Legislator Case Law & Legislation
2029/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appealable error grounds, ruling that factual evaluation errors are not grounds for annulment.

Case Number 2029/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for annulment against a final appellate court decision regarding a share transfer contract. The appellant argued the appellate court misinterpreted the contract by linking its validity to a deferred payment condition rather than the actual payment date. The court held that since the appellate court correctly read the document but reached a different evidentiary conclusion, this constituted an error in the evaluation of facts, which is not subject to annulment review under Article 561 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on an error in the evaluation of facts or the interpretation of evidence is inadmissible, as such errors fall outside the scope of annulment review unless the lower court ignored a relevant argument or exceeded the scope of the appeal.

Keywords

AI generated
annulment appeal evaluation of facts interpretation of evidence share transfer contract deferred payment condition Code of Civil Procedure appellate review scope

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AΠ 1055/2021
AΠ 332/201
ΟλΑΠ 25/2003
8 ΚΠολΔ, "πράγματα" που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είναι και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003).
ΟλΑΠ 2/2008
AΠ 724/2021
AΠ 757/2015
AΠ 1071/2015
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2029 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2029/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Θ. του Δ., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Μπεκάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Τ., κατοίκου ... , ως εκπροσώπου της ιταλικής εταιρείας ... ... σε εκκαθάριση, η οποία έχει την έδρα της στο ... , 2) Ε. Φ. του Δ., κατοίκου ... και 3) Α. Κ. του Α., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κυριακή Τζωρτζίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ... . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1128/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Τριμελούς Εφετείου ... . Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-8-2019 αίτησή του και τους από 6-7-2020 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθ. ... τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ... , εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 20.7.2017 έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος, συνεκδικασθείσας με τους από 7.5.2018 πρόσθετους λόγους αυτής, κατά της υπ' αριθ. 1128/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... , που απέρριψε την από 26.2.2016 αγωγή του αναιρεσείοντος, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Παραδεκτά, επίσης, με το από ... ιδιαίτερο δικόγραφο, ο αναιρεσείων άσκησε, ως προς το προσβαλλόμενο με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης κεφάλαιο της εφετειακής απόφασης, πρόσθετους λόγους (άρθ. 569 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι οποίοι πρέπει να συνεξετασθούν με τους κύριους λόγους της αίτησης αναίρεσης.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, "πράγματα" που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είναι και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003). Γι' αυτό, η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης ή η μη λήψη υπόψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για λόγο εφέσεως που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (AΠ 1055/2021, ΑΠ 332/2019, ΑΠ 782/2019).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει όχι μόνο την εξουσία αλλά και την υποχρέωση να εξετάσει την υπόθεση μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.

Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διαθέσεως, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα, συνεπώς, της εφέσεως και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει ο εφεσίβλητος, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους εφέσεως, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ενστάσεως και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το εφετείο, στην περίπτωση, κατά την οποία με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνο για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 916/2020, ΑΠ 782/2019, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 1514/2018).

Από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απορρίψει την αγωγή εν όλω ή εν μέρει, κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου, τη δε απόφαση αυτή εκκαλεί ο ενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιο αυτής μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο, αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή ή το οικείο μέρος αυτής, όσο και ως προς την ένσταση (ΑΠ 789/2021, ΑΠ 1658/2017, ΑΠ 979/2003).

Στην περίπτωση, δε, που με την έφεση πλήττεται η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύονται στο εφετήριο τα επί μέρους σφάλματα αυτής ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, αλλά αρκεί να μνημονεύεται ότι εξ αιτίας της κακής εκτίμησης αυτού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού με βάση την καθολική αυτή επανεκτίμηση και όχι με βάση τα συνδεόμενα με αυτήν μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος (ΑΠ 291/2020, ΑΠ 1284/2019, ΑΠ 374/2019).

Η παράβαση του εφετείου, σχετικά με την έκταση του μεταβιβαστικού, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, αποτελέσματος της ασκηθείσας εφέσεως με την παραδοχή ανύπαρκτου λόγου ή επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια αυτής, ή η μη λήψη υπ' όψη λόγου εφέσεως, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως της λήψεως ή μη υπόψη πράγματος που (αναλόγως) δεν προτάθηκε ή προτάθηκε, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που, κατά τα ανωτέρω, όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... , ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 26.2.2016 αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ως ανυπόστατη η απόφαση που λήφθηκε από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρείας με την επωνυμία "... ... ", κατά τη συνεδρίαση της 2.12.2008, με την οποία ορίστηκαν εκκαθαριστές αυτής οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων, για το λόγο ότι στη συγκεκριμένη συνεδρίαση της Γ.Σ.

έλαβε μέρος και ψήφισε ο πρώτος εναγόμενος, ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, ως εκπρόσωπος της, υπό εκκαθάριση, ιταλικής εταιρείας με την επωνυμία "... ... ", η οποία, όμως, δεν ήταν πλέον μέτοχος της άνω εταιρείας ... ... ., καθόσον είχε, ήδη, μεταβιβάσει δι' εκχωρήσεως λόγω πώλησης στον ίδιο (αναιρεσείοντα) το σύνολο των 88.032 ανώνυμων μετοχών (μη ενσωματωμένων σε έγγραφο), που αντιστοιχούσαν στο 84% του μετοχικού κεφαλαίου της ... ... ., επικαλούμενος ως έννομο συμφέρον το ότι οι ορισθέντες εκκαθαριστές δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, αντί να προβούν στην εκκαθάριση, υπέβαλαν μήνυση εναντίον του για υπεξαίρεση, για την οποία και καταδικάστηκε.

Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1128/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο, αφού έκρινε ότι η σύμβαση μεταβίβασης-πώλησης των άνω μετοχών καταρτίστηκε εγκύρως, άνευ αιρέσεων, και ότι στη συνέχεια, τα συμβληθέντα μέρη, ήτοι ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων, ως αγοραστής, και η ως άνω υπό εκκαθάριση τελούσα ιταλική εταιρεία, ως πωλήτρια των 88.032 μετοχών που κατείχε στην παραπάνω ελληνική εταιρεία, υπαναχώρησαν σιωπηρά από τη σύμβαση μεταβίβασης μετοχών, με αποτέλεσμα την απόσβεση των μεταξύ τους υποχρεώσεων, ώστε κυρία των μετοχών να παραμένει η ιταλική εταιρεία "... ... ", ακολούθως, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, διότι δέχθηκε, ενόψει των ανωτέρω, ότι η από 2.12.2008 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ελληνικής εταιρείας "... ... " περί διορισμού εκκαθαριστών, λήφθηκε από πρόσωπο το οποίο είχε αρυσθεί το δικαίωμα ψήφου από (νομικό) πρόσωπο που είχε τη μετοχική ιδιότητα, και συγκεκριμένα, ότι, εφόσον δεν ευδοκίμησε η ανωτέρω μεταβίβαση, λόγω πώλησης, των μετοχών, η ιταλική εταιρεία "... ... " παρέμενε μέτοχος κατά ποσοστό 84%, οπότε ο νόμιμος εκπρόσωπός της, πρώτος των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, νομίμως έλαβε μέρος στην ψηφοφορία εκλογής εκκαθαριστών και ότι, συνεπώς, η άνω απόφαση της Γ.Σ.

είναι έγκυρη. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων, άσκησε ενώπιον του Εφετείου ... την από 20.7.2017 έφεση και τους από 7.5.2018 πρόσθετους λόγους έφεσης, ζητώντας να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση έτσι ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του, παραπονούμενος για εσφαλμένη κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αφενός γιατί έλαβε υπόψη, ως αποδειχθέντα, τον μη προταθέντα ισχυρισμό περί σιωπηρής υπαναχωρήσεως των συμβληθέντων μερών από τη σύμβαση μεταβίβασης μετοχών, και αφετέρου γιατί, ενώ έκρινε ως έγκυρη και ισχυρή τη σύμβαση μεταβίβασης μετοχών, εν τούτοις δέχθηκε ότι η ως άνω ιταλική εταιρεία παρέμεινε κυρία των μετοχών, λόγω απόσβεσης, με την υπαναχώρηση, των εκατέρωθεν συμβατικών υποχρεώσεων, χωρίς να χωρήσει αναμεταβίβαση αυτών (λόγοι έφεσης), σε κάθε δε περίπτωση διότι επήλθε απόσβεση του δικαιώματος της υπαναχώρησης (πρόσθετος λόγος).

Επί της εφέσεως αυτής, που συνεκδικάσθηκε με τους πρόσθετους λόγους, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθ. 17084/16-5-1994 πράξη της Συμβολαιογράφου ... ..., συστήθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ... " (στο εξής "... ... ") [...].

Έδρα της εταιρίας ορίστηκε ο Δήμος ... , ενώ σκοπός αυτής ορίστηκε η πώληση, διανομή και γενικά η εμπορία στην Ελλάδα των γερανών της ιταλικής εταιρίας "... ... ", καθώς και η διενέργεια κάθε πράξης, που αποσκοπούσε στην προώθηση του εν λόγω σκοπού της. Από τη σύσταση της εταιρίας "... ... .", που ήταν θυγατρική της εταιρίας "... ... ", και μέχρι τις 20.6.2003 ο ενάγων διετέλεσε μέλος του Δ.Σ.

και επιπλέον κατά διαστήματα διευθύνων σύμβουλος της ως άνω εταιρίας, όπως επίσης διετέλεσε διευθύνων σύμβουλος αυτής και κατά το χρονικό διάστημα από 20.6.2003 έως και 20.6.2006. Στα πλαίσια της εμπορικής συνεργασίας των δύο αυτών εταιριών για την προμήθεια από την εταιρία "... ... ." γερανών, ανταλλακτικών και εξαρτημάτων της εταιρίας "... ... " δημιουργήθηκε οφειλή της ελληνικής εταιρίας προς την ιταλική, ύψους € 2.381.297, σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της οποίας ο ενάγων, εκπροσωπώντας την εταιρία "... ... .", πρόσφερε με την από 14.6.2006 επιστολή του προς την ιταλική εταιρία "... ... ", η οποία είχε ήδη τεθεί από τις 16.2.2006 σε προληπτικό συμβιβασμό (εκκαθάριση) με απόφαση του Δικαστηρίου της ...

το ποσό των € 500.000, εγκριθείσας της σχετικής πρότασης από το παραπάνω Δικαστήριο. Με την ίδια επιστολή ο ενάγων, ενεργώντας ατομικά, ως μέτοχος της εταιρίας "... ... .", πρότεινε εγγράφως στην εταιρία "... ... " και την αγορά του συνόλου των ανώνυμων μετοχών της (88.032), που δεν είχαν ακόμη ενσωματωθεί σε τίτλο, αντί του συμβολικού ποσού των € 0,01 ανά μετοχή.

Κατόπιν συμφωνίας της ιταλικής εταιρίας, συντάχθηκε στην ιταλική γλώσσα η προσκομιζόμενη στο πρωτότυπο και σε επίσημη μετάφραση από τη μεταφραστική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών από 14.6.2006 "ιδιωτική πράξη", με την οποία η υπό εκκαθάριση τελούσα ιταλική μητρική εταιρία "... ... ", εκπροσωπηθείσα από τον εκκαθαριστή της, G.

M., πώλησε, εκχώρησε και μεταβίβασε στον ενάγοντα 88.032 ανώνυμες μετοχές (άυλες) της εταιρίας "... ... .", που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 84% του μετοχικού κεφαλαίου της, αντί τιμήματος € 880,32. Στη σύμβαση αυτή ρητά συμφωνήθηκε ότι η πωλήτρια αναγνωρίζει τον αγοραστή "ως τέλειο και αποκλειστικό κάτοχο και καρπωτή αυτών (μεριδίων συμμετοχής-μετοχών), ο οποίος θα μπορεί και θα έχει το δικαίωμα από σήμερα και στο εξής να κατέχει, να καρπώνεται και να διαθέτει αυτά όπως επιθυμεί, με πλήρες και ολοκληρωτικό δικαίωμα κυριότητας...", διεπομένης, όμως, της μεταβίβασης από τους ρητά συμφωνηθέντες όρους και συμφωνίες αυτής, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και ο υπό στοιχείο Β' όρος, που αφορούσε στον προσδιορισμό του τιμήματος και τον τρόπο καταβολής του εντός ορισμένης προθεσμίας.

Ειδικότερα, με τον όρο αυτό συμφωνήθηκε ρητά ότι "Το ποσόν των Ευρώ 880,32 (οκτακόσια ογδόντα/32) θα καταβληθεί στον πωλητή μέχρι και την 23η Ιουνίου 2006, μέσω τραπεζικού εμβάσματος στο βιβλιάριο υπ. αριθ. ... της ... της ... της ... ...καταχωρημένο στο όνομα: CP. ... ... , υπό εκκαθάριση. Η αποτελεσματικότητα της μεταβίβασης των συμμετοχών θα έχει ισχύ για τραπεζική συναλλαγή που έγινε και εγγυήθηκε από την προαναφερόμενη Τράπεζα ...

της ... ". Με τον επίμαχο όρο της σύμβασης, όπως αυτός ερμηνεύεται ως ενιαίο σύνολο (και όχι αποσπασματικά ανά εδάφια) με βάση την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη προς ανεύρεση της αληθούς βούλησης των συμβληθέντων μερών (άρθρα 173 και 288 ΑΚ), εξαρτήθηκε ρητά η επέλευση των εννόμων αποτελεσμάτων της μεταβίβασης των μετοχών από την καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος των € 880,32 μέχρι τις 23.6.2006 και μάλιστα όχι με οποιονδήποτε τρόπο, αλλά μόνο με έμβασμα στον υποδειχθέντα τραπεζικό λογαριασμό της πωλήτριας ιταλικής εταιρίας, συμφωνηθείσας κατ' αυτόν τον τρόπο αναβλητικής αίρεσης, κατ' άρθρο 201 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 532 ΑΚ και όχι διαλυτικής αίρεσης (άρθρο 202 ΑΚ), όπως εσφαλμένα διατείνονται οι εναγόμενοι, χωρίς, όμως, ο εσφαλμένος απ' αυτούς χαρακτηρισμός του είδους της αίρεσης (ως διαλυτικής αντί αναβλητικής) να οδηγεί σε απαράδεκτο του σχετικού προβληθέντος ισχυρισμού τους, αφού ο νομικός χαρακτηρισμός των πραγματικών περιστατικών που εκθέτουν οι διάδικοι στα δικόγραφά τους και η υπαγωγή αυτών σε συγκεκριμένο κανόνα δικαίου αποτελεί έργο του δικαστηρίου και εν προκειμένω του παρόντος Δικαστηρίου.

Η εκδοχή ότι η αναφερθείσα στη σύμβαση ημερομηνία τέθηκε απλώς και μόνο ως δήλη ημέρα καταβολής του τιμήματος, χωρίς να εξαρτηθεί απ' αυτήν η ισχύς της σύμβασης και η επέλευση των κατά νόμο αποτελεσμάτων της, όχι μόνο δε συμβαδίζει με τη γραμματική διατύπωση του συγκεκριμένου συμβατικού όρου (Η αποτελεσματικότητα της μεταβίβασης...

θα έχει ισχύ...), αλλά επιπλέον κρίνεται ότι δεν θα γινόταν αποδεκτή από την πωλήτρια εταιρία, ενόψει του ότι αυτή τελούσε υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείτο από εκκαθαριστή, ο οποίος έφερε ευθύνη σε περίπτωση που η μεταβίβαση των μετοχών ολοκληρωνόταν χωρίς την προηγούμενη καταβολή του τιμήματος. Αντιθέτως, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε με βεβαιότητα ότι συμβατικό περιεχόμενο αίρεσης, αναβλητικής ή διαλυτικής, για τη μεταβίβαση των ένδικων μετοχών αποτέλεσε παράλληλα και η καταβολή του ποσού των € 500.000 από την εταιρία "... ... ." προς την εταιρία "... ... ", σε εξόφληση σχετικής απαίτησής της, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ήδη μνημονευθείσα από 14.6.2006 επιστολή του ενάγοντος, ανεξαρτήτως της πράγματι αναληφθείσας από τον ενάγοντα, ως εκπρόσωπο της ελληνικής θυγατρικής εταιρίας, σχετικής υποχρέωσης, καθόσον στην από 14.6.2006 "ιδιωτική πράξη", με την οποία ρυθμίστηκαν λεπτομερώς τα σχετικά με τη μεταβίβαση των μετοχών και την εξάρτηση της ισχύος της από την προηγούμενη καταβολή του τιμήματος, δεν περιλήφθηκε σχετικός πρόσθετος όρος, [...].

Σημειώνεται ότι για τη μεταβίβαση των επίδικων άυλων ανώνυμων μετοχών, ως συνόλου δικαιωμάτων, τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ για την εκχώρηση απαίτησης και έλαβε χώρα νομότυπα η προβλεπόμενη στο άρθρο 460 ΑΚ αναγγελία προς την εταιρία "... ... .", συντελεσθείσας αυτής (αναγγελίας) ατύπως, με μόνη τη συμμετοχή στη σχετική σύμβαση του ενάγοντος (εκδοχέα) και του νομίμου εκπρόσωπου της ιταλικής εταιρίας (εκχωρήτριας) G.

M., που αμφότεροι έφεραν παράλληλα την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ως άνω ελληνικής θυγατρικής εταιρίας, στην οποία ανήκαν οι μετοχές, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μέχρι τις 23.6.2006 ο ενάγων δεν κατέβαλε στην πωλήτρια εταιρία το συμφωνηθέν τίμημα των € 880,32 (αυτό επιχείρησε να καταβάλει εντόκως 10 έτη αργότερα, στις 25.1.2016, με κατάθεση του ποσού των € 1.657,22 σε τραπεζικό λογαριασμό της "... ... ", χωρίς όμως να το αποδεχθεί η τελευταία), με συνέπεια να μην πληρωθεί η συμφωνηθείσα αίρεση και να μην επέλθουν τα αποτελέσματα της μεταβίβασης των μετοχών, παραμένουσας της πωλήτριας ιταλικής εταιρίας αποκλειστικής κυρίας αυτών και μετόχου της θυγατρικής ελληνικής εταιρίας σε ποσοστό 84% του μετοχικού της κεφαλαίου, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού των εναγομένων.

Την κατάσταση αυτή γνώριζε ο ενάγων, ομολογώντας επανειλημμένα με την επιδειχθείσα συμπεριφορά του ότι δεν είχε αποκτήσει την κυριότητα των 88.032 μετοχών της εταιρίας "... ... " και ότι η συμμετοχή του στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας "... ... ." παρέμενε στο μέχρι πριν τη σύναψη της από 14.6.2006 "ιδιωτικής πράξης" ποσοστό του 13%.

Πιο συγκεκριμένα, τούτο έπραξε: α) με την αυτόβουλη συμμετοχή του στις Γ.Σ. της εταιρίας "... ... .", που έλαβαν χώρα στις 30.6.2006, 19.7.2006, 7.8.2006 και 2.12.2008, εκπροσωπώντας το 13% του μετοχικού κεφαλαίου, χωρίς να προβάλει αντίρρηση για τη συμμετοχή στις ίδιες Γ.Σ. της ιταλικής εταιρίας με εκπροσώπηση του 84% του μετοχικού κεφαλαίου, που αντιστοιχούσε στις 88.032, οι οποίες είχαν αποτελέσει αντικείμενο της από 14.6.2006 "ιδιωτικής πράξης" (σύμβασης μεταβίβασης), β) με το από 15.1.2007 ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε στον εκκαθαριστή της ιταλικής εταιρίας, ... , στο οποίο ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι "...για τη μεταφορά των μετοχών σας σε μένα δυστυχώς πλέον δεν είναι δυνατόν...

οι μετοχές είναι στον αέρα..." και γ) με το εγχειρισθέν στην Ανακρίτρια του 27ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών ... από 3.4.2013 απολογητικό υπόμνημα, στο οποίο αναφέρει τα κατά τους ισχυρισμούς του φορολογικής φύσης ζητήματα που ανέκυψαν [...] ομολογώντας ότι ουδέποτε συντελέστηκε η μεταβίβαση και ότι παρέμενε μέτοχος του 13% της εταιρίας "... ... .", δηλώνοντας επιπλέον ότι εν γνώσει της μειοψηφικής του αυτής ιδιότητας (13%) συγκάλεσε τη Γ.Σ.

της 2.12.2008 με μοναδικό θέμα συζήτησης το διορισμό εκκαθαριστών, ενόψει του ότι η εταιρία "... ... ." είχε ήδη λυθεί και τεθεί σε εκκαθάριση, λόγω ανάκλησης της άδειας σύστασής της, συνεπεία μείωσης των ιδίων κεφαλαίων της σε ποσοστό μικρότερο του 1/10 του μετοχικού κεφαλαίου [...]. Επίσης, αποδείχθηκε ότι στη Γ.Σ.

της 2.12.2008 συμμετείχαν με δικαίωμα ψήφου: ι) ο 1ος εναγόμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "... ... " με 88.032 μετοχές και ποσοστό 84% του μετοχικού κεφαλαίου, ιι) ο ενάγων με 13.568 μετοχές και ποσοστό 13% του μετοχικού κεφαλαίου και ιιι) ο Χ. Α. με 3.200 μετοχές και ποσοστό 3% του μετοχικού κεφαλαίου, καθώς και ότι κατ' αυτήν λήφθηκε απόφαση, που συγκέντρωσε την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου (87%), μειοψηφήσαντος του ενάγοντος (13%), με την οποία διορίστηκαν εκκαθαριστές της εταιρίας "... ... ." οι 2ος και 3ος εναγόμενοι.

Η εν λόγω απόφαση, της οποίας ζητείται με την αγωγή να αναγνωριστεί το ανυπόστατο, λήφθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, και με την ψήφο του 1ου εναγομένου, ο οποίος άντλησε το ασκηθέν δικαίωμα ψήφου του από την ιταλική εταιρία "... ... ", που είχε τη μετοχική ιδιότητα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, και ως εκ τούτου, μη συντρέχουσας περίπτωσης συνδρομής της προϋπόθεσης του άρθρου 35γ § 2 περ.

β' Ν. 2190/1920, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 44 Ν. 3604/2007, η από 2.12.2008 απόφαση της Γ.Σ. της εταιρίας "... ... ." είναι νομικά υπαρκτή, παράγουσα έννομες συνέπειες, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα με την αγωγή του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αν και κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, απορρίπτοντας ακολούθως την αγωγή στην ουσία της, εντούτοις στήριξε το διατακτικό της απόφασής του σε διαφορετικό σκεπτικό και συγκεκριμένα στο ότι η σύμβαση μεταβίβασης των μετοχών έλαβε χώρα χωρίς να συμφωνηθεί κάποια αίρεση και ότι επήλθαν αρχικώς τα έννομα αποτελέσματα της μεταβίβασης (εκχώρησης), πλην όμως εκ των υστέρων τα μέρη υπαναχώρησαν σιωπηρά από τη σύμβαση και αποσβέστηκαν οι εκατέρωθεν αναληφθείσες συμβατικές υποχρεώσεις τους, με αποτέλεσμα να παραμείνει κυρία των μετοχών η πωλήτρια εταιρία.

Όμως, κρίνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο, έλαβε υπόψη του, ως αποδειχθέντα, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε από τους διαδίκους και ειδικότερα τον ισχυρισμό περί υπαναχώρησης, σφάλλοντας για το λόγο τούτο κατά το σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσης. Πρέπει, συνεπώς, κατά ουσιαστική παραδοχή του 1ου λόγου έφεσης, με τον οποίο προβάλλεται σχετικό παράπονο από τον εκκαλούντα, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της, ως αποτελούμενη μόνο από το εκκληθέν κεφάλαιο, παρέλκουσας της έρευνας των λοιπών λόγων της έφεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής, που στο σύνολό τους αφορούν την παραδοχή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου για την ύπαρξη σιωπηρής υπαναχώρησης από τη σύμβαση μεταβίβασης των μετοχών.

Σημειώνεται ότι εν προκειμένω δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 534 ΚΠολΔ και επομένως δεν αρκεί η αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλούμενης απόφασης από τις αιτιολογίες της παρούσας, καθόσον σε μια τέτοια περίπτωση θα επερχόταν μεταβολή στο, κατ' άρθρο 331 ΚΠολΔ, παραχθέν δεδικασμένο, αναφορικά με το καλυπτόμενο από αυτό, ως αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, παρεμπιπτόντως κριθέν ζήτημα της επέλευσης των εννόμων αποτελεσμάτων της σύμβασης μεταβίβασης (εκχώρησης) των επίδικων μετοχών (κτήση κυριότητας αυτών από τον ενάγοντα) και της μεταγενέστερης απόσβεσης των εξ αυτής υποχρεώσεων των μερών, λόγω σιωπηρής υπαναχώρησης.

Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί κατ' ουσίαν η αγωγή από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο καθίσταται αρμόδιο να εξετάσει και επιλύσει όλα τα προς οριστική διάγνωση αναγκαία ζητήματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως και να προβεί σε καθολική επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης για την επίδικη έννομη σχέση, λόγω της μεταβίβασης της υπόθεσης αδιαιρέτως στο σύνολό της, εφόσον αυτή αποτελείται από ένα και μόνο κεφάλαιο [...], χωρίς να υφίσταται οποιαδήποτε δέσμευση από τις ενδιάμεσες ουσιαστικές κρίσεις του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που δεν προσβλήθηκαν με την έφεση, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του εκκαλούντος, καθόσον οι σκέψεις αυτές αφορούν στο σύνολό τους, όπως αναφέρθηκε, το μοναδικό κεφάλαιο της εκκαλούμενης απόφασης που εξαφανίστηκε (και όχι διακριτό κεφάλαιο αυτής).

Περαιτέρω, η υπό κρίση αγωγή, η οποία είναι νόμιμη [...] πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, για όσους λόγους αναφέρθηκαν [...]. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή κατ' ουσίαν, με διαφορετική όμως αιτιολογία, ακολούθως δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης [ο οποίος επαναλαμβάνεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής], καθώς και με τον αναγκαστικώς συνεχόμενο με αυτόν δεύτερο πρόσθετο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού με τον τρόπο αυτόν απέρριψε την ένδικη αγωγή του, παραβιάζοντας την έκταση του μεταβιβαστικού, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, αποτελέσματος της ασκηθείσας εφέσεως, α) με την παραδοχή ανύπαρκτου (μη προταθέντος) λόγου εφέσεως περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, που επέτρεψε την επανεκτίμηση από την αρχή της ουσίας της υπόθεσης, βάσει της καθολικής επανεκτίμησης της αγωγής και όχι βάσει των προβληθέντων μερικότερων παραπόνων του εκκαλούντος-ενάγοντος-αναιρεσείοντος, με αποτέλεσμα να κάνει δεκτό ισχυρισμό των αντιδίκων του περί υπάρξεως αιρέσεως στη σύμβαση μεταβίβασης των μετοχών, ο οποίος δεν προβλήθηκε ποτέ από αυτούς, και να απορρίψει, εξ αυτού του λόγου, την ένδικη αγωγή του, και β) με το να δεχθεί την ύπαρξη αιρέσεως στη σύμβαση μεταβίβασης των μετοχών, χωρίς να προβληθεί ενώπιόν του από τους εφεσιβλήτους-αναιρεσιβλήτους ειδικό παράπονο, με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, γεγονός που είχε ως συνέπεια την απόρριψη της ένδικης αγωγής.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της προκείμενης δίκης προκύπτει ότι οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι, ήδη αναιρεσίβλητοι, προέβαλαν πρωτοδίκως, με τις από 20.7.2017 προτάσεις τους, τον ισχυρισμό ότι η μεταβίβαση των άνω μετοχών τελούσε, σύμφωνα με ρητό όρο της ως άνω συμβάσεως, υπό την αίρεση της προηγούμενης καταβολής του συμφωνηθέντος τιμήματος.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η καταβολή του τιμήματος δεν τέθηκε ως αίρεση στη σύμβαση μεταβίβασης-πώλησης των μετοχών, αλλά ότι συμφωνήθηκε ως δήλη ημέρα καταβολής του η 23η.6.2006 και ότι μετά την παρέλευση της ορισθείσας αυτής δήλης ημέρας, τα συμβληθέντα μέρη υπαναχώρησαν σιωπηρά από τη σύμβαση μεταβίβασης-πώλησης των μετοχών.

Ο αναιρεσείων, με λόγους της ασκηθείσας κατά της πρωτόδικης απόφασης έφεσής του, που ανάγονται στην κακή εκτίμηση των αποδείξεων, παραπονέθηκε για την απόρριψη της αγωγής του λόγω της γενομένης δεκτής ως άνω υπαναχώρησης και, συνεπώς, η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο εφετείο στο σύνολό της, οι δε αναιρεσίβλητοι παραδεκτώς επανέφεραν, με τις από 31.10.2018 προτάσεις τους, τον ανωτέρω ισχυρισμό τους.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας ότι δεν είχε προταθεί από τους αναιρεσιβλήτους ισχυρισμός περί υπαναχώρησης, έκανε δεκτή την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, επανεκτίμησε τον προαναφερόμενο ισχυρισμό των ήδη αναιρεσιβλήτων, δεχόμενο ότι με τον υπό στοιχ.

Β' όρο της επίμαχης σύμβασης, "εξαρτήθηκε ρητά η επέλευση των έννομων αποτελεσμάτων της μεταβίβασης των μετοχών από την καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος μέχρι τις 23.6.2006,... συμφωνηθείσας κατ' αυτόν τον τρόπο αναβλητικής αίρεσης, κατ' άρθρο 201 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 532 ΑΚ και όχι διαλυτικής αίρεσης (άρθ. 202 ΑΚ), όπως εσφαλμένα διατείνονται οι εναγόμενοι, ...", καθώς και ότι δεν πληρώθηκε η συμφωνηθείσα αίρεση, με αποτέλεσμα "να μην επέλθουν τα αποτελέσματα της μεταβίβασης των μετοχών, παραμένουσας της πωλήτριας ιταλικής εταιρείας αποκλειστικής κυρίας αυτών και μετόχου της θυγατρικής ελληνικής εταιρείας σε ποσοστό 84% του μετοχικού της κεφαλαίου, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού των εναγομένων".

Επομένως, το Εφετείο, με το να δεχθεί την ύπαρξη αιρέσεως στη σύμβαση μεταβίβασης των μετοχών, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που παραδεκτώς και νομίμως προβλήθηκε ενώπιόν του από τους αναιρεσιβλήτους και, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της ένδικης εφέσεως, ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει από την αρχή την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής και να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού κατόπιν συνολικής επανεκτιμήσεως της ουσίας της διαφοράς, λόγω της μεταβίβασης της υπόθεσης αδιαιρέτως στο σύνολό της, αποτελούμενης από το μοναδικό κεφάλαιο της εκκαλουμένης, χωρίς να περιοριστεί στην κρίση του από τα ειδικότερα παράπονα του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος περί εσφαλμένης κρίσης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως προς την υπαναχώρηση των μερών από την άνω σύμβαση.

Ενόψει, τούτων, με την παραπάνω κρίση του το Εφετείο δεν παραβίασε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα όρια του μεταβιβαστικού, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, αποτελέσματος της ασκηθείσας εφέσεως και, συνεπώς, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα ως άνω λόγοι αναίρεσης (κύριος και πρόσθετοι) από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει δηλαδή σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, που έχει διαγνωσθεί σωστά, δηλ.

σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, διότι πράγματι στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναφερόμενη στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού πρέπει το δικαστήριο να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου, που, κατά τη σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος, φέρεται ότι παραμόρφωσε, προϋπόθεση που δεν συντρέχει, όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 724/2021, ΑΠ 757/2015, ΑΠ 1071/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ουσιαστική αβασιμότητα της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 14.6.2006 σύμβασης μεταβίβασης μετοχών, "με την απόδοση σ' αυτήν άλλης έννοιας, ότι, δηλαδή, η εγκυρότητά της εξαρτιόταν από την πλήρωση αναβλητικής αιρέσεως και δη της καταβολής του συμβολικού τιμήματος των 880,32 ευρώ, από την πραγματική, που ήταν η ύπαρξη δήλης ημέρας καταβολής του ανωτέρω ποσού".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, παραθέτοντας μάλιστα εκτενώς και το περιεχόμενο αυτού κατά τα ουσιώδη στοιχεία του, κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από αυτό το οποίο ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, τούτο όμως δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγόμενη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από ... αίτηση του Β. Θ. του Δ. για αναίρεση της υπ' αριθ. ... αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου ... , καθώς και τους από ... πρόσθετους λόγους αναιρέσεως.

Διατάσσει την εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αναιρέσεως, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ