Supreme Court dismisses appeal against insurance company regarding invalid contract with fixed fee lawyer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting the insurance company's claim of abuse of right. The appellant argued the contract was valid and the termination abusive, but the court found the contract void ab initio due to the lawyer's violation of the Code of Lawyers prohibiting fixed fees for multiple clients. Consequently, the court ruled that since the contract was invalid, no abuse of right could exist, and the appellant must bear the costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 63 A of the Code of Lawyers; Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure: A contract concluded in violation of the prohibition against lawyers receiving fixed fees for multiple clients is void ab initio; therefore, a claim of abuse of right regarding the termination of such a contract is inadmissible as the contract never legally existed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2029 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2029/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Ο. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Πρωτοπαπά και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ Α.Ε.Α.Ε.", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαϊωάννου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/3/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 263/2009 μη οριστική και 193/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 4549/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/12/2012 αίτησή του και τους από 23/4/2013 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 24/9/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής. Ο αναιρεσείων και ο πληρεξούσιός του ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με το άρθρο 63 Α του Κώδικα Δικηγόρων ( ν.δ. 3026/1954 ) που προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1093/1980 και αντικαταστάθηκε από το άρθρο 16 του ν. 1366/1983, ορίζονται τα εξής : Στην παρ. 1 εδ. α', " Απαγορεύεται στο δικηγόρο να παρέχει νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες με πάγια δικηγορική αμοιβή σε περισσότερους από ένα εντολείς, είτε αυτοί ανήκουν στο δημόσιο τομέα, όπως καθορίζεται στο άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256 /1982 ( ΦΕΚ65/Α), είτε ανήκουν στον ιδιωτικό τομέα".
Στην παρ. 2, " Η παροχή νομικών ή δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία απαγορεύεται στους δικηγόρους, α ) που κατέχουν οποιαδήποτε έμμισθη θέση από αυτές που προβλέπει το άρθρο 62 παρ. 2 και 3 ή άλλες διατάξεις που επεκτείνουν την εφαρμογή του άρθρου αυτού και δεν επάγονται την αναστολή του λειτουργήματος του δικηγόρου και β ) που λαμβάνουν από το Δημόσιο ή από Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης σύνταξη ή άλλη οποιαδήποτε περιοδική παροχή που υπερβαίνει το βασικό μισθό δικηγόρου παρ' Αρείω Πάγω, με πάγια περιοδική αμοιβή κατά τους όρους του Κώδικα περί Δικηγόρων, χωρίς οποιαδήποτε προσαύξηση ή επίδομα εκτός της αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής (Α.Τ.Α.)..." Στην παρ. 6 " Δικηγόροι που εμπίπτουν στις απαγορεύσεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού, υποχρεούνται να δηλώσουν στο Δικηγορικό Σύλλογο, του οποίου είναι μέλη, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριών μηνών από την έναρξη της ισχύος του άρθρου αυτού, ποια θέση προτιμούν να διατηρήσουν από τις κατεχόμενες απ' αυτούς περισσότερες θέσεις με πάγια περιοδική αμοιβή ή να επιλέξουν μεταξύ των κατεχομένων θέσεων και της κατά την παρ. 2 αμειβομένης θέσης ή σύνταξης.
Μέσα στην ίδια προθεσμία οι δικηγόροι αυτοί υποχρεούνται να αποχωρήσουν από τις θέσεις που δεν επιτρέπεται κατά τις παρ. 1 και 2 να διατηρήσουν..." Στην παρ. 8 "Εντολείς της παρ. 1 υποχρεούνται να αναγγέλλουν στους οικείους Δικηγορικούς Συλλόγους κάθε σύμβαση παροχής νομικών ή δικηγορικών υπηρεσιών με παγία περιοδική αμοιβή, που συνάπτουν και κάθε πρόσληψη δικηγόρου σε έμμισθη θέση της παρ. 2 μέσα σε τριάντα ημέρες από την υπογραφή της σύβασης ή το διορισμό.
Την ίδια υποχρέωση, μέσα στην ίδια προθεσμία έχει και ο δικηγόρος. Ο δικηγόρος που έγινε συνταξιούχος του Δημοσίου ή άλλου οργανισμού κοινωνικής ασφάλισης υποχρεούται μέσα στην ίδια προθεσμία από τη συνταξιοδότησή του, να υποβάλει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο δήλωση στην οποία θα ανακοινώσει τη συνταξιοδότησή του, το φορέα από τον οποίο συνταξιοδοτείται, τη χρονολογία έναρξης καταβολής της σύνταξης και το ποσό της" και στην παρ. 10, " Συμβάσεις παροχής νομικών ή δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή, που θα συναφθούν μετά την έναρξη της ισχύος του παρόντος άρθρου κατά παράβαση των απαγορεύσεων των παρ. 1, 2 και 4 είναι αυτοδικαίως άκυρες.
Υφιστάμενες τέτοιες συμβάσεις που θα διατηρηθούν κατά παράβαση της παρ. 6 του άρθρου αυτού λύνονται αυτοδικαίως την επόμενη ημέρα μετά τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο αυτή, εκτός από εκείνη, βάσει της οποίας ο δικηγόρος λαμβάνει τη μεγαλύτερη αντιμισθία. Από την ακύρωση ή λύση των συμβάσεων κατά τα προηγούμενα εδάφια ο δικηγόρος δεν έχει δικαίωμα οποιασδήποτε αποζημίωσης.
Στις περιπτώσεις που η παράβαση των διατάξεων του άρθρου αυτού επάγεται ακυρότητα, δεν υπάρχει ούτε αξίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Όσα όμως έχουν καταβληθεί δεν αναζητούνται ". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην παρ. 1 εδ. α' ορίζεται με πλήρη σαφήνεια το πεδίο εφαρμογής του νόμου, ήτοι απαγόρευση περισσοτέρων από μία θέσεων με πάγια αντιμισθία, που αφορά εντολείς που ανήκουν είτε στο δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα και αναφέρεται σε συμβάσεις παροχής νομικών ή δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή μόνο, ενώ με την παρ. 2 εδ.
β' προβλέπεται απαγόρευση παροχής νομικών ή δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή σε δικηγόρους που λαμβάνουν από το Δημόσιο ή από Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης σύνταξη ή άλλη οποιαδήποτε περιοδική παροχή που υπερβαίνει το βασικό μισθό δικηγόρου παρ' Αρείω Πάγω, με πάγια περιοδική αμοιβή.
Με την παρ. 6 θεσπίζεται τρίμηνη αποκλειστική προθεσμία στους δικηγόρους που εμπίπτουν στις ως άνω περιπτώσεις να επιλέξουν ποια από τις δύο θέσεις προτιμούν να διατηρήσουν ή αν προτιμούν τη θέση ή τη σύνταξη, ενώ με την παρ. 8 θεσπίζεται υποχρέωση στους δικηγόρους που έλαβαν σύνταξη από το Δημόσιο ή άλλο Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης, να δηλώσουν μέσα στην ίδια προθεσμία στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο τη συνταξιοδότηση τους και με την παρ. 10 προβλέπεται αυτοδίκαιη ακυρότητα των συμβάσεων παροχής νομικών ή δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία που έγιναν κατά παράβαση των παρ. 1 , 2 ( και 4 ) του άρθρου αυτού (63Α), που θεωρούνται ως μη γενόμενες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 ΑΚ., χωρίς να απαιτείται η εκ μέρους του εντολέως καταγγελία τους και δεν παρέχεται στο δικηγόρο δικαίωμα οποιασδήποτε αποζημιώσεως ή αξίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, με μόνη υπέρ του δικηγόρου συνέπεια τη μη αναζήτηση των καταβληθέντων σε αυτόν από τον εντολέα του. ( Ολ.
Α.Π. 16 /2004, Α.Π.590/2004). Στη προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είναι δικηγόρος μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά από το έτος 1974. Από 13/9/1974 παρείχε τις υπηρεσίες του, ως δικηγόρος, με πάγια αντιμισθία στη ΔΕΗ, απ' όπου συνταξιοδοτήθηκε την 1 / 4/1993.
Επίσης, από το έτος 1981 προσέφερε τις υπηρεσίες του με πάγια αντιμισθία, στην εταιρεία με την επωνυμία " ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΤΑΝ ΕΠΕ", της οποίας η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη τυγχάνει διάδοχος, χωρίς έγγραφη σύμβαση, ενώ από 1/12/1997 καταρτίσθηκε και έγγραφη σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών αρχικά ορισμένου χρόνου μεταξύ του ενάγοντος και της εταιρείας " METROLIFE Ε.Α.Ε.Α.Ε.Ζ.", διαδόχου της αρχικής, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα από 24/2/2000 και 6/9/2001 παραρτήματα Α' και Β'.
Σύμφωνα με αυτήν, ο ενάγων υποχρεούται να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως προϊστάμενος της νομικής υπηρεσίας της εταιρείας, αρχικά για μία πενταετία, παρατεινόμενη αυτομάτως, εφόσον συνεχισθεί για ίσο χρόνο, αντί μηνιαίας αμοιβής 950.000 δρχ., καταβαλλομένης 14 φορές ετησίως, πλέον παροχής πιστωτικής κάρτας 100.000 δρχ.
μηνιαίως, 150.000 δρχ. μηνιαίως ως έξοδα παραστάσεως ,bonus κ.λ.π. Στην ως άνω από 1/12/1997 σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών, συνεχίζει το Εφετείο, την οποία ο ενάγων έχει ενσωματώσει στην αγωγή του, αναφέρεται ότι "... η σύμβαση αυτή είναι συνέχεια σύμβασης εντολής αορίστου χρόνου που συνέδεε τον Σ. Ο. με την METROLIFE ΕΛΛΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ" κατά τη χρονική περίοδο από Ιουνίου 1981 μέχρι Μαρτίου 1987".
Με το από 6/9/2001 παράρτημα Β', η σύμβαση μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, δυναμένη να καταγγελθεί από την εταιρεία, για σπουδαίο λόγο, οποτεδήποτε και χωρίς την τήρηση οποιασδήποτε προθεσμίας. Στις 19/12/2008 η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως, δια του νομίμου εκπροσώπου της B. W., την άνω σύμβαση, ισχυριζόμενη ότι "η μεταξύ μας σύμβαση ήταν και είναι αυτοδικαίως άκυρη, καθόσον λαμβάνετε σύνταξη από οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως", γεγονός το οποίο μας είχατε αποκρύψει, εκθέτοντας την εταιρεία σε σοβαρότατους κινδύνους.
Καταγγέλλομε, επομένως, με την παρούσα την μεταξύ μας σύμβαση έμμισθης εντολής, αφ' ενός μεν λόγω της ακυρότητας της, αφ' ετέρου δε επικουρικά, για σπουδαίο λόγο, λόγω της παντελούς διαρρήξεως της μεταξύ μας σχέσεως εμπιστοσύνης ". Δέχεται ακολούθως το Εφετείο, ότι ο ενάγων συνταξιοδοτήθηκε από τη ΔΕΗ την 1/4/1993, ενώ από το έτος 1981 μέχρι το έτος 1993 (1/4/1993) παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες στην εταιρεία " ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΤΑΝ ΕΠΕ ", και εν συνεχεία "METROLIFE ΕΛΛΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ Α.Ε. ", διαδόχους της εναγομένης, με πάγια περιοδική αμοιβή.
Ήτοι, ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από το 1981 έως το 1993 παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες με πάγια περιοδική αμοιβή, σε δύο διαφορετικούς εντολείς, κατά παράβαση του άρθρου 63 Α' παρ. 1 εδ. α' του Κώδικα περί Δικηγόρων. Περαιτέρω, από το έτος 1993, οπότε συνταξιοδοτήθηκε από τη ΔΕΗ μέχρι το έτος 2008, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβασή του από την εναγομένη, δεν δικαιούταν να παρέχει τις υπηρεσίες του σ' αυτήν με πάγια περιοδική αμοιβή, δεδομένου ότι η σύνταξη που ελάμβανε από τη ΔΕΗ υπερέβαινε το βασικό μισθό δικηγόρου παρ' Αρείω Πάγω, με πάγια περιοδική αμοιβή κατά τους όρους του Κώδικα περί Δικηγόρων, χωρίς οποιαδήποτε προσαύξηση ή επίδομα εκτός της αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής (ΑΤΑ) (άρθρο 63 Α' παρ. 2 περ.
β' του Κώδικα περί Δικηγόρων). Συνεχίζει το Εφετείο, ότι ο ενάγων με το από 21/2/2005 έγγραφό του προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Πειραιά, δήλωσε ότι επιλέγει τη θέση της πάγιας αντιμισθίας αντί της σύνταξης από τον Ασφαλιστικό Οργανισμό του Προσωπικού ΔΕΗ, ενώ με το από 22/2/2005 έγγραφό του προς Οργανισμό Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ, ζήτησε να περιορισθεί η σύνταξή του από 1/1/2005, στο ποσό των 1.391 ευρώ, ήτοι στο βασικό μηνιαίο μισθό δικηγόρου παρ' Αρείω Πάγω.
Συνεπώς, ο ενάγων μέχρι 22/2/2005 ελάμβανε σύνταξη ανώτερη του ορίου που θεσπίζει η άνω ρύθμιση (άρθρο 63 Α' παρ. 2 εδ. β' Κώδικα περί Δικηγόρων) αλλά και μεταγενέστερα, μέχρι τέλους του 2007 ελάμβανε μηνιαία σύνταξη 2.073, 07 ευρώ και το έτος 2008 2.921,15 ευρώ. Αντίστοιχα, ο βασικός μισθός δικηγόρου παρ' Αρείω Πάγω, με πάγια περιοδική αμοιβή, χωρίς οποιοδήποτε επίδομα, πλέον της ΑΤΑ ανερχόταν σε 774,97 ευρώ, μέχρι τέλους του 2007 και 1.666 ευρώ το έτος 2008.
Προκειμένου δε η εναγομένη να εντάξει τον ενάγοντα στον κανονισμό του προσωπικού της, προέβη σε επανάληψη της έμμισθης εντολής και ειδικότερα κατέθεσε στις 12/1/2005 στον ΟΑΕΔ (υπό την τότε επωνυμία " ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ Ε.Α.Ε.Α.Ε.") σχετική δήλωση περί προσλήψεως την 1/1/2005 του ενάγοντος δικηγόρου, η αναγγελία δε αυτή έλαβε χώρα για τον προαναφερθέντα λόγο και δεν είχε το χαρακτήρα κατάρτισης νέας σύμβασης έμμισθης εντολής.
Καταλήγει δε το Εφετείο, ότι η σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια περιοδική αμοιβή που κατάρτισε ο ενάγων με την εναγομένη είναι άκυρη, ως αντιβαίνουσα στις διατάξεις των άρθρων 63 Α' παρ. 1 και 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων και η από 19/12/2008 καταγγελία από την εναγομένη της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης και με το προαναφερθέν περιεχόμενο είναι επαρκώς ορισμένη και δεν πάσχει ακυρότητα.
Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 19/12/2008 καταγγελίας της συμβάσεως της έμμισθης δικηγορικής εντολής, ως γενόμενη χωρίς σπουδαίο λόγο, άλλως ως καταχρηστική και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, καταβάλλοντάς του τις αποδοχές του και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, άλλως ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει αποζημίωση απόλυσης και μισθούς υπερημερίας.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις των άρθρων 63 Α' παρ. 1 και 2 περ. β' του Κώδικα περί Δικηγόρων, οι οποίες ήταν στην ένδικη περίπτωση εφαρμοστέες, ενόψει των παραδοχών ότι ο αναιρεσείων κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1981 έως 1993 παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες με πάγια περιοδική αμοιβή σε δύο διαφορετικούς εντολείς και από το 1993 οπότε συνταξιοδοτήθηκε από τη ΔΕΗ μέχρι και το 2008, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια περιοδική αμοιβή από την αναιρεσίβλητη, ελάμβανε σύνταξη που υπερέβαινε το βασικό μισθό δικηγόρου παρ' Αρείω Πάγω, με συνέπεια την αυτοδίκαιη ακυρότητα της συμβάσεως έμμισθης εντολής με πάγια περιοδική αμοιβή που τον συνέδεε με την αναιρεσίβλητη, οι δε αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο του κυρίως δικογράφου της αναιρέσεως και τον πρώτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
είναι αβάσιμοι. Η αποδιδόμενη με το σχετικό μέρος του πρώτο λόγου αναιρέσεως αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ, ότι εσφαλμένως το Εφετείο δεν εφάρμοσε στην ένδικη περίπτωση τις διατάξεις του άρθρου 63 Β παρ. 1 και 2 περ. γ' του Κώδικα Δικηγόρων, κρίνοντας ότι οι διατάξεις αυτές ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις για την άσκηση ελεύθερης δικηγορίας από συνταξιούχους δικηγόρους και όχι από σύμβαση νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία, είναι αβάσιμη, καθόσον οι διατάξεις του άρθρου 63 Β παρ.1 και 2 γ' του Κώδικα Δικηγόρων, με τις οποίες ορίζεται ότι, " 1.
Δικηγόροι που ως άμεσα ασφαλισμένοι λαμβάνουν από το Δημόσιο ή οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό σύνταξη, κύρια ή επικουρική, βοήθημα Ταμείου Αρωγής, μέρισμα μετοχικού Ταμείου ή οποιαδήποτε άλλη τακτική παροχή, που το άθροισμα τους υπερβαίνει την καταβαλλόμενη κατά μήνα κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού σύνταξη δικηγόρου με σαράντα συντάξιμα χρόνια από το Ταμείο Νομικών και τον κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης, οφείλουν με δήλωσή τους, να επιλέξουν την άσκηση της δικηγορίας ή την απόληψη των παροχών αυτών.
Σε περίπτωση που θα επιλέξουν την άσκηση της δικηγορίας αναστέλλεται η καταβολή σ' αυτούς της σύνταξης και κάθε άλλης παροχής ... 2. Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζεται: α)... β).. γ) Στους δικηγόρους που λαμβάνουν σύνταξη ή άλλη παροχή για υπηρεσίες που πρόσφεραν ή καθήκοντα που άσκησαν και δεν ήταν, κατά το χρόνο παροχής η άσκηση τους ασυμβίβαστα με το λειτούργημα του δικηγόρου, ανεξάρτητα αν οι υπηρεσίες αυτές παρασχέθηκαν ή τα καθήκοντα ασκήθηκαν πριν ή μετά το διορισμό τους ως δικηγόρων", ρυθμίζουν γενικώς τις προϋποθέσεις άσκησης δικηγορίας από συνταξιούχους δικηγόρους και καθιερώνεται ασυμβίβαστο, ενώ οι διατάξεις του άρθρου 63 Α παρ. 1 και 2 β' του Κώδικα Δικηγόρων, στις οποίες ο αναιρεσείων υπάγεται, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ρυθμίζουν ειδικώς τις προϋποθέσεις της παροχής νομικών ή δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή σε σχέση με την ταυτόχρονη παροχή των ως άνω υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή και σε άλλο εντολέα ή την ανωτέρω θέση και την ταυτόχρονη λήψη συντάξεως που υπερβαίνει το βασικό μισθό δικηγόρου παρ' Αρείω Πάγω και καθιερώνουν ακυρότητα των σχετικών συμβάσεων, οι οποίες θεωρούνται ότι δεν έγιναν και δεν συνεπάγονται αποτελέσματα.
Επειδή, κατά το άρθρο 174 ΑΚ δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Η διάταξη αυτή καθιερώνει ακυρότητα των δικαιοπραξιών, το περιεχόμενο των οποίων αντίκειται στο νόμο και αποτελεί λευκό κανόνα κατά το σημείο που αναφέρεται σε άλλους κανόνες δικαίου, οι οποίοι αποτελούν "απαγορευτικές διατάξεις".
Προϋποθέσεις της ακυρότητας της δικαιοπραξίας, κατά την ανωτέρω διάταξη, είναι αφενός η αντίθεση της δικαιοπραξίας, δηλαδή του περιεχομένου της, σε απαγορευτική διάταξη νόμου και αφετέρου "να μη συνάγεται κάτι άλλο", δηλαδή να μη συνάγεται αποκλεισμός της ακυρότητας από το περιεχόμενο και το σκοπό της απαγορευτικής διατάξεως.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 ΑΚ, η τελευταία των οποίων ορίζει ότι η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε και η οποία εφαρμόζεται επί όλων των δικαιοπραξιών, η κατά παράβαση των δημοσίας τάξεως , απαγορευτικών διατάξεων της παρ. 1 και 2 περ. β' του άρθρου 63 Α' του Κώδικα Δικηγόρων συναπτόμενες συμβάσεις έμμισθης εντολής με πάγια περιοδική αμοιβή, είναι άκυρες και θεωρούνται ως μη γενόμενες και δεν συνεπάγονται αποτελέσματα.
Η ακυρότητα των ως άνω συμβάσεων δεν θεραπεύεται και αναγκαία προϋπόθεση για να ισχύσει, κατ' άρθρο 183 ΑΚ,ως νέα κατάρτιση συμβάσεως είναι η τήρηση των κατά νόμο απαιτούμενων όρων για την απ' αρχής κατάρτισή της. Δηλαδή, για να θεωρηθεί ως έγκυρη η σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια περιοδική αμοιβή, που καταρτίσθηκε κατά παράβαση των απαγορευτικών διατάξεων του άρθρου 63 Α' παρ. 1 και 2 περ.
β' του Κώδικα Δικηγόρων, θα πρέπει να τηρηθούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα συνάπτονταν έγκυρη η ως άνω σύμβαση με την επιλογή της μίας εκ των δύο κατεχόμενων θέσεων (έμμισθης εντολής με πάγια περιοδική αμοιβή) και την αποχώρηση από την άλλη ή επιλογή της ως άνω θέσης ή της υπέρτερης του βασικού μισθού δικηγόρου παρ' Αρείω Πάγω σύνταξης.
Επομένως, οι ενιαίως κρινόμενοι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 180 ΑΚ και έκρινε ως άκυρη τη σύμβαση έμμισθης εντολής που τον συνέδεε με την αναιρεσίβλητη επί 17 έτη και ότι σε περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι ήταν άκυρη η σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια περιοδική αμοιβή που τον συνέδεε με την αναιρεσίβλητη, αυτή επικυρώθηκε, κατ' άρθρο 183 ΑΚ, με την επανάληψη της έμμισθης εντολής που έγινε την 1/1/2005, είναι αβάσιμοι, καθόσον σύμφωνα με τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα από το Εφετείο, ο αναιρεσείων από το 1974 μέχρι το 1993 παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες στη ΔΕΗ με σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια περιοδική αμοιβή και έκτοτε συνταξιοδοτήθηκε απ' αυτή λαμβάνοντας σύνταξη, μέχρι και το 2008, που υπερέβαινε το βασικό μισθό δικηγόρου παρ' Αρείω Πάγω, ενώ από το 1981 μέχρι τις 19/12/2008 παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες με σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια περιοδική αμοιβή στην αναιρεσίβλητη, και συνεπώς η ως άνω σύμβαση που καταρτίσθηκε με την αναιρεσίβλητη ήταν άκυρη, γιατί καταρτίσθηκε κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι ακυρότητας της οποίας δεν εξέλιπαν μέχρι την " καταγγελία " στις 19/12/2008.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β' Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας και της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνο όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, οι πλεοναστικώς εκφερόμενες κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας, αλυσιτελώς και χωρίς έννομο συμφέρον προσβάλλονται με λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως και με το δεύτερο πρόσθετο λόγο, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1, 8 και 19 Κ.Πολ.Δ. αιτιάται το Εφετείο, α) ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 5 εδ. 4 περ.
β' Κώδικα Δικηγόρων, κατά την οποία η σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής καταγγέλλεται από τον εντολέα μόνο για σπουδαίο λόγο, στην περίπτωση που για το προσωπικό της ισχύει Κανονισμός που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία, όπως το Εφετείο δέχεται ότι υπήρχε τέτοιος Κανονισμός, καθόσον στην καταγγελία δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά που να συνιστούν σπουδαίο λόγο, β) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του περί ανυπαρξίας σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της συμβάσεως έμμισθης εντολής με πάγια περιοδική αμοιβή, και γ) ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία, όταν προσλαμβάνεται κάποιος ως νομικός παραστάτης σε εταιρεία του δημοσίου ή του ιδιωτικού τομέα προσκομίζει το βιογραφικό του, τους τίτλους του και κάθε πληροφορία και επομένως η αναιρεσίβλητη γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι λαμβάνει συνταξιοδοτικό βοήθημα από τον Οργανισμό Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ.
Ο λόγος αυτός κατά τα δύο πρώτα μέρη είναι αλυσιτελής, καθόσον, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες παραδοχές του Εφετείου, ότι ο αναιρεσείων αρχικά παρείχε ταυτόχρονα τις νομικές του υπηρεσίες με σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια περιοδική αμοιβή τόσο στη ΔΕΗ όσο και στην αναιρεσίβλητη και στη συνέχεια παρείχε τις ως άνω υπηρεσίες του στην τελευταία και ταυτόχρονα ελάμβανε σύνταξη από τη ΔΕΗ, που ήταν υπέρτερη των αποδοχών δικηγόρου παρ' Αρείω Πάγω, η σύμβαση αυτή ήταν αυτοδικαίως άκυρη και δεν απαιτείτο λύση, η δε καταγγελία της από την αναιρεσίβλητη έγινε εκ περισσού και επομένως, δεν απαιτείτο επίκληση σπουδαίου λόγου, που προϋποθέτει έγκυρη σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια περιοδική αμοιβή.
Η πλεοναστικώς εκφερόμενη κρίση του Εφετείου, ότι η από 19/12/2008 καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενης συμβάσεως από την αναιρεσίβλητη " ... με το προαναφερθέν περιεχόμενο είναι επαρκώς ορισμένη και δεν πάσχει ακυρότητα ..." αλυσιτελώς προσβάλλεται με τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, αφού οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος έχουν ως αφετηρία την εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η συνδέουσα αυτόν και την αναιρεσίβλητη σύμβαση ήταν έγκυρη.
Περαιτέρω ,η επίκληση από τον αναιρεσείοντα των ως άνω διδαγμάτων κοινής πείρας είναι απαράδεκτη γιατί, α) δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποίων κανόνων δικαίου την ερμηνεία αφορούν, και β) χρησιμοποιούνται για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται, α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας , β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ανάγκη επίκλησης υπάρχει και για το αποδεικτικό μέσο της δικαστικής ομολογίας, δηλαδή εκείνης που γίνεται προφορικώς ή εγγράφως στο δικαστήριο που δικάζει ή σε εντεταλμένο δικαστή και αποτελεί κατά το άρθρο 352 Κ.Πολ.Δ.
πλήρη απόδειξη σε βάρος του διαδίκου που ομολογεί, η οποία ναι μεν λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, πλην όμως για να δημιουργηθεί ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 γ Κ.Πολ.Δ πρέπει να εκτίθεται στην αίτηση ότι ο αναιρεσείων την επικαλέσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Ωστόσο, δικαστική ομολογία δεν είναι κατά την έννοια του άρθρου 352 Κ.Πολ.Δ κάθε τέτοια ομολογία, αλλά μόνο αυτή που γίνεται με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος ως προς το οποίο ο αντίδικός του έχει το δικονομικό βάρος της επίκλησης και της απόδειξης του, δηλαδή για να συντρέχει η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 11 γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πρέπει η δικαστική ομολογία που αγνοήθηκε να είναι σαφής και ορισμένη και να επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως ( Α.Π. 845/2012).
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, είναι αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (π.χ. μάρτυρες, έγγραφα), χωρίς ειδική μνεία και αξιολόγηση εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση απόδειξη και από ποια έμμεση. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ.11γ Κ.Πολ.Δ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, α ) τη δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, αναφορικά με τη γνώση της για την παράλληλη εργασία του στη ΔΕΗ αρχικά και συνταξιοδότησή του στη συνέχεια, που διαλαμβάνεται στις πρωτόδικες προτάσεις της ,στις οποίες αναφέρει ότι, "Η αλήθεια προκύπτει από το δακτυλογραφημένο βιογραφικό σημείωμα (σχετικό 7) το οποίο ανακαλύφθηκε μετά από πρόσφατη ερευνά μας σε παλαιά αρχεία της METROLIFE σύμφωνα με το οποίο εργάσθηκε στη ΔΕΗ από το 1965 έως το 1973 ως υπάλληλος και από το 1974 έως το 1993 στο δικαστικό της ΔΕΗ προφανώς ως δικηγόρος.
Εργάσθηκε επομένως στη ΔΕΗ για συνολικό διάστημα είκοσι οκτώ ετών. Ο λόγος για τον οποίο αποκρύπτει ο αντίδικος την υπηρεσία του στη ΔΕΗ ως μισθωτού είναι προφανώς διότι εσφαλμένα εκτιμά ότι η μεταξύ μας σχέση ρυθμίζεται από το άρθρο 63 Β του Κώδικα περί Δικηγόρων και ελπίζει να υπαγάγει την παράνομη πράξη του στην εξαίρεση της παραγράφου Η του άρθρου αυτού..." και β) τα ως σχετικά προσκομισθέντα με επίκληση ενώπιον του Εφετείου έγγραφα, ήτοι β1) το από 19/7/2010 ΦΑΞ που απεστάλη από το γραφείο της αναιρεσίβλητης, που περιείχε σχέδιο ένορκης βεβαίωσης του κ.
Κ., β2) την από 21/7/2010 χειρόγραφη επιστολή του, β3) το ΦΑΞ αποσταλέν " Από Διεύθυνση Νομικών Συμβούλων υπόψη κ. Ο." σε επίσημο έντυπο της αναιρεσίβλητης με όλα τα στοιχεία της, και β4 ) "την ως σχετικό προσκομισθείσα υπ' αριθμ. 7917/29/7/2010 ένορκη βεβαίωση του Γ. Κ., ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών κ. Μαρίας Κομοδίνου - Κόκοτα, η οποία μετέβη προς τούτο στην οικία του πρώτου".
Ο λόγος αυτός είναι κατά το πρώτο μέρος απαράδεκτος, καθόσον ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο, ότι τον ισχυρισμό του περί δικαστικής ομολογίας τον είχε προτείνει στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά το δεύτερο μέρος ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι, εκτός των άλλων, το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά.
Επειδή, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ δεν εφαρμόζεται επί προτάσεως ισχυρισμού για ακυρότητα της συμβάσεως που επήλθε λόγω παραβάσεως του νόμου, διότι η άκυρη σύμβαση δεν καθίσταται έγκυρη , έστω και αν η πρόταση ακυρότητας είναι καταχρηστική (ΑΠ. 188/2009, Α.Π. 1791 / 2006 ). Στην προκείμενη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναιρέσεως και τον τρίτο πρόσθετο λόγο, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ ο αναιρεσείων αιτιάται το Εφετείο για την απόρριψη της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να καταγγείλει την σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια περιοδική αμοιβή.
Ο λόγος αυτός είναι, α ) απαράδεκτος, καθόσον η ως άνω σύμβαση, όπως προαναφέρθηκε, ήταν αυτοδικαίως άκυρη και δεν απαιτείτο καταγγελία για τη λύση της. Όσα πλεοναστικώς αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, εν συνεχεία των παραδοχών ότι η από 19/12/2008 καταγγελία είναι επαρκώς ορισμένη και δεν πάσχει ακυρότητα, " ούτε εξ άλλου αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά που να καθιστούν καταχρηστική την καταγγελία ..." αλυσιτελώς και χωρίς έννομο συμφέρον προβάλλονται με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως, αφού στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι ήταν έγκυρη η συνδέουσα τους διαδίκους ως άνω έννομη σχέση, και β) σε κάθε περίπτωση νομικά αβάσιμος, γιατί η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ δεν εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση, κατά την οποία η αναιρεσίβλητη επικαλέσθηκε ακυρότητα της ως άνω συμβάσεως, λόγω παραβάσεως των διατάξεων του άρθρου 63 Α παρ. 1 και 2 β του Κώδικα Δικηγόρων, διότι η άκυρη σύμβαση δεν καθίσταται έγκυρη, έστω και αν η πρόταση ακυρότητας είναι καταχρηστική.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20/12/2012 αίτηση αναιρέσεως και τους από 23/4/2013 πρόσθετους λόγους κατά της 4549/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Νοεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ