Legislator Case Law & Legislation
202/2014 AI generated

202/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 202/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

202/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ωστόσο σ' αυτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1400 §2β ΑΚ, δεν περιλαμβάνονται και πρέπει να αφαιρεθούν ποσό 80.000 ευρώ, για το οποίο συνομολογεί η ενάγουσα, ότι κατά το χρόνο έναρξης των εργασιών ανοικοδόμησης νέου καταστήματος και οικίας διέθεσε αποκλειστικά ο εναγόμενος και το προερχόμενο από δωρεά της μητέρας του ποσόν των 60.000 ευρώ.

Keywords

AI generated
advancement in inheritance matrimonial domicile intention of permanent residence right to know one's parentage matrimonial property marriage determining standard of living
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 202 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 202/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γ. Κ. του Δ., τέως συζ. Γ. Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Σπανουδάκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Φ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσικρικά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 271/815/42/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 25/2012 του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-9-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός διάβασε την από 6-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 8-9-2012 αιτήσεως της Γ. Δ. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 25/2012 αποφάσεως του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με την ένδικη αγωγή της ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η ήδη αναιρεσείουσα εξέθεσε ότι με τον εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο ετέλεσε νόμιμο γάμο, ο οποίος ελύθη αμετακλήτως την 6-12-2007 και ότι κατά τον χρόνο αυτό υπήρχε επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά το ποσό των 2.700.000 ευρώ, στην οποία συνέβαλε και η ιδία κατά ποσοστό 50%, με την συνεισφορά χρημάτων και αποτιμητών σε χρήμα προσωπικών της υπηρεσιών.

Εζήτησε δε κατόπιν αυτού με την αγωγή, μετά από τον περιορισμό του αιτήματος αυτής από καταψηφιστικού σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 1. 350.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στην ως άνω συμβολή της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως αόριστη και μετά από έφεση της εναγούσης εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχήν της ενστάσεως του εναγομένου περί μηδενικής συμβολής της εναγούσης στην επαύξηση της περιουσίας του.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα , και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Ολ.Α.Π.1/1999, Α.Π. 19/2012).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1400 παρ. 1 του Α.Κ. : "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Από τις διατάξεις αυτές, που εφαρμόζονται και επί γάμων τελεσθέντων προ της ενάρξεως της ισχύος των (άρθρο 12 ν.1649/1986), συνάγεται ότι η απαίτηση εκάστου συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ` αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ.

ΑΠ 28/1996). Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλ` η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου γενέσεως της αξιώσεως, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής εννόμου προστασίας, ήτοι ο χρόνος ασκήσεως της αγωγής. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υποχρέου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γενέσεως της αξιώσεως (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.

Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ενστάσεως, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Ο χρόνος λύσεως ή ακυρώσεως του γάμου ή της συμπληρώσεως τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν.

Ο εναγόμενος δε, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι ο φερόμενος ως δικαιούχος της αξιώσεως συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ` αυτόν.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 Α.Κ. τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αυξήσεως της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση.

Η συμβολή τέλος του ενός συζύγου στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου μπορεί να γίνει είτε με την παροχή κεφαλαίων (εισφορά χρήματος, κεφαλαιουχικών αγαθών κατά χρήση), είτε με παροχή υπηρεσιών, που αποτιμώνται σε χρήμα και δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (άρθρο 1390 ΑΚ).

Ειδικότερα, η παροχή υπηρεσιών, που η σύζυγος προσφέρει εντός της οικίας ή για την ανατροφή των τέκνων, αποτελεί δική της συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου, μόνο όταν οι υπηρεσίες αυτές των οποίων προσδιορίζεται το είδος και η αξία, είναι περισσότερες από αυτές, που επιβάλλει η υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (Α.Π. 287/2011, 625/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής : "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο... γάμο ... στις 19-9-1999, από τον οποίο... απέκτησαν μια θυγατέρα... ο γάμος τους λύθηκε με την 904/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία κατέστη αμετάκλητη την 6-12-2007.

Κατά τον χρόνο τελέσεως του γάμου ο εναγόμενος είχε...την ψιλή κυριότητα ενός οικοπέδου... εντός της πόλεως του Ηρακλείου Κρήτης ..., συνολικού εμβαδού 816,37 τ.μ. με την εντός αυτού υπάρχουσα, ισόγεια οικία εμβαδού 151,80 τ.μ,... Η ψιλή κυριότητα είχε παραχωρηθεί σ' αυτόν με γονική παροχή από τη μητέρα του..., η οποία παρακράτησε υπέρ αυτής την επικαρπία για τέσσερα έτη.

Μετά την παρέλευση δύο μηνών από την τέλεση του γάμου του... και ενόψει...λήξεως του δικαιώματος επικαρπίας της μητέρας του, κατέστη αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του ακινήτου αυτού, του οποίου πλέον το εμβαδόν λόγω ρυμοτόμησης ήταν 620 τ.μ. Ακολούθως το έτος 2000 η μητέρα του... με... συμβόλαιο γονικής παροχής..., μεταβίβασε σ' αυτόν ...οικόπεδο εμβαδού 120 τ.μ...συνεχόμενο του προηγούμενου οικοπέδου των 620 τ.μ.

Έτσι,... ο εναγόμενος κατέστη αποκλειστικός κύριος...ενός ενιαίου...ακινήτου συνολικού... εμβαδού 742,87 τ.μ., ..., με την εντός αυτού παλαιά ισόγεια κατοικία εμβαδού 151,80 τ.μ. Επομένως ο εναγόμενος κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου ήταν κύριος ακίνητης περιουσίας αξίας 200.000 ευρω, η οποία, μετά την προς αυτόν γενομένη, μετά το γάμο του, δωρεά της μητέρας του...

του συνεχόμενου .... ακινήτου εμβαδού 120 τ.μ και αξίας 50.000 ευρώ, ανήλθε στο ποσόν των 250.000 ευρώ. Επίσης ο εναγόμενος, κατά τον ως άνω χρόνο, είχε στην κυριότητα του και το με αριθμό κυκλοφορίας ...... ΑLFA ROMEO 145 αυτοκίνητο, του οποίου η αξία ανερχόταν στο ποσόν των 2.700.000 δραχμών. Ο εναγόμενος, εντός του διαστήματος της έγγαμης συμβίωσής του..., προέβη στην αξιοποίηση του ...δωρηθέντος σ' αυτόν ακινήτου, με τη μετατροπή του παλαιού κτίσματος σε ισόγειο κατάστημα εμβαδού περίπου 150 τ.μ, αλλά και τη σύμφωνα με τη 232/02 άδεια Πολεοδομίας Ηρακλείου ανοικοδόμηση στο υπόλοιπο του οικοπέδου ....

ενός ισογείου καταστήματος εμβαδού 158 τ.μ με πατάρι 75 τμ και υπόγειο 158 τμ και μιας πολυτελούς κατασκευής οικίας (μεζονέτας) αποτελούμενης: α) από υπόγειο 90 τμ, με μια κρεβατοκάμαρα, ένα μπάνιο 16 τμ, καθιστικό, τραπεζαρία, αποθήκη και πλυσταριό, β) από ισόγειο εμβαδού 100 τμ περίπου, με μεγάλη σαλοτραπεζαρία, κουζίνα με συνεχόμενο αίθριο 25 τμ περίπου , και ένα μεγάλο WC και γ) από πρώτο όροφο εμβαδού 98 τμ περίπου, αποτελούμενο από τρία υπνοδωμάτια, ένα μεγάλο και ένα μικρότερο (παιδικό) λουτρό, γραφείο και βεστιάριο.

Η μεζονέτα με τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος αυτή χώρου... τελείωσε τον Σεπτέμβριο του έτους 2004. Συγκεκριμένα τον Φεβρουάριο του έτους 2001, άρχισαν οι εργασίες για τη μετατροπή της παλαιάς οικίας σε κατάστημα, για την οποία δεν ήταν αναγκαία έκδοση άδειας από την Πολεοδομική Αρχή καθώς απαιτήθηκαν περιορισμένης έκτασης εργασίες...

Ο εναγόμενος ανέθεσε εξ ολοκλήρου τις εργασίες ... κατ' αποκοπήν, συμπεριλαμβανομένων και των υλικών, στον εργολάβο Ε. Ψ....απαιτήθηκαν 46 ημερομίσθια. Με τη συνολική δαπάνη της μετατροπής, η οποία ανήλθε στο ποσόν των 2.596.580 δραχμών επιβαρύνθηκε εξ ολοκλήρου ο εναγόμενος...Το ποσόν της δαπάνης που ο εναγόμενος διέθεσε για την κατασκευή του συγκεκριμένου καταστήματος εκταμιεύτηκε σταδιακά από τον με αριθμό ...

προσωπικό του λογαριασμό, που διατηρούσε στην Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος, (ΑΤΕ). Στο λογαριασμό αυτό ο εναγόμενος διέθετε ήδη από τις 4 Οκτωβρίου 2000, δηλαδή πριν την έναρξη των εργασιών της μετατροπής, ...καταθέσεις...ύψους 35.000.000 δραχμών, οι οποίες προερχόταν από μεταφορά ποσού 10.000.000 περίπου δραχμών που...πριν την τέλεση του γάμου, διατηρούσε...στην ίδια Τράπεζα και από ποσόν ύψους 25.000.000 δραχμών, το οποίο κατατέθηκε στις 6-9-2000 στον παραπάνω...λογαριασμό του και αποτελούσε δωρεά του πατέρα του προς αυτόν...

Ο εναγόμενος άρχισε την ανοικοδόμηση των... νέου καταστήματος και οικίας αφού εκδόθηκε... άδεια οικοδομής τον Ιούνιο του...2002. Το κόστος ανέγερσης... και των ασφαλιστικών ....εισφορών, ανήλθε στο συνολικό ποσό περίπου των 436.120 ευρώ και η ανέγερση τους διήρκησε από τον Ιούνιο του έτους 2002 έως και το καλοκαίρι του έτους 2005.

Ο εναγόμενος για την ανοικοδόμησή τους μεταξύ άλλων διέθεσε: α) ποσόν 80.000 ευρώ, το οποίο ανέλαβε στις 9-7-2002 από τον ως άνω... προσωπικό λογαριασμό... στην ΑΤΕ. Όσον αφορά το ποσό αυτό...η ενάγουσα συνομολογεί καθυποφοράν στην αγωγή της, ότι πρόκειται για ποσό, που ανήκε αποκλειστικά στον εναγόμενο, β) το ποσόν των 60.000 ευρώ, που στις 5-2-2004 έλαβε ως δωρεά από τη μητέρα του Φ.

Φ....και γ) το ποσόν των 310.621 ευρώ που προήλθε από στεγαστικά δάνεια συνολικού ύψους 366.735 ευρώ, που μόνος αυτός ως πιστούχος έλαβε. Επομένως ο εναγόμενος, διαρκούντος του γάμου του με την ενάγουσα, απέκτησε τα επί του παραπάνω ... οικοπέδου καταστήματα και οικία, η αξία των οποίων κατά τον χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων..., συμπεριλαμβανομένης και της αξίας του οικοπέδου ανέρχεται συνολικά στο ποσόν των 1.600.000 ευρώ...

Έτσι, μετά την αφαίρεση της ανερχόμενης κατά τον ίδιο χρόνο στο ποσό των 400.000 ευρώ αξίας του οικοπέδου, η αποτιμώμενη στο ποσό συνολική αξία 1.200.000 ευρώ.. των επ' αυτού επικειμένων κτισμάτων, αποτελεί κατά τούτο... τη διαρκούντος του γάμου μέχρι την αμετάκλητη λύση του, επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου.

Ωστόσο σ' αυτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1400 §2β ΑΚ, δεν περιλαμβάνονται και πρέπει να αφαιρεθούν ποσό 80.000 ευρώ, για το οποίο συνομολογεί η ενάγουσα, ότι κατά το χρόνο έναρξης των εργασιών ανοικοδόμησης νέου καταστήματος και οικίας διέθεσε αποκλειστικά ο εναγόμενος και το προερχόμενο από δωρεά της μητέρας του ποσόν των 60.000 ευρώ.

Επιπλέον, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου, ο εναγόμενος εβαρύνετο με το υπόλοιπο ποσό του οφειλομένου δανείου, ύψους 313.858,65 ευρώ....το οποίο αποτελεί παθητικό... Επομένως, κατά παραδοχήν των σχετικών ενστάσεων του εναγομένου, η επαύξηση της περιουσίας κατά το χρόνο υπολογισμού της,... ανήλθε στο ποσόν των 746.141 ευρώ...

Η αξία των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής... δεν παρουσίασε καμία μεταβολή... Έτσι,...κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής η επαύξηση ... στην περιουσία του εναγομένου, από την αξιοποίηση του ως άνω..οικοπέδου κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα, αποτιμάται στο παραπάνω ποσόν των 746.141 ευρώ.

Επιπλέον ο εναγόμενος, κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα πώλησε το ως άνω... αυτοκίνητο αντί ποσού...7.924 ευρώ και κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του, ήταν ιδιοκτήτης του με αριθμού κυκλοφορίας ... ΑLFA ROMEO τύπου GT, το οποίο αγόρασε μεταχειρισμένο μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης το έτος 2005 στην τιμή των 28.000 ευρώ...

Η αξία του αυτοκινήτου αυτού, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου ... αλλά και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής... ανέρχεται στο ποσόν των 25.000 ευρώ.

Συνεπώς, η επελθούσα από την αιτία αυτή επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, κατά τον ...χρόνο αμετάκλητης λύσης του γάμου, αφαιρούμενης της αξίας του αρχικού αυτοκινήτου, ανέρχεται στο ποσόν των 17.076 (25.000-7.924) ευρώ... Aναφορικά με τη συμβολή της ενάγουσας στην ως άνω...επαύξηση της (κινητής και ακίνητης) περιουσίας του εναγομένου, με τους επικαλούμενους από την ίδια στην αγωγή τρόπους,...1) Σχετικά με την από μέρους του αδελφού της...

Ε. Κ., ο οποίος είναι εργολάβος Δημοσίων Έργων και ... διατηρεί επιχείρηση, με αντικείμενο την...εκτέλεση χωματουργικών εργασιών, χαριστική προς την ενάγουσα αδελφή ... παροχή εκτέλεσης των αναφερομένων στο με χρον. 30-11-2005 πίνακα...εργασιών, που αφορούν τη διαμόρφωση της οικίας σε κατάστημα, πρέπει να σημειωθούν τα εξής:

Η μόνη εργασία, που εκτέλεσε ο Ε. Κ. και αφορά το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο, ήταν η απομάκρυνση 10 Μ3 μπαζών, το κόστος της οποίας ήταν ελάχιστο και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνετέλεσε στην επαύξηση περιουσίας του εναγομένου. Ουδεμία άλλη εργασία εκτέλεσε, καθώς αποδείχθηκε ότι τις εργασίες αυτές εκτέλεσε το εργατοτεχνικό προσωπικό του Ε.

Ψ....Κατά την ανέγερση των καινούργιων κτισμάτων ο αδελφός της ενάγουσας Ε. Κ. ανέλαβε και εκτέλεσε δια των μηχανημάτων και του προσωπικού του εκσκαφή και επιχωμάτωση... Για τις εργασίες αυτές ο τελευταίος εξέδωσε επ' ονόματι του εναγομένου το με αριθμό 692/19-6-2003 τιμολόγιο ποσού 1500 ευρώ πλέον αναλογούντος ΦΠΑ, ποσού 270 ευρώ .

Για την εξόφληση του τιμολογίου αυτού ο εναγόμενος εξέδωσε σε διαταγή του και παρέδωσε σ' αυτόν τη με αριθμό ... επιταγή ποσού 1.500 ευρώ της Τράπεζας Κύπρου, η οποία εξοφλήθηκε...Ο ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι το τιμολόγιο αυτό εκδόθηκε μόνο για τις ανάγκες ηλεκτροδότησης, αντικρούεται από το ότι για την ηλεκτροδότηση της νέας οικοδομής δεν απαιτείται προηγούμενη έκδοση τιμολογίου χωματουργικών εργασιών.

Επίσης ο ισχυρισμός, ότι η με αρ. ... επιταγή ποσού 1.500 ..., αφορούσε δαπάνη κατασκευής του φρεατίου δεν αποδείχθηκε...2) Σχετικά με το προερχόμενο από την πώληση των ελαιοφύτων με τα με αρ.... και .../28-11-2000 συμβόλαια...τίμημα ύψους 5.000.0000 δραχμών ή 16.140,87ευρώ, αποδείχθηκε η καταβολή του ποσού στη μητέρα της ενάγουσας...Ε.

Τ. και εν συνεχεία η κατάθεση του στις 1/12/2000 στο με αριθμό ... κοινό λογαριασμό, που διατηρούσε η μητέρα της ενάγουσας στην Τράπεζα Κύπρου με συνδικαιούχους την ενάγουσα και τον εναγόμενο. Από το αντίγραφο όμως της κίνησης του λογαριασμού...αποδεικνύεται ότι το παραπάνω ποσό στις 5-12-2000 μεταφέρθηκε από την ίδια την μητέρα της ενάγουσας, σε δικό της προθεσμιακό λογαριασμό, όπου παρέμεινε μέχρι το κλείσιμο του την 24-7-2002.

Δεν αποδείχτηκε επομένως ότι το ποσό αυτό περιήλθε στην κατοχή του εναγομένου με οποιοδήποτε τρόπο κατά τη διάρκεια της μετατροπής της παλαιάς οικίας σε κατάστημα, ή σε κάποιο άλλο χρόνο κατά την ανοικοδόμηση των νέων κτιρίων. Ούτε όμως και το ανερχόμενο συνολικά στο ποσόν των 44.020,54 ευρώ τίμημα πώλησης των δυο παλαιών οικιών στην Επισκοπή Πεδιάδος...

δόθηκε στον ενάγοντα προς κάλυψη δαπανών κατασκευής της οικίας. Ο εναγόμενος παραδέχεται ωστόσο, ότι έλαβε από την ενάγουσα και τον αδελφό της ως δάνειο το ποσόν των 53.000 ευρώ, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για την αγορά χρειωδών και εξοπλισμού της νέας οικίας, (επίπλων ηλεκτρικών ειδών, καθώς ειδών λευκών και προικός), τα οποία η ενάγουσα ανέλαβε κατά τη αποχώρηση της τον Σεπτέμβριο του έτους 2005 από τη συζυγική οικία.

Παρά ταύτα ο εναγόμενος, τόσο εξωδίκως...όσο και δικαστικώς, κατά την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου συζήτηση των ασφαλιστικών μέτρων στις 2-12-2005 προσέφερε στην ενάγουσα το ποσό των 53.000 ευρώ, δια της με αριθμ. ... ισόποσης επιταγής εκδόσεως της Τράπεζας Κύπρου σε διαταγή του ίδιου, την οποία όμως εκείνη αρνήθηκε να την παραλάβει.

Συνεπώς, ως προς το ποσό αυτό, υφίσταται νόμιμη εκ δανείου υποχρέωση του εναγομένου προς την ενάγουσα και δεν συνιστά μέρος της συμβολής της τελευταίας στην επαύξηση της περιουσίας...2) Τέλος, σχετικά με την...συμμετοχή της ενάγουσας στην κατασκευή των καταστημάτων και της οικίας επί του οικοπέδου του εναγομένου, αποδείχθηκε ότι το ωράριο εργασίας της από τις 8.00 έως τις 17.30...στην εταιρία που εργαζόταν ως υπάλληλος, δεν της επέτρεπε ν' ασχοληθεί συστηματικά και καθημερινά, όπως αναφέρει στην αγωγή, με την επίβλεψη των εργασιών, ενώ δεν παρέχεται στο Δικαστήριο κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει, ότι εκείνη διέθετε την αναγκαία προς τούτο γνώση και εμπειρία...

όσον αφορά την επικαλούμενη συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας με προσφορά για τις ανάγκες του συζυγικού οίκου των αποδοχών από την εργασία της αλλά και των προσωπικών, παρεχομένων στο συζυγικό οίκο υπηρεσιών που, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, υπερέβαιναν την αποτιμώμενη από την ίδια στο ποσό των 300 ευρώ τον μήνα επιβαλλομένη από το νόμο συνεισφορά της στις οικογενειακές ανάγκες, αποδείχθηκαν τα παρακάτω:

Οι διάδικοι μετά τον γάμο εγκαταστάθηκαν στο Ηράκλειο σε μισθωμένο διαμέρισμα ..., το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως οικογενειακή στέγη μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 2004, που μεταφέρθηκαν στην ως άνω...ιδιόκτητη κατοικία. Ο εναγόμενος, ιατρός στο επάγγελμα, ευρισκόμενος κατά το χρόνο του γάμου στο στάδιο της ειδικότητας και η ενάγουσα ιδιωτική υπάλληλος, εργαζόμενη στην εταιρία με την επωνυμία "3Ε ΚΟΚΑ-ΚΟΛΑ", στα πρώτα έτη της έγγαμης συμβίωσης τους είχαν ετησίως σχεδόν ισοδύναμα εισοδήματα από την εργασία τους.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα εκκαθαριστικά της εφορίας... είχαν εισοδήματα: το έτος 1999 ο εναγόμενος 4.853.115 δραχμές και η ενάγουσα 4.288.716 δραχμές. Από το έτος 2000 και μετά τα ετήσιο εισοδήματα του εναγομένου άρχισαν να παρουσιάζουν αύξηση έναντι των εισοδημάτων της ενάγουσας και συγκεκριμένα: 1) το έτος 2001 ο εναγόμενος είχε εισοδήματα 6.341.150 δραχμές ενώ η ενάγουσα είχε 4.673.415 δραχμές, 2) το έτος 2002, ο εναγόμενος είχε εισοδήματα 19.373,50 ευρώ και η ενάγουσα 12.646, 85 ευρώ. 3) το έτος 2003 ο εναγόμενος είχε εισοδήματα 41.449,56 ευρώ, ενώ η ενάγουσα 18.617,44 ευρώ και 4) το έτος 2004 είχε εισοδήματα 51.675.18 ευρώ, ενώ η ενάγουσα 20.445,90 ευρώ, και τέλος το έτος 2005 ο εναγόμενος είχε εισοδήματα 52.873,35 ευρώ.

Ο εναγόμενος επιβαρυνόταν εξ ολοκλήρου με την καταβολή του μηνιαίου μισθώματος ύψους 365 ευρώ και τα κοινόχρηστα. Συμμετείχαν και οι δύο στην φροντίδα που απαιτούσε η ανατροφή του τέκνου τους, που γεννήθηκε στις 6-3-2002, έχοντας προσλάβει οικιακή βοηθό προς υποβοήθησή τους, ενώ άλλη οικιακή βοηθός ασχολείτο με την εκτέλεση των οικιακών εργασιών (καθαριότητα, μαγείρεμα) και τέλος τρίτη οικιακή βοηθός ασχολείτο ανά δεκαπενθήμερο σχεδόν με το σιδέρωμα των ρούχων.

Η συμβολή της ενάγουσας, στον τομέα αυτό περιοριζόταν στην οργάνωση του οίκου και γενικά στο συντονισμό των οικιακών βοηθών καθώς και στο ότι, η εταιρία στην οποία εργαζόταν, κατέβαλε μέρος της δαπάνης ύψους 200 ευρώ για τον ιδιωτικό παιδικό σταθμό και αργότερα για το νηπιαγωγείο που πήγαινε το τέκνο τους.

Με την αμοιβή των οικιακών βοηθών, αλλά και το υπόλοιπο ποσό του ιδιωτικού παιδικού σταθμού, ανεξαρτήτως του αν η ενάγουσα ήταν επιφορτισμένη με τη διενέργεια των πληρωμών των δαπανών αυτών, επιβαρυνόταν , συνήθως ο εναγόμενος. Η οικονομική συμμετοχή της ενάγουσας, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης στις δαπάνες αυτές δεν ήταν συστηματική.

Επισημαίνεται, ότι ο εναγόμενος, κατά το διάστημα που μεσολάβησε από την ολοκλήρωση του εκπαιδευτικού σταδίου της ιατρική ειδικότητας, μέχρι τις σχετικές για την απόκτησή της εξετάσεις, που, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, διήρκεσε από 20-2-02 έως 20-12-02, δεν έπαυσε να εργάζεται. Και τούτο διότι ο εναγόμενος, ανεξάρτητα με την εγγραφή του στο Ταμείο Ανεργίας, που έγινε στις 26 Ιουνίου 2002...

και διήρκεσε μέχρι το διορισμό του ως ιατρού ΕΣΥ στο Κέντρο Υγείας Καστελίου στις 3-12-2002, τα απογεύματα του ενδιάμεσου αυτού διαστήματος εργαζόταν στην Ιδιωτική Κλινική Ασκληπιείο Χερσονήσου, κερδίζοντας το ποσό των 2.000 ευρώ το μήνα, άνευ αποδείξεων παροχής υπηρεσιών. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται δε το γεγονός, ότι ο εναγόμενος, πλην του προερχομένου από την εργασία του εισοδήματος, εισέπραττε και μισθώματα από το Σεπτέμβριο του έτους 2001 για το πρώτο κατάστημα και από τον Μάιο του έτους 2003 για το δεύτερο κατάστημα, τα ποσά των 1174 και 1467 ευρώ αντίστοιχα το μήνα.

Η συνεισφορά της ενάγουσας συνεπώς στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών..., σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, δεν υπερέβαινε τόσο στις δαπάνες, όσο και στην παροχή υπηρεσιών την παρεχομένη συνεισφορά του εναγομένου, ο οποίος από την αρχή του έγγαμου βίου τους συμμετείχε ισοδύναμα με την ενάγουσα στις οικογενειακές δαπάνες, καλύπτοντας τις περισσότερες φορές οικονομικά και τις επ' αμοιβή, από τρίτα πρόσωπα παρεχόμενες, υπηρεσίες στο συζυγικό οίκο.

Σημειώνεται ότι η ενάγουσα, από το μισθό που κέρδιζε... ως ιδιωτική υπάλληλος στην εταιρία "3Ε ΚΟΚΑ-ΚΟΛΑ", κάλυπτε την υποχρέωση συνεισφοράς της στις οικογενειακές ανάγκες σε χρήμα, η οποία, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν δεν υπερέβαινε το ποσόν των 300 ευρώ κατά μέσο όρο το μήνα. Στο ποσό άλλωστε αυτό και η ίδια, όπως αναφέρει στην αγωγή της, αποτιμά την εκ του νόμου συνεισφορά της σε παροχή υπηρεσιών στην οικογένεια, που όμως δεν αποδείχθηκε ότι προσέφερε.

Τέλος,... αποδείχθηκε, ότι η τελευταία, πλην του παραπάνω ποσού, που, διέθετε για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών δεν διέθετε άλλα ποσά σε δαπάνες που συνδέονται με την επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου. Ιδίως από τον προσκομιζόμενο σε φωτοαντίγραφο με αριθμό ... λογαριασμό που διατηρούσε η ενάγουσα στην Τράπεζα Κύπρου με συνδικαιούχο τον εναγόμενο, στον οποίο κατατίθετο ο μισθός της, προέκυψε ότι ουδέποτε ο τελευταίος ανέλαβε χρηματικά ποσά, ενώ, η μετά το γάμο τους κίνηση του λογαριασμού, (χρεώσεις- πιστώσεις), δεν διαφέρει ουσιωδώς από την κίνηση, που ο ίδιος λογαριασμός εμφανίζει σε προγενέστερο του γάμου χρόνο (1998).

Συνακόλουθα..., το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση, ότι η συμβολή της ενάγουσας στην, κατά αμετάκλητη λύση του γάμου... ανερχόμενη στο ποσό των 763.217 ευρώ, επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου ήταν μηδενική, κατά παραδοχή ως βάσιμης και κατ' ουσίαν της σχετικής ενστάσεως, την οποία και πάλι ο εναγόμενος...

νομίμως προβάλλει με τις προτάσεις, που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της ένδικης υπόθεσης, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού. Μετά απ' αυτά, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...".

Υπό τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1400 του Α.Κ, και δεν εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοσθείσες, ως άνω, διατάξεις.

Κατά συνέπειαν ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ.19 του Κ.Πολ.Δ., για αντιφατικές δηλονότι αιτιολογίες αναφορικά με τον χρόνο αποπερατώσεως της όλης οικοδομής και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τον ακριβή προσδιορισμό (αριθμό, χρόνο συνάψεως δανειακών συμβάσεων και εκταμιεύσεως) των δανείων συνολικού ύψους 366.735 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 310.621 ευρώ διετέθη, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, για την ανέγερση της επίμαχης οικοδομής, τυγχάνει αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο αυτός τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με τις περιεχόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις εκ της ιδίας ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες στο ότι δεν αιτιολογείται από την προσβαλλομένη απόφαση εκ ποίου άλλου λόγου, πλην της αξιοποιήσεως του οικοπέδου του αναιρεσιβλήτου, η ίδια και ο αδελφός της θα προέβαιναν στην εκποίηση ακινήτων τους (ελαιοφύτων και μονοκατοικίας του παππού των για να δανείσουν στον σύζυγο της και δη ατόκως το εκ 53.000 ευρώ τίμημα της πωλήσεως, και περαιτέρω εάν υπέγραψε ως εγγυήτρια και για ποιο λόγο τα αναλωθέντα στην οικοδομή δυο δάνεια της Τράπεζας Κύπρου ύψους 236.725 ευρώ, και τέλος εάν όλοι οι τραπεζικοί των λογαριασμοί ήσαν κοινοί και εάν σε τέτοιο λογαριασμό κατατέθηκε και το τίμημα των 53.000 ευρώ και πώς αυτό συμβιβάζεται με δανεισμό, τυγχάνει απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην επειχειρηματολογία του Εφετείου και στην στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και όχι στο αναγκαίο περιεχόμενο των εφαρμοσθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Στην εκτίμηση, επίσης των αποδείξεων αναφέρονται και ως τοιαύτες εκφεύγουν του αναιρετικού ελέγχου και οι πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση με το πέμπτο λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες ειδικότερα στην έλλειψη αιτιολογίας ως προς την παραδοχήν του Εφετείου ότι το υπ' αριθμ. 692/19-6-03 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ποσού 1.500 ευρώ πλέον ΦΠΑ, αφορά αμοιβή του αδελφού της αναιρεσειούσης για τις χωματουργικές εργασίες που ενήργησε και ότι αυτό εξοφλήθη με την υπ αριθμ. ...

επιταγή ποσού 1500 ευρώ εκδόσεως του αναιρεσιβλήτου. Επομένως ο ως άνω (πέμπτος) λόγος αναιρέσεως, κατά το αντίστοιχο δεύτερο μέρος του τυγχάνει απαράδεκτος. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' του αυτού Κώδικος , αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν" .

Κατά την έννοια της διατάξεως ταύτης, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

Α.Π. 2/2008). Ο λόγος αυτός απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσεκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα (Α.Π. 109/2012,134/2012). Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π.100/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο, πέμπτο κατά το πρώτο μέρος του και έκτο λόγους του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' του Κ.Πολ.Δ., με την έννοια ότι το Εφετείο , κατά το σχηματικό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδεικνύεται η βασιμότητα της αγωγικής αξιώσεως της αναιρεσειούσης και ειδικότερα: 1) Την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένορκη κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως Ι.

Χ., (την οποία και παραθέτει κατά τα ουσιώδη σημεία της), 2) τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ε. Κ. (αδελφού της αναιρεσειούσης), Μ. Δ. και Ε. Α. ενώπιον της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κων/νας Σταυρακάκη (το περιεχόμενο των οποίων και παρατίθεται αυτούσιο στο αναιρετήριο), 3) Τους υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...

κοινούς τραπεζικούς των διαδίκων τραπεζικούς λογαριασμούς, 4) Τις από 19-7-02 και 25-11-03 δανειακές συμβάσεις, συνολικού ποσού 236.725 ευρώ με την Τράπεζα Κύπρου (υποκατάστημα Ηρακλείου), τις οποίες η αναιρεσείουσα υπέγραψε ως εγγυήτρια, 5) ομολογία του αναιρεσιβλήτου στις πρωτόδικες προτάσεις του ότι αυτός μέχρι τον Ιούνιο 2002 δεν μπορούσε, λόγω εργασίας του , να ασχοληθεί με την επίβλεψη της ενεγειρομένης οικοδομής, 6) το από 16-4- 04 FAX του μηχανικού Ι Α., 7) το με χρονολογία 30-9-03 έγγραφο του 1.

Λ. που αφορά προσφορά για κατασκευή κουφωμάτων και απευθύνεται "προς οικογένεια Γ. Φ.", 8) την με χρονολογία 13-11-09 βεβαίωση του ελαιοχρωματιστού Α. Μ., 9) από 12-11-09 και 13-11-09 βεβαιώσεις της Α. Σ. και της M. Μ., αντιστοίχως και 10) την Τεχνική Έκθεση ( βεβαίωση) του μηχανικού κ. Δ. και τις φωτογραφίες του οικοπέδου και των ομόρων αυτού οικοπέδων, 11) φωτογραφίες εμφαίνουσες την καθαίρεση του μπαλκονίου και του ανατολικού τοίχου της παλαιάς οικίας και την τοποθέτηση ξυλίνου διαχωριστικού και τα όμοια πλακάκια του εργαστηρίου και του κυρίου καταστήματος.

Δήλωση του μισθωτή Κ. ότι δεν υπήρχε ανατολικός τοίχος και τα από 31-10-01 και 1-8-2003 μισθωτήρια του εναγομένου με τους μισθωτές Ι. Π. και Δ. Κ. αντιστοίχως, και 12) έγγραφο με τον τίτλο "Νέες άδειες (1-1-95 έως και σήμερα" του αρμοδίου υπαλλήλου της ΔΟΥ Ηρακλείου Γ. Κανελλόπουλου.

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως τυγχάνουν αβάσιμοι, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ των και με τις λοιπές αποδείξεις, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως Ι.

Χ. και Θ. Π. αντιστοίχως, τις ένορκες βεβαιώσεις που ελήφθησαν νομίμως και προσδιορίζονται επακριβώς, μεταξύ των οποίων και οι προδιαληφθείσες των Ε. Κ., Μ. Δ. και Ε. Α., και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτά μέσα είτε προς συναγωγήν δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και οι φωτογραφίες των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, και ιδιαιτέρως από τις σκέψεις και παραδοχές της που αφορούν τους ισχυρισμούς της αναιρεσειούσης προς απόδειξη των οποίων επικαλέσθηκε τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται απολύτως βέβαιον ότι τα συγκεκριμένα αποδεικτά μέσα ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος.

Περαιτέρω οι αυτοί ως άνω λόγοι αναιρέσεως τυγχάνουν απαράδεκτοι, καθό μέρος υπό την επίκληση των αναιρετικών αιτιάσεων εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, στην οποία κυρίως, κατά την προσήκουσα εκτίμησή των, κατατείνουν οι συγκεκριμένες αιτιάσεις.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 β' του Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή νομικώς αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002).

Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π.282/2012, 163/2012). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, διατείνεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 β' του Κ.Πολ.Δ., διότι δεν έλαβε υπόψη ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς της και συγκεκριμένα τους εξής κατά συνοπτική εδώ εκ του αναιρετηρίου μεταφοράς των : " ...

ότι κατά το μήνα Οκτώβρη 2000 με δική μου πρωτοβουλία συναποφασίσαμε την αξιοποίηση του οικοπέδου της γονικής παροχής ως εξής :

α.- Να μετατρέψομε τη χρήση της υπάρχουσας παλαιάς οικίας σε προσοδοφόρο κατάστημα. β.- Να ανεγείρομε στο υπόλοιπο τμήμα του οικοπέδου... οικία για στέγαση της οικογενείας μας και ένα, δεύτερο, κατάστημα για εκμετάλλευση.

Ότι προς υλοποίηση της παραπάνω αποφάσεως θα διαθέταμε όσα χρήματα περίσσευαν από τους μισθούς μας, θα πωλούσα ακίνητη περιουσία μου και θα διέθετα τα χρήματα για το σκοπό αυτό και αν παρίστατο ανάγκη θα δανειζόμεθα από Τράπεζα. Άνευ τινός χρονοτριβής ο ενάγων ενδιαφέρθηκε να πωληθεί αγρόκτημα... ανήκον σε μένα και στη μητέρα μου διαπραγματευθείς ο ίδιος...

το τίμημα. Πράγματι στις 28-11-00 επωλήθη ακίνητο (5) στρεμμάτων με 105 ελαιόδενδρα αντί καταβληθέντος τιμήματος 5.500.000 δραχμών το οποίο, λόγω του ότι η πώληση έγινε υπό πίεση, της αγοραίας τοιαύτης κατά το ήμισυ. Όλο το ποσό αυτό διεχειρίσθη ο εναγόμενος...Στη συνέχεια...εζητήσαμε και εξεδόθη η υπ' αρ. 232/02 άδεια Πολεοδομίας Ηρακλείου για την ενοικοδόμηση του τμήματος του οικοπέδου που ήταν, ως ελέχθη, ελαιόφυτο...

Στις 11 Αυγούστου 2003 ήτοι σε χρόνο που εκτελούντο οι εργασίες κατασκευής του καταστήματος και της μεζονέτας ο εναγόμενος ενδιαφέρθηκε και ανεύρε αγοραστή διώροφης μονοκατοικίας...στο χωριό Επισκοπή Πεδιάδος αντί καταβληθέντος τιμήματος 52.824 ευρώ. Η μονοκατοικία ήταν το σπίτι του παππού μας και είχαμε με αυτόν ισχυρό συναισθηματικό δεσμό.

Παρόλα αυτά οι γονείς μου δεν αντέδρασαν γιατί ήθελαν να βοηθηθούμε να κτίσομε σπίτι για να μη είμαστε στο ενοίκιο. Με αυτό το πνεύμα εμφορούμενος και ο συνιδιοκτήτης αδελφός μου Μ. ..συνέπραξε στη πώληση... και εχάρισε σε μένα το μερίδιό του... η πώληση έγινε υπό την πίεση ανεύρεσης πόρων για την ανεγειρόμενη οικοδομή με αποτέλεσμα το επιτευχθέν τίμημα να υπολειφτεί σημαντικά της αγοραίας άξιας του σπιτιού...

Ότι μεταξύ εμού και του εναγομένου υπήρχε ουσιαστικά κοινότητα χρημάτων, κοινό τραπεζικό λογαριασμό ως θεμέλιο της οικοδομικής μας δραστηριότητας. Ότι ούσα πεπεισμένη ότι ο εναγόμενος θα τηρήσει τα απαρχής συμπεφωνημένα περί του ότι η όλη οικοδομή θα ανήκε δια βίου στην οικογένεια μας... και δοθέντος ότι τα υπάρχοντα χρήματα μας δεν επαρκούσαν να καλύψουν όλες τις δαπάνες, συναποφασίσαμε να συνάψομε δυο στεγαστικά δάνεια.

Πιο συγκεκριμένα συνήψαμε με την Τράπεζα Κύπρου δυο δάνεια και δη ένα στις 19-7-02 ύψους 146.735 ευρώ και ένα στις 25-11-03 ύψους 90.000 ευρώ. Σύνολον 236.735 ευρώ. Στα δάνεια αυτά πρωτοφειλέτης αναγράφεται ο οικοπεδούχος εναγόμενος και εγώ ...ως εγγυήτρια, παραιτηθείσα της ενστάσεως διζήσεως και ως πρωτοφειλέτρια ευθυνόμενη.

Έτσι σαφώς, απεριφράστως και αμοιβαίως αναγνωρίσαμε την κατά το 1/2 συμμετοχή εκάστου στην κατά τον εκτεθέντα τρόπο επελθούσα επαύξηση της ειρημένης μοναδικής περιουσίας του εναγομένου...".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, διότι όπως σαφώς συνάγεται από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλους τους ανωτέρω ισχυρισμούς της αναιρεσειούσης, που συγκροτούν και την ιστορική βάση της αγωγής, και τους αντέκρουσε αναλυτικώς, απορρίπτοντας αυτούς με ειδικές, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως κατ' ουσίαν αβασίμους, με την παραδοχήν ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων από εκείνα που προεβλήθησαν από την ενάγουσα για την στοιχειοθέτησή των. Υπό την προσαπτομένη δε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, δια του συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου, μομφή πλήττεται κατ' ουσίαν η μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων και η, βάσει αυτής, αρνητική αξιολόγηση και απόρριψη των προειρημένων αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσειούσης. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα , ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου , όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-9-2012 αίτηση της Γ. Δ. Κ., κατοίκου ... Κρήτης, για αναίρεση της υπ' αριθμ.25/2012 αποφάσεως του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου , τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 15η Οκτωβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 28η Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ