202/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2613/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3913/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-11-2010 αίτησή του και τους από 4-12-2014 πρόσθετους λόγους του.
Legislator headnote
AI generated202/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το τεκμήριο περί του οποίου γίνεται λόγος στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρ. 38 του Ν. 1892/1990 και τέθηκε για την προστασία των δικαιωμάτων του εργαζομένου, δίχως να παραβλάπτονται τα δικαιώματα του εργοδότη, προϋποθέτει έγκυρη συμφωνία περί μερικής απασχόλησης, δηλαδή εγγράφως καταρτισθείσα και αφορά μόνο την περίπτωση μη έγκαιρης γνωστοποίησης της συμφωνίας αυτής στην Επιθεώρηση Εργασίας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 202 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 202/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Μ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Φλώρου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Β. Κ. Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κων/να Στάμου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2613/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3913/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-11-2010 αίτησή του και τους από 4-12-2014 πρόσθετους λόγους του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ανδρέας Δουλγεράκης, ανέγνωσε την από 9-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων της.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντα ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρ. 38 §1 του Ν. 1892/90, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 2 του Ν. 2639/98, κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της, ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση) και ότι η συμφωνία αυτή, εφόσον μέσα σε 15 ημέρες από την κατάρτισή της δεν γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι για την κατάρτιση της σύμβασης μερικής απασχόλησης, απαιτείται κατά νόμο έγγραφος τύπος, ο οποίος είναι συστατικός και η μη τήρησή του συνεπάγεται την ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της σύμβασης, που αφορά τη μερική απασχόληση, η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη, κατ' άρθρ. 159 του ΑΚ και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, δεν θεραπεύεται δε και αν ακόμη εκπληρωθεί η σύμβαση με επίγνωση της έλλειψης του απαιτούμενου τύπου.
Το τεκμήριο περί του οποίου γίνεται λόγος στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρ. 38 του Ν. 1892/1990 και τέθηκε για την προστασία των δικαιωμάτων του εργαζομένου, δίχως να παραβλάπτονται τα δικαιώματα του εργοδότη, προϋποθέτει έγκυρη συμφωνία περί μερικής απασχόλησης, δηλαδή εγγράφως καταρτισθείσα και αφορά μόνο την περίπτωση μη έγκαιρης γνωστοποίησης της συμφωνίας αυτής στην Επιθεώρηση Εργασίας.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης πραγματικά περιστατικά :
Ο ενάγων, Β. Τ., προσλήφθηκε την 1-1-2002 από τον εναγόμενο, Χ. Μ., με προφορική σύμβαση, εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την ειδικότητα του βοηθού ηλεκτρολόγου-τεχνίτη αυτοκινήτων, στην ατομική επιχείρηση (συνεργείο), που διατηρεί ο εναγόμενος στο ... και με ειδικότερο αντικείμενο απασχόλησης τις ηλεκτρολογικές εργασίες του ενάγοντος επί αυτοκινήτων, ήτοι επισκευές ηλεκτρολογικών εξαρτημάτων μηχανών, αντικαταστάσεις ελαττωματικών εξαρτημάτων, τοποθετήσεις και αντικαταστάσεις μιζών, δυναμό, μπαταριών και συναγερμών και την εν γένει συντήρηση των ηλεκτρολογικών εξαρτημάτων αυτοκινήτων.
Το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ως προς τον ανωτέρω χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης εργασίας (1-1-2002) από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που κρίνεται ειλικρινής και πειστική, καθώς και από τις προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του ενάγοντος, οι οποίες κρίνονται περισσότερο σαφείς και πειστικές σε σχέση με τις προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο, αλλά επίσης και από το προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα 178/2007 δελτίο εργατικής διαφοράς της Επιθεώρησης Εργασίας, όπου προσέφυγε στις 4/6/02, όπου είχε επίσης δηλώσει ως ημερομηνία πρόσληψης του την 1-1-2002.Η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου στο ακροατήριο δεν παρέχει πίστη διότι, ενώ κατέθεσε ότι συνεργαζόταν με τον εναγόμενο, τον οποίο γνώριζε από το 1997 και ότι από τότε τον επισκεπτόταν στο κατάστημά του, εντούτοις δεν παρείχε εξήγηση πως "δεν γνωρίζει τίποτα" για την παροχή ή όχι εξαρτημένης εργασίας από τον ενάγοντα στην επιχείρηση του εναγομένου για το χρονικό διάστημα πριν από το έτος 2005 (όπου σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του εναγομένου έλαβε χώρα η πρόσληψη του ενάγοντος).
Ο εναγόμενος ισχυρίζεται, ότι η πρόσληψη του ενάγοντος έλαβε χώρα εγγράφως την 1-8-2005, με καθεστώς σύμβασης μερικής απασχόλησης και μάλιστα με την ειδικότητα του ανειδίκευτου εργάτη, από Δευτέρα έως Παρασκευή, με ωράριο από 10:00 έως 14:00 και προσκομίζει την από 1-8-2005 αναγγελία πρόσληψης του στον ΟΑΕΔ, στην οποία γίνεται λόγος για "μερική απασχόληση" του ενάγοντος, καθώς επίσης και τις από 1-8-2005, 1-1-2006, 1-7-2006, 1-9-2006 και 1-1-2007 γνωστοποιήσεις "όρων ατομικής σύμβασης εργασίας" του ενάγοντος, με καθεστώς μερικής απασχόλησης, εκ των οποίων μόνο η πρώτη φέρεται κατατεθειμένη στην Επιθεώρηση Εργασίας, κατά το άρθρο 2§ 1 του Ν. 2639/1998.
Πλην όμως αποδείχθηκε, ότι είχε προηγηθεί η σύναψη (ατύπως) σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος, ήδη από 1-1-2002 η οποία ήταν σε λειτουργία και βάσει της οποίας ο ενάγων εργαζόταν ως βοηθός ηλεκτρολόγου αυτοκινήτων με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι λύθηκε στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα και συνεπώς η, από 1-8-05 τυπική πρόσληψη του ενάγοντος, ήταν εντελώς προσχηματική.
Εξάλλου οι προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο ανωτέρω συμβάσεις "μερικής απασχόλησης" δεν μπορούν να ασκήσουν έννομη επιρροή στο καθεστώς εργασίας με πλήρη απασχόληση, με το οποίο ο ενάγων παρείχε την εργασία του και το οποίο διατηρήθηκε και μετά την κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων "μερικής απασχόλησης".
Άλλωστε ο εναγόμενος δεν δικαιολογεί ποιος ήταν ο λόγος των διαδοχικών ανανεώσεων των ως άνω συμβάσεων, εφόσον σ' αυτές ρητά αναγράφεται η φύση τους ως "αορίστου χρόνου". Και είναι αληθές ότι ο ενάγων, ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1986, κατά το χρόνο πρόσληψης του ήταν 16 ετών, υπέγραψε τις ως άνω συμβάσεις μερικής απασχόλησης καθώς και τις αποδείξεις καταβολής των αποδοχών του με καθεστώς μερικής απασχόλησης.
Όμως, υπέγραψε υπό τον φόβο της απόλυσης του από τον εναγόμενο διότι είχε ανάγκη την εργασία και του μισθού που ελάμβανε από τον εναγόμενο για προσωπικούς και οικογενειακούς λόγους, γι' αυτό, εξάλλου, προκειμένου να δύναται να εργάζεται στην επιχείρηση του εναγομένου τις πρωινές ώρες σπούδαζε σε νυκτερινό σχολείο, το οποίο λειτουργούσε από ώρα 19:00 και συγκεκριμένα στο 1ο Εσπερινό ΤΕΕ Αιγάλεω, από το οποίο αποφοίτησε με διαγωγή "κοσμιοτάτη" και καλές βαθμολογίες, ήτοι αποκτώντας, το μήνα Μάρτιο 2006, το πτυχίο του Ηλεκτρολόγου Αυτοκινήτων Α' Κύκλου Σπουδών και το μήνα Μάιο 2007 το πτυχίο του Β' Κύκλου Σπουδών Ειδικότητας Ηλεκτρομηχανικών Συστημάτων και Αυτοματισμού Αυτοκινήτου Ηλεκτρολογικού Τομέα, γνωστοποιώντας μάλιστα στον εναγόμενο τη λήψη των πτυχίων του, όπως αποδεικνύεται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρά του.
Το ωράριο εργασίας του ενάγοντος για όλο το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε στον εναγόμενο ήταν οκτώ ώρες τις καθημερινές από Δευτέρα έως και Παρασκευή αλλά και τα Σάββατα και συγκεκριμένα από 8:00 έως 16:00 είτε από 9:00 έως 17:00. Δεν αποδείχθηκε ότι εργαζόταν καθ' υπέρβαση του νομίμου ωραρίου, ούτως ώστε να δικαιούται αμοιβή για την τοιαύτη απασχόλησή του.
Το καταβαλλόμενο στον ενάγοντα ημερομίσθιο ανερχόταν στο ποσό των 11e, για το χρονικό διάστημα από 1-8-2002, από το οποίο ο ενάγων αιτείται τις αξιώσεις του, έως και 31-12-2002, στο ποσό των 15 e, από 1-1-2003 έως 31-7-2005, στο ποσό των 15,40 e, από 1-8-2005 έως και 31-3-2007 και στο ποσό των 19,40 e, από 1-4-2007 έως 31-5- 2007. Το καταβαλλόμενο στον ενάγοντα ημερομίσθιο ήταν κατώτερο του καθοριζομένου βάσει των ΕΓΣΣΕ της επίδικης περιόδου που καθορίζουν τα ημερομίσθια ασφαλείας και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, διότι κατά τη διάρκεια της ανηλικότητας του ενάγοντος δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι οικείες κλαδικές ΣΣΕ των εργατοτεχνιτών μεταλλουργικών επιχειρήσεων ως εκ της ειδικότητας του ενάγοντος ως βοηθού ηλεκτρολόγου αυτοκινήτων.
Εποµένως ο ενάγων δικαιούται να λάβει ως διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών: 1) Για το χρονικό διάστηµα από 1-8-2002 έως 31/12/02: Μικτός καταβλητέος µισθός 581,10 e µηνιαίως Χ 5 µήνες = 2.905,50 e µείον (11 e ηµεροµίσθιο, που λάµβανε από τον εναγόµενο Χ 26 ηµέρες = 286 e Χ 5 µήνες =) 1.430 e, ήτοι δικαιούται 1.475,50 e, ως διαφορά δεδουλευµένων αποδοχών. 2) Για το χρονικό διάστηµα από 1-1-2003 έως 9-2-2004:
Μικτός καταβλητέος µισθός 605,54 e µηνιαίως Χ 13 µήνες και 7 ηµέρες = 8.035,05 e µείον (15 e ηµεροµίσθιο, που λάµβανε από τον εναγόµενο Χ 26 ηµέρες = 390 e µηνιαίως Χ 13 µήνες και 7 ηµέρες=) 5.175 e, ήτοι δικαιούται 2.860,05 e, ως διαφορά δεδουλευµένων αποδοχών. 3) Για το χρονικό διάστηµα από 10-2-2004 έως 19-4-2004: Μικτός καταβλητέος µισθός 685,10 e μηνιαίως Χ 2 μήνες και 7 ημέρες = 1.554,65 e μείον (15 e ημερομίσθιο, που λάμβανε από τον εναγόμενο Χ 26 ημέρες = 390 e μηνιαίως Χ 2 μήνες και 7 ημέρες =) 885 e, ήτοι δικαιούται 669,65 e, ως διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών. 4) Για το χρονικό διάστημα από 20-4-2004 έως 30-6-2004:
Μικτός καταβλητέος μισθός, 712,40 e μηνιαίως Χ 2 μήνες και 9 ημέρες = 1.671,40 e μείον (15 e ημερομίσθιο, που λάμβανε από τον εναγόμενο Χ 26 ημέρες = 390 e μηνιαίως Χ 2 μήνες και 9 ημέρες=)915e, ήτοι δικαιούται 756,40e, ως διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών. 5) Για το χρονικό διάστημα από 1-7-2004 έως 31-12-2004, δικαιούται: Μικτός καταβλητέος μισθός, (733,72 e μηνιαίως Χ 6 μήνες = 4.402,32 e μείον (15 e ημερομίσθιο, που λάμβανε από τον εναγόμενο, Χ 26 ημέρες = 390 e μηνιαίως Χ 6 μήνες=) 2.340 e, ήτοι δικαιούται 2.062,32 e, ως διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών. 6) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 30-6-2005:
Μικτός καταβλητέος μισθός,783,12e Χ6 μήνες = 4.698,72 e μείον (15 e ημερομίσθιο, που λάμβανε από τον εναγόμενο, Χ 26 ημέρες = 390 e μηνιαίως Χ 6 μήνες) 2.340 e ήτοι δικαιούται 2.358,72e, ως διαφορά δεδουλευµένων αποδοχών. 7) Για το χρονικό διάστηµα από 1-7-2005 έως 31-7-2005, δικαιούται: Μικτός καταβλητέος µισθός, 806,52 e µείον (15 e ηµεροµίσθιο, που λάµβανε από τον εναγόµενο, Χ 26 ηµέρες =) 390 e, ήτοι δικαιούται 416,52 e, ως διαφορά δεδουλευµένων αποδοχών. 8) Για το χρονικό διάστηµα από 1-8- 2005 έως 31-12-2005:
Καθαρός καταβλητέος µισθός, όπως αιτείται 677,56 e µηνιαίως Χ 5 µήνες = 3.387,80 e µείον (15,40 e ηµεροµίσθιο, που λάµβανε από τον εναγόµενο, Χ 26 ηµέρες=)390 e = 400,40 e Χ 5 µήνες=} 2.002 e, ήτοι δικαιούται 1.385,80 e, ως διαφορά δεδουλευµένων αποδοχών. 9) Για το χρονικό διάστηµα από 1-1-2006 έως 30-6-2006: Καθαρός καταβλητέος µισθός, όπως αιτείται 697,84 e µηνιαίως Χ 6 µήνες=) 4.187,04 e, µείον (15,40 e ηµεροµίσθιο, που λάµβανε από τον εναγόµενο, Χ 26 ηµέρες = 400,40 e µηνιαίως Χ 6 µήνες=) 2.402,40 e, ήτοι δικαιούται 1.784,64 e, ως διαφορά δεδουλευµένων αποδοχών. 10) Για το χρονικό διάστηµα από 1-7-2006 έως 31-12-2006 :
Καθαρός καταβλητέος µισθός, όπως αιτείται 718,64 e μηνιαίως Χ 6 μήνες=) 4.311,84 e μείον (15,40 e ημερομίσθιο, που λάμβανε από τον εναγόμενο, Χ 26 ημέρες = 400,40 e μηνιαίως Χ 6 μήνες=) 2.402,40 e, ήτοι δικαιούται 1.909,44 e, ως διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών. 11) Για το χρονικό διάστημα από 11-1-2007 έως 31-3-2007: Καθαρός καταβλητέος μισθός, όπως αιτείται 740,22 e μηνιαίως Χ 3 μήνες =) 2.220,66 e μείον (15,40 e ημερομίσθιο, που λάμβανε από τον εναγόμενο, Χ 26 ημέρες = 400,40 e μηνιαίως Χ 3 μήνες =) 1.201,20 e, ήτοι δικαιούται 1.019,46 e, ως διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών και 12) Για το χρονικό διάστημα από 1-4-2007 έως 31-5-2007, οπότε λύθηκε η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του, με την απόλυσή του από τον εναγόμενο:
Καθαρός καταβλητέος μισθός, όπως αιτείται 740,22 e μηνιαίως Χ 2 μήνες =) 1.480,44 e μείον (19,40 e ημερομίσθιο, που λάμβανε από τον εναγόμενο, Χ 26 ημέρες = 504,40 e μηνιαίως Χ 3 μήνες =) 1.008,80 e, ήτοι δικαιούται 471,64 e, ως διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών. Κατ' ακολουθίαν, ο ενάγων δικαιούται να λάβει από τον εναγόμενο, για την ανωτέρω αιτία (διαφορές μεταξύ νομίμων και καταβληθεισών δεδουλευμένων αποδοχών), το συνολικό ποσό των 17.170,14 e.Απολύθηκε την 1-6-2007, µετά την ανακοίνωση εκ µέρους του ότι ήταν υποχρεωµένος να διακόψει την αναβολή στράτευσης του, λόγω ολοκλήρωσης της φοίτησης του στο ΤΕΕ Αιγάλεω και ότι θα κατατασσόταν στο στράτευµα το µήνα Αύγουστο του ιδίου έτους 2007.
Κατά την απόλυσή του έλαβε αποζηµίωση ποσού 158,43 e, αντιστοιχούσα στο χρονικό διάστηµα από 1-8-2005 και εντεύθεν και, με καθεστώς µερικής απασχόλησης, διατύπωσε ρητή επιφύλαξη επί του εγγράφου της αποζηµίωσης απόλυσης του, τόσο για τη συµπλήρωση αυτής, όσο και για τις λοιπές αξιώσεις του από τη σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας του και στις 4-6-2007 προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας.
Η αποζηµίωση την οποία δικαιούτο, ενόψει του χρόνου απασχόλησης του στον εναγόµενο (1-1-2002 έως 1-6-2007), ανερχόταν σε 1.186,15 e (33,89 e ηµεροµ. Χ 30 ημερ. + 1/6 = 1.186,15). Εφόσον η καταβολή της δεν ήταν η προσήκουσα, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη και δεν επέφερε τα έννοµα αποτελέσµατα αυτής, ο εναγόµενος περιήλθε σε υπερηµερία δανειστή και έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα τις αποδοχές, τις οποίες εκείνος θα ελάµβανε, εάν δεν µεσολαβούσε η άρνηση του εναγοµένου να αποδεχτεί τις υπηρεσίες του.
Ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του, κατά το χρόνο απόλυσης του, ανερχόταν στο ποσό των 740,22e και συνεπώς, δικαιούται να λάβει, για το χρονικό διάστημα από 1-6-2007 έως 1-8-2007, το συνολικό ποσό των (744,22 e Χ 2 μήνες =) 1.480,44 e. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων οφείλει στον αναιρεσίβλητο 17.170,14 e, για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και 1.480,44 e για μισθούς υπερημερίας.
Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που προαναφέρθηκαν, διότι με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, καταρτίστηκε πράγματι μεταξύ των διαδίκων, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, πλήρους απασχόλησης. Περαιτέρω, διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν επαρκώς το αποδεικτικό πόρισμα του και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων.
Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, αναφερόμενες στην έλλειψη εμπειρίας, την πραγματική απασχόληση του αναιρεσίβλητου, τον πραγματικό χρόνο εργασίας του, τις αντιφάσεις των παραδοχών της απόφασης προς το περιεχόμενο των καταθέσεων των μαρτύρων και των εγγράφων που προσκομίστηκαν και τη διαφορετική αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, είναι απαράδεκτες διότι με αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι, περί του αντιθέτου, πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, από τους αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 17 του ίδιου άρθρου, είναι αβάσιμος, διότι στην απόφαση δεν περιέχονται αντιφατικές διατάξεις.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλως η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον από την απόφαση αποδεικνύεται, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν οι διάδικοι με επίκληση. Αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά στην απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αν από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και ιδίως έγγραφο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο, με την απόφαση του, βεβαιώνει ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα του, έλαβε υπόψη του, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων Π. Τ. και Κ. Δ., τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους διαδίκους ένορκες βεβαιώσεις, αφενός των ...,... και ...
μαρτύρων του ενάγοντος, ήτοι, αντιστοίχως, της Γ. Γ., Ε. συζ. Π. Τ. το γένος Π. Ν. και της Ν. Τ., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Έλλης Εμμ. Καλλιτσουνάκη, που ελήφθησαν νομίμως και εμπροθέσμως, αφετέρου τις ..., ..., ... και ... ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του εναγομένου, ήτοι, αντιστοίχως, των Ε. Β., Ε. Σ., Σ. Μ.
και Ο. Ρ., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίας Μαρούδα και όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα νέα έγγραφα, τα οποία παραδεκτά προσκομίζονται από τον εναγόμενο. Με τους, μοναδικό του αναιρετηρίου και τέταρτο του δικογράφου των προσθέτων, από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην παραπάνω κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του α)τα αντίγραφα όλων των σελίδων από το θεωρημένο από τη ΔΟΥ Κορυδαλλού βιβλίο εισερχόμενων αυτοκινήτων στο συνεργείο-ηλεκτρολογείο του, από τις οποίες αποδεικνύεται αναληθής ο ισχυρισµός, ότι ο αναιρεσίβλητος εργαζόταν καθόλη τη διάρκεια της σύµβασης εργασίας και τα Σάββατα. 2) το αντίγραφο του, από 5 Φεβρουαρίου, συμφωνητικού µαθητείας, το οποίο έχει υπογραφεί από αυτόν και τον Ε.
Σ., έχει θεωρηθεί από το Υπουργείο Εργασίας - Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ο.Α.Ε.Δ. και από το οποίο αποδεικνύεται αναληθής ο ισχυρισµός του, ότι εργαζόταν στην επιχείρηση από την 1-1-2002.3)Το αντίγραφο του ειδικού βιβλίου καταχώρισης νεοπροσλαμβανόμενου προσωπικού, που είναι θεωρημένο από το Ι.Κ.Α. στις 11 Μαρτίου 2003 και από το οποίο προκύπτει ότι την 1η Αυγούστου 2005 προσέλαβε τον αναιρεσίβλητο, ως εργάτη. 4)Το αντίγραφο αποσπάσματος ατοµικού λογαριασµού ασφάλισης Α' τριµήνου έτους 2003, το οποίο έχει εκδοθεί από το Ι.Κ.Α.
µε ηµεροµηνία 25-3-2009 και από το οποίο προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος είχε προσληφθεί την 1-8-2005.5)Το αντίγραφο του πίνακα προσωπικού, που έχει θεωρηθεί από το Σώµα Επιθεώρησης Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, από το οποίο προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος είχε προσληφθεί την 1-8-2005. 6)Το αντίγραφο της οριστικής δήλωσης εκκαθάρισης φόρου, τελών χαρτοσήμου και εισφοράς Ο.Γ.Α., που υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ.
Αιγάλεω για το οικονοµικό έτος 2004 για αποδοχές από 1-1 µέχρι 31-12- 2003, από την οποία προκύπτει ο ισχυρισµός του, ότι ο αναιρεσίβλητος είχε προσληφθεί την 1-8-2005. 7)Το αντίγραφο της 763/4-3-2004 αναγγελίας στον ΟΑΕΔ οικειοθελούς αποχώρησης του υπαλλήλου του Ε. Σ.. 8)Το αντίγραφο του πίνακα προσωπικού, αναρτημένου στο κατάστηµά του και θεωρημένου από το Σώµα Επιθεώρησης Εργασίας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, από τον οποίο προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος έχει προσληφθεί ως εργάτης από την 1-8-2005 µε ωράριο εργασίας από τις 10.00 µέχρι τις 14.00, µε ηµεροµίσθιο 15,40 ευρώ από τη Δευτέρα µέχρι την Παρασκευή µε ρεπό το Σάββατο. 9)Το αντίγραφο του πίνακα προσωπικού, αναρτηµένου στο κατάστηµά του, θεωρηµένου από το Σώµα Επιθεώρησης Εργασίας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας µε αριθµό 19.095/4-11-2005, από τον οποίο προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος είχε προσληφθεί ως εργάτης την 1-8-2005 µε ωράριο από τις 10.00 µέχρι τις 14.00, µε ηµεροµίσθιο 15,40 ευρώ από τη Δευτέρα µέχρι την Παρασκευή, µε ρεπό το Σάββατο.10)Το αντίγραφο του βιβλίου χορήγησης αδειών σε µισθωτούς, που τηρούσε για την επιχείρηση, από το οποίο προκύπτει ότι στον αναιρεσίβλητο χορηγήθηκαν άδειες µε αποδοχές κατά τα έτη 2005 και 2006.11)Το αντίγραφο της από 2-8-2005 προς τον Ο.Α.Ε.Δ.
αναγγελίας πρόσληψης του αναιρεσίβλητου µε ηµεροµηνία 1-8-2005.12)Τα αντίγραφα των από 1-8-2005, 1-1-2006, 1-7-2006, 1-9-2006,1-1-2007 γνωστοποιήσεων όρων ατοµικής σύµβασης εργασίας, οι οποίες αφορούσαν την επιχείρησή του και τον αναιρεσίβλητο, από τις οποίες προκύπτει ο ισχυρισµός ότι είχε προσληφθεί, ως εργάτης, την 1-8-2005, µε µειωµένο ωράριο απασχόλησης και µε πενθήµερη εργασία εβδοµαδιαίως. 13)Το αντίγραφο της βεβαίωσης, µε ηµεροµηνία 14-10-2008 του Θ.
Λ., λογιστή της επιχείρησής του, ότι ουδέποτε ο αναιρεσίβλητος κατέθεσε οιασδήποτε µορφής πτυχίο, για να δικαιούται αυξημένου ηµεροµισθίου.14) Τα αντίγραφα 30 αποδείξεων καταβολής στον αναιρεσίβλητο των αποδοχών του για το χρονικό διάστημα από 31-8-2005 έως 30-6-2007, από τις οποίες προκύπτει ότι δεν διετύπωσε επιφύλαξη ως προς το χρόνο πρόσληψης, το είδος της εργασίας του, το ύψος των αποδοχών, την υπερωριακή απασχόληση του κλπ. 15)Τις αποδείξεις καταβολής των αποδοχών του Ε.
Σ., υπαλλήλου του, για το χρονικό διάστηµα από το µήνα Φεβρουάριο 2003 µέχρι το Μάρτιο 2004, καθώς και τις καταστάσεις καταβολής στο Ι.Κ.Α. των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, για το ίδιο χρονικό διάστηµα, από τις οποίες προκύπτει ότι για το χρονικό διάστηµα αυτό απασχολούσε ένα µόνο µισθωτό και µάλιστα τον Ε.
Σ.. Όμως, οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από αυτήν, με την απόφαση βεβαιώνεται, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που προσκόμισαν οι διάδικοι με επίκληση, από τη βεβαίωση δε αυτή, σε συνδυασμό με την αιτιολογία της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκαν υπόψη και τα συγκεκριμένα έγγραφα.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, (άρθρο 183 ΚΠολΔ), όπως, ειδικότερα, ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 8-11-2010, αίτηση αναίρεσης της 3913/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και τους, από 4-12-2014, πρόσθετους λόγους.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ