2029/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2029/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): - Επομένως, θα πρέπει να απορριφθεί, η υπό κρίση αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, - ως κατ' ουσία αβάσιμη, να επιβληθούν δε τα εκ διακοσίων πενήντα (250) € δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος (άρθ. 583 §1 ΚΠΔ, σε συνδ. με το αρθρ. 3§3 του Ν. 773/1977 και την 123827/23-12-2010 Απόφαση Υπουργών Οικονομικών & Δικαιοσύνης).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2029 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2029/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Ζαχαρή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Ανανγνωστοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2018, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Ι. Σ. του Ν. κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχάλη Δημητρακόπουλο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 600/2015 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Το Α' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαΐου 2018 αίτησή του (υποβληθείσα στις 22 Μαΐου 2018), η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 721/2018.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευάγγελος Ζαχαρής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου με αριθμό 187/13-8-2018, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντας, ενώπιον Σας, κατά τα άρθρα 527 § 3 εδ. β', 528 § 1 εδ.
α' και 529 ΚΠΔ την από 16-5-2018 αίτηση του Ι. Σ. του Ν., περί επαναλήψεως προς το συμφέρον αυτού της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 600/2015, αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή δεκαοκτώ μηνών για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο (άρθρ. 1,14,18, 26§1α, 27§1, 53 του ΠΚ και αρ. 25 Ν.1882/90) και εκθέτουμε τ' ακόλουθα:
I. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 § 1 ΚΠΔ, "Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις εξής περιπτώσεις 1)....2) αν ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία μόνα τους, ή σε συνδυασμό με εκείνα, που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο, που πραγματικά τέλεσε" (Α.Π. 1277/2008). "Νέα γεγονότα ή αποδείξεις", που είναι ταυτόσημες έννοιες, είναι εκείνα που, είτε προϋπήρχαν της καταδίκης, αλλά ήσαν άγνωστα, είτε ανακαλύφθηκαν μετά την καταδίκη.
Στην κατηγορία αυτή υπάγονται καταθέσεις νέων μαρτύρων ή συμπληρωματικές και διευκρινιστικές καταθέσεις όσων έχουν καταθέσει, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως τα οποία (νέα στοιχεία ) είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με όσα προϋπήρχαν είναι βέβαιο, και όχι πιθανό, ότι οδηγούν στην αθώωση του κατ/νου .
Αν όμως τα νέα γεγονότα ή αποδείξεις υποβλήθηκαν ρητά ή έμμεσα, στην κρίση του δικαστηρίου που καταδίκασε τον αιτούντα και απορρίφθηκαν από αυτό, έστω και εσφαλμένα, τότε δεν θεωρούνται νέα και κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελέσουν την βάση για επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 1300/2009 , ΑΠ 444/2009 , ΑΠ 263/2009, ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 1139/2003, Π.
Τσιρίδης: "Η επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασθέντος" Νοβ. 44. 778 και επ. , Δαλακούρας: "Περί των νέων και άγνωστων γεγονότων ή αποδείξεων στην επανάληψη της διαδικασίας" Υπερ. 1995/673, Δαλακούρας: "Η επανάληψη διαδικασίας 2007, σελ. 214 και 215 ). Είναι όμως, ανεπίτρεπτη -μέσω της διαδικασίας της επαναλήψεως της διαδικασίας- η επιδίωξη του καταδικασθέντος να υπάρξει απλά ένας νέος ουσιαστικός επανέλεγχος της κατηγορίας (ΑΠ 2482/2008, ΑΠ 788/08).
II. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση με την οποία ο αιτών ζητεί την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 600/2015, αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, γιατί, κατά τα λεγόμενά του, μετά την καταδίκη της, αποκαλύφθηκαν νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις, που καθιστούν φανερό ότι αυτή είναι αθώος, είναι νόμιμη-σύμφωνα με τις προμνησθείσες διατάξεις, των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ- αρμοδίως δε, εισάγεται ενώπιον Σας, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία .
III. Η προσβαλλόμενη ως άνω καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών είναι ήδη αμετάκλητη, - αφού, δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο κατ' αυτής. IV. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών ,ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, για για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο ψευδή καταμήνυση..
Ειδικότερα στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της, δέχθηκε το Εφετείο ότι, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα του ότι: Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 28-2-2011 έως 31-4-2011 με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων σε Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (ΔΟΥ) χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ.
Ειδικότερα, ως νόμιμος εκπρόσωπος (διευθύνων σύμβουλος) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή προς τη ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών (ήδη ΔΟΥ Μεγάλων Επιχειρήσεων) για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών τα χρέη συνολικού ποσού 613.963,99 ευρώ, που γεννήθηκαν και ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 6.2006 έως 6.12.2008, κατά το οποίο ο κατηγορούμενος είχε την προαναφερθείσα ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της συγκεκριμένης εταιρείας και εξακολουθούν μέχρι τώρα να οφείλονται.
Τα χρέη αυτά καθορίζονται ανά είδος, οικονομικό έτος, ποσό οφειλής και ταμειακή βεβαίωση στον πίνακα που ακολουθεί:
α/α Είδος χρέους Οικ.έτος Ημερ.βεβαίωσης Ποσό οφειλής Ταμ/κή Βεβαίωση 1 Τέλη Χαρτ/μου 2008 7-10-2010 1.364,82 31.12.2010 2 Φόρος Εισοδήματος 2008 7-10-2010 92.424,82 ευρώ 29-10-2010 3 Φόρος Εισοδήματος 2008 7-10-2010 11.591,31 ευρώ 29/10/10 4 Φόρος Εισοδήματος 2008 7-10-2008 31.162,68 ευρώ 29/10/10 5 Φόρος Εισοδήματος 2008 7-10-2010 476.752,68 ευρώ 29-10-2010 6 Πρόστιμο άμεσων φόρων 2009 7-10-2010 333,84 ευρώ 29-10-2010 7 Πρόστιμο άμεσων φόρων 2009 7-10-2010 333,84 ευρώ 29-10-2010 Με την υπό κρίση αίτησή του, ο αιτών "ως λόγους" επανάληψης της διαδικασίας προβάλλει, επί λέξει, τα παρακάτω: "Νέα στοιχεία:
το πρωτότυπα φύλλα ελέγχου δεν καταλόγιζαν σε εμένα τα χρέη για τα οποία καταδικάστηκα. Σύμφωνα με την απόφαση, καταδικάστηκα για το ότι κατά το χρονικό διάστημα 28/02/2011 έως 31/04/2011 δεν κατέβαλα βεβαιωμένα χρέη συνολικού ύψους 613.963,996, που γεννήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 06/02/2006 έως 06/12/2008, όταν κατείχα την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της Π., και συγκεκριμένα για τα εξής χρέη [σελ. 32 απόφασης] :
I. Τέλη χαρτοσήμου [Είδος Χρέους], 2008 [Οικονομικό Έτος], 07/1 0/2010 [Ημερ. Βεβαίωσης], 1.364,826 [Ποσό Οφειλής], 31/12/2010 [Ταμειακή Βεβαίωση] ii. Φόρος Εισοδήματος [Είδος Χρέους], 2008 [Οικονομικό Έτος], 07/10/2010 [Ημερ. Βεβαίωσης], 92.424,82 [Ποσό Οφειλής], 29/10/2010 [Ταμειακή Βεβαίωση] iii. Φόρος Εισοδήματος [Είδος Χρέους], 2008 [Οικονομικό Έτος], 07/10/2010 [Ημερ.
Βεβαίωσης], 11.591,316 [Ποσό Οφειλής], 29/10/2010 [Ταμειακή Βεβαίωση] ιν. Φόρος Εισοδήματος [Είδος Χρέους], 2008 [Οικονομικό Έτος], 07/10/2010 [Ημερ. Βεβαίωσης], 31.162,686 [Ποσό Οφειλής], 29/10/2010 [Ταμειακή Βεβαίωση] ν. Φόρος Εισοδήματος [Είδος Χρέους], 2008 [Οικονομικό Έτος], 07/10/2010 [Ημερ. Βεβαίωσης], 476.752,686 [Ποσό Οφειλής], 29/10/2010 [Ταμειακή Βεβαίωση] νί.
Πρόστιμο Άμεσων Φόρων [Είδος Χρέους], 2009 [Οικονομικό Έτος], 07/10/2010 [Ημερ. Βεβαίωσης], 333,846 [Ποσό Οφειλής], 29/10/2010 [Ταμειακή Βεβαίωση] νϋ". Πρόστιμο Άμεσων Φόρων [Είδος Χρέους], 2009 [Οικονομικό Έτος], 07/10/2010 [Ημερ. Βεβαίωσης], 333,846 [Ποσό Οφειλής], 29/10/2010 [Ταμειακή Βεβαίωση], 4. Η απόφαση επαναλαμβάνει το περιεχόμενο του με αριθμ.
Πρωτ../1-12-2014 εγγράφου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ. [ΣΧΕΤΙΚΟ 3, που ευρίσκεται στη δικογραφία]. Ειδικότερα στο εν λόγω έγγραφο αναφέρεται ότι ο Ι. Σ., "ήταν Διευθύνων Σύμβουλος της ..." [...] από ..., και συνεπώς ευθύνεται για τις εξής εγγραφές του πίνακα χρεών της Αίτησης Ποινικής Δίωξης [ίδετε ΣΧΕΤΙΚΟ 4: η υπ' αριθμ. ..-6- 20! 1 Αίτηση με συνημμένον τον υπ' αριθμ. 87/2011 Πίνακα Χρεών]:
α/α 13 ΑΤΒ 6553/2010 υπόλοιπο οφειλής 1.364,826 α/α 22 ΑΤΒ 6559/2010 υπόλοιπο οφειλής 92.424,826 α/α 23 ΑΤΒ 6560/2010 υπόλοιπο οφειλής 11.591,316 α/α 26 ΑΤΒ 6562/2010 υπόλοιπο οφειλής 31.162,686 α/α 27 ΑΤΒ 6563/2010 υπόλοιπο οφειλής 476.752,686 α/α 29 ΑΤΒ 6565/2010 υπόλοιπο οφειλής 333,846 α/α 30 ΑΤΒ 6566/2010 υπόλοιπο οφειλής 333,846, ήτοι συνολικά για ποσό 613.963,996 [...]". 5. Κατόπιν της υπ' αριθμ. 5111/7-3-2018 αίτησής μου προς την εφορία, έλαβα την με αριθμ.
πρωτ. 5111/16-3-2018 απάντηση από το Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., καθώς και τα φύλλα ελέγχου και τις πράξεις διοικητικής επίλυσης της διαφοράς που αντιστοιχούν στα χρέη για τα οποία καταδικάστηκα [ΣΧΕΤΙΚΟ 5: το υπ'αριθμ. 5111/16-3-2018 έγγραφο Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ,]. Από την απλή επισκόπηση των εγγράφων που για πρώτη φορά προσκομίζονται ενώπιον των δικαστικών αρχών και των οποίων έλαβα γνώση επίσης για πρώτη φορά με την ανωτέρω αίτησή μου, προκύπτει ότι τα φύλλα ελέγχου δεν καταλογίζουν σε εμένα ως συνυπόχρεο αλληλεγγύως πρόσωπο τα καταλογιστέα χρέη, που κατόπιν βεβαιώθηκαν από την εφορία και κατέστησαν επίδικα [ΣΧΕΤΙΚΑ 6-11], αφού ουδεμία αναφορά στο όνομά μου γίνεται. iv.
Το ανωτέρω αποδεικνύει ότι η φορολογική αρχή ομολογεί ότι εγώ ουδέποτε υπήρξα φορολογικά υπόλογος. Μην αναγνωριζόμενος ως φορολογικά υπόλογος, δεν δικαιούμην να προσβάλω διοικητικά την εκτελεστή πράξη (τα φύλλα ελέγχου) "λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος". Αυτό επαληθεύτηκε προσφάτως από την ίδια την ΑΑΔΕ.
Εν συντομία: επί τη βάση νέου, οριστικού αυτήν την φορά, ελέγχου που διενήργησε το Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ, στην Π. το έτος 2015 [ΣΧΕΤΙΚΟ 12: η από 11-12-2015 Έκθεση Πλήρη Ελέγχου Προσδιορισμού Παρακρατούμενων Φόρων], στον οποίο συμπεριελήφθησαν και τα αποτελέσματα του προσωρινού ελέγχου του έτους 2010, επί τη βάση του οποίου προσδιορίστηκαν τα επίδικα χρέη, άσκησα την με αριθμ.
πρωτ. 283666/2-11-2016 Ενδικοφανή Προσφυγή κατά - σε εκείνη την περίπτωση- του επί μέρους κεφαλαίου της Έκθεσης που αφορούσε στις υποχρεώσεις για παρακράτηση φόρου τόκων ομολογιακών δανείων για τις διαχειριστικές περιόδους 2007 - 2011 και κατά των Οριστικών Πράξεων Διορθωτικού Προσδιορισμού Παρακρατούμενου Φόρου επί Τόκων Ομολογιακών Δανείων των ετών 2007-2009.
Διευκρινίζεται ότι η Ενδικοφανής Προσφυγή μου πρόσβαλε μεν τα αποτελέσματα του Ελέγχου μόνον ως προς το κεφάλαιο της Έκθεσης που αφορούσε στους φόρους επί των τόκων ομολογιακών δανείων. Επειδή όμως η Έκθεση επεκτεινόταν, όπως ήδη αναφέρθηκε, και στα επίδικα εν προκειμένω κεφάλαια του Φόρου - Χαρτόσημου Ο ΓΑ επί αμοιβών Δ.
Σ. [ΣΧΕΤΙΚΟ 12: σελ. 66 Έκθεσης για το χρέος α/α 22 στον Πίνακα Χρεών - α/α 2 στον Πίνακα της Απόφασης (σελ. 32)], του Φόρου Εισοδήματος επί αποζημιώσεων απολυμένων [ΣΧΕΤΙΚΟ 12: σελ. 63 Έκθεσης για το χρέος α/α 23 στον Πίνακα Χρεών - α/α 3 στον Πίνακα της Απόφασης (σελ. 32)], του Φόρου Εισοδήματος επί αμοιβών σε ελεύθερους επαγγελματίες [ΣΧΕΤΙΚΟ 12:
σελ. 47 Έκθεσης για το χρέος α/α 26 στον Πίνακα Χρεών - α/α 4 στον Πίνακα της Απόφασης (σελ. 32)] και του Φόρου Εισοδήματος επί αμοιβών από μισθιοτές υπηρεσίες [ΣΧΕΤΙΚΟ 12: σελ. 43 Έκθεσης για το χρέος α/α 27 στον Πίνακα Χρεών - α/α 5 στον Πίνακα της Απόφασης (σελ. 32)], οι δε οφειλές από τις ανωτέρω αιτίες, όπως και στην περίπτωση του φόρου επί των τόκων ομολογιακών δανείων, ουδέποτε και ουδόλως καταλογίστηκαν εις εμέ προσωπικώς ως συνυπόχρεο φορολογικώς πρόσωπο, μία νέα, ειδικά κατά αυτών των χρεών στρεφόμενη Ενδικοφανής Προσφυγή ήταν αλυσιτελής, αφού η απάντηση της διοικήσεως όφειλε να είναι ταυτόσημη με την Απάντηση της ΑΑΔΕ σχετικά με το προσβληθέν ειδικώς κεφάλαιο [ΣΧΕΤΙΚΟ 13:
η υπ' αριθμ. 1759/2-3-2017 Απόφαση Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών ΑΑΔΕ], Σύμφωνα δε με την Απάντηση της ΑΑΔΕ, η Ενδικοφανής Προσφυγή απορρίπτεται "λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος", με το αιτιολογικό ότι οι πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρου "δεν καταλογίζουν φόρο με υπόχρεο εμένα", αφού ουδέποτε μου αποδόθηκε η ιδιότητα του αλληλεγγύως υπευθύνου κατά το στάδιο του καταλογισμού των επίδικων φόρων! Τονιστέον ότι η έλλειψη αυτή της διοικήσεως δεν θεραπεύεται με εκ των υστέρων συμπλήρωση επί των σωμάτων των φύλλων ελέγχου των ονομάτων των συνυπόχρεων προσώπων.
Επομένως, η ενδικοφανής μου προσφυγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης ( = έλλειψης εννόμου συμφέροντος), αφού εγώ δεν θεωρήθηκα ως Φορολογικά υπόλογος. Είναι λοιπόν προφανές ότι ενώ εγώ ουδέποτε θεωρήθηκα διοικητικά υπόλογος, και μάλιστα στερήθηκα "λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος" του δικαιώματος μου περί δικαστικής προστασίας, θεωρήθηκα ποινικά υπόλογος! 5.
Σημειώνεται ότι ουδέποτε κοινοποιήθηκε σε εμένα ατομική ειδοποίηση ως προς τα οφειλόμενα χρέη, ώστε να προβώ σε σχετική άμυνα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο φερόμενος ως συνυπόχρεος οφειλέτης δεν διαθέτει άλλη άμυνα πλην της ανακοπής της ατομικής ειδοποίησης, η οποία ενσωματώνει και τις οφειλές του, δεδομένου ότι τα φύλλα ελέγχου (η εκτελεστή πράξη) κοινοποιούνται μόνον στην οφειλέτιδα εταιρεία και όχι στους διευθύνοντες συμβούλους αυτής.
Αυτά δέχτηκε και το Διοικητικό Πρωτοδικείο Χανιών που ακύρωσε την επιβληθείσα επί των ακινήτων μου κατάσχεση για τα επίδικα χρέη [ίδετε ΣΧΕΤΙΚΟ 14: η υπ' αριθμ. 1014/30- 11-2017 Απόφαση του Μον.Δοικ. Πρωτ. Χανίων, σελ. 9 με ρητή αναφορά στις επίδικες οφειλές της "με αριθμό 87/15994/7-6-2011 αίτησης ποινικής δίωξης προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών", ίδετε ανωτέρω ΣΧΕΤΙΚΟ 4]. 6.
Συμπερασματικά, σύμφωνα με τα νέα οψιγενή στοιχεία που προσκομίζονται ενώπιον Σας, ήχοι τα φύλλα ελέγχου και την Απάντηση της ΑΑΔΕ, που δεν είχαν προσκομιστεί και επομένως ληφθεί υπόψιν από το δικάσαν δικαστήριο, προκύπτει άνευ αμφιβολίας ότι εγώ ουδεμία υποχρέωση προς καταβολή των χρεών που γεννήθηκαν στο όνομα της Π.
είχα, αφού μηδέποτε μου καταλογίστηκαν τέτοια ποσά με συνέπεια μάλιστα να στερούμαι λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος οποιοσδήποτε άμυνας διοικητικής φύσεως που να αφορά στην ουσία αυτών των χρεών. 7. Τέλος σημειώνεται ότι, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 5111/16-3-2018 έγγραφο Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ. [ίδετε ανωτέρω ΣΧΕΤΙΚΟ 5], ειδικά όσον αφορά στο χρέος που στον επίδικο Πίνακα Χρεών φέρει τον α/α 29 και αντιστοιχεί στον α/α 6 του 8.
Πίνακα που περιλαμβάνει η Απόφαση (σελ. 32), η εφορία μόλις για πρώτη φορά αναγνωρίζει ότι πρόκειται για χρέος "εκτός της περιόδου που διετέλεσα Διευθύνων Σύμβουλος ... ΛΕ με ΑΦΜ 0...1" και γι' αυτόν τον λόγο δεν δύναται να μου παρέχει συγκεκριμένα στοιχεία, καθώς διαφορετικά θα παραβίαζε το φορολογικό απόρρητο.
Με άλλους λόγους, το Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ. αναγνωρίζει όψιμα ότι αδίκως καταδικάστηκα για χρέος που δεν γεννήθηκε καν επί διοικήσεώς μου και γι' αυτό δεν μου γνωστοποιεί τα φύλλα ελέγχου ως προς αυτό! Νέα στοιχεία: Τα επίδικα χρέη προσδιορίστηκαν επί τη βάση προσωρινού ελέγχου και βεβαιώθηκαν με φύλλα προσωρινού ελέγχου - Κατά την οριστικοποίηση του ελέγχου τα επίδικα χρέη ήταν παραγεγραμμένα. 10.
Τα επίδικα χρέη προσδιορίστηκαν από προσωρινό έλεγχο που διενεργήθηκε το έτος 2010 στην Π. για τη χρονική περίοδο 01/01/2007 έως 30/06/2010 με την υπ' αριθμ. 380/14-4-2010 εντολή του ΔΕΚ Αθηνών [ίδετε ΣΧΕΤΙΚΟ 12, σελ. 23 και ειδικότερα ΣΧΕΤΙΚΟ 12: σελ. 66 Έκθεσης για το χρέος α/α 22 στον Πίνακα Χρεών - α/α 2 στον Πίνακα της Απόφασης (σελ. 32)• σελ. 63 Έκθεσης για το χρέος α/α 23 στον Πίνακα Χρεών - α/α 3 στον Πίνακα της Απόφασης (σελ. 32)• σελ. 47 Έκθεσης για το χρέος α/α 26 στον Πίνακα Χρεών - α/α 4 στον Πίνακα της Απόφασης (σελ. 32)• σελ. 43 Έκθεσης για το χρέος α/α 27 στον Πίνακα Χρεών - α/ α 5 στον Πίνακα της Απόφασης (σελ. 32)].
Μετά την ολοκλήρωση του προσωρινού αυτού ελέγχου εκδόθηκαν τα προσωρινά φύλλα ελέγχου που προσκομίζονται για πρώτη φορά με την παρούσα [ίδετε ανωτέρω ΣΧΕΤΙΚΑ 7-11]. Σύμφωνα με το άρθ. 55Α ΚΦΔ (Ν. 4174/2013) η δίωξη των εγκλημάτων της φοροδιαφυγής "προϋποθέτει οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου", "αφού με την πράξη αυτήν προσδιορίζεται το ποσό της φορολογικής οφειλής" [έτσι ΣΧΕΤΙΚΟ 15:
η υπ' αριθμ. 254/2017 Γνωμοδότηση ΝΣΚ, σελ. 12], Και ναι μεν ο ΚΦΔ αναφέρεται στα εγκλήματα του άρθ. 66 ΚΦΔ [δηλαδή στη φοροδιαφυγή στο εισόδημα ή στους παρακρατούμένους φόρους κ.λ.π.], για την ταυτότητα του νομικού λόγου όμως η προϋπόθεση αυτή αξιώνει τήρησης και στο επίδικο αδίκημα τη μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, όταν τα επίδικα μη καταβεβλημένα χρέη έχουν ως πηγή τα χρέη του άρθ. 66 ΚΦΔ.
Θα ήταν νομικώς και λογικώς παράλογον, να μην δύναται να διωχθεί κάποιος για φοροδιαφυγή στο εισόδημα επί τη βάση προσωρινής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού (και μέχρι να εκδοθεί οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού, καθώς η τελευταία "πράξη προσδιορίζει το ποσόν της φορολογικής οφειλής"), αλλά να δύναται να διωχθεί για το αδίκημα της μη καταβολής του ίδιου χρέους που προσδιορίζεται από την προσωρινή πράξη διορθωτικού προσδιορισμοί)! Εν προκειμένω, από τα φύλλα ελέγχου που προσκομίζουμε, προκύπτει ότι αυτά αποτελούσαν προσωρινά φύλλα ελέγχου, εκδοθέντα κατόπιν προσωρινού ελέγχου, κατά τα ανωτέρω, με συνέπεια να μην μπορούν κατά νόμον να προσδιορίσουν το ύψος των οριστικών χρεών που θα όφειλε να καταβάλει η Π..
Επί προσωρινών (και αβέβαιων) χρεών όμως ανεπιτρέπτως ασκήθηκε εις βάρος που ποινική δίωξη και εντεύθεν καταδικάστηκα. 12. Σημειώνεται εκ περισσού ότι τα χρέη αυτά οριστικοποιήθηκαν με νέον Έλεγχο που διενεργήθηκε το έτος 2015 [ίδετε ΣΧΕΤΙΚΟ 12 και ειδικότερα σελ. 66 Έκθεσης για το χρέος α/α 22 στον Πίνακα Χρεών - α/α 2 στον Πίνακα της Απόφασης (σελ. 32)- σελ. 63 Έκθεσης για το χρέος α/α 23 στον Πίνακα Χρεών - α/ α 3 στον Πίνακα της Απόφασης (σελ. 32)• σελ. 47 Έκθεσης για το χρέος α/α 26 στον Πίνακα Χρεών - α/α 4 στον Πίνακα της Απόφασης (σελ. 32)• σελ. 43 Έκθεσης για το χρέος α/α 27 στον Πίνακα Χρεών - α/α 5 στον Πίνακα της Απόφασης (σελ. 32)].
Ο νέος αυτός έλεγχος παρανόμως εντούτοις επεκτάθηκε στα επίδικα χρέη που είχαν πλέον παραγραφεί. Είναι πλέον παγιωμένη η νομολογία του ΣτΕ ως προς τα χρονικά όρια που μπορεί να διενεργηθεί νομίμως φορολογικός έλεγχος, και ως προς ποιες χρήσεις η αξίωση του Δημοσίου θεωρείται παραγεγραμμένη. Αρχικά, με την ΣτΕ 623/2016, επί προστίμων ΚΒΣ, κρίθηκε ότι οι παρατάσεις της παραγραφής χρήσεων με νόμο (ακόμα και η πρώτη παράταση) δεν είναι νόμιμες και ότι η δεκαετής προθεσμία στη φορολογία εισοδήματος εφαρμόζεται και ως προς την επιβολή προστίμων ΚΒΣ με την απαραίτητη όμως συνδρομή συμπληρωματικών (δηλαδή νέων και "μη προβλέψιμων" για την ελεγκτική αρχή) στοιχείων.
Εν συνεχεία, με την ΣτΕ 675/2017, κρίθηκε ότι η διάρκεια της παραγραφής πρέπει να καθορίζεται εκ των προτέρων, ενώ μεταβολή της με την πρόβλεψη επιμηκύνσεως είναι δυνατή μόνον υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 78 παρ. 2 Συν, δηλαδή με διάταξη θεσπιζόμενη το αργότερο το επόμενο της γενέσεως της φορολογικής υποχρεώσεως έτος.
Κατά συνέπεια, διάταξη νόμου περί παρατάσεως χρόνου παραγραφής φορολογικών αξιώσεων, των οποίων η έναρξη του χρόνου παραγραφής είναι προγενέστερη του προηγουμένου της δημοσιεύσεως του νόμου αυτού ημερολογιακού έτους, είναι ανίσχυρη. Εξάλλου, ενόψει της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ.
δ' του Συντάγματος), η παραγραφή πρέπει να έχει εύλογη διάρκεια. Με άλλους λόγους, το ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματικό το καθεστώς της παράτασης του χρόνου παραγραφής, εφόσον ξεπερνά το ένα έτος και υπό την προϋπόθεση ότι δεν θεσπίζεται με διάταξη το αργότερο το επόμενο έτος από αυτό που γεννάται η φορολογική υποχρέωση.
Τέλος, με την πρόσφατη ΟλΣτΕ 1738/2017, το ΣτΕ (το οποίο ασχολήθηκε με το θεσμό και με άλλες αποφάσεις του, όπως την ΣτΕ 425/2017) επικύρωσε τις κρίσεις της ΣτΕ 675/2017 απόφασης. Έτσι, με βάση τα παραπάνω, το δικαίωμα του Δημοσίου προς καταλογισμό φόρων, προστίμων κ.λπ., για την επίδικη χρήση 2007 (οικονομικό έτος 2008) ξεκίνησε την 31.12.2008 και έληξε την 31.12.2013 και για την επίδικη χρήση 2008 (οικονομικό έτος 2009) ξεκίνησε την 31.12.2009 και έληξε την 31.12.2014.
Επομένως, όποια χρέη και αν διαπιστώθηκαν με την νέα Έκθεση Ελέγχου του 2015 [ΣΧΕΤΙΚΟ 12], παρανόμως τούτο έγινε, καθώς οι αξιώσεις του Δημοσίου από τις επίδικες χρήσεις είχαν ήδη υποπέσει σε παραγραφή." V. Από το περιεχόμενο της εν λόγω αιτήσεως δεν προκύπτουν "νέα γεγονότα" ή "αποδείξεις", άγνωστες, στους δικαστές που δίκασαν, κατά την έννοια του άρθρου 525§2 του ΠΚ, και οι οποίες από μόνες τους ή σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο - καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος για την πράξη για την οποία καταδικάστηκε, αλλά στην αίτηση περιέχονται ισχυρισμοί και επιχειρήματα του, που, εστιάζονται γύρω, από την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων κατά την διάρκεια της δίκης, κατά την οποία καταδικάσθηκε, έτσι ώστε να σηματοδοτείται η επιδίωξή του - δια της ως άνω διαδικασίας - να υπάρξει, ένας νέος ουσιαστικός επανέλεγχος της κατηγορίας, ο οποίος κατά τα προεκτεθέντα είναι ανεπίτρεπτος.
Τα έγγραφα που προσκομίζει ο αιτών δεν αποτελούν "νέα στοιχεία" κατά την έννοια του νόμου, γιατί τα εν λόγω φύλλα ελέγχου αποτέλεσαν στοιχεία επί των οποίων στηρίχθηκε η από 7-6-2011 αίτηση δίωξης και ο σχετικός συνοδευτικός πίνακας χρεών του Διευθυντή της ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών, στοιχεία γνωστά στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών που τον καταδίκασε αμετάκλητα με την υπ'αριθ. 600/2015 απόφασή του.
VI. - Επομένως, θα πρέπει να απορριφθεί, η υπό κρίση αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, - ως κατ' ουσία αβάσιμη, να επιβληθούν δε τα εκ διακοσίων πενήντα (250) € δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος (άρθ. 583 §1 ΚΠΔ, σε συνδ. με το αρθρ. 3§3 του Ν. 773/1977 και την 123827/23-12-2010 Απόφαση Υπουργών Οικονομικών & Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: 1) Ν' απορριφθεί στην ουσία της η άνω αίτηση του Ι. Σ. του Ν., περί επαναλήψεως προς το συμφέρον αυτού της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 600/2015, αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. 3) Να επιβληθούν τα εκ διακοσίων είκοσι (250) € δικαστικά έξοδα, σε βάρος του.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Κωνσταντινόπουλος".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚποινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο παραπάνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως, αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.
Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν βέβαιο και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που την εξέδωσαν, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο βοήθημα αλλά έκτακτη διαδικασία.
Εξάλλου, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις Δημόσιες Υπηρεσίες, και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του χρέους.
Ειδικότερα, προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους που η εξόφλησή του έχει ρυθμιστεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος.
Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997 και, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις Δημόσιες Υπηρεσίες ή τα Τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού, που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής.
Το άρθρο τούτο στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/1-1-2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προ το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, διώκεται δε ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό της οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με την βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.τ.λ.), και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη.
Η αμφισβήτηση του χρέους από τον υπόχρεο, όπως και ο ισχυρισμός του, ότι έχει παραγραφεί και κατά συνέπεια εσφαλμένως έχει βεβαιωθεί, δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι ο υπόχρεος - οφειλέτης του Δημοσίου, στην περίπτωση αυτή οφείλει να ασκήσει τα νόμιμα μέσα, δηλαδή την προβλεπόμενη από το άρθρο 73 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΝΔ 356/1974) ανακοπή, για να εξαλειφθεί το χρέος και, αν αυτό δεν συμβεί, το χρέος θεωρείται υποστατό και ενεργό, η δε μη καταβολή του συνεπάγεται τις κυρώσεις του νόμου.
Η τυχόν άσκηση προσφυγής και η συνεπεία αυτής αναστολή της καταβολής των χρεών δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στο αξιόποινο του ως άνω εγκλήματος, ούτε βεβαίως οδηγεί στην αθώωση του κατηγορουμένου, αφού από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται τέτοιος τρόπος άρσης του αδίκου ή εξάλειψης του αξιοποίνου του εν λόγω εγκλήματος.
Θα ήταν δε εντελώς άτοπο σε κάθε περίπτωση άσκησης προσφυγής εναντίον καταλογιστικής πράξης του χρέους να οδηγείτο το δικαστήριο σε αθώωση του προσφεύγοντος κατηγορουμένου, αφού έτσι θα ετίθετο εκποδών ο σκοπός, για τον οποίο θεσπίστηκε η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 εδ.
α του Ν. 1882/1990 "στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων, πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται, προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους Προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη.
Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω". Κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, "για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου (ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, ομόρρυθμες κ.τ.λ.) η ποινική δίωξη ασκείται για χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για χρέη που βεβαιώθηκαν, ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή ...".
Στη συνέχεια, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 2523/1997 "στα νομικά πρόσωπα ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής, θεωρούνται: 1) στις ημεδαπές Α.Ε., οι Πρόεδροι των Δ.Σ., οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές, ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα δια νόμου, είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση ή διαχείριση αυτών".
Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος της πληρωμής του (εφάπαξ ή με δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαίωσης του χρέους ο νόμος εννοεί εκείνον, κατά τον οποίο γίνεται αυτή από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υποχρέου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί, και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους, όταν η εξόφληση έχει ρυθμιστεί σε δόσεις ή ολοκλήρου του ποσού, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του.
Όταν πρόκειται για ανώνυμη εταιρία, πρέπει να αναφέρεται ότι το ποινικώς υπεύθυνο πρόσωπο, κατά το χρόνο κατά τον οποίο βεβαιώθηκε το χρέος είχε μία από τις ιδιότητες που αναφέρονται παραπάνω, ότι είναι δηλαδή πρόεδρος του ΔΣ, διευθύνων σύμβουλος κτλ. Περαιτέρω, κατά τη σαφή διατύπωση του άρθρου 25 του ως άνω ν. 1882/1990, για κάθε πίνακα χρεών, ο οποίος υποβάλλεται στον Εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ., ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει, ως μία πράξη, την μη καταβολή του συνολικού χρέους που αναφέρεται στον πίνακα, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επί μέρους χρέους του πίνακα.
Δεν πρόκειται, δηλαδή, λόγω της μη καταβολής ενός εκάστου χρέους του πίνακα για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος, κυριαρχικά, θεωρεί, πλέον, ότι τα περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη, μη καταβληθέντα, συνιστούν ένα και μόνον έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και δη με χρόνο τέλεσης τη συμπλήρωση τετραμήνου από του χρόνου λήξης της υποχρέωσης καταβολής αυτών.
Με τη ρύθμιση αυτή, δηλαδή η καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αποκτά τη μορφή ενός εν δυνάμει ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος.
ΙΙ. Με την κρινόμενη αίτηση, ο αιτών ζητεί την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθμό 600/2015 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, προβάλλοντας επί λέξει τα παρακάτω: "Νέα στοιχεία: το πρωτότυπα φύλλα ελέγχου δεν καταλόγιζαν σε εμένα τα χρέη για τα οποία καταδικάστηκα.
Σύμφωνα με την απόφαση, καταδικάστηκα για το ότι κατά το χρονικό διάστημα 28/02/2011 έως 31/04/2011 δεν κατέβαλα βεβαιωμένα χρέη συνολικού ύψους 613.963,996, που γεννήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 06/02/2006 έως 06/12/2008, όταν κατείχα την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου Π.ης, και συγκεκριμένα για τα εξής χρέη [σελ. 32 απόφασης]: i Τέλη χαρτοσήμου [Είδος Χρέους], 2008 [Οικονομικό Έτος], 07/10/2010 [Ημερ.
Βεβαίωσης], 1.364,826 [Ποσό Οφειλής], 31/12/2010 [Ταμειακή Βεβαίωση]. ii. Φόρος Εισοδήματος [Είδος Χρέους], 2008 [Οικονομικό Έτος], 07/10/2010 [Ημερ. Βεβαίωσης], 92.424,82 [Ποσό Οφειλής], 29/10/2010 [Ταμειακή Βεβαίωση]. iii. Φόρος Εισοδήματος [Είδος Χρέους], 2008 [Οικονομικό Έτος], 07/10/2010 [Ημερ. Βεβαίωσης], 11.591,316 [Ποσό Οφειλής], 29/10/2010 [Ταμειακή Βεβαίωση]. iv.
Φόρος Εισοδήματος [Είδος Χρέους], 2008 [Οικονομικό Έτος], 07/10/2010 [Ημερ. Βεβαίωσης], 31.162,686 [Ποσό Οφειλής], 29/10/2010 [Ταμειακή Βεβαίωση]. ν. Φόρος Εισοδήματος [Είδος Χρέους], 2008 [Οικονομικό Έτος], 07/10/2010 [Ημερ. Βεβαίωσης], 476.752,686 [Ποσό Οφειλής], 29/10/2010 [Ταμειακή Βεβαίωση]. vi. Πρόστιμο Άμεσων Φόρων [Είδος Χρέους], 2009 [Οικονομικό Έτος], 07/10/2010 [Ημερ.
Βεβαίωσης], 333,846 [Ποσό Οφειλής], 29/10/2010 [Ταμειακή Βεβαίωση]. vii. Πρόστιμο Άμεσων Φόρων [Είδος Χρέους], 2009 [Οικονομικό Έτος], 07/10/2010 [Ημερ. Βεβαίωσης], 333,846 [Ποσό Οφειλής], 29/10/2010 [Ταμειακή Βεβαίωση]. 4. Η απόφαση επαναλαμβάνει το περιεχόμενο του με αριθμό πρωτ. 32568/1-12-2014 εγγράφου του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ. [ΣΧΕΤΙΚΟ 3, που ευρίσκεται στη δικογραφία].
Ειδικότερα στο εν λόγω έγγραφο αναφέρεται ότι ο Ι. Σ., "ήταν Διευθύνων Σύμβουλος της ..." [...] από ..., και συνεπώς ευθύνεται για τις εξής εγγραφές του πίνακα χρεών της Αίτησης Ποινικής Δίωξης [ίδετε ΣΧΕΤΙΚΟ 4: η υπ' αριθμό 15994/7-6- 20! 1 Αίτηση με συνημμένο τον υπ' αριθμό 87/2011 Πίνακα Χρεών]: α/α 13 ΑΤΒ 6553/2010 υπόλοιπο οφειλής 1.364,826α/α 22 ΑΤΒ 6559/2010 υπόλοιπο οφειλής 92.424,826 α/α 23 ΑΤΒ 6560/2010 υπόλοιπο οφειλής 11.591,316 α/α 26 ΑΤΒ 6562/2010 υπόλοιπο οφειλής 31.162,686α/α 27 ΑΤΒ 6563/2010 υπόλοιπο οφειλής 476.752,686 α/α 29 ΑΤΒ 6565/2010 υπόλοιπο οφειλής 333,846 α/α 30 ΑΤΒ 6566/2010 υπόλοιπο οφειλής 333,846,ήτοι συνολικά για ποσό 613.963,996 [...]". 5.
Κατόπιν της υπ' αριθμό 5111/7-3-2018 αίτησης μου προς την εφορία, έλαβα την με αριθμό πρωτ. 5111/16-3-2018 απάντηση από το Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ., καθώς και τα φύλλα ελέγχου και τις πράξεις διοικητικής επίλυσης της διαφοράς που αντιστοιχούν στα χρέη για τα οποία καταδικάστηκα [ΣΧΕΤΙΚΟ 5: το υπ' αριθμό 5111/16-3-2018 έγγραφο Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ.]. Από την απλή επισκόπηση των εγγράφων που για πρώτη φορά προσκομίζονται ενώπιον των δικαστικών αρχών και των οποίων έλαβα γνώση επίσης για πρώτη φορά με την ανωτέρω αίτηση μου, προκύπτει ότι τα φύλλα ελέγχου δεν καταλογίζουν σε εμένα ως συνυπόχρεο αλληλεγγύως πρόσωπο τα καταλογιστέα χρέη, που κατόπιν βεβαιώθηκαν από την εφορία και κατέστησαν επίδικα [ΣΧΕΤΙΚΑ 6-11], αφού ουδεμία αναφορά στο όνομα μου γίνεται. 6.
Το ανωτέρω αποδεικνύει ότι η φορολογική αρχή ομολογεί ότι εγώ ουδέποτε υπήρξα φορολογικά υπόλογος. Μη αναγνωριζόμενος ως φορολογικά υπόλογος, δεν δικαιούμην να προσβάλω διοικητικά την εκτελεστή πράξη (τα φύλλα ελέγχου) "λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος". Αυτό επαληθεύτηκε προσφάτως από την ίδια την ΑΑΔΕ.
Εν συντομία: επί τη βάσει νέου, οριστικού αυτήν την φορά, ελέγχου που διενήργησε το Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ, στην Π. το έτος 2015 [ΣΧΕΤΙΚΟ 12: η από 11-12-2015 Έκθεση Πλήρη Ελέγχου Προσδιορισμού Παρακρατούμενων Φόρων], στον οποίο συμπεριελήφθησαν και τα αποτελέσματα του προσωρινού ελέγχου του έτους 2010, επί τη βάση του οποίου προσδιορίστηκαν τα επίδικα χρέη, άσκησα την με αριθμό πρωτ. 283666/2-11-2016 Ενδικοφανή Προσφυγή κατά - σε εκείνη την περίπτωση- του επί μέρους κεφαλαίου της Έκθεσης που αφορούσε στις υποχρεώσεις για παρακράτηση φόρου τόκων ομολογιακών δανείων για τις διαχειριστικές περιόδους 2007-2011 και κατά των Οριστικών Πράξεων Διορθωτικού Προσδιορισμού Παρακρατούμενου Φόρου επί Τόκων Ομολογιακών Δανείων των ετών 2007-2009.
Διευκρινίζεται ότι η Ενδικοφανής Προσφυγή μου πρόσβαλε μεν τα αποτελέσματα του Ελέγχου μόνον ως προς το κεφάλαιο της Έκθεσης που αφορούσε στους φόρους επί των τόκων ομολογιακών δανείων. Επειδή όμως η Έκθεση επεκτεινόταν, όπως ήδη αναφέρθηκε, και στα επίδικα εν προκειμένω κεφάλαια του Φόρου - Χαρτόσημου ΟΓΑ επί αμοιβών Δ.Σ. [ΣΧΕΤΙΚΟ 12:
σελ. 66 Έκθεσης για το χρέος α/α 22 στον Πίνακα Χρεών - α/α 2 στον Πίνακα της Απόφασης (σελ. 32)], του Φόρου Εισοδήματος επί αποζημιώσεων απολυμένων [ΣΧΕΤΙΚΟ 12: σελ. 63 Έκθεσης για το χρέος α/α 23 στον Πίνακα Χρεών - α/α 3 στον Πίνακα της Απόφασης (σελ. 32)], του Φόρου Εισοδήματος επί αμοιβών σε ελεύθερους επαγγελματίες [ΣΧΕΤΙΚΟ 12:
σελ. 47 Έκθεσης για το χρέος α/α 26 στον Πίνακα Χρεών - α/α 4 στον Πίνακα της Απόφασης (σελ. 32)] και του Φόρου Εισοδήματος επί αμοιβών από μισθωτές υπηρεσίες [ΣΧΕΤΙΚΟ 12: σελ. 43 Έκθεσης για το χρέος α/α 27 στον Πίνακα Χρεών - α/α 5 στον Πίνακα της Απόφασης (σελ. 32)], οι δε οφειλές από τις ανωτέρω αιτίες, όπως και στην περίπτωση του φόρου επί των τόκων ομολογιακών δανείων, ουδέποτε και ουδόλως καταλογίστηκαν εις εμέ προσωπικώς ως συνυπόχρεο φορολογικώς πρόσωπο, μία νέα, ειδικά κατά αυτών των χρεών στρεφόμενη Ενδικοφανής Προσφυγή ήταν αλυσιτελής, αφού η απάντηση της διοικήσεως όφειλε να είναι ταυτόσημη με την Απάντηση της ΑΑΔΕ σχετικά με το προσβληθέν ειδικώς κεφάλαιο [ΣΧΕΤΙΚΟ 13:
η υπ' αριθμό 1759/2-3-2017 Απόφαση Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών ΑΑΔΕ], Σύμφωνα δε με την Απάντηση της ΑΑΔΕ, η Ενδικοφανής Προσφυγή απορρίπτεται "λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος", με το αιτιολογικό ότι οι πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρου "δεν καταλογίζουν φόρο με υπόχρεο εμένα", αφού ουδέποτε μου αποδόθηκε η ιδιότητα του αλληλεγγύως υπευθύνου κατά το στάδιο του καταλογισμού των επίδικων φόρων! Τονιστέον ότι η έλλειψη αυτή της διοικήσεως δεν θεραπεύεται με εκ των υστέρων συμπλήρωση επί των σωμάτων των φύλλων ελέγχου των ονομάτων των συνυπόχρεων προσώπων.
Επομένως, η ενδικοφανής μου προσφυγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης ( = έλλειψης εννόμου συμφέροντος), αφού εγώ δεν θεωρήθηκα ως Φορολογικά υπόλογος. Είναι λοιπόν προφανές ότι ενώ εγώ ουδέποτε θεωρήθηκα διοικητικά υπόλογος, και μάλιστα στερήθηκα "λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος" του δικαιώματος μου περί δικαστικής προστασίας, θεωρήθηκα ποινικά υπόλογος! 7.
Σημειώνεται ότι ουδέποτε κοινοποιήθηκε σε εμένα ατομική ειδοποίηση ως προς τα οφειλόμενα χρέη, ώστε να προβώ σε σχετική άμυνα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο φερόμενος ως συνυπόχρεος οφειλέτης δεν διαθέτει άλλη άμυνα πλην της ανακοπής της ατομικής ειδοποίησης, η οποία ενσωματώνει και τις οφειλές του, δεδομένου ότι τα φύλλα ελέγχου (η εκτελεστή πράξη) κοινοποιούνται μόνον στην οφειλέτιδα εταιρεία και όχι στους διευθύνοντες συμβούλους αυτής.
Αυτά δέχτηκε και το Διοικητικό Πρωτοδικείο Χανίων που ακύρωσε την επιβληθείσα επί των ακινήτων μου κατάσχεση για τα επίδικα χρέη [ίδετε ΣΧΕΤΙΚΟ 14: η υπ' αριθμό 1014/30-11-2017 Απόφαση του Μον. Διοικ. Πρωτ. Χανίων, σελ. 9 με ρητή αναφορά στις επίδικες οφειλές της "με αριθμό 87/15994/7-6-2011 αίτησης ποινικής δίωξης προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών", ίδετε ανωτέρω ΣΧΕΤΙΚΟ 4]. 8.
Συμπερασματικά, σύμφωνα με τα νέα οψιγενή στοιχεία που προσκομίζονται ενώπιον Σας, ήτοι τα φύλλα ελέγχου και την Απάντηση της ΑΑΔΕ, που δεν είχαν προσκομιστεί και επομένως ληφθεί υπόψιν από το δίκασαν δικαστήριο, προκύπτει άνευ αμφιβολίας ότι εγώ ουδεμία υποχρέωση προς καταβολή των χρεών που γεννήθηκαν στο όνομα της Π.
είχα, αφού μηδέποτε μου καταλογίστηκαν τέτοια ποσά με συνέπεια μάλιστα να στερούμαι λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος οποιοσδήποτε άμυνας διοικητικής φύσεως που να αφορά στην ουσία αυτών των χρεών. 9. Τέλος σημειώνεται ότι, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμό 5111/16-3-2018 έγγραφο Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ. [ίδετε ανωτέρω ΣΧΕΤΙΚΟ 5], ειδικά όσον αφορά στο χρέος που στον επίδικο Πίνακα Χρεών φέρει τον α/α 29 και αντιστοιχεί στον α/α 6 του Πίνακα που περιλαμβάνει η Απόφαση (σελ. 32), η εφορία μόλις για πρώτη φορά αναγνωρίζει ότι πρόκειται για χρέος "εκτός της περιόδου που διετέλεσα Διευθύνων Σύμβουλος ...
ΛΕ με ΑΦΜ 0...1" και γι' αυτόν τον λόγο δεν δύναται να μου παρέχει συγκεκριμένα στοιχεία, καθώς διαφορετικά θα παραβίαζε το φορολογικό απόρρητο. Με άλλους λόγους, το Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ. αναγνωρίζει όψιμα ότι αδίκως καταδικάστηκα για χρέος που δεν γεννήθηκε καν επί διοικήσεως μου και γι' αυτό δεν μου γνωστοποιεί τα φύλλα ελέγχου ως προς αυτό! Νέα στοιχεία:
Τα επίδικα χρέη προσδιορίστηκαν επί τη βάση προσωρινού ελέγχου και βεβαιώθηκαν με φύλλα προσωρινού ελέγχου - Κατά την οριστικοποίηση του ελέγχου τα επίδικα χρέη ήταν παραγεγραμμένα. 10. Τα επίδικα χρέη προσδιορίστηκαν από προσωρινό έλεγχο που διενεργήθηκε το έτος 2010 στην Π. για τη χρονική περίοδο 01/01/2007 έως 30/06/2010 με την υπ' αριθμό 380/14-4-2010 εντολή του ΔΕΚ Αθηνών [ίδετε ΣΧΕΤΙΚΟ 12, σελ. 23 και ειδικότερα ΣΧΕΤΙΚΟ 12:
σελ. 66 Έκθεσης για το χρέος α/α 22 στον Πίνακα Χρεών - α/α 2 στον Πίνακα της Απόφασης (σελ. 32)• σελ. 63 Έκθεσης για το χρέος α/α 23 στον Πίνακα Χρεών - α/α 3 στον Πίνακα της Απόφασης (σελ. 32)• σελ. 47 Έκθεσης για το χρέος α/α 26 στον Πίνακα Χρεών - α/α 4 στον Πίνακα της Απόφασης (σελ. 32)• σελ. 43 Έκθεσης για το χρέος α/α 27 στον Πίνακα Χρεών - α/ α 5 στον Πίνακα της Απόφασης (σελ. 32)].
Μετά την ολοκλήρωση του προσωρινού αυτού ελέγχου εκδόθηκαν τα προσωρινά φύλλα ελέγχου που προσκομίζονται για πρώτη φορά με την παρούσα [ίδετε ανωτέρω ΣΧΕΤΙΚΑ 7-11]. Σύμφωνα με το άρθ. 55Α ΚΦΔ (Ν. 4174/2013) η δίωξη των εγκλημάτων της φοροδιαφυγής "προϋποθέτει οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου", "αφού με την πράξη αυτήν προσδιορίζεται το ποσό της φορολογικής οφειλής" [έτσι ΣΧΕΤΙΚΟ 15:
η υπ' αριθμό 254/2017 Γνωμοδότηση ΝΣΚ, σελ. 12]. Και ναι μεν ο ΚΦΔ αναφέρεται στα εγκλήματα του άρθ. 66 ΚΦΔ [δηλαδή στη φοροδιαφυγή στο εισόδημα ή στους παρακρατούμενους φόρους κ.λπ.], για την ταυτότητα του νομικού λόγου όμως η προϋπόθεση αυτή αξιώνει τήρησης και στο επίδικο αδίκημα τη μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, όταν τα επίδικα μη καταβεβλημένα χρέη έχουν ως πηγή τα χρέη του άρθ. 66 ΚΦΔ.
Θα ήταν νομικώς και λογικώς παράλογο, να μην δύναται να διωχθεί κάποιος για φοροδιαφυγή στο εισόδημα επί τη βάσει προσωρινής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού (και μέχρι να εκδοθεί οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού, καθώς η τελευταία "πράξη προσδιορίζει το ποσόν της φορολογικής οφειλής"), αλλά να δύναται να διωχθεί για το αδίκημα της μη καταβολής του ίδιου χρέους που προσδιορίζεται από την προσωρινή πράξη διορθωτικού προσδιορισμού)! Εν προκειμένω, από τα φύλλα ελέγχου που προσκομίζουμε, προκύπτει ότι αυτά αποτελούσαν προσωρινά φύλλα ελέγχου, εκδοθέντα κατόπιν προσωρινού ελέγχου, κατά τα ανωτέρω, με συνέπεια να μην μπορούν κατά νόμον να προσδιορίσουν το ύψος των οριστικών χρεών που θα όφειλε να καταβάλει η Π..
Επί προσωρινών (και αβέβαιων) χρεών όμως ανεπιτρέπτως ασκήθηκε εις βάρος που ποινική δίωξη και εντεύθεν καταδικάστηκα. 12. Σημειώνεται εκ περισσού ότι τα χρέη αυτά οριστικοποιήθηκαν με νέον Έλεγχο που διενεργήθηκε το έτος 2015 [ίδετε ΣΧΕΤΙΚΟ 12 και ειδικότερα σελ. 66 Έκθεσης για το χρέος α/α 22 στον Πίνακα Χρεών - α/α 2 στον Πίνακα της Απόφασης (σελ. 32)- σελ. 63 Έκθεσης για το χρέος α/α 23 στον Πίνακα Χρεών - α/ α 3 στον Πίνακα της Απόφασης (σελ. 32)• σελ. 47 Έκθεσης για το χρέος α/α 26 στον Πίνακα Χρεών - α/α 4 στον Πίνακα της Απόφασης (σελ. 32)• σελ. 43 Έκθεσης για το χρέος α/α 27 στον Πίνακα Χρεών - α/α 5 στον Πίνακα της Απόφασης (σελ. 32)].
Ο νέος αυτός έλεγχος παρανόμως εντούτοις επεκτάθηκε στα επίδικα χρέη που είχαν πλέον παραγραφεί. Είναι πλέον παγιωμένη η νομολογία του ΣτΕ ως προς τα χρονικά όρια που μπορεί να διενεργηθεί νομίμως φορολογικός έλεγχος, και ως προς ποιες χρήσεις η αξίωση του Δημοσίου θωρείται παραγεγραμμένη. Αρχικά, με την ΣτΕ 623/2016, επί προστίμων ΚΒΣ, κρίθηκε ότι οι παρατάσεις της παραγραφής χρήσεων με νόμο (ακόμα και η πρώτη παράταση) δεν είναι νόμιμες και ότι η δεκαετής προθεσμία στη φορολογία εισοδήματος εφαρμόζεται και ως προς την επιβολή προστίμων ΚΒΣ με την απαραίτητη όμως συνδρομή συμπληρωματικών (δηλαδή νέων και "μη προβλέψιμων" για την ελεγκτική αρχή) στοιχείων.
Εν συνεχεία, με την ΣτΕ 675/2017, κρίθηκε ότι η διάρκεια της παραγραφής πρέπει να καθορίζεται εκ των προτέρων, ενώ μεταβολή της με την πρόβλεψη επιμηκύνσεως είναι δυνατή μόνον υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 78 παρ. 2 Συν, δηλαδή με διάταξη θεσπιζόμενη το αργότερο το επόμενο της γενέσεως της φορολογικής υποχρεώσεως έτος.
Κατά συνέπεια, διάταξη νόμου περί παρατάσεως χρόνου παραγραφής φορολογικών αξιώσεων, των οποίων η έναρξη του χρόνου παραγραφής είναι προγενέστερη του προηγουμένου της δημοσιεύσεως του νόμου αυτού ημερολογιακού έτους, είναι ανίσχυρη. Εξάλλου, ενόψει της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ.
δ' του Συντάγματος), η παραγραφή πρέπει να έχει εύλογη διάρκεια. Με άλλους λόγους, το ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματικό το καθεστώς της παράτασης του χρόνου παραγραφής, εφόσον ξεπερνά το ένα έτος και υπό την προϋπόθεση ότι δεν θεσπίζεται με διάταξη το αργότερο το επόμενο έτος από αυτό που γεννάται η φορολογική υποχρέωση.
Τέλος, με την πρόσφατη ΟλΣτΕ 1738/2017, το ΣτΕ (το οποίο ασχολήθηκε με το θεσμό και με άλλες αποφάσεις του, όπως την ΣτΕ 425/2017) επικύρωσε τις κρίσεις της ΣτΕ 675/2017 απόφασης. Έτσι, με βάση τα παραπάνω, το δικαίωμα του Δημοσίου προς καταλογισμό φόρων, προστίμων κ.λπ., για την επίδικη χρήση 2007 (οικονομικό έτος 2008) ξεκίνησε την 31.12.2008 και έληξε την 31.12.2013 και για την επίδικη χρήση 2008 (οικονομικό έτος 2009) ξεκίνησε την 31.12.2009 και έληξε την 31.12.2014.
Επομένως, όποια χρέη και αν διαπιστώθηκαν με την νέα Έκθεση Ελέγχου του 2015 [ΣΧΕΤΙΚΟ 12], παρανόμως τούτο έγινε, καθώς οι αξιώσεις του Δημοσίου από τις επίδικες χρήσεις είχαν ήδη υποπέσει σε παραγραφή." Η κρινόμενη αίτηση με το ως άνω περιεχόμενο, όπου ο αιτών διατείνεται, ότι, μετά την καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα γεγονότα, άλλως νέες αποδείξεις, που καθιστούν φανερό, ότι αυτός είναι αθώος, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου του Αρείου Πάγου και είναι νόμιμη κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠοινΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία.
ΙΙΙ. Η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών είναι ήδη αμετάκλητη, καθόσον δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο κατ' αυτής [βλ. τα υπ' αριθμούς 366/2018 και 589/2018 πιστοποιητικά του Ποινικού Τμήματος της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και του Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα]. Όπως προκύπτει από την τελευταία, ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο.
Ειδικότερα, στην αιτιολογία της απόφασης αυτής αναφέρεται, ότι από τα εκεί μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με τη με αριθμό πρωτ. 15994/7.6.2011 αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών ζητήθηκε η ποινική δίωξη του κατηγορουμένου, ως διευθύνοντος συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για το χρονικό διάστημα από 6.2.2006 έως την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.
Σύμφωνα με την αίτηση αυτή είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του κατηγορουμένου, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά του, διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, τα οποία με τις πρόσθετες επιβαρύνσεις τους ανέρχονταν στο ποσό των 2.093.979,75 ευρώ. Τα χρέη αυτά αναλύοντο ανά οικονομικό έτος και είδος φόρου στον πίνακα χρεών που είχε συναφθεί στην αίτηση ποινικής δίωξης και συνολικά περιελάμβανε τριάντα (30) στήλες.
Επακολούθησε προκαταρτική εξέταση και κατ' αυτή διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος υπήρξε διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας "...", το χρονικό διάστημα από 6.2.2006 έως 6.12.2008. Στο χρονικό αυτό διάστημα η προαναφερθείσα ανώνυμη εταιρεία δημιούργησε τα χρέη προς το Δημόσιο συνολικού ποσού 1.724.985,81 ευρώ. Τα χρέη αυτά αναγράφονται με λεπτομέρεια στο με αριθμό ΒΜ 2011/12079 ΚΑΙ Β ΩΡΙΜΩΝ ΕΓ 25-2012/12 κατηγορητήριο, με το οποίο παραπέμπεται ο κατηγορούμενος με την προαναφερθείσα ιδιότητα που είχε το διάστημα από 6.2.2006 έως 6.12.2008 και είναι τα ακόλουθα: 1) πρόστιμο ΦΠΑ του οικον.
έτους 2007 ποσού 333,84 ευρώ, 2)πρόστιμο ΦΠΑ οικον. έτους 2008, ποσού 333,84 ευρώ, 3) πρόστιμο ΦΠΑ οικ. έτους 2008, ποσού 333,84 ευρώ, 4) φόρος εισοδήματος οικον. έτους 2007 ποσού 35.081,02 ευρώ, 5) τέλη χαρτοσήμου οικον. έτους 2008, ποσού 64,98 ευρώ, 6) τέλη χαρτοσήμου οικον. έτους 2008 ποσού 1.571,34 ευρώ, 7) φόρος εισοδήματος οίκον. έ#τους 2009 ποσού 896.635,39 ευρώ, 8) φόρος εισοδήματος οικον.
έτους 2009 ποσού 56.429,66 ευρώ, 9) φόρος εισοδήματος οικ. έτους 2009 ποσού 6.259,50 ευρώ, 10) φόρος εισοδήματος οικον. έτους 2008 ποσού 2.688,98 ευρώ, 11) φόρος εισοδήματος οικον. έτους 2007 ποσού 216,14 ευρώ, 12) φόρος εισοδήματος οικον. έτους 2008 ποσού 35.682,61 ευρώ, 13) φόρος εισοδήματος οικον. έτους 2008 ποσού 11.591,3 ευρώ, 14) φόρος εισοδήματος οικον.
έτους 2009 ποσού 25.615,80 ευρώ, 15) φόρος εισοδήματος οικον. έτους 2008 ποσού 31.162,68 ευρώ, φόρο 16) φόρος εισοδήματος οικον. έτους 2008 ποσού 499.456,74 ευρώ, 17) φόρος εισοδήματος οικον. έτους 2009 ποσού 60.859,46 ευρώ, 18) πρόστιμο άμεσων φόρων οικ. έτους 2009 ποσού 333,84 ευρώ και 19) πρόστιμο άμεσων φόρων οικον. έτους 2009 (και όχι 2008, όπως από προφανή παραδρομή αναγράφεται στο κατηγορητήριο) ποσού 333,84 ευρώ.
Από τα χρέη αυτά εξακολουθούν να οφείλονται εκείνα που αναγράφονται στους ακόλουθους αριθμούς στηλών του προαναφερθέντα πίνακα χρεών που ήταν συνημμένος στη με αριθμό πρωτ. 15994/7.6.2011 αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών: 1. Στη στήλη με αύξοντα αριθμό 13, τέλη χαρτοσήμου οικον. έτους 2008 ποσού - υπόλοιπο οφειλής 1.364,82 ευρώ (αντί του αρχικά οφειλόμενου ποσού των 1.571,34 ευρώ). 2.
Στη στήλη με αύξοντα αριθμό 22, φόρος εισοδήματος οίκον. έτους 2008 (οριστική βεβαίωση - παρακρατ.) - υπόλοιπο οφειλής 92,424,82 ευρώ (αντί του αρχικά οφειλόμενου ποσού των 95.682,61 ευρώ). 3. Στη στήλη με αριθμό 23 - φόρος εισοδήματος οικον. έτους 2008 (οριστική βεβαίωση - παρακρατ.) - οφειλή 11,591,31 ευρώ. 4. Στη στήλη με αύξοντα αριθμό 26 -φόρος εισοδήματος οικον.
έτους 2008 (οριστ. βεβαίωση - παρακρατ.), οφειλή 31.162,68 ευρώ. 5. Στη στήλη με αύξοντα αριθμό 27 - φόρος εισοδήματος οικον. έτους 2008 (οριστική βεβαίωση - παρακρατ.) -υπόλοιπο οφειλής 476.752,68 ευρώ (αντί του αρχικά οφειλόμενου ποσού των 499.456,74 ευρώ). 6. Στη στήλη με αύξοντα αριθμό 29 - πρόστιμο άμεσων φόρων οικον. έτους 2009 (που αφορά χρήση του έτους 2008), οφειλή 333,84 ευρώ και 7.
Στη στήλη με αύξοντα αριθμό 30 - πρόστιμο άμεσων φόρων οικον. έτους 2009 (που αφορά τη χρήση του έτους 2008), οφειλή 333,84 ευρώ. Αυτά τα χρέη, τα οποία συνολικά ανέρχονται συνολικά σε 613.963,99 ευρώ, βεβαιώθηκαν από την αρμόδια ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών και κατέστησαν απαιτητά μέσα στο χρονικό διάστημα από 28.2.2011 έως 31.4.2011, κατά το οποίο ο κατηγορούμενος δεν είχε πλέον την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...".
Ο χρόνος όμως βεβαίωσης των συγκεκριμένων χρεών προς το Δημόσιο, καθώς και το διάστημα (από 28.2.2011 έως 31.4.2011) που αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, δεν απαλλάσσει τον κατηγορούμενο από την ποινική του ευθύνη για τη μη καταβολή τους, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 2 περ. α και 3 του ν. 1882/1990, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του συγκεκριμένου άρθρου, επιβάλλονται, προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, μεταξύ άλλων, στους διευθύνοντες συμβούλους, για τους οποίους η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους πλην ιδιωτών, που γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή.
Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, που περιλαμβάνονται στην καταχωρηθείσα στα πρακτικά δήλωση του, που αναπτύχθηκε και προφορικά από τη συνήγορο που τον εκπροσωπεί, σύμφωνα με τους οποίους ο κατηγορούμενος δεν έχει ποινική ευθύνη, γιατί αφορούν σε χρέη που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα σε χρόνο που δεν είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της οφειλέτιδας ανώνυμης εταιρείας.
Η παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 αρχικά τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 18 και τις παρ. 2-4 του άρθρου 28 του ν. 2948/2001 και στη συνέχεια συμπληρώθηκε με το άρθρο 34 του ν. 3016/2002 και με την παρ.1 του άρθρου 34 του ν. 3220/2004. .... Με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004 και καταλαμβάνει και την κρινόμενη υπόθεση, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών: 1) Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, μεταξύ άλλων, το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2)στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις και 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους του χρέους (παρακρατούμενη ή επιρριπτόμενοι φόροι κλπ) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη.
Επομένως, με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 μεταβλήθηκε ο χρόνος τέλεσης, ο τρόπος υπολογισμού της παραγραφής και εισήχθη η ενιαία αντιμετώπιση των χρεών όσον αφορά το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.0.Υ. και τα Τελωνεία, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ και στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, ενώ οι ποινές υπολογίζονται με βάση το κατώτερο ποσό συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξαρτήτως του είδους του χρέους [....].
Σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις για την άσκηση της ποινικής δίωξης σε βάρος του κατηγορουμένου ορθά λήφθηκε υπόψη το συνολικό χρέος από κάθε αιτία για το οποίο εκείνος έχει ποινική ευθύνη και δεν αφαιρέθηκαν τα επιμέρους χρέη, που είναι κάτω από το ελάχιστο όριο για την άσκηση ποινικής δίωξης. Επομένως, οι αντίθετοι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, που επίσης περιλαμβάνονται στην καταχωρηθείσα στα πρακτικά δήλωσή του, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων πρέπει: α) να απορριφθούν ισχυρισμοί του κατηγορουμένου που περιέχονται στην καταχωρηθείσα στα πρακτικά δήλωσή του και β) ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που συνολικά ανέρχονται σε 613.963,99 ευρώ, γεννήθηκαν και ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 6.2.2006 έως 6.12.2008 που ήταν διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και αφορούν στα επιμέρους χρέη, που αναλυτικά προεκτέθηκαν.".
Στη συνέχεια, το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο Αθηνών, στο διατακτικό του, αφού απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και ήδη αιτούντος την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας περί απαραδέκτου της ασκηθείσας σε βάρος του ποινικής δίωξης, ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και δεδικασμένου, κήρυξε αυτόν ένοχο ως ακολούθως: "...
Κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 28-2-2011 έως 31-4-2011 με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων σε Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (ΔΟΥ) χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ. Ειδικότερα, ως νόμιμος εκπρόσωπος (διευθύνων σύμβουλος) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή προς τη ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών (ήδη Δ.Ο.Υ. Μεγάλων Επιχειρήσεων) για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών τα χρέη συνολικού ποσού 613.963,99 ευρώ, που γεννήθηκαν και ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 6.2.2006 έως 6.12.2008, κατά το οποίο ο κατηγορούμενος είχε την προαναφερθείσα ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της συγκεκριμένης εταιρείας και εξακολουθούν μέχρι τώρα να οφείλονται. Τα χρέη αυτά καθορίζονται ανά είδος, οικονομικό έτος, ποσό οφειλής και ταμειακή βεβαίωση στον πίνακα που ακολουθεί:
α/α Είδος χρέους Οικ.έτος Ημερ. βεβαίωσης Ποσό οφειλής Ταμ/κή Βεβαίωση 1 Τέλη Χαρτ/μου 2008 7-10-2010 1.364,82 31.12.2010 2 Φόρος Εισοδήματος 2008 7-10-2010 92.424,82 ευρώ 29-10-2010 3 Φόρος Εισοδήματος 2008 7-10-2010 11.591,31 ευρώ 29-10-2010 4 Φόρος Εισοδήματος 2008 7-10-2008 31.162,68 ευρ 29-10-2010 5 Φόρος Εισοδήματος 2008 7-10-2010 476.752,68 ευρώ 29-10-2010 6 Πρόστιμο άμεσων φόρων 2009 7-10-2010 333,84 ευρώ 29-10-2010 7 Πρόστιμο άμεσων φόρων 2009 7-10-2010 333,84 ευρώ 29-10-2010 IV.
Σημειωτέον, ότι σε βάρος του αιτούντος ασκήθηκε μετά από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΦΑΒΕ Αθηνών (αρ. πρωτ. 15994/7-6-2011) ποινική δίωξη για τα εκεί χρέη (2.093.979,75 €) της άνω επιχείρησης, στην οποία αυτός είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου κατά τον επίδικο χρόνο. Με το υπ' αριθμό ΒΜ 2011/12079 ΚΑΙ Β.ΩΡΙΜΩΝ:
ΕΠ25-2012/12 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, που επιδόθηκε στον αιτούντα ως κατηγορούμενο, παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για να δικασθεί για την πλημμεληματική πράξη της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο (άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν 2523/1997, στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 και εν τέλει με το άρθρο 3 παρ. 1 α' του ν. 3943/2011).
Ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο αιτών, ως κατηγορούμενος, εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος δεν προέβαλε ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και της ασκηθείσας σε βάρος του ποινικής δίωξης. Κατά της πρωτόδικης απόφασης άσκησε αυτός έφεση. Ο προβληθείς δευτεροβαθμίως περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και απαραδέκτου της ποινικής δίωξης αυτοτελής ισχυρισμός, με τον οποίο προέβαλε αντιρρήσεις κατά της ασκηθείσας σε βάρος του ποινικής δίωξης και των στοιχείων που αυτή έπρεπε να περιέχει ως προς τα ποσά των απομενόντων, των καταλογισθέντων και παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων, των συνυπόχρεων προσώπων, του χρόνου τέλεσης του αδικήματος, για τους εκεί λόγους απορρίφθηκε.
Η απόδοση και η εκδίκαση της κατηγορίας έγινε σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις. Τα φύλλα ελέγχου αναφέρονται σε χρέη της ανώνυμης εταιρείας "... Γ. Π. ΑΕ". Όμως, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας υπήρξε ο αιτών, κάτι που αναφέρεται στην αίτηση ποινικής δίωξης. Κατ' αυτόν τον τρόπο τα εν λόγω φύλλα ελέγχου, που ήταν σε γνώση της φορολογικής Αρχής και θεμελιωτικά της αποδοθείσας κατηγορίας, δεν αποτελούν νέα στοιχεία, κατά την έννοια του νόμου, εφόσον αυτά, μαζί με το σχετικό συνοδευτικό πίνακα χρεών του ίδιου ως άνω Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.
ΦΑΒΕ Αθηνών, αποτέλεσαν τα στοιχεία, στα οποία στηρίχθηκε η από 7-6-2011 αίτηση δίωξης του τελευταίου. Περαιτέρω, ο αιτών προσκομίζει και επικαλείται το υπ' αριθμό πρωτ. 5111/16-3-2018 έγγραφο της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) που χορηγήθηκε μετά από τη μη προσκομιζόμενη, ώστε να ελεγχθεί το περιεχόμενό της, υπ' αριθμό πρωτ. 5111/7-3-2018 αίτησή του.
Στο τελευταίο αναγράφονται τα ακόλουθα: "Σε απάντηση της ανωτέρω σχετικής αίτησής σας, σας χορηγούμε φωτοαντίγραφα των φύλλων ελέγχου και πράξεων διοικητικής επίλυσης της διαφοράς τα οποία αντιστοιχούν στον υπ' αριθμό 87/2011 πίνακα χρεών ως κάτωθι: 1. Το υπ' αριθμό 160/07-09-2010 φύλλο ελέγχου και την υπ' αριθμό 141/14-09-2010 πράξη διοικητικής επίλυσης της διαφοράς ποσού 16.497,00 € (α/α 13).
ΑΤ.Β. 6553/07-10-2010. 2. Το υπ' αριθμό 6α/07-09-2010 φύλλο ελέγχου και την υπ' αριθμό 6/14-09-2010 πράξη διοικητικής επίλυσης της διαφοράς ποσού 89.423,00 € (α/α 22). Α.Τ.Β. 6559/07-10-2010. 3. Το υπ' αριθμό 5α/07-09-2010 φύλλο ελέγχου και την υπ' αριθμό 2/14-09-2010 πράξη διοικητικής επίλυσης της διαφοράς ποσού 10.833,00 € (α/α 23). Α.Τ.Β. 6560/07-10-2010. 4. Το υπ' αριθμό 10α/07-09-2010 φύλλο ελέγχου και την υπ' αριθμό 9/14-09-2010 πράξη διοικητικής επίλυσης της διαφοράς ποσού 29.124,00 € (α/α 26 ).
Α.Τ.Β. 6562/07-10-2010. 5. Το υπ' αριθμό 8α/07-09-2010 φύλλο ελέγχου και την υπ' αριθμό 4/14-09-2010 πράξη διοικητικής επίλυσης της διαφοράς ποσού 466.782,00 € (α/α 27 ). Α.Τ.Β.6563/07-10-2010. 6. Την υπ' αριθμό 18/07-09-2010 πράξη επιβολής προστίμου, ποσού 312,00 € (α/α 30). Α.Τ.Β. 6566/07-10-2010. 7. Η υπ' αριθμό 19/07-09-2010 πράξη επιβολής προστίμου αφορά χρήση 2009 εκτός περιόδου που διατελέσατε Δ/νων Σύμβουλος της ...
με ΑΦΜ 0...1 και δεν χορηγείται διότι εμπίπτει στις διατάξεις περί φορολογικού απορρήτου.". Από το τελευταίο έγγραφο δεν προέκυψαν νέα στοιχεία και δεν ανατράπηκαν εκείνα της επίδικης πλημμεληματικής κατηγορίας, για την οποία υπήρξε αμετάκλητη καταδίκη με την προσβαλλόμενη δευτεροβάθμια δικαστική απόφαση, ενώ από τη χορήγηση αυτών γινόταν φανερό, ότι η φορολογική διοίκηση δεν αρνήθηκε τη χορήγηση στον αιτούντα φορολογικών στοιχείων που αφορούσαν χρέη της άνω ανώνυμης εταιρείας γεννηθέντα στο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο αυτός υπήρξε διευθύνων σύμβουλός της, αρνούμενη την παροχή εκείνων που αναφέρονταν σε περιόδους που ο ίδιος δεν είχε σχέση με τη διοίκησή της και τούτο με τη δικαιολογία του ελλείποντος έννομου συμφέροντος προς τούτο.
Αυτό συνάγεται εξ αντιδιαστολής από το παραπάνω υπ' αριθμό 7 στοιχείο του εγγράφου της ΑΑΔΕ, όπου σε αντίθεση με τα προηγούμενα στοιχεία η ανεξάρτητη αρχή αρνήθηκε την παροχή στοιχείων ως αφορώντων σε διάστημα χρόνου, κατά το οποίο ο αιτών δεν υπήρξε διευθύνων σύμβουλος της εν λόγω εταιρείας, οπότε αντέβαινε η χορήγηση στο φορολογικό απόρρητο.
Σχετικά με την 19/07-09-2010 πράξη επιβολής προστίμου, - η οποία ταυτίζεται από τον αιτούντα [μη δυναμένου άλλως να διαγνωστεί, καθόσον προσκομίζεται όχι αυτή αλλά η πράξη 18/7-9-2010], με το χρέος με τον α/α 29 στον επίδικο πίνακα χρεών και εκείνο με τον α/α 6 στον πίνακα της σελίδας 32 της προσβαλλόμενης απόφασης και ερμηνεύεται, ότι αυτή, κατά το τελευταίο έγγραφο, αφορά τη χρήση του 2009, που ευρίσκεται εκτός της ενοχοποιούσας αυτόν χρονικής περιόδου, - σημειώνεται, ότι το χρέος αυτό ανερχόμενο σε 333,84 € επί τη βάσει των στοιχείων των πινάκων και φύλλων της ίδιας Φορολογικής Αρχής εκτιμήθηκε από τους δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση ως χρέος της δεύτερης επίδικης χρήσης και συγκεκριμένα του έτους 2008.
Κατά συνέπεια, τα γεγονότα και τα γραπτά στοιχεία, επί τη βάσει των οποίων εκφέρθηκε, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση, η κρίση στο εν λόγω ζήτημα των τελευταίων, δεν διαφέρουν από αυτά που έλαβε υπόψη του για να εκφραστεί το παραπάνω έγγραφο της ΑΑΔΕ, οπότε, με δεδομένο ότι το πρωτογενές υλικό δεν ήταν άγνωστο στους δικάσαντες δικαστές, ο νομικός και ουσιαστικός επανέλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα παραπάνω και ειδικότερα ως προς το τελευταίο ζήτημα είναι απαράδεκτη με την παρούσα έκτακτη διαδικασία.
Η απόφαση 1041/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία ακυρώθηκε η 70/31-7-2013 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χανίων Π. Τ. ουδόλως επηρεάζει την αιτούμενη επανάληψη. Ήδη στην προσβαλλόμενη απόφαση υπήρξε παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του αιτούντος για αναβολή της υπόθεσης μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ανακοπής.
Συγκεκριμένα αναφέρονται σ' αυτή τα ακόλουθα: "Από τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει ασκήσει ενώπιον το Διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων την με ημερομηνία 7.10.2013 ανακοπή κατά του Ελληνικού Δημοσίου και κατά της με αριθμό 70/31-7-2013 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Χανίων Π.
Τ., η οποία συντάχθηκε δυνάμει έγγραφης παραγγελίας του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Μεγάλων Επιχειρήσεων. Η συζήτηση της ανακοπής αυτής δεν προκύπτει να έχει προσδιορισθεί. Επίσης, έχει ασκήσει την από 23.9.2014 αίτηση αναστολής ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία ενσωματώνει την από 15.7.2014 ανακοπή του ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά των κατασχετήριων, του συγκοινοποιούμενου πίνακα χρεών ποσού 1.062.855,87 ευρώ και των δηλώσεων τρίτου, που αναφέρει, δικάσιμος της οποίας δεν προκύπτει να έχει ορισθεί.
Οι αποφάσεις, όμως, των ως άνω Διοικητικών Δικαστηρίων επί των προαναφερθεισών ανακοπών και αίτησης αναστολής, οποιεσδήποτε και αν είναι, θα αποφαίνονται για το κύρος των προσβαλλόμενων με αυτές πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της περιουσίας του κατηγορουμένου.
Συνεπώς, η εκδίκαση τους δεν είναι αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας στην εκδικαζόμενη υπόθεση, η οποία (αλήθεια) αποδεικνύεται πλήρως από όλα τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση με τα πρακτικά της. Κατόπιν τούτου το αίτημα του εκπροσωπούμενου από συνήγορο κατηγορουμένου για αναβολή της παρούσας δίκης ωσότου εκδοθούν αποφάσεις επί των ανακοπών που άσκησε σύμφωνα με τον ΚΔιοικΔ κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο (αίτημα) επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 352 παρ. 3 του ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.".
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του αιτούντος, ότι η ποινική δίωξη αυτού υπήρξε ανεπίτρεπτος, καθόσον πραγματοποιήθηκε επί τη βάσει προσωρινών και αβέβαιων χρεών, είναι νομικά ανεπέρειστος και γι' αυτό απορρίφθηκε με αιτιολογίες στις σελίδες 27 και 29 της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου σημειώνεται "...... Επακολούθησε προκαταρτική εξέταση και κατ' αυτή διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος υπήρξε διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας "...", το χρονικό διάστημα από 6.2.2006 έως 6.12.2008.
Στο χρονικό αυτό διάστημα η προαναφερθείσα ανώνυμη εταιρεία δημιούργησε τα χρέη προς το Δημόσιο συνολικού ποσού 1.724.985,81 ευρώ. Τα χρέη αυτά αναγράφονται με λεπτομέρεια στο με αριθμό ΒΜ 2011/12079 ΚΑΙ Β ΩΡΙΜΩΝ ΕΓ 25-2012/12 κατηγορητήριο, με το οποίο παραπέμπεται ο κατηγορούμενος με την προαναφερθείσα ιδιότητα που είχε το διάστημα από 6.2.2006 έως 6.12.2008 ......
Αυτά τα χρέη, τα οποία συνολικά ανέρχονται συνολικά σε 613.963,99 ευρώ, βεβαιώθηκαν από την αρμόδια ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών και κατέστησαν απαιτητά μέσα στο χρονικό διάστημα από 28.2.2011 έως 31.4.2011, κατά το οποίο ο κατηγορούμενος δεν είχε πλέον την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...".
Ο χρόνος όμως βεβαίωσης των συγκεκριμένων χρεών προς το Δημόσιο, καθώς και το διάστημα (από 28.2.2011 έως 31.4.2011) που αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, δεν απαλλάσσει τον κατηγορούμενο από την ποινική του ευθύνη για τη μη καταβολή τους, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 2 περ. α και 3 του ν. 1882/1990, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του συγκεκριμένου άρθρου, επιβάλλονται, προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, μεταξύ άλλων, στους διευθύνοντες συμβούλους, για τους οποί#ους η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους πλην ιδιωτών, που γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή.
Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, που περιλαμβάνονται στην καταχωρηθείσα στα πρακτικά δήλωση του, που αναπτύχθηκε και προφορικά από τη συνήγορο που τον εκπροσωπεί, σύμφωνα με τους οποίους ο κατηγορούμενος δεν έχει ποινική ευθύνη, γιατί αφορούν σε χρέη που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα σε χρόνο που δεν είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της οφειλέτιδας ανώνυμης εταιρείας.".
Επίσης, η έκθεση πλήρους ελέγχου προσδιορισμού παρακρατούμενων φόρων Ν. 2238/1994 βάσει των άρθρων 23 έως 25 και 66 Ν. 4174/2013, δεν διαμόρφωσε προϋποθέσεις επανάληψης της ποινικής διαδικασίας. Σύμφωνα με την αναφορά του αιτούντος στην κρινόμενη αίτηση, "ο νέος αυτός έλεγχος παρανόμως εν τούτοις επεκτάθηκε στα επίδικα χρέη που είχαν πλέον παραγραφεί".
Όμως, ούτε ο νέος έλεγχος ούτε το ενδεχόμενο παραγραφής των εν λόγω χρεών μπορούν να ανατρέψουν την επίδικη κατηγορία και την αμετάκλητη καταδίκη για το αδίκημα της μη καταβολής προς το Δημόσιο των ανερχόμενων στο ποσό των 613.963,99 € χρεών, που γεννήθηκαν και ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 6.2.2006 έως 6.12.2008 οπότε ο αιτών ήταν διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...".
Περαιτέρω, δεν διαμορφώνει προϋποθέσεις επανάληψης της ποινικής διαδικασίας το νομοθετικό καθεστώς του Ν. 4337/2015, εφόσον δεν αποτελεί νέο γεγονός ο επιεικέστερος νόμος που επήλθε μετά την αμετάκλητη καταδίκη, ούτε νέα ερμηνευτικά επιχειρήματα ή εκδοχές σχετικά με την έννοια των εφαρμοσθέντων κανόνων.
Η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 55 Α ΚΦΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ. 4 του Ν. 4337/2015 και άρχισε να ισχύει από τις 17-10-2015, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην επίδικη περίπτωση, διότι μπορεί μεν να εφαρμοστεί σε πράξεις που φέρονται ότι τελέστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του, δεδομένου ότι η διαδικασία της άσκησης της ποινικής δίωξης φέρει δικονομικό χαρακτήρα και δεν εντάσσεται στο πεδίο του ουσιαστικού δικαίου, υπό τον όρο, όμως, ότι δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, κάτι που δεν συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, όπου η ποινική δίωξη ασκήθηκε τέσσερα έτη πριν τεθεί ο τελευταίος νόμος σε ισχύ.
Επίσης, η 1759/2-3-2017 απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων [ΑΑΔΕ] έχει υπόψη της τις διατάξεις των άρθρων 63 του Ν. 4174/2013, 47 παρ. 3 του Ν. 4331/2015 και 17 του Ν. 4389/2016, τις εκεί αποφάσεις Γενικών Γραμματέων ετών 2013-2016, την ενδικοφανή προσφυγή του αιτούντος κατά της από 11-12-2015 έκθεσης ελέγχου και τις λοιπές εκεί πράξεις και ουδεμία επιρροή ασκεί στην εκδοθείσα με διαφορετικό νομοθετικό καθεστώς αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, καθώς και στις προϋποθέσεις και όρους της κατηγορίας, καθόσον είναι φανερό, ότι με την τελευταία προσβαλλόμενη έκθεση ελέγχου [από 11-12-2015] δεν αποδόθηκε στον προσφεύγοντα αιτούντα η ιδιότητα του αλληλεγγύως υπευθύνου κατά το στάδιο του καταλογισμού των εκεί φόρων με αντίστοιχη αναγραφή στις πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρου επί τόκων ομολογιακών δανείων, οπότε καθίσταται απαράδεκτη η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής από τον προσφεύγοντα - αιτούντα ατομικά και μόνον κατά των πράξεων αυτών, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, αφού οι πράξεις δεν καταλογίζουν φόρο με υπόχρεο αυτόν, όπως προέκυπτε και από τις εκεί διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 1 και 50 παρ. 7 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας [ΚΦΔ - Ν 4174/2013].
Το τελευταίο, όμως, δεν συνέβη αναφορικά με τα χρέη που γεννήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα που ο αιτών υπήρξε διευθύνων σύμβουλος της άνω ανώνυμης εταιρείας, στα οποία αφορά η αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση. Ως προς τα οφειλόμενα από την εν λόγω εταιρεία χρέη [φόρους, τόκους και πρόστιμα] ο αιτών ευθύνεται προσωπικώς και αλληλεγγύως για την πληρωμή τους, ανεξάρτητα από το χρόνο της βεβαίωσής τους.
Τα πρόσωπα που ευθύνονται για την καταβολή του φόρου του νομικού προσώπου και για το χρονικό διάστημα που ευθύνονται μπορούν να ασκήσουν κατά της φορολογικής αρχής παράλληλα με το νομικό πρόσωπο οποιοδήποτε δικαίωμα θα είχε στη διάθεσή του το νομικό πρόσωπο. Πάντως, είναι γεγονός, ότι για την ποινική αξιολόγηση της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου δεν είναι απαραίτητος, από τη φύση του, ο προηγούμενος έλεγχος της βασιμότητας ή όχι της εν λόγω φορολογικής παράβασης από τα διοικητικά δικαστήρια. 'Αλλωστε τα αρμόδια ποινικά δικαστήρια καλούνται να αποφανθούν, αν συντρέχουν ή όχι της στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω αδικήματος, όπως αυτό προσδιορίζεται στο άρθρο 25 του Ν. 1882/1990, δηλαδή για ζήτημα, το οποίο σχετίζεται μεν, αλλά δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκη, με το αντικείμενο της δίκης ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων.
Κατόπιν αυτών, οι ρυθμίσεις των παραπάνω νόμων (Ν. 1882/1990, 3220/2004) ουδόλως αντίκεινται στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία "ο καθένας έχει δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει", ούτε στην αρχή της ισότητας των διαδίκων, με την έννοια ότι, προτού κριθεί η νομιμότητα της έκθεσης ελέγχου της φορολογικής αρχής και των πράξεων επιβολής προστίμου από τα αρμόδια διοικητικά Δικαστήρια, ασκείται ποινική κατηγορία σε βάρος του κατηγορουμένου.
Επομένως, από το περιεχόμενο της εν λόγω αίτησης δεν προκύπτουν "νέα γεγονότα" ή "αποδείξεις", άγνωστες, στους δικαστές που δίκασαν, κατά την έννοια του άρθρου 525 § 2 του ΠΚ, οι οποίες αφ' εαυτές ή σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να καθιστούν φανερό, ότι ο αιτών είναι αθώος για την πράξη για την οποία καταδικάστηκε, αλλά σ' αυτήν περιέχονται ισχυρισμοί και επιχειρήματα του αιτούντος, που είναι επικεντρωμένοι, εστιάζουν και στοχεύουν στην αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων κατά την διάρκεια της δίκης, κατά την οποία αυτός καταδικάσθηκε.
Κατά τον τρόπο αυτόν επιδιώκεται με την ως άνω διαδικασία να υπάρξει ένας νέος ουσιαστικός επανέλεγχος της κατηγορίας, ο οποίος, κατά τα προεκτεθέντα, είναι ανεπίτρεπτος. Κατ' ακολουθία, η κρινόμενη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 16-05-2018 αίτηση του Ι. Σ. του Ν., κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την έκδοση σε βάρος του της υπ' αριθμό 600/6-2-2015 απόφασης του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. -
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2018. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ