον λόγο εφέσεως και τον πρόσθετο λόγο εφέσεως του Επικουρικού Κεφαλαίου, με τους οποίους ζήτησε την μεταρρύθμιση της εκκαλουμένης αποφάσεως ως προς το ύψος των σε βάρος του επιδικασθέντων ποσών, έτσι ώστε αυτά να περιοριστούν ποσοτικά, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην τροποποιηθείσα ως άνω διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του π.δ/τος 237/1986, την οποία αρνήθηκε να εφαρμόσει επί των ένδικων γεγεννημένων αξιώσεων του ήδη αναιρεσιβλήτου, με την παραδοχή ότι είναι αντίθετη στο Σύνταγμα και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με την Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει, κατά την διάταξη του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη, έναντι των νόμων, ισχύ, επιπλέον δε καθ' όσον "η εν λόγω διάταξη έχει την αληθή έννοια ότι "στις μη θιγόμενες αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση" περιλαμβάνονται (τουλάχιστον και εκείνες) που κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησής τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (όπως εν προκειμένω) δεν ίσχυε ο ως άνω τροποποιητικός νόμος, αφού διαφορετικά θα θίγονταν αναδρομικά τα γεγενημένα και απαιτητά σχετικά δικαιώματα του ενάγοντος (αλλά και του συνεναγομένου του Επικουρικού Κεφαλαίου υπαίτιου οδηγού από την σε βάρος του εκτέλεση) κατά παράβαση της συνταγματικής επιταγής περί ισότητας και προστασίας της ιδιοκτησίας", σύμφωνα με τις σκέψεις που ειδικότερα αναφέρονται στις αιτιολογίες του.
Την ως άνω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας προσβάλλει ήδη το αναιρεσείον με τον μοναδικό, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., λόγο αναιρέσεως, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα την τροποποιηθείσα ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του π.δ/τος 237/1986, καθ' όσον αυτή είναι συμβατή με το Σύνταγμα, το Διεθνές Δίκαιο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως την Οδηγία 84/5/ΕΟΚ και την Οδηγία 72/166/ΕΟΚ, σχετικά με την ασφάλιση αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία οχημάτων, με εσφαλμένη μη εφαρμογή της, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτής, δεδομένου ότι ναι μεν η ένδικη από 24.6.2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου ασκήθηκε πριν από την ισχύ του ν. 4092/2012 (8.11.2012), πλην όμως μέχρι την έναρξη ισχύος του δεν είχε επιδικαστεί στον αναιρεσίβλητο αξίωση (περιλαμβανομένη στην ένδικη αγωγή του) με οριστική απόφαση, αφού η πρωτόδικη οριστική απόφαση (81/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), δημοσιεύθηκε στις 8.1.2013 (δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος του νόμου), η τροποποιηθείσα δε ως άνω διάταξη ίσχυε:
α) κατά τον προαναφερθέντα χρόνο δημοσιεύσεως της εξαφανισθείσας (κατά παραδοχή της εφέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων του ήδη αναιρεσείοντος) πρωτόδικης αποφάσεως, β) κατά τον χρόνο συζητήσεως της υποθέσεως στο Εφετείο (5.12.2013) και γ) (κυρίως) κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (7.3.2014), αφού, κατά παραδοχή της ως άνω εφέσεως (και των προσθέτων λόγων εφέσεως) εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, κρατήθηκε και δικάστηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή για ποσά μικρότερα των πρωτοδίκως επιδικασθέντων.
Το ζήτημα όμως αυτό, από το οποίο εξαρτάται η ευδοκίμηση ή μη του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, έχει ήδη παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με τις 1025/2015 και 1297/2015 αποφάσεις του Δ' Πολιτικού Τμήματος αυτού, ενώπιον της οποίας και συζητήθηκαν οι παραπεμφθείσες υποθέσεις και αναμένεται η έκδοση των σχετικών αποφάσεων.
Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει, ευλόγως, περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 249 του Κ.Πολ.Δικ. Κατόπιν αυτού, πρέπει να ανασταλεί η πρόοδος της παρούσας δίκης επί του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ την συζήτηση επί του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί των υποθέσεων που έχουν παραπεμφθεί σ' αυτήν με τις 1025/2015 και 1297/2015 αποφάσεις του Δ' πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ