2029/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2029/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2029 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2029/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Oκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: V. (Β.) S. (Σ.) του R. (Ρ.), κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαρελά, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ι. Σ. του Ε., κατοίκου .... Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τρίμη, που κατέθεσε προτάσεις και ο δεύτερος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/4/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 338/2008 μη οριστική, 252/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4461/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/1/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ’ αριθμό .../20 Απριλίου 2017 έκθεση επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Τ., που προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 19.1.2017 και με αριθ. κατάθ. ....1.2017 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου προς εκδίκαση αυτής του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος στον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων και συγκεκριμένα στη σύνοικο σύζυγο του τελευταίου (άρθρο 128 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Εφόσον ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτού, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 576 παρ.2 εδ.
α και γ του ΚΠολΔ. Με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α 87) αντικαταστάθηκαν διατάξεις του τρίτου βιβλίου (ένδικα μέσα και ανακοπές - άρθρα 495 έως 590) του ΚΠολΔ και παρατέθηκαν οι νέες διατάξεις, στις οποίες περιλαμβάνεται η νέα διάταξη της παρ.2 του άρθρου 564 του ΚΠολΔ, κατά την οποία εάν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.
Αιτία της ανωτέρω ρύθμισης με την οποία μειώθηκε σε διετή η καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τριετή, που προέβλεπε η ως άνω διάταξη της παρ.2 του άρθρου 564 του ΚΠολΔ πριν την κατά τα άνω τροποποίησή της, είναι ότι κρίθηκε από τη νομοπαρασκευαστική επιτροπή του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ότι η αρχική τριετής καταχρηστική προθεσμία υπήρξε υπερβολικά μεγάλη και έπρεπε να περιορισθεί σε διετή για τη ταχεία περάτωση των δικών.
Αντίστοιχη τροποποίηση επήλθε και στο άρθρο 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ για την καταχρηστική προθεσμία της έφεσης. Εξ άλλου με το άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 και υπό τον παράτιτλο "μεταβατικές διατάξεις" ορίσθηκε στην παρ.2 αυτού ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591 - 645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές και στην παρ. 4 αυτού ότι κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1.1.2016.
Με τις ως άνω προαναφερθείσες διατάξεις δεν παρέχεται αναδρομική ισχύς στη διάταξη του νέου άρθρου 564 παρ. 2 του ΚΠολΔ υπό την έννοια ότι αυτή εφαρμόζεται άμεσα επί αιτήσεων αναίρεσης που ασκήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2016 και στρέφονται κατ’ αποφάσεων που δημοσιεύθηκαν πριν την ημερομηνία αυτή, με συνέπεια η αρχικώς προβλεπομένη γι’ αυτές τριετής καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευση αυτών να περιορίζεται από 1.1.2016 σε διετή.
Τοιαύτη ερμηνευτική εκδοχή θα κατέληγε σε άτοπα αποτελέσματα, καθότι αίτηση αναίρεσης κατ’ απόφασης που είχε δημοσιευθεί σε χρόνο μεγαλύτερο της διετίας και μικρότερο της τριετίας πριν την άσκηση της αναίρεσης θα ήταν παραδεκτή ως εμπρόθεσμη, εάν ασκείτο μέχρι τις 31.12.2015, ενώ θα ήταν απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη, εάν ασκείτο αμέσως μετά την 1.1.2016, αφού θα είχε εντωμεταξύ συμπληρωθεί η διετής προθεσμία από τη δημοσίευσή της.
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 24 του ΕισΝΚΠολΔ, η οποία απηχεί θεμελιώδη αρχή από άποψη διαχρονικού δικονομικού δικαίου ως προς το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, προκειμένου να μην αιφνιδιάζεται ο διάδικος, ούτε να στερείται αυτός κεκτημένων δικονομικών δικαιωμάτων, ορίζεται στην παρ.1 εδ. α αυτής ότι το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλομένων λόγων και ο χρόνος άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, ενώ στην παρ.2 αυτής ορίζεται ειδικότερα ότι οι διατάξεις των άρθρων 518 παρ.2, 545 παρ.5 και 564 παρ.2 εφαρμόζονται και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν την εισαγωγή του και ότι οι προθεσμίες που καθορίζονται από τις διατάξεις αυτές αρχίζουν από την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ.2 του ΕισΝΑΚ, η οποία απηχεί γενικότερη επί του ρυθμιζομένου θέματος διαχρονικού δικαίου αντίληψη του νομοθέτη, ορίζεται ότι αν ο χρόνος παραγραφής του Κώδικα είναι συντομότερος από αυτόν που προβλέπει το ως τώρα δίκαιο, υπολογίζεται ο συντομότερος από την εισαγωγή του Κώδικα και αρχίζει από αυτήν.
Στην περίπτωση όμως που ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου συμπληρώνεται νωρίτερα από το χρόνο που ορίζεται στον Κώδικα, η παραγραφή συμπληρώνεται μόλις περάσει ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η νέα διάταξη του άρθρου 564 παρ. 2 του ΚΠολΔ, με την οποία καθιερώνεται διετής καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, έχει εφαρμογή επί αιτήσεων αναίρεσης που ασκούνται μετά την 1.1.2016 και στρέφονται κατ’ αποφάσεων που δημοσιεύθηκαν πριν τη χρονολογία αυτή (έναρξη ισχύος του Ν. 4335/2015) υπό την έννοια ότι δεν είναι επιτρεπτή, ως εκπρόθεσμη, η άσκηση αυτών μετά την 1η Ιανουαρίου 2018, οπότε συμπληρώνεται η διετής προθεσμία που προβλέπει η νέα διάταξη του άρθρου 564 παρ.2 από την 1η Ιανουαρίου 2016 (έναρξη εφαρμογής του Ν. 4335/2015) και η οποία αποτελεί το απώτατο χρονικό όριο για την άσκηση αναίρεσης.
Στη περίπτωση όμως που εντός της πιο πάνω διετίας (1.1.2016 - 1.1.2018) λήγει η τριετής καταχρηστική προθεσμία, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της πριν την 1.1.2016 εκδοθείσας απόφασης που προσβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης, η ανωτέρω προθεσμία λήγει κατά την χρονολογία αυτή κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 564 παρ.2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προηγουμένως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 24 παρ.2 ΕισΝΚΠολΔ και 18 παρ.2 εδ β ΕισΝΑΚ, αναλόγως εφαρμοζομένης και επί προθεσμιών (πρβλ ΟλΑΠ 296/1974 στην αντίστροφη περίπτωση της αύξησης της ως άνω καταχρηστικής προθεσμίας από διετή κατά το άρθρο 817 παρ.4 της ΠολΔ σε τριετή με τον ΚΠολΔ/1968).
Στη προκειμένη περίπτωση η ένδικη από 19.1.2017 αίτηση αναίρεσης, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθμό 4461/17.7.2014 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών έχει ασκηθεί εντός της κατά το άρθρο 564 παρ.2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προηγουμένως τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας, αφού η προσβαλλομένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 17.7.2014 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε τη προσβαλλομένη απόφαση στις 20.1.2017 με αριθμό ...17, χωρίς να έχει παρέλθει διετία από την 1.1.2016.
Επομένως η ως άνω αίτηση είναι παραδεκτή, ως εμπροθέσμως ασκηθείσα και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
Με την ως άνω από 19.1.2017 και με αριθ. κατάθ. ....1.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 4461/2014 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης χωριστών εφέσεων των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 252/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγιναν δεκτές οι ως άνω από 4.3.2010 και από 14.3.2010 χωριστές εφέσεις των εναγομένων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφανίσθηκε η απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε δεχθεί ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη την από 2.4.2007 και με αριθ.
κατάθ. .../2007 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και είχε επιδικάσει σε αυτόν το χρηματικό ποσό των 150.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση αυτού προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης συνεπεία τραυματισμού του σε εργατικό ατύχημα και στη συνέχεια έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή αυτού ως κατ’ ουσία βάσιμη για το ποσό των 10.000 ευρώ.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα ήδη προεκτεθέντα, και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.
Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη, όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ( ΑΠ 54/2017, ΑΠ 567/2009, ΑΠ 1586/2008).
Ως αίτηση δε, η κατάληψη της οποίας αδίκαστης, ιδρύει τον εν λόγω από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, νοείται και η νομοτύπως ασκηθείσα αντέφεση, αφού με την άσκηση της και μέσα στα όρια αυτής αναβιώνει η εκκρεμοδικία κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2003). Ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης απορρίπτεται όμως ως αβάσιμος, εάν από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1586/2008), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1434/2010).
Τοιαύτη περίπτωση συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος την υποβληθείσα αίτηση, όπως είναι ειδικότερα και η αντέφεση, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής και δικαιολογούν το αίτημά της, με τα οποία πλήττεται το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με συνέπεια να μην υπάρχει έδαφος περαιτέρω έρευνας αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι και από τους αριθμούς 8 και 10) λόγο αναίρεσης, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προβάλλει την πλημμέλεια ότι η προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ουδόλως αποφάνθηκε επί της παραδεκτώς ασκηθείσας (άρθ. 674 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν το Ν. 4335/2015) αντέφεσης αυτού επί των εκκληθέντων κεφαλαίων αμφοτέρων των εφέσεων των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με τις οποίες (αντεφέσεις) ζητούσε για τους διαλαμβανόμενους σε αυτές λόγους την μεταρρύθμιση της προσβαλλομένης απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προκειμένου να του επιδικασθεί με αναγνωριστική διάταξη ολόκληρο το αιτηθέν με την αγωγή ποσό των 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης από το επισυμβάν στις 29.3.2005 εργατικό ατύχημα που είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό του, αντί του πρωτοδίκως επιδικασθέντος (κατά 20.000 ευρώ καταψηφιστικά και κατά το υπόλοιπο αναγνωριστικά) ποσού των 150.000 ευρώ, επικαλούμενος στις αντεφέσεις του αυτές ότι για τους εκτιθέμενους εκεί λόγους ουδεμία υπαιτιότητα βάρυνε τον ίδιο για τη πρόκληση του ατυχήματος και κατά συνέπεια έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που αντιθέτως δέχθηκε ότι το ως άνω εργατικό ατύχημα προκλήθηκε από συνυπαιτιότητα τόσο του παθόντος, όσο και αμφοτέρων των εναγομένων.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τον έλεγχο του πιο πάνω αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι για τους διαλαμβανόμενους στο σκεπτικό του λόγους το επισυμβάν στις 27.3.2005 εργατικό ατύχημα που είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος οφειλόταν σε συνυπαιτιότητα αμφοτέρων των διαδίκων.
Ειδικότερα με την προσβαλλομένη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι το εν λόγω ατύχημα οφειλόταν α) σε υπαιτιότητα των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, της πρώτης ως εργολήπτριας εταιρείας του οικοδομικού έργου και του δευτέρου, εργοδότη του ενάγοντος, ως υπεργολάβου του έργου, οι οποίοι από αμέλειά τους επέτρεπαν τη χρησιμοποίηση στο χώρο του ατυχήματος καβαλέτου που δεν είχε ασφαλή αντοχή και έδραση και δεν μερίμνησαν για την αντικατάσταση αυτού, ούτε για την τοποθέτηση διχτιού ασφαλείας, ούτε εφοδίασαν τον ενάγοντα με ζώνη ασφαλείας, με συνέπεια την πτώση του ενάγοντος από ύψος 1,50 μέτρου, όταν αυτός ανέβηκε σε ένα μαδέρι στηριζόμενο σε δύο καβαλέτα (μεταξύ των οποίων και στο ελαττωματικό) προκειμένου στο πλαίσιο της εργασίας του ως τεχνίτη επιχρισμάτων να αφαιρέσει τις "πίκες" και τους γάντζους από παράθυρο λουτρού ενός διαμερίσματος, ευρισκόμενος εντός αυτού και β) σε υπαιτιότητα του ιδίου του ενάγοντος, ο οποίος από αμέλεια του, παρά την εμπειρία του λόγω της απασχόλησής του σε οικοδομικές εργασίες επί εικοσιπενταετία ως προς την αντοχή των καβαλέτων, δεν αντιλήφθηκε ότι το ένα καβαλέτο δεν είχε επαρκή σταθερότητα και αντοχή και ανέβηκε στο στηριζόμενο και σε αυτό μαδέρι, προκειμένου να αφαιρέσει τους προαναφερόμενους γάντζους, με αποτέλεσμα να υποχωρήσει το εν λόγω καβαλέτο, επειδή έσπασε το σύρμα που το συγκρατούσε, και να πέσει ο παθών στο δάπεδο.
Στη συνέχεια δε, αφού έλαβε υπόψη [μεταξύ των λοιπών στοιχείων για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης] και τη συνυπαιτιότητα αμφοτέρων των διαδίκων στην πρόκληση του ατυχήματος, επιδίκασε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης.
Κατά συνέπεια, αν και πράγματι ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης γίνεται μνεία για τις ασκηθείσες δια των προτάσεων από τον ενάγοντα - εφεσίβλητο - αντεκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα αντεφέσεις, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να δεχθεί ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούσαν την ιστορική βάση των διαλαμβανομένων στις αντεφέσεις ισχυρισμών αυτού (δηλ.
την έλλειψη οιασδήποτε υπαιτιότητας στο πρόσωπο του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για την πρόκληση του ατυχήματος) και να επιδικάσει στη συνέχεια ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης αυτού το ποσό των 10.000 ευρώ (αντί του αιτηθέντος με τις αντεφέσεις ποσού των 200.000 ευρώ) με συνέπεια να μην υπάρχει έδαφος περαιτέρω έρευνας των αντεφέσεων, έλαβε εκ του πράγματος υπόψη του αυτές (αντεφέσεις), τις οποίες απέρριψε σιγή ως ουσιαστικά αβάσιμες.
Κατ’ ακολουθία ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Η αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, έστω και αν τούτο ρητά δεν αναφέρεται σε αυτήν. Η εν λόγω αρχή αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος που επίσης καθιερώνει η διάταξη της παρ.3 του ιδίου άρθρου του Συντάγματος, γεγονός που συμβαίνει όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει προφανώς τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.
Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα (μέσο) έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του δεν είναι επιτρεπτή. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, ακόμη και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αυτά αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, οπότε και πάλι παραβιάζεται η εν λόγω αρχή. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, που αυτός υπέστη λόγω της αδικοπραξίας, ήτοι για την μη αποτιμητή σε χρήμα ζημία που υφίσταται ο παθών από την προσβολή των μη περιουσιακών αγαθών του (ζωής, υγείας, ελευθερίας, τιμής κλπ), η οποία είναι ανεξάρτητη από την κατά τα άρθρα 297 και 298 του ΑΚ ζημία σε περιουσιακά αγαθά αυτού, ώστε αυτός να απολαύσει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, η οποία άλλωστε δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα κριτήρια που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης αυτής. Τέτοια κριτήρια είναι ιδίως το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι όλες ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος.
Τα κριτήρια αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ` εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας, του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ` αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται στην συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 16 του Ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (αρθρ. 38 ΕισΝΑΚ), σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου, οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας και μάλιστα ανεξαρτήτως του εάν ο παθών ήταν ή όχι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ. (ΑΠ 910/2015).
Εξ άλλου κατά το άρθρο 300 ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στην ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της, τα αυτά δε ισχύουν για την ταυτότητα του νομικού λόγου και ως προς την αξίωση για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης.
Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να μην επιδικασθεί από το δικαστήριο χρηματική ικανοποίηση στον παθόντα ή για να μειωθεί το ποσό της απαιτείται συντρέχον πταίσμα αυτού και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος (υπαίτιας πράξης ή παράλειψης) και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 327/2017, ΑΠ 518/2017, ΑΠ 811/2017, ΑΠ 757/2015).
Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του ποσού της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης (και σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος), ελέγχεται αναιρετικά από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ.1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ ΑΠ 9/2015, AΠ 76/2016, ΑΠ 221/2016).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση
του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η πρώτη των εναγομένων [ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων] είναι κατασκευαστική εταιρεία με αντικείμενο εργασιών την κατασκευή πολυωρόφων οικοδομών, στα πλαίσια δε της δραστηριότητάς της αυτής το έτος 2004 κατασκεύαζε 8ώροφο συγκρότημα κατοικιών με καταστήματα και πέντε υπόγεια στο Δήμο Ζωγράφου Αττικής και επί της οδού ....
Δυνάμει του από 23.12.2004 ιδιωτικού συμφωνητικού ανέθεσε την εκτέλεση των εργασιών κατασκευής επιχρισμάτων της ως άνω οικοδομής στον υπεργολάβο - δεύτερο εναγόμενο [ήδη δεύτερο των αναιρεσιβλήτων]. Ο τελευταίος τον Φεβρουάριο του 2005 προσέλαβε τον ενάγοντα [και ήδη αναιρεσείοντα] με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως σοβατζής στην προαναφερόμενη οικοδομή.
Στις 29.3.2005 και περί ώρα 8.30 ο δεύτερος εναγόμενος ανέθεσε στον ενάγοντα να αφαιρέσει τις πίκες και τους γάντζους από παράθυρο του λουτρού ενός διαμερίσματος του πέμπτου ορόφου της ως άνω οικοδομής, διαστάσεων 80 Χ 60 μ [ενν. εκατοστά]. Για να εκτελέσει την εν λόγω εργασία ο ενάγων, ενόψει του ότι οι πίκες (καλούπια) που έπρεπε να αφαιρέσει, βρίσκονταν σε ύψος 2,20 μ.
περίπου από το δάπεδο και οι γάντζοι σε ύψος άνω του 1,80 μ και δεν μπορούσαν να αφαιρεθούν ευχερώς με απλό τράβηγμα από το δάπεδο του λουτρού, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, ανέβηκε σε μαδέρι, το οποίο ήταν στηριγμένο σε δύο σιδερένια καβαλέτα (τρίποδα). Κατά την εκτέλεση της ως άνω εργασίας, το ένα από τα ως άνω τρίποδα, ύψους 1,50 μ.
και πλάτους 0,60 μ. περίπου, υποχώρησε επειδή έσπασε το σύρμα που το συγκρατούσε, με αποτέλεσμα να πέσει μαζί με αυτό στο έδαφος και να τραυματισθεί. Ο ενάγων μετά το εργατικό αυτό ατύχημα διακομίσθηκε αμέσως στο Νοσηλευτικό Ίδρυμα Ν.Ι.Μ.Τ.Σ., όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη κάταγμα δεξιού μηριαίου οστού και την 31.5.2005 υποβλήθηκε σε επέμβαση εσωτερικής οστεοσύνθεσης, παρέμεινε δε νοσηλευόμενος έως 5.4.2005, οπότε εξήλθε με σύσταση για επανεκτίμηση και αποχή από την εργασία για τρεις μήνες (βλ. ....).
Στις 17.2.2006 εξετάσθηκε στα εξωτερικά ιατρεία του 1ου Νοσοκομείου ΙΚΑ και διαγνώσθηκε "κάταγμα διάφυσης μηριαίου, χειρουργηθέν 5.4.2005, φέρει υλικά εσωτερικής οστεοσύνθεσης, κάταγμα κνημιαίων κονδύλων δεξιά, χειρουργηθέν 5.4.2005, φέρει υλικά εσωτερικής οστεοσύνθεσης, βλαστογονία, μετατραυματική αρθρίτιδα δεξιού γόνατος, κάταγμα αστραγάλου αντιμετωπισθέν συντηρητικά και υπογαστραλική αρθρίτιδα".
Η μαγνητική τομογραφία δεξιού γόνατος, που υποβλήθηκε στις 12.4.2006 αναφέρει "παρουσία μεταλλικών στοιχείων αντίστοιχα προς την ως άνω μετάφυση της κνήμης και την ελεγχόμενη κατώτερη μοίρα του μηριαίου οστού, προκαλούν arti-facts περιορίζοντας σημαντικά την διαγνωστική ακρίβεια της εξετάσεως. Πλην υπολειμματικών στοιχείων κατάγματος αντίστοιχα προς την άνω μετάφυση της κνήμης και υποκεφαλικού κατάγματος της περόνης, σημειώνονται επίσης σημεία συντριπτικού κατάγματος της οπισθίας μοίρας του έξω κνημιαίου κονδύλου με καθίζηση της επιφυσιακής επιφάνειας αυτού.
Μικρές εστιακές υποχονδριακού τύπου αλλοιώσεις υπό μορφή υποχονδριακών ελλειμμάτων παρατηρούνται στην επιφυσιακή επιφάνεια του έξω μηριαίου κονδύλου. Έντονα εκφυλιστικά στοιχεία παρατηρούνται κυρίως αντίστοιχα προς το οπίσθιο κέρας του έξω μηνίσκου και προς το περιφερειακό τμήμα του σώματος αυτού.
Παρατηρείται επίσης μείωση του ύψους των μεσαρθρίων διαστημάτων ιδία του έσω μεσαρθρίου διαστήματος. Δεν παρατηρούνται σημεία ρήξης του έσω μηνίσκου... Πλημμελής απεικόνιση του έξω πλαγίου συνδέσμου...". Κατά τη κλινική εξέταση του από τον πραγματογνώμονα - ορθοπεδικό χειρούργο Ν. Α., που διορίσθηκε με την προαναφερομένη 333/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διαπιστώθηκε βάδισμα με εμφανή χωλότητα, άλγος σε ολόκληρο το δεξιό κάτω άκρου και ότι τα ενοχλήματα αυτά επιδεινώνονται κατά την άνοδο και κάθοδο κλίμακας.
Το δεξιό κάτω άκρου είναι βραχύτερο κατά 2 cm, ο δε δεξιός μηρός (τετρακέφαλος) είναι ατροφικός και η περίμετρός του υπολείπεται κατά 4 cm συγκριτικά με αυτή του αριστερού. Ανευρέθη τομή (ουλή) απότοκος της επέμβασης της 31.3.2005, μήκους περίπου 35 cm περίπου στην έξω επιφάνεια του δεξιού μηρού και δύο στρογγυλές μικρές ουλές στην έσω επιφάνεια του κάτω τριτημορίου του δεξιού μηρού, αποτέλεσμα και αυτές της επέμβασης της 31.3.2005.
Η τομή που ανευρέθη στη προσθία επιφάνεια του δεξιού γόνατος, μήκους 12 cm περίπου, είναι απότοκος της παλαιάς επεμβάσεως που έγινε στην Αλβανία προ 25 ετών περίπου, ενώ παρατηρήθηκε συνδεσμική αστάθεια της κάτω γόνυ αρθρώσεως, η κάμψη του γόνατος υπολείπεται 25ο περίπου και η έκταση 10ο . Οι κινήσεις του γόνατος και κυρίως η ακραία κάμψη είναι επώδυνες και κατ’ αυτές ακούεται "τριγμός", ο οποίος υποδηλώνει την ύπαρξη οστεοαρθρίτιδας.
Στη δεξιά ποδοκνημική άρθρωση ευρέθη οίδημα, η δε ραχιαία έκτασή της υπολείπεται περίπου 15ο συγκριτικά με αυτή της αριστεράς. Οι βλάβες αυτές είναι απότοκες της κακώσεως της άρθρωσης αυτής που επισυνέβη προ 20 ετών περίπου και, όπως προαναφέρθηκε, αντιμετωπίσθηκε συντηρητικά. Σύμφωνα με την από 17.7.2008 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του ως άνω πραγματογνώμονα στο ένδικο ατύχημα προκλήθηκε βλάβη στο δεξιό μηριαίο οστούν, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, αντιμετωπίσθηκε χειρουργικά.
Οι δύο άλλες βλάβες (της κνήμης και του αστραγάλου) έγιναν παλαιότερα, προϋπήρχαν και αντιμετωπίσθηκαν στην πατρίδα του ενάγοντος, η πρώτη χειρουργικά και η δεύτερη συντηρητικά. Όπως καταδεικνύεται και από το μήκος της τομής της πρόσφατης επέμβασης (περίπου 35 cm) στην έξω επιφάνεια του δεξιού μηρού, προκειμένου να τοποθετηθεί σωστά η πλάκα και να στερεωθεί με κοχλίες, έγιναν σοβαροί χειρουργικοί χειρισμοί και εκτεταμένη διατομή μαλακών μορίων και κυρίως στη μάζα του τετρακεφάλου μυός.
Το μυϊκό αυτό σύστημα έχει άμεση σχέση με τη λειτουργία της άρθρωσης του γόνατος. Η άρθρωση του γόνατος έχει σοβαρές εκφυλιστικές βλάβες που οφείλονται στη παλαιά εγχείρηση που έγινε προ του ένδικου ατυχήματος. Η επέμβαση όμως για την αντιμετώπιση του κατάγματος του ένδικου ατυχήματος επιβάρυνε και επηρέασε το ήδη επιβαρυμένο γόνατο.
Η αρθρίτιδα στο δεξιό γόνατο και τη σύστοιχη ποδοκνημική άρθρωση οφείλεται σε ατυχήματα που συνέβησαν προ του επιδίκου. Οι βλάβες αυτές αποτελούσαν αιτία για δυσχέρεια στη βάδιση και χωλότητα. Το κάταγμα όμως του δεξιού μηριαίου, που συνέβη κατά το ένδικο ατύχημα, επηρέασε και επιβάρυνε το ήδη επιβαρυμένο γόνατο και ποδοκνημική άρθρωση με αποτέλεσμα να αυξηθεί η δυσκολία στη βάδιση και χωλότητα.
Διαπιστώθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι ο ενάγων βαδίζει με δυσχέρεια και χωλότητα. Κατά τη βάδιση αλγεί σε ολόκληρο το δεξιό κάτω άκρο, τα ενοχλήματα δε αυτά επιδεινώνονται κατά την άνοδο και κάθοδο της κλίμακας. Ο δεξιός μηρός είναι ατροφικός μετά την εγχείριση για το ένδικο ατύχημα (συγκεκριμένα η περίμετρός του υπολείπεται κατά 4 cm συγκριτικά με αυτή του αριστερού).
Το δεξιό γόνατο είναι επώδυνο, το ίδιο συμβαίνει με τη σύστοιχη ποδοκνημική άρθρωση. Πολλά από τα σημερινά ενοχλήματα και συμπτώματα οφείλονται στις παλαιές κακώσεις (στο δεξιό γόνατο και τη σύστοιχη ποδοκνημική άρθρωση), που επισυνέβησαν προ του ένδικου ατυχήματος. Όπως όμως προαναφέρθηκε η βλάβη και η εγχείρηση για το επίδικο κάταγμα του δεξιού μηριαίου οστού επιβάρυνε σε κάποιο βαθμό τις ήδη επιβαρυμένες αρθρώσεις του γόνατος και του άκρου ποδός.
Επίσης διαπιστώνονται ότι ο ενάγων είναι ολικά ανίκανος να εργασθεί σε οικοδομικές εργασίες, λόγω της φύσεως των εν λόγω εργασιών, οι οποίες επιβαρύνουν ιδιαίτερα τα κάτω άκρα, μπορεί όμως να εργασθεί σε ελαφρότερες εργασίες που δεν απαιτούν επιβάρυνση των κάτω άκρων και ότι είναι δύσκολο να καθορισθεί επακριβώς και σε ποίο βαθμό η εν λόγω ανικανότητα οφείλεται στο ένδικο ατύχημα και σε ποιο στις προϋπάρχουσες κακώσεις και βλάβες.
Πάντως το επίδικο κάταγμα και η εγχείρηση που ακολούθησε στο δεξιό μηριαίο οστούν επηρέασαν και επιδείνωσαν τις παλαιότερες προϋπάρχουσες βλάβες. Ενόψει των προεκτεθέντων ο ενάγων συνεπεία του ατυχήματος υπέστη κάταγμα της διαφύσεως του δεξιού μηριαίου οστού, οι δε δύο ως άνω βλάβες στο δεξιό γόνατο και στον αστράγαλο, καθώς και η αρθρίτιδα στο γόνατο και την ποδοκνημική άρθρωση, προέρχονται από παλαιότερους τραυματισμούς και όχι από το ένδικο ατύχημα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων στην αγωγή και αναφέρεται στην από 20.3.2006 ιδιωτική ιατρική πραγματογνωμοσύνη του χειρούργου - ορθοπεδικού Α.
Λ., που επικαλείται και προσκομίζει. Το επίδικο κάταγμα και η εγχείριση επηρέασαν και επιδείνωσαν τις παλαιότερες προϋπάρχουσες βλάβες. Το ως άνω εργατικό ατύχημα οφείλεται στο ότι το ως άνω καβαλέτο (τρίποδο), με το οποίο ο ενάγων κατασκεύασε σκαλωσιά, δεν είχε επαρκή αντοχή, λόγω της παλαιότητάς του, καθώς και έδραση, αφού στερεωνόταν με σύρμα και όχι με γάντζους, με αποτέλεσμα, όταν ο ενάγων ανέβηκε στην εν λόγω σκαλωσιά, για να αφαιρέσει τους γάντζους και τις πίκες από το παράθυρο λουτρού διαμερίσματος του 5ου ορόφου, να σπάσει το σύρμα που το συγκρατούσε και να πέσει στο δάπεδο.
Υπαίτιοι για την επέλευση του ως άνω εργατικού ατυχήματος είναι οι εναγόμενοι, οι οποίοι με τις ανωτέρω ιδιότητές τους ο καθένας και ειδικότερα η πρώτη ως εργολάβος του όλου έργου και ο δεύτερος ως εργοδότης του ενάγοντος και υπεργολάβος του έργου των επιχρισμάτων της ως άνω οικοδομής, παρέλειψαν από αμέλεια τους να λάβουν τα μέτρα ασφαλείας που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 662 του ΑΚ, 3 και 5 του Ν. 1396/1983, 21 του Π.Δ. 778/1980, 8 Παραρτ.
IV και 12 II παράγρ. 5 του Π.Δ. 305/1996 και 111 του Π.Δ. 1073/1981 και συγκεκριμένα παρέλειψαν να φροντίσουν ώστε το ως άνω καβαλέτο που χρησιμοποίησε ο ενάγων να έχει ασφαλή αντοχή και έδραση και ειδικότερα να στερεώνεται σε γάντζους και όχι σε σύρμα, καθώς να αντικαταστήσουν αυτό, αφού η παλαιότητά του επηρέαζε τη στατική επάρκεια και αντοχή του.
Επίσης, καίτοι ο ενάγων πραγματοποιούσε εργασία σε ύψος, δεν τοποθέτησαν στη στάθμη του δαπέδου κάποιο δίχτυ προστασίας, το οποίο να τον προστατεύει έναντι της πτώσης, ούτε εφοδίασαν αυτόν με ζώνη ασφαλείας, με αποτέλεσμα ο ενάγων να πέσει στο έδαφος, λόγω της υποχώρησης του ως άνω καβαλέτου, από ύψος 1,50 μ.
περίπου. Στην επέλευση όμως του ένδικου εργατικού ατυχήματος συνετέλεσε και η αμελής συμπεριφορά του ενάγοντος, η οποία συνίσταται στο ότι παρά την εμπειρία του ως προς την αντοχή των καβαλέτων, καθόσον απασχολούνταν σε οικοδομικές εργασίες τουλάχιστον 25 έτη, λόγω έλλειψης της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει, δεν αντιλήφθηκε ότι το καβαλέτο (τρίποδο) της ως άνω σκαλωσιάς δεν είχε επαρκή σταθερότητα και αντοχή και ανέβηκε στο μαδέρι αυτής, προκειμένου να αφαιρέσει τους προαναφερόμενους γάντζους, με αποτέλεσμα να υποχωρήσει το εν λόγω καβαλέτο, επειδή έσπασε το σύρμα που το συγκρατούσε και να πέσει στο δάπεδο.
Επομένως η ένσταση συνυπαιτιότητας, που προέβαλαν παραδεκτά πρωτοδίκως οι εναγόμενοι και επαναφέρουν με σχετικούς λόγους των εφέσεων, πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, η κατά τα ως άνω δε συντρέχουσα αμέλεια (συνυπαιτιότητα) του ενάγοντος πρέπει να συνεκτιμηθεί κατά τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης, η οποία, όμως, δεν μειώνεται ανάλογα με το ποσοστό του πταίσματος του τελευταίου, γι’ αυτό ο κατά ποσοστό προσδιορισμός της δεν είναι απαραίτητος (Α.Π. 1440/2002 ΝοΒ 2003, 1037). [ενν.
την ΑΠ 1438/2002 ο.π.].
Συνεπώς τα όσα αντιθέτως υποστηρίζονται με τις εφέσεις (περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος, άλλως συνυπαιτιότητάς του κατά ποσοστό 95%) είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Εξάλλου [...]. Επίσης, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα η πρώτη εναγομένη, ως εργολάβος του όλου οικοδομικού έργου ευθύνεται για το επελθόν ατύχημα που οφείλεται και στη δική της αμελή συμπεριφορά και ο κατ’ εκτίμηση ισχυρισμός αυτής ότι δεν ευθύνεται για το ένδικο ατύχημα, διότι ήταν κυρία του έργου και δεν θεωρείται εργοδότης του παθόντος ενάγοντος, αλλά "πλασματικός εργοδότης" είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση κατέληξε στην ίδια κρίση, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και οι περί του αντιθέτου συναφείς λόγοι των εφέσεων πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι.
Εξάλλου ενόψει των παραπάνω συνθηκών, κάτω από τις οποίες έγινε το ένδικο ατύχημα, της σωματικής και ψυχικής ταλαιπωρίας του ενάγοντος, ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 47 ετών, του είδους, της βαρύτητας και των συνεπειών του ως άνω τραυματισμού του, της υπαιτιότητας των εναγομένων, της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων μερών, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από το ατύχημα, το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο.
Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται για την ως άνω αιτία το ποσό των 150.000 ευρώ έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός λόγος εκάστης των εφέσεων πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως κατ’ ουσίαν βάσιμος". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού εξαφάνισε τη προσβαλλομένη απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και, δικάζοντας την από 2.4.2007 αγωγή του ενάγοντος, επιδίκασε σε αυτόν το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση σε βάρος των εναγομένων, ενεχομένων εις ολόκληρο.
Με την κρίση του αφενός μεν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες ως προς την συνδρομή συνυπαιτιότητας στο πρόσωπο του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για τον τραυματισμό του, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, αφετέρου δε δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας, ούτε τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας κατά την εφαρμογή του άρθρου 932 του ΑΚ.
Ειδικότερα δεν ενέχει ανεπάρκεια η μη αναφορά στη προσβαλλομένη απόφαση του τρόπου με τον οποίο ο αναιρεσείων θα μπορούσε να διαπιστώσει την αντοχή και την ευστάθεια του χρησιμοποιηθέντος καβαλέτου ή να γνωρίζει ότι αυτό δεν είχε στερεωθεί επαρκώς, εφόσον σε αυτήν γίνεται μνεία της παλαιότητας αυτού, της στατικής ανεπάρκειας και της έλλειψης αντοχής του, οφειλομένης στο ότι αυτό στερεωνόταν με σύρμα και όχι σε γάντζους, όπως θα έπρεπε, δηλαδή σε ελαττώματα του καβαλέτου που κατά λογική ακολουθία είναι άμεσα αντιληπτά για κάποιον που έχει πολυετή εμπειρία σε οικοδομικές εργασίες, όπως ήταν κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ο ενάγων.
Ούτε ενέχει αντίφαση επαγομένη την εκ πλαγίου παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εφαρμογή του άρθρου 932 του ΑΚ, η επιδίκαση ως χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος από τον τραυματισμό του στο εν λόγω ατύχημα του ποσού των 10.000 ευρώ, παρά το ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ο αναιρεσείων είναι ολικά ανίκανος να εργασθεί σε οικοδομικές εργασίες, λόγω της φύσης των εργασιών, οι οποίες επιβαρύνουν ειδικότερα τα κάτω άκρα και το ότι ήταν 47 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας για τον καθορισμό του ύψους αυτής συνεκτίμησε επίσης, μεταξύ άλλων, τις περιγραφόμενες συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το πιο πάνω ατύχημα, την συνυπαιτιότητα του παθόντος σε αυτό και το ότι οι συνέπειες ως προς την ανικανότητά αυτού για εργασία δεν οφείλονταν αποκλειστικά στον τραυματισμό του στο ένδικο ατύχημα, αλλά οφείλονταν και σε παλαιότερους τραυματισμούς του στην περιοχή, ιδίως στο δεξιό γόνατο και τον αστράγαλο, ως και στην οστεορθρίτιδα στο δεξιό γόνατο και τη ποδοκνημική άρθρωση από την οποία ήδη έπασχε, τις οποίες (απλώς) ο τραυματισμός του στο ατύχημα και η εγχείριση που επακολούθησε επιδείνωσαν σε κάποιο βαθμό, ήτοι περιστάσεις που επιδρούν μειωτικά στον προσδιορισμό του ύψους της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης.
Κατά συνέπεια υπό τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά και με βάση τα κριτήρια καθορισμού εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 του ΑΚ, το εν λόγω ποσό, κατά τη κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου αντίληψη δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς του συνήθους επιδικαζομένου ποσού σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επομένως ο από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης των αναιρεσίβλητων ανώνυμης εταιρείας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.1.2017 και με αριθ. κατάθ. ...17 αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθ. 4461/17.7.2014 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ