202/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-10-2000 και 18-11-2000 αγωγές, τις από 17-11-2000 και 11-1-2001 ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις - παρεμπίπτουσες αγωγές και τις από 17-11-2000 και 22-12-2000 παρεμπίπτουσες αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ...ς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 26/2003 οριστική του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Μαρτίου 2004 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated202/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η μετά τη λήξη της πρακτοριακής συμβάσεως σύναψη από τον ασφαλιστικό πράκτορα ασφαλιστικών συμβάσεων στο όνομα και για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχειρήσεως συνιστά αξιόποινη πράξη, η οποία επισύρει ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον 30 μηνών. Αναφορικώς όμως με τη σχέση μεταξύ ασφαλιστικής επιχειρήσεως και ασφαλισμένου, το άρθρο 4 παρ. 1 εδ.
Full text
Απόφαση 202 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 202/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Ανδρέα Μαρκάκη και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στη ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Μιχόπουλο.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Γ. Ν. του Π. και 2. Λ. Ν. του Π., 2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπασπύρου, χωρίς να καταθέσει προτάσεις, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 6-10-2005 δήλωσή του (άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-10-2000 και 18-11-2000 αγωγές, τις από 17-11-2000 και 11-1-2001 ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις - παρεμπίπτουσες αγωγές και τις από 17-11-2000 και 22-12-2000 παρεμπίπτουσες αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ...ς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 26/2003 οριστική του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Μαρτίου 2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανέγνωσε την από 28 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Aπό τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του Ν. 1569/1985 "διαμεσολάβηση στις συμβάσεις ιδιωτικής ασφάλισης", όπως έχουν διαμορφωθεί μετά την αντικατάστασή τους από τα άρθρα 11 παρ. 2-4α' του ν. 2170/1993 και 36 παρ. 1 και 5 του ν. 2496/1997, προκύπτει ότι ο ασφαλιστικός πράκτορας μπορεί, στο πλαίσιο της έγγραφης συμβάσεως που έχει καταρτισθεί μεταξύ αυτού και της ασφαλιστικής επιχειρήσεως (πρακτοριακής συμβάσεως), να συνάπτει, στο όνομα και για λογαριασμό της τελευταίας, ασφαλιστικές συμβάσεις προσωρινής καλύψεως της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα.
Η προσωρινή αυτή ασφαλιστική κάλυψη, που παρέχεται πριν από την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως ασφαλίσεως και ισχύει, εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί μικρότερη διάρκεια, μέχρι την έκδοση του οριστικού ασφαλιστηρίου εγγράφου ή μέχρι την αναφερόμενη σ' αυτό ουσιαστική έναρξη της ασφαλίσεως, δεν ανατρέπεται σε περίπτωση μη καταρτίσεως της οριστικής συμβάσεως, αποδεικνύεται δε από το σημείωμα προσωρινής καλύψεως (ειδικό σήμα) και την έγγραφη βεβαίωση, τα οποία η ασφαλιστική επιχείρηση είτε απευθείας είτε μέσω του ασφαλιστικού της πράκτορα, χορηγεί στον ενδιαφερόμενο να ασφαλισθεί.
Η μετά τη λήξη της πρακτοριακής συμβάσεως σύναψη από τον ασφαλιστικό πράκτορα ασφαλιστικών συμβάσεων στο όνομα και για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχειρήσεως συνιστά αξιόποινη πράξη, η οποία επισύρει ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον 30 μηνών. Αναφορικώς όμως με τη σχέση μεταξύ ασφαλιστικής επιχειρήσεως και ασφαλισμένου, το άρθρο 4 παρ. 1 εδ.
στ' του ν. 1569/1985, όπως αρχικώς τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 παρ. 4 περ. α' του 2170/1993 και ακολούθως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ. 5 του ν. 2496/1997, ορίζει ότι "η ασφαλιστική επιχείρηση δεν μπορεί να προβάλει τη λήξη της πρακτοριακής σύμβασης έναντι του ασφαλισμένου που δεν γνώριζε ή δεν όφειλε να γνωρίζει τη λήξη της".
Με βάση έτσι τη ρύθμιση αυτή, που αποσκοπεί στην προστασία του καλόπιστου τρίτου (ασφαλισμένου), η σύμβαση προσωρινής ασφαλιστικής καλύψεως, η οποία καταρτίσθηκε μετά τη λήξη της πρακτοριακής συμβάσεως, είναι έγκυρη και δεσμεύει την ασφαλιστική επιχείρηση. Για την απαλλαγή από την ευθύνη της έναντι του ασφαλισμένου, η ασφαλιστική επιχείρηση θα πρέπει να καταγγείλει την προσωρινή ασφαλιστική σύμβαση υπό τους όρους του άρθρου 9 παρ. 1 της Κ4/585/5-4-1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου ή, σε περίπτωση εναγωγής της, να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι ο ενάγων ασφαλισμένος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τη λήξη της πρακτοριακής συμβάσεως.
Εξάλλου, λόγος αναιρέσεως για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη είτε σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου είτε σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο ενννοιολογικό περιεχόμενο του εφαρμοσθέντος ή μη κανόνα δικαίου.
Περαιτέρω, οι προβλεπόμενοι στους αριθμούς 8 και 19 του άνω άρθρου λόγοι αναιρέσεως ιδρύονται, ο μεν πρώτος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, πλην άλλων, παρέλειψε να λάβει υπόψη του προταθέντα αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, ο οποίος όμως θα πρέπει να είναι παραδεκτός και νόμιμος, αφού διαφορετικά δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα εκείνα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Για να είναι ορισμένος άρα παραδεκτός ο τελευταίος αυτός αναιρετικός λόγος, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην απόφαση έλλειψη ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της.
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το περιεχόμενό της εκτιμάται, το Εφετείο, αναφορικώς με την έφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε ανελέγκτως ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος το ζημιογόνο ... ΔΧΦ αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία για ζημίες από αυτό σε τρίτους και ειδικότερα ότι τη 18-7-2000, δηλαδή πριν από το προκληθέν την 24-8-2000 ατύχημα, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, ιδιοκτήτης του εν λόγω αυτοκινήτου, είχε καταρτίσει με την αναιρεσείουσα, μέσω της εδρεύουσας στη ...
ασφαλιστικής πράκτορα αυτής της εταιρίας "N.PROSPECT E.Π.Ε", σύμβαση προσωρινής ασφαλιστικής καλύψεως, στο πλαίσιο της οποίας είχε χορηγηθεί σ' αυτόν από την άνω εταιρία το ... ειδικό σήμα της αναιρεσείουσας, υπήρχε δε επιπλέον και η φέρουσα τον ίδιο αυτόν αριθμό πρόταση τούτου για τη σύναψη οριστικής ασφαλιστικής συμβάσεως με την αναιρεσείουσα.
Ακολούθως, το εφετείο, αφού έκρινε ότι η προσβληθείσα εκ μέρους της αναιρεσείουσας από 20-10-1999 καταγγελία της πρακτοριακής συμβάσεως στερείται έννομης επιρροής λόγω μη καταγγελίας από αυτή της από 18-7-2000 προσωρινής ασφαλιστικής συμβάσεως απέρριψε τον περί ανυπαρξίας ασφαλιστικής καλύψεως σχετικό ισχυρισμό, τον οποίο η ίδια πρότεινε στον πρώτο βαθμό και επανέφερε στην κατ' έφεση δίκη με τον δεύτερο λόγο της εφέσεώς της.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, έλαβε δε υπόψη του και απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι η εκ μέρους αυτής από 20-10-1999 καταγγελία της πρακτοριακής συμβάσεως είχε ως συνέπεια την έλλειψη ασφαλιστικής καλύψεως κατά τον χρόνο του ατυχήματος.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος (υπό στοιχείο α'), εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ απορρέων, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ως προς τις αιτιάσεις που αποδίδονται στο Εφετείο, υπό την επίκληση και μόνο των αριθμών 9, 17 και 19 του ίδιου ως άνω άρθρου, ο λόγος αυτός ενέχει παντελή αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζονται καθόλου στο αναιρετήριο οι σχετικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
ΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δημιουργείται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη τον ισχυρισμό περί πλαστότητας αποδεικτικού εγγράφου. Με τον δεύτερο (υπό στοιχείο β') λόγο του αναιρετηρίου, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1, 8, 10 και 20 ΚΠολΔ., διατείνεται, κατ' εκτίμηση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον κατ' ένσταση προβληθέντα από αυτή, με τις προτάσεις της στον πρώτο βαθμό και με το εφετήριό της στην κατ' έφεση δίκη, ισχυρισμό, ότι το ... ειδικό σήμα αυτής, το οποίο είχε προσκομισθεί από τους αναιρεσίβλητους προς απόδειξη της ως άνω προσωρινής ασφαλιστικής συμβάσεως, είναι πλαστό κατά το περιεχόμενο, γεγονός για το οποίο είχε κατονομάσει και μηνύσει ως πλαστογράφους τους αναιρεσιβλήτους και τον εκπρόσωπο της άνω ασφαλιστικής πράκτορά της. 'Όπως προκύπτει όμως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή, την οποία και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Επομένως, ο λόγος αυτός, ως προς την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ απορρέουσα αιτίαση, είναι αβάσιμος. Ως προς τις λοιπές αιτιάσεις, για τις οποίες στο αναιρετήριο αναφέρονται απλώς και μόνο οι αντίστοιχοι αριθμοί του άνω άρθρου, χωρίς να προσδιορίζονται σ' αυτό οι σχετικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο ίδιος λόγος είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 9 του ν. 489/1976 και 13 παρ. 1 και 3 της Κ4/585/5-4-1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου προκύπτει ότι η υπαίτια παράλειψη του ασφαλισμένου να αναγγείλει στον ασφαλιστή εμπροθέσμως το ατύχημα και τα σχετιζόμενα με αυτό περιστατικά έχει ως συνέπεια την ευθύνη του ασφαλισμένου για αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή από την αιτία αυτή και όχι την απαλλαγή του τελευταίου, εκτός αν έχει συμφωνηθεί η απαλλαγή του, και αυτό μόνο για την περίπτωση δόλιας παραβάσεως του άνω ασφαλιστικού βάρους. Με τον τρίτο (υπό στοιχείο γ') λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως καταλογίζεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό, περί της παραλείψεως των αναιρεσιβλήτων να της ανακοινώσουν το ατύχημα και τα σχετιζόμενα με αυτό περιστατικά εντός τριών εργασίμων ημερών από την επέλευση του ατυχήματος ή αφότου έλαβαν γνώση τούτου. Ο λόγος αυτός, ο οποίος εμπίπτει στη ρύθμιση του αριθμού 8 (όχι και των αριθμών 1, 10, 17 και 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν ασκούσε επιρροή στην έκβαση της δίκης.
ΙV. Με τον τέταρτο (υπό στοιχείο ε') λόγο του αναιρετηρίου, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, κατ' εκτίμηση, ότι, αν και είχε προσβάλει το ως άνω ειδικό σήμα ως πλαστό και είχε κατονομάσει τους πλαστογράφους, επιπλέον δε είχε ισχυρισθεί ότι η φερόμενη ως εδρεύουσα στο Ελληνικό εταιρία "ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", στην οποία ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων κατέβαλε - όπως ισχυρίζεται- τα ασφάλιστρα, όχι μόνο δεν υπήρξε ποτέ ασφαλιστική πράκτορας ή αντιπρόσωπος της, αλλά ήταν τελείως άγνωστη σ' αυτή, εντούτοις το Εφετείο, "χωρίς την παραμικρή αιτιολογία", έκρινε ότι το εν λόγω ειδικό σήμα είναι γνήσιο και αφού δέχθηκε ότι η εδρεύουσα στη ...
ασφαλιστική πράκτορας εταιρία "N. PROSPECT ΕΠΕ" χορήγησε το σήμα και η επίσης ασφαλιστική πράκτορας αυτής ως άνω μονοπρόσωπη εταιρία εισέπραξε τα ασφάλιστρα, απέρριψε την ένσταση πλαστότητας. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως όμως προκύπτει ότι το Εφετείο, σε σχέση με την προσωρινή ασφαλιστική κάλυψη του ζημιογόνου αυτοκινήτου και την ένσταση περί πλαστότητας του ειδικού σήματος, δέχθηκε ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, πριν από το ατύχημα και συγκεκριμένα τη 18-7-2000, είχε συνάψει, με την αναιρεσείουσα, σύμβαση προσωρινής ασφαλιστικής καλύψεως, στο πλαίσιο της οποίας του είχε χορηγηθεί από την ασφαλιστική πράκτορα αυτής στη ... "Ν.
PROSPECT ΕΠΕ" το ... ειδικό σήμα της αναιρεσείουσας, ο ίδιος δε είχε πληρώσει ως προκαταβολή ασφαλίστρων το ποσό των 50.000 δραχμών στην επίσης ασφαλιστική πράκτορα της αναιρεσείουσας "ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" με έδρα το Ελληνικό. Περαιτέρω, δεχθέν ότι το επίμαχο ειδικό σήμα είχε χορηγηθεί από την αναιρεσείουσα στην άνω ασφαλιστική πράκτορά της στη ..., απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη, δηλαδή ως στερούμενη αποδεικτικού ερείσματος, την περί πλαστότητας του σήματος ένσταση, την οποία προέβαλε η αναιρεσείουσα, κατονομάζοντας ως πλαστογράφους τον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος, τον ιδιοκτήτη αυτού και τον Ε.
Μ., διαχειριστή της εταιρίας "Ν. PROSPECT ΕΠΕ". Είναι έτσι φανερό ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει αιτιολογία τόσο ως προς την προσωρινή ασφαλιστική κάλυψη του ζημιογόνου αυτοκινήτου όσο και ως προς την περί πλαστότητας του σήματος ένσταση της αναιρεσείουσας. Η τελευταία άλλωστε δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ποιό επιπλέον στοιχείο θα ήταν αναγκαίο για την ύπαρξη αιτιολογίας.
Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος, ως προς την εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ απορρέουσα αιτίαση περί ελλείψεως της "παραμικρής αιτιολογίας" στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμος. Ως προς τις λοιπές αιτιάσεις, των οποίων επιχειρείται η στήριξη στους αριθμούς 1, 8, 10, και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, αφού μόνο ενάριθμη επίκληση των αιτιάσεων αυτών γίνεται στο αναιρετήριο.
V. Με τον πέμπτο (υπό στοιχείο στ') λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ. 1, 17 και 19 ΚΠολΔ, διατείνεται ότι, αν και η ίδια αρνήθηκε αλλά και απέδειξε με τα έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε και με τους μάρτυρές της ότι ουδέποτε είχε εκδώσει ασφαλιστήριο για το ζημιογόνο αυτοκίνητο, εντούτοις το Εφετείο, εσφαλμένως ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το άρθρο 9 παρ. 1 της ΥΑ Κ4/585/1987 και πλημμελώς αιτιολογώντας τη σχετική κρίση του, απέρριψε την έφεσή της γιατί δεν τηρήθηκε δήθεν η προβλεπόμενη στο άρθρο τούτο διαδικασία για την καταγγελία της προσωρινής ασφαλιστικής συμβάσεως. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.).
VI. Με τον έκτο (υπό στοιχείο ζ') λόγο του αναιρετηρίου, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 11 του ν. 489/1976, αφενός διότι η ίδια δεν ήταν "τρίτος" στη δίκη αυτή και αφετέρου διότι ακύρωση γίνεται σε υπάρχουσα σύμβαση και όχι σε σύμβαση "φάντασμα", την οποία οι αναιρεσίβλητοι θεμελιώνουν επί ενός ειδικού σήματος, που αυτή προσέβαλε ως πλαστό. Ο λόγος αυτός, του οποίου επιχειρείται η θεμελίωση στο άρθρο 559 αρ. 1, 17 και 19 ΚΠολΔ, στηρίζεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε την προσωρινή ασφαλιστική σύμβαση ως έγκυρη, όχι κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του ν. 489/1976, αλλά με βάση τις παραδοχές του, ότι το επίμαχο ειδικό σήμα ήταν γνήσιο και ότι η εν λόγω ασφαλιστικού σύμβαση δεν είχε καταγγελθεί από την αναιρεσείουσα. Κατ' ακολουθία πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης σε βάρος της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-3-2004 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." περί αναιρέσεως της 26/2003 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική 'Εδρα . Λιβαδειάς). Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2005.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ