Supreme Court partially allows appeal on penalty but dismisses it due to favorable retroactive law change.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a second-instance conviction, ruling that the request for a new sentencing hearing must be granted. The appellant argued the original judgment lacked sufficient reasoning regarding evidence evaluation, while the prosecution sought a partial review limited to the penalty. The court decided to overturn the penalty portion because a new law effective July 1, 2019, established a more lenient standard for the specific injury, thereby requiring a fresh sentencing determination under the updated legal framework.
Legislator headnote
AI generatedArticles 473(2) of the Code of Criminal Procedure; Article 2(1) of Law 4619/2019; The principle of retroactive application of the more lenient law mandates a new sentencing hearing when a subsequent statute offers a more favorable penalty regime for the defendant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2029 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2029/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μαγγίνα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Ζωή Κωστόγιαννη - Καλούση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 15 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Χαλντούπη, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Κ. του Δ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Κωνσταντίνο Παπαβασιλείου ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθ. 332/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1409/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Κ. του Α., κάτοικο ... ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20.9.2018 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1230/2018.
Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε: α) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον ως προς την επιβληθείσα ποινή και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από τους ίδιους δικαστές, εφόσον η συγκρότηση αυτή είναι δυνατή και β) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης, τον πολιτικώς ενάγων και τον ορισθέντα δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 20.9.2018 δήλωση - αίτηση του Β. Κ. του Δ., κατοίκου ... που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 473 παρ. 2, την 20.9.2018, για αναίρεση της υπ' αριθμό 1409/26.2.2018 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή, και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία.
Από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του κυρωθέντος με το Ν. 4619/2019 και ισχύοντος από 1.7.2019 Π.Κ. (άρθρα 460, 461 του ιδίου Κώδικα), με την οποίαν ορίζεται ότι "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου", προκύπτει ότι καθιερώνεται με αυτήν η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, είναι δε επιεικέστερος ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου.
Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514 και 511 εδ. τελευταίο του κυρωθέντος με το Ν. 4620/2019 και ισχύοντος από 1.7.2019 Κ.Π.Δ. (άρθρα 585, 586 και 589 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα) προκύπτει ότι, στην περίπτωση που μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, κύρια ή παρεπόμενη, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει και αυτεπάγγελτα, κατά το άρθρο 2 του Π.Κ.
το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ή μη του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της τελευταίας, ενώ, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 511 του ιδίου Κώδικα, "Αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από το προβλεπόμενο στο στοιχείο Β'.
Δεν επιτρέπεται, όμως, να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της". Περαιτέρω, α) κατά το άρθρο 308 παρ. 1 περ. α' του ισχύοντος από 1.7.2010 Π.Κ, "όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή, β) κατά το άρθρο 309 του ιδίου Κώδικα "αν η πράξη του προηγουμένου άρθρου τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή" και γ) κατά το άρθρο 310 του ιδίου Κώδικα "Όποιος προκαλεί σε άλλον βαριά σωματική βλάβη τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και αν επεδίωκε την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη, ενώ με την πρώτη παράγραφο του αντίστοιχου άρθρου (310) του προϊσχύσαντος Π.Κ.
ορίζεται ότι: "Αν η πράξη του άρθρου 308 είχε επακόλουθο τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και με την δεύτερη παράγραφο ότι: "Βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση υπάρχει ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του".
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, με το άρθρο 308 διατηρείται ως βασική μορφή εγκλήματος η πρόκληση απλής σωματικής βλάβης. Η επικίνδυνη σωματική βλάβη είναι έγκλημα βλάβης αλλά και διακινδύνευσης, διότι είτε δρομολογεί μία διαδικασία η οποία οδηγεί αυτοδύναμα σε βλάβη της ζωής ή βαριά σωματική, είτε θέτει τους όρους κινδύνου των εννόμων αυτών αγαθών.
Ουσιώδεις αλλαγές έχουν υιοθετηθεί στο έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης. Πιο συγκεκριμένα, για τη στοιχειοθέτηση της βαριάς σωματικής βλάβης σε βαθμό πλημμελήματος, απαιτείτο, εκτός από τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης της απλής σωματικής βλάβης του άρθρου 308 του ΠΚ, να επέλθει βαριά σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του παθόντος, όπως αυτή καθορίζεται και προσδιορίζεται ενδεικτικά στη διάταξη του άρθρου 310 παρ. 2 του Π.Κ., η οποία, όμως, βαριά σωματική βλάβη, να δύναται να αποδοθεί σε αμέλεια του δράστη κατά το άρθρο 29 του ΠΚ.
Ήδη καταργείται η διάκριση μεταξύ των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 310 του προϊσχύσαντος Π.Κ. και προβλέπεται πλέον ένα ενιαίο έγκλημα βαριάς σωματικής βλάβης με δόλο στο πρώτο εδάφιο της πρώτης παραγράφου του αντίστοιχου άρθρου του ισχύοντος από 1.7.2019 Π.Κ., ενώ απειλείται αυξημένη ποινή στην περίπτωση που διαπιστώνεται άμεσος δόλος α' βαθμού.
Οι προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 308 και 309 του ισχύοντος από 1.7.2019 Π.Κ. οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, τυποποιούν τις αξιόποινες πράξεις της σωματικής βλάβης και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης αντίστοιχα, περιέχουν ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο μεταχείριση, καθότι με την πρώτη η προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης, για την σωματική βλάβη, κυμαίνεται από δέκα ημέρες έως δύο έτη ή χρηματική ποινή, έναντι εκείνης του προϊσχύσαντος Π.Κ.
που προέβλεπε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, ήτοι φυλάκιση τριών μηνών έως πέντε ετών (άρθρο 53 του ιδίου κώδικα) και με την δεύτερη η προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης κυμαίνεται από δέκα ημέρες έως τρία έτη ή χρηματική ποινή, έναντι εκείνης του προϊσχύσαντος Π.Κ. που προέβλεπε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών.
Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ` αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού.
Όσον αφορά το δόλο που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι αναγκαία η παράθεση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του (λ.χ.
άμεσο δόλο). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί αυτά να αναφέρονται κατ` είδος, γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιο συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.
Απαιτείται, μόνο, να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ` όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ` επιλογή, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Π.Δ.. Όμως, δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης αναφέρεται, τόσο στην κρίση για την ενοχή, όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' του Κ.Π.Δ.. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής.
Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός με την παραπάνω έννοια είναι και ο περί ελλείψεως ικανότητας προς καταλογισμό, αφού σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητάς του έχει ως συνέπεια το ατιμώρητο του δράστη. Έλλειψη ικανότητας προς καταλογισμό, κατά το άρθρο 34 του ΠΚ, υπάρχει αν ο δράστης, όταν διέπραξε την αξιόποινη πράξη, λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξης της συνείδησης, δεν είχε την ικανότητα ν' αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπό τον όρο διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών περιλαμβάνονται όλες οι μορφές παραφροσύνης ή φρενοπάθειας υπό την ευρεία έννοια, ενώ υπό τον όρο διατάραξη της συνείδησης περιλαμβάνονται όλες οι ψυχικές διαταράξεις οι οποίες δεν πηγάζουν από παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, αλλά εμφανίζονται σε ψυχικά υγιή άτομα και είναι πάντοτε παροδικές.
Αν εξαιτίας μιας από τις ψυχικές αυτές καταστάσεις ο δράστης δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του, δηλαδή να διακρίνει το δίκαιο από το άδικο αυτό, δηλαδή να ενεργήσει λογικά, τότε η πράξη δεν καταλογίζεται στον πράξαντα. Λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη διαδικασία ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, υπέβαλε, δια του συνηγόρου που τον εκπροσωπούσε, γραπτώς και ανέπτυξε προφορικά τον ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, αυτοτελή ισχυρισμό: "Όπως προκύπτει από την αριθ. 4151/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγώ υπέστην, στις 23.11.2011, σοβαρό τροχαίο ατύχημα, από το οποίο τραυματίστηκα σοβαρά στο κρανίο.
Καθότι, σύμφωνα με το από 24.11.2011 συμπέρασμα της αξονικής τομογραφίας εγκεφάλου, του Νοσοκομείου Υγεία, υπέστην "συντριπτικό κάταγμα στο δεξιό ινιακό οστό, που επεκτείνεται μέχρι τη βάση του κρανίου, αιμορραγικές θλάσεις με συνοδό περιεστιακό οίδημα στο πρόσθιο τμήμα του δεξιού μετωπιαίου λοβού, χωρίς μετατόπιση γραμμής.
Παρεμπιπτόντως παρατηρείται μερική κατάληψη του σφηνοειδούς κόλπου. Σύμφωνα δε με το από 27.11.2011 ενημερωτικό σημείωμα του ίδιου Νοσοκομείου στο οποίο εισήχθην με κάταγμα βάσεως κρανίου, εγκεφαλικές θλάσεις, κεφαλαλγία και εμετό, διεγνώσθη για εμένα, βαρύ οργανικό ψυχοσύνδρομο. Την τακτική παρακολούθησή μου από ψυχιατρικής πλευράς ανέλαβε ο Νευρολόγος - Ψυχίατρος Α.
Π. Σ. Στο από 5.10.2015 Ιατρικό ενημερωτικό του σημείωμα ο ίδιος θεράπων Νευρολόγος Ψυχίατρος, αναφέρει ότι: ¨Σύμφωνα με το ιστορικό του (ΚΕΚ) και βαρύ οργανικό ψυχοσύνδρομο που ήταν απόρροια του ατυχήματος του 2011 και τα δεδομένα της ιατρικής επιστήμης ο Β. Κ. συνεχίζει να είναι εν δυνάμει κάτω από στρεσογόνες συνθήκες ασθενής, διότι η οργανική βλάβη του εγκεφάλου που υπέστη άφησε υπολειμματική οργανική βλάβη που εκτιμάται ότι δεν θα αποκατασταθεί πλήρως, με συνέπεια ο έλεγχος της συμπεριφοράς του να είναι προβληματικός.
Ως συμπτωματολογία δε του βαρέως οργανικού ψυχοσυνδρόμου, για εμένα ο ίδιος αναφέρει: ¨την απώλεια συνείδησης, έντονη κεφαλαλγία και έντονη ψυχοδιεγερτική κατάσταση, μη ελεγχόμενη συμπεριφορά και δυσκολία επικοινωνίας: Ο ίδιος, αναφέρεται μου συνέστησε αναλγητικά, μείζονα ηρεμιστικά και συχνή επικοινωνία.¨.
Το μεσολαβήσαν από την ημερομηνία του τροχαίου ατυχήματος, που μου συνέβη στις 23.11.2011, βραχύ χρονικό διάστημα, μέχρι το συμβάν για το οποίο καταδικάσθηκα, για βαριά σωματική βλάβη του εγκαλούντος, που συνέβη στις 20.03.2012, σε συνδυασμό με την από ψυχιατρικής πλευράς, ως ανωτέρω, διάρκεια του βαρέως οργανικού ψυχοσυνδρόμου, καταδεικνύουν ότι υφιστάμην για όλο αυτό το χρονικό διάστημα, την λόγω αυτού προπεριγραφόμενη ψυχική κατάσταση.
Επομένως, βρισκόμουν την ημερομηνία αυτή, δηλαδή στις 21.3.2012, σε κατάσταση που δεν είχα την ικανότητα να αντιληφθώ το αντικειμενικά άδικο χαρακτήρα της πράξης μου και επομένως σύμφωνα με το άρθρο 34 ΠΚ, η πράξη μου αυτή δεν πρέπει να μου καταλογισθεί. Εξ άλλου, ο ίδιος ο εγκαλών παραδέχεται ότι με περίμενε εκνευρισμένος, προκειμένου να μετακινήσω το αυτοκίνητό μου που εμπόδιζε τη διέλευση του δικού του αυτοκινήτου, είχε καλέσει την άμεση δράση και διαμαρτυρήθηκε, λεκτικά κατ' αρχήν σε εμένα.
Εγώ, ερχόμενος για να μετακινήσω το αυτοκίνητό μου, όπως καταθέτουν οι μάρτυρες υπεράσπισης, αν και ο εγκαλών απευθύνθηκε σε εμένα με υβριστικό τρόπο, τον αντιμετώπισα ψύχραιμα και επιχείρησα ακίνδυνη φυγή. Όμως ο εγκαλών, δεν με προέτρεψε να φύγω και συνέχιζε να μου απευθύνεται εκνευρισμένα αναμένοντας μάλιστα την άφιξη της αστυνομίας.
Άλλωστε και ο μάρτυρας κατηγορίας κατέθεσε ότι: ¨είδα να τσακώνονται, να αρπάζονται¨. Όπως επίσης κατέθεσαν οι μάρτυρες υπεράσπισης: ¨ο κατηγορούμενος τρόμαξε όταν άκουσε για την αστυνομία. Είχε ένα ατύχημα και άλλαξε. Είχε ένα στρες μετά το τρακάρισμα και ότι, ενώ εγώ του ζήτησα συγγνώμη, εκείνος μου κρατούσε το χέρι και μου ζητούσε να μην φύγω.
Όταν δε εγώ προσπάθησα να μπω στο αυτοκίνητό μου, εκείνος με εμπόδισε και με κτύπησε με τα χέρια του, στο πρόσωπό μου. Εγώ, ετών τότε μόλις 20, υποφέροντας ψυχολογικά, κατά τα ανωτέρω, έχοντας νωπό το τροχαίο ατύχημα και τα τραύματα στο κρανίο μου, βλέποντας έναν ώριμο άνδρα να μην μου συμπεριφέρεται με κατανόηση αλλά επιθετικά, εξέλαβα ότι ήθελε το κακό μου και ότι έπρεπε να απομακρυνθώ οπωσδήποτε από αυτόν.
Έτσι αντέδρασα, ενεργώντας υπό την αντίληψη πίεσης για να αμυνθώ, ώστε να απομακρυνθώ από τον εγκαλούντα. Συντρέχουν επομένως όλες οι προϋποθέσει εφαρμογής στην περίπτωσή μου του άρθρου 34 Π.Κ., για έλλειψη καταλογισμού σε εμένα της πράξης για την οποία καταδικάστηκα και της εντεύθεν αθώωσής μου". Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ' αριθμό 1409/2018, απόφασής του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, αναφορικά με την αξιόποινη πράξη της βαριάς σωματικής βλάβης, για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα και του επέβαλε ποινή φυλάκισης είκοσι δύο (22) μηνών με τριετή αναστολή, τα ακόλουθα επί λέξει πραγματικά περιστατικά: "Ο εγκαλών Δ.
Κ., είναι δικηγόρος και διατηρεί γραφείο σε κτίριο που βρίσκεται στα ..., το οποίο διαθέτει υπόγειο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων με πρόσβαση σ' αυτόν από το εσωτερικό του κτιρίου. Στις 20.3.2012 και περί ώρα 22:50' αφού έκλεισε το γραφείο του μετέβη στον άνω υπόγειο χώρο, όπου είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητό του, ανοίγοντας ταυτόχρονα την ¨γκαραζόπορτα¨.
Τότε διαπίστωσε ότι έμπροσθεν της εξόδου του υπόγειου χώρου ήταν σταθμευμένο το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η έξοδός του από αυτόν. Για τον λόγο αυτό, αφού αρχικά κατευθύνθηκε σε παρακείμενη καφετέρια αναζητώντας, χωρίς, όμως, αποτέλεσμα τον οδηγό του ανωτέρω οχήματος, κάλεσε στη συνέχεια την άμεσο δράση.
Ενώ ανέμενε την έλευση των αστυνομικών εμφανίστηκε στο παραπάνω σημείο ο κατηγορούμενος, οδηγός του σταθμευμένου στο παραπάνω σημείο οχήματος, μαζί του δε ήταν και άλλα νεαρά άτομα. Όταν ο εγκαλών διαμαρτυρήθηκε για τον τρόπο που είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητό του, ο κατηγορούμενος του επιτέθηκε γρονθοκοπώντας τον στο πρόσωπο και ρίχνοντάς τον αιμόφυρτο στο έδαφος, στη συνέχεια δε απομακρύνθηκε στο σημείο με το ανωτέρω όχημα.
Η πράξη αυτή του κατηγορουμένου κατά του εγκαλούντος είχε ως επακόλουθο τη βαριά σωματική πάθηση του τελευταίου. Ειδικότερα, στο νοσοκομείο "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", όπου διακομίστηκε ο παθών με ασθενοφόρο, διαπιστώθηκε ότι αυτός είχε υποστεί κάταγμα ζυγωματικού οστού δεξιά, ρωγμώδες κάταγμα ρινικών οστών και υπόσφαγα δεξιού οφθαλμού.
Για την αντιμετώπιση του κατάγματος ζυγωματικού υποβλήθηκε σε ανοικτή χειρουργική ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση με πλάκες και βίδες τιτανίου, νοσηλεύθηκε δε στο άνω νοσοκομείο μέχρι τις 29.3.2012, οπότε εξήλθε με οδηγίες για την φαρμακευτική αγωγή που έπρεπε να ακολουθήσει και τη σύσταση για επανεξέταση σε πέντε ημέρες, ενώ κρίθηκε ότι έχρηζε αναρρωτικής άδειας 10 ημερών.
Κατά την επανεξέτασή του, στις 27.4.2012, στο ίδιο νοσοκομείο διαπιστώθηκε ότι παρουσίαζε ήπιο οίδημα της παρειακής χώρας και ήπια διαταραχή της οδοντικής σύγκλεισης και του συνεστήθη επανεξέταση σε ένα μήνα και οδοντιατρική εκτίμηση. Στις 29.6.2012 επανεξετάστηκε στο άνω νοσοκομείο και διαπιστώθηκε ότι παρουσίαζε ήπια υπαισθησία τριγωνικής περιοχής επί τα εκτός του οφθαλμικού κόγχου δεξιά και ήπια διαταραχή της οδοντικής σύγκλεισης και του συνεστήθη οδοντιατρική εκτίμηση και γναθοχειρουργική εκτίμηση σε τρεις μήνες.
Κατά την εξέταση του παθόντος από τον ειδικό Ιατροδικαστή Σ. Τ. στις 4.11.2014, δηλαδή 2,5 και πλέον έτη μετά την επίθεση που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο, διαπιστώθηκε ότι αυτός εμφανίζει ασυμμετρία οφθαλμών με ήπια πτώση δεξιού βλεφάρου, μετατραυματικό οίδημα δεξιάς παρειάς και έλλειψη συμμετρίας έξω και έσω κανθών.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος γρονθοκόπησε τον παθόντα στο πρόσωπο, με σκοπό να του προκαλέσει απλή σωματική βλάβη, το παραπάνω, όμως βαρύτερο αποτέλεσμα, το οποίο επέφερε η εν λόγω πράξη του, η βαριά δηλαδή σωματική πάθηση του παθόντος, οφείλεται σε αμέλειά του και, συγκεκριμένα, στο ότι αυτός, επειδή δεν κατέβαλε την προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε ότι, είναι δυνατόν η παραπάνω πράξη του σε βάρος του παθόντα, να προκαλέσει στον τελευταίο την ανωτέρω βαριά σωματική βλάβη.
Σύμφωνα με αυτά, ο κατηγορούμενος επέδειξε αμέλεια, στην οποία οφείλεται η ανωτέρω βαριά σωματική πάθηση του πολιτικώς ενάγοντα, τούτο δε διότι αυτός, αφενός μεν δεν κατέβαλε την προσοχή που απαιτείται αντικειμενικά και την οποία κάθε μέτρια συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, όταν βρίσκεται υπό τις παραπάνω ειδικότερες περιστάσεις και συνθήκες, υπό τις οποίες βρέθηκε αυτός κατά τον ανωτέρω χρόνο, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθεις που επικρατούν και της κοινής πείρας και λογικής κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να καταβάλει την προσοχή αυτή και να προβλέψει το παραπάνω βαρύτερο αποτέλεσμα, που, σύμφωνα με τα ανωτέρω, προήλθε από την εν λόγω πράξη του και το οποίο αποτέλεσμα βρίσκεται σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη του αυτή και το οποίο δεν προέβλεψε.
Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος, αν και ήθελε να προξενήσει στον παθόντας απλή σωματική κάκωση, κτύπησε αυτόν με γροθιές στο κεφάλι και όχι σε κάποιο άλλο λιγότερο ευπαθές σημείο του σώματός του και με δύναμη περισσότερη από εκείνη που απαιτούταν για τον απλό τραυματισμό του, ο οποίος, στην περίπτωση αυτή, δεν θα προκαλούσε στον παθόντα τις ανωτέρω βαριές σωματικές βλάβες, μεταξύ των οποίων και κάταγμα του ζυγωματικού οστού, για την αντιμετώπιση του οποίου υποβλήθηκε αυτός σε επέμβαση εσωτερικής οστεοσύνθεσης κατά την οποία τοποθετήθηκαν στο κρανίου του πλάκα τιτανίου και βίδες, με όλες τις αρνητικές συνέπειες, όπως κεφαλαλγίες και ζαλάδες και την πρόκληση της ως άνω δυσμορφίας στο πρόσωπό του, έπληξε δε ο κατηγορούμενος τον παθόντα στο παραπάνω σημείο του σώματός του και με το μέσο και με τον τρόπο που προαναφέρθηκαν, επειδή δεν προέβλεψε ότι, ήταν δυνατό με τις γροθιές που του κατάφερε, με πολύ περισσότερη μάλιστα δύναμη από εκείνη για τον απλό τραυματισμό του, να του προκαλέσει την παραπάνω βαριά σωματική βλάβη, η οποία μπορούσε να αποτραπεί αν αυτός (κατηγορούμενος), θέλοντας να προκαλέσει στον παθόντα απλή σωματική κάκωση, απέφευγε να πλήξει αυτόν στο κεφάλι, αλλά σε κάποιο άλλο, λιγότερο ευπαθές, σημείο του σώματός του και, σε κάθε περίπτωση, με ηπιότερο τρόπο και με λιγότερη δύναμη.
Περαιτέρω από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν προέκυψε ουδεμία απολύτως νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών ή της συνείδησης του κατηγορουμένου, η οποία κατά τη χρονική στιγμή τέλεσης της ως άνω αξιόποινης πράξης, να είχε αποκλείσει την ικανότητά του προς καταλογισμό δηλαδή να είχε αποκλείσει τη δυνατότητα σ' αυτόν (κατηγορούμενο) να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό, λαμβανομένου υπόψη και του ότι σε κάθε περίπτωση η ανικανότητα ή η μειωμένη ικανότητα προς καταλογισμό, κρίνεται, όχι γενικά και αφηρημένα, αλλά πάντα σε σχέση με τη συγκεκριμένη πράξη και πρέπει να διαπιστώνεται η συνδρομή της κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, κάτι που δεν συνέβη στη προκειμένη περίπτωση - ενώ δεν αρκεί το γεγονός ότι αυτός πριν την τέλεση της ως άνω πράξης του είχε τραυματιστεί (τον Νοέμβριο του 2011) σε τροχαίο ατύχημα, υποστάς κάταγμα βάσης κρανίου με βαρύ οργανικό ψυχοσύνδρομο.
Άλλωστε και ο ιατρός Α. Σ., νευρολόγος - ψυχίατρος, ο οποίος, όπως δηλώνει στην από 5.10.2015 έγγραφη ιατρική ενημέρωση, παρακολουθεί έκτοτε τον κατηγορούμενο, αναφέρεται γενικά σε προβληματικό έλεγχο της συμπεριφοράς του από τον κατηγορούμενο και όχι σε ανικανότητά του προς καταλογισμό, υπό την έννοια που προεκτέθηκε, και μάλιστα κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται.
Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός περί ανικανότητας του κατηγορουμένου για καταλογισμό (άρθρο 34 του Π.Κ.). τέλος, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι πρέπει να μετατραπεί η κατηγορία σε απλή σωματική βλάβη, είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αφού η πράξη του είχε επακόλουθο τη βαριά σωματική πάθηση του παθόντος, όπως ήδη αναλυτικά έχει εκτεθεί.".
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε, μεταξύ άλλων, τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ελλείψεως καταλογισμού, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, και κήρυξε ένοχο τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την ως άνω αξιόποινη πράξη της βαριάς σωματικής βλάβης με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, διατακτικό: "Στα ..., την 20.3.2012, με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική του βλάβη υπό την έννοια ότι η πράξη του προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής και πιο συγκεκριμένα κατά τον άνω τόπο και χρόνο έπληξε τον παθόντα Δ.
Κ. με γροθιές στο πρόσωπο, στο δεξί μάτι, δεξιό ζυγωματικό κι δεξιά γνάθο, ρίχνοντάς τον στο έδαφος αναίσθητο και εγκαταλείποντάς τον στην συνέχεια αιμόφυρτο, προκαλώντας του κατ' αυτόν τον τρόπο πολλαπλά συντριπτικά κατάγματα στο πρόσωπο και δη κάταγμα ζυγωματικού οστού και ρωγμώδες κάταγμα ρινικών οστών, συνεπεία των οποίων ο παθών διεκομίσθη στο Νοσοκομείο "Ευαγγελισμός", όπου και παρέμεινε προς νοσηλεία επί εννιαημέρου, υποβληθείς σε χειρουργική επέμβαση ανάταξης του δεξιού ζυγωματικού με εσωτερική οστεοσύνθεση με τοποθέτηση πλάκας τιτανίου και βίδες, από τον τρόπο δε με τον οποίο ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη του (αιφνιδιαστικά και επανειλημμένα τον παθόντα), το μέσο που χρησιμοποίησε (γροθιές) αλλά κι το σημείο του σώματος που έπληξε (κρανίο και οφθαλμό) προξένησε στον παθόντα σοβαρό κίνδυνο για την ζωή του, εφόσον προκλήθηκε κάταγμα του ζυγωματικού οστού, συνεπεία του οποίου ο ανωτέρω υπεβλήθη σε ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση, κατά την οποία (ανάταξη) τοποθετήθηκαν στο κρανίο του πλάκα τιτανίου και βίδες, τις οποίες θα φέρει δια βίου με όλες τις αρνητικές συνέπειες που συνεπάγονται (κεφαλαλγίες, ζάλες).".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου και με αιτιολογική επάρκεια δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων με πρόθεση προξένησε στον εγκαλούντα σωματική κάκωση που είχε ως επακόλουθο την βαριά σωματική βλάβη υπό την έννοια ότι η πράξη του προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής.
Βέβαιο καθίσταται, τόσο με τις αναφερθείσες παραδοχές για την ενοχή του αναιρεσείοντος, όσο και με ειδικότερες αυτοτελείς σκέψεις ως ανωτέρω, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας με αιτιολογική επάρκεια οδηγήθηκε στην απορριπτική του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί ελλείψεως καταλογισμού στο πρόσωπό του, κρίση έχοντας συνεκτιμήσει την σοβαρότητα του τραυματισμού του αναιρεσείοντος, κατά το τροχαίο ατύχημα του Νοεμβρίου του 2011, του διαδραμόντος έκτοτε χρόνου μέχρι το ένδικο συμβάν, την παρακολούθησή του, έκτοτε, από τον νευρολόγο - Ψυχίατρο Α.
Σ. - θεράποντα ιατρό του, που είχε ιδίαν αντίληψη για την πορεία της υγείας του αναιρεσείοντος και την κατάσταση των πνευματικών λειτουργιών και της συνείδησής του, κατά τη χρονική στιγμή τέλεσης της ως άνω αξιόποινης πράξης, λαμβάνοντας υπόψη και αξιολογώντας όλα τα υπάρχοντα στη δικογραφία, καθώς και τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους, αποδεικτικά μέσα, ενώ δεν ήταν αναγκαίο, κατά νόμο, να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά και να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους.
Εκ του γεγονότος ότι στο σκεπτικό της απόφασης γίνεται ρητή αναφορά στο από 5.10.2015 έγγραφο του νευρολόγου - Ψυχιάτρου δεν συνάγεται, ενόψει των εν γένει παραδοχών της απόφασης, ότι δεν συνεκτιμήθηκαν με το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ούτε ότι υπήρξε αποκλεισμός κάποιου αποδεικτικού μέσου.
Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι η εκτίμηση του εγγράφου αυτού από το Δικαστήριο της ουσίας σε σχέση με τους συλλογισμούς και παραδοχές είναι ελλιπής, ασαφής και αποσπασματικώς γενόμενη, ότι το Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου και ότι προχώρησε στην λανθασμένη αξιολογική εκτίμηση επιλεκτικά μόνο του ως άνω εγγράφου παραλείποντας την επιβαλλόμενη συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση και του περιεχομένου όλων των λοιπών αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτη, εφόσον βάλλει κατά της εκτίμησης των αποδείξεων και της αξιολόγησης των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων.
Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με την, κατά τα ανωτέρω, περί απόρριψης του αυτοτελούς ως άνω ισχυρισμού κρίση του Δικαστηρίου, είναι αβάσιμος.
Όμως, η παραπάνω σωματική κάκωση δεν μπορεί, εν προκειμένω, να στοιχειοθετήσει το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης, σύμφωνα με το άρθρο 310 του ισχύοντος από 1.7.2019 Π.Κ., διότι δεν τυποποιείται πλέον ως αυτοτελές έγκλημα η απλή σωματική βλάβη που έχει ως αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη από αμέλεια του υπαιτίου, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων. Η εν λόγω νομοθετική αλλαγή , δεν οδηγεί σε μη τέλεση της αξιόποινης πράξης, αλλά σε τέλεση της αξιόποινης πράξης σωματικής βλάβης, υπό άλλη προβλεπόμενη ηπιότερη μορφή, ήτοι της επικίνδυνης σωματικής βλάβης του άρθρου 309 του ισχύοντος από 1.7.2019 Π.Κ, αφού η πράξη της σωματικής βλάβης του άρθρου 308 του ιδίου κώδικα, κατά τις παραδοχές, τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει και προκάλεσε στον παθόντα κίνδυνο ζωής και περιέχει ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, όπως προαναφέρθηκε, αφού επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη, ενώ με το αντίστοιχο του προϊσχύσαντος Π.Κ. επιβαλλόταν φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και εφόσον η υπό κρίση από 20.9.2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1409/26.2.2018 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών είναι παραδεκτή, πρέπει, κατ' εφαρμογή της προαναφερόμενης επιεικέστερης διάταξης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον ως προς το σκέλος της επιβληθείσας ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο, αν είναι δυνατόν, από τους ίδιους δικαστές (άρθρο 522 Κ.Π.Δ του ισχύοντος από 1.7.2019 Κ.Π.Δ., που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση κατά το άρθρο 590 του ιδίου κώδικα, σύμφωνα με το οποίο "υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας σε οποιοδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα"), και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1409/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, μόνον ως προς το σκέλος της επιβληθείσας ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από τους ίδιους δικαστές, εφόσον τούτο είναι δυνατόν.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 20.9.2018 αίτηση του Β. Κ. του Δ., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμό 1409/26.2.2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ