Legislator Case Law & Legislation
202/2008 AI generated

202/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 202/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

202/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και 177 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", από το συνδυασμό των οποίων συνάγεται με σαφήνεια ότι τα δικαστικά έξοδα, που καταδικάζεται ο ηττώμενος διάδικος να καταβάλει στον αντίδικό του, ανήκουν στον τελευταίο ως νικήσαντα διάδικο για τις δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε γενικώς για τη διεξαγωγή της δίκης και όχι στο δικηγόρο αυτού, που οφείλει να τον αμείψει εξ ιδίων με βάση την υφιστάμενη μεταξύ τους σχέση εντολής.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 202 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 202/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος : ....... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καλαϊτζίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ισμήνη Δωρή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λειβαδιάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 94/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 9244/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 3-7-2004 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 739/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 27-6-2007 κλήση του καλούντος. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 21-11-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι υπόλοιποι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8β' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση της αγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως και γενικά αυτοτελούς αιτήσεως, δυνάμενοι μάλιστα να θεμελιώνουν παράλληλα και λόγο εφέσεως.

Εξ αυτών παρέπεται ότι δεν συνιστούν "πράγματα" τόσο οι ισχυρισμοί, που αποτελούν άρνηση άλλων ισχυρισμών, είτε απλή είτε υπό τη μορφή αιτιολογημένης απαντήσεως σε άλλους ισχυρισμούς, όσο και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων. Αυτοτελείς δε ισχυρισμοί, που, παρά την πρότασή τους, είναι αόριστοι ή μη νόμιμοι, θεωρούνται ότι έχουν απορριφθεί σιωπηρά και, μη έχοντας άλλωστε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύουν τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων δικηγόρος με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη του ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προταθέντος με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του αγωγικού ισχυρισμού του, κατά τον οποίο η αναιρεσίβλητη εντολέας του οφείλει σ' αυτόν για έξοδα (δικαστικό ένσημο, χαρτόσημο, τέλη, επιδόσεις κλπ) εκδόσεως, με την ιδιότητά του ως πληρεξουσίου δικηγόρου, των αναφερομένων διαταγών πληρωμής, τα οποία κατέβαλε εξ ιδίων για λογαριασμό αυτής, τα αναγραφόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά.

Ο ισχυρισμός αυτός, υπό την εν λόγω διατύπωσή του, είναι αόριστος, γιατί δεν διευκρινίζονται τα έξοδα, τα οποία κατέβαλε ο αναιρεσείων εξ ιδίων, ενώ με την αγωγή, όπως προκύπτει σαφώς και ευθέως από το περιεχόμενο του δικογράφου αυτής, που παραδεκτώς επισκοπεί ο 'Αρειος Πάγος (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), ο τελευταίος ζητεί τη δικαστική δαπάνη, που επιδικάσθηκε με τις αναφερόμενες διαταγές πληρωμής και ανήκει στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 έως 193 Κ.Πολ.Δ.

και 177 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", από το συνδυασμό των οποίων συνάγεται με σαφήνεια ότι τα δικαστικά έξοδα, που καταδικάζεται ο ηττώμενος διάδικος να καταβάλει στον αντίδικό του, ανήκουν στον τελευταίο ως νικήσαντα διάδικο για τις δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε γενικώς για τη διεξαγωγή της δίκης και όχι στο δικηγόρο αυτού, που οφείλει να τον αμείψει εξ ιδίων με βάση την υφιστάμενη μεταξύ τους σχέση εντολής.

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.-

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.

αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη των ασκούντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προταθέντων με το δεύτερο λόγο της εφέσεώς του αγωγικών ισχυρισμών του, κατά τους οποίους αφ' ενός μεν με τις αναφερόμενες διαταγές πληρωμής, που εκδόθηκαν με την επιμέλεια αυτού, ως πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης, για λογαριασμό αυτής, επιδικάσθηκαν στην τελευταία τα μνημονευόμενα στην αγωγή δικαστικά έξοδα, αφ' ετέρου δε με τις επιταγές προς εκτέλεση των ως άνω διαταγών πληρωμής ορίσθηκαν οι αμοιβές αυτού για τη σύνταξη των εν λόγω επιταγών, ενώ οι οφειλέτες της αναιρεσίβλητης κατέβαλαν απ' ευθείας σ' αυτή τα επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα και τις αμοιβές του πληρεξουσίου δικηγόρου της για τη σύνταξη των επιταγών προς εκτέλεση, η δε αναιρεσίβλητη έχει υποχρέωση να αποδώσει σ' αυτόν τα ποσά των εν λόγω δικαστικών εξόδων και δικηγορικών αμοιβών, που εισέπραξε.

Οι ανωτέρω λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, διότι, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τον μεν πρώτο περί αποδόσεως των επιδικασθέντων στην αναιρεσίβλητη δικαστικών εξόδων απέρριψε, ως νόμω αβάσιμο, το δε δεύτερο περί αποδόσεως των αμοιβών για τη σύνταξη των επιταγών προς εκτέλεση δέχθηκε κατά ένα μέρος, ως ουσιαστικά βάσιμο.-

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το πραγματικό μέρος της υποθέσεως κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, η έννοια, που αποδίδει ο ίδιος στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του περί του βασίμου ή μη της αγωγής.

Τούτο δε, διότι μόνο ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (άρθρ. 578 Κ.Πολ.Δ.). Η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν επιτρέπεται να συμπληρωθεί με παραπομπή στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.

Α.Π. 27/1998, 36/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του Ν.Δ. 3026/1954 με την εφαρμογή τους. Όμως στο αναιρετήριο αφ' ενός μεν δεν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, αφ' ετέρου δε δεν προσδιορίζονται οι παραβιασθείσες διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954).

Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αόριστος και εντεύθεν, απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-7-2004 αίτηση του ..... για αναίρεση της υπ' αριθ. 9244/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ