Legislator Case Law & Legislation
2029/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on admissibility grounds regarding factual assessment of adverse possession claims.

Case Number 2029/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellants argued that the lower court erred in finding the respondent had acquired ownership through adverse possession and unregistered gifts. The court ruled that the Court of Appeal's evaluation of evidence and factual circumstances falls outside the Supreme Court's review authority under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561(1) and 559(19), 20 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court lacks jurisdiction to re-evaluate evidence or factual findings made by the Court of First Instance unless legal rules are violated.

Keywords

AI generated
adverse possession factual assessment admissibility Supreme Court review Code of Civil Procedure property ownership evidence evaluation

Cited Legislation

AI generated
Article 1045 of the Civil Code
Articles 974 and 976 of the Civil Code
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) and (20) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 66/1981

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2029 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2.029/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, και 3. Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κυριάκο Ροζάκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Τσουρούλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και με την από 15-2-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6400/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7923/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-3-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία). Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι προϋπόθεση για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία αποτελεί η με διάνοια κυρίου νομή του ακινήτου επί εικοσαετία.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974 και 976 ΑΚ προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για την κτήση της νομής με παράδοση είναι: α) η ύπαρξη της ιδιότητας του νομέα κατά το χρόνο παράδοσης της νομής σ' αυτόν που μεταβιβάζει και παραδίδει τη νομή, β) συμφωνία για την παράδοση του πράγματος και γ) κτήση της φυσικής εξουσίας του πράγματος από τον αποκτώντα, χωρίς να αρκεί η πλασματική ή συμβολική παράδοση.

Όμως με την παρ. 2 του άρθρου 976 ΑΚ παρέχεται η δυνατότητα κτήσης της νομής με μόνη τη συμφωνία όταν εκείνος που αποκτά είναι σε θέση να ασκεί την εξουσία πάνω στο πράγμα, όταν δηλαδή ο τελευταίος ασκεί φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα κατά το χρόνο της συμφωνίας ως κάτοχος και γίνεται νομέας. Περαιτέρω, άσκηση νομής επί ακινήτου, που οδηγεί στην κτήση της κυριότητάς του με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις του ενάγοντος, καθώς και των δικαιοπαρόχων του, όπου απαιτείται, προς συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασής του με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχουν δικό τους (ΑΠ 641/2006).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκείς αιτιολογίες) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 32/1996).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 1987/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, αναφορικά με, την από 15-2-2004 αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά των αναιρεσειόντων, τα ακόλουθα:

Δυνάμει του 20.149/1970 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Κωνσταντίνου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στον τόμο 2551, με αριθμό 422, η Ζ κατέστη κυρία του οικοπέδου, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ...και επί της οδού ..., επιφανείας, κατά τον τίτλο κτήσης, 216 τμ και, κατά νεότερη καταμέτρηση, 178,10 τμ, μαζί με το εντός αυτού παλαιό κτίσμα επιφανείας 65 τμ, η αξία του οποίου, (ολοκλήρου ακινήτου), ανέρχεται σε 161.000 ευρώ.

Το οικόπεδο αυτό απεικονίζεται στο επισυναπτόμενο στο ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθερίου Κωστανταράκη τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Σταύρου

Ταφρά και

συνορεύει βορειοανατολικά επί πλευράς μήκους 24 μέτρων με το 27 οικόπεδο, βορειοδυτικά επί πλευράς μήκους 9 μέτρων με την οδό ..., νοτιοδυτικά επί πλευράς μήκους 24 μέτρων με το 25 οικόπεδο και νοτιοανατολικά επί πλευράς μήκους 9 μέτρων με το 35 οικόπεδο. Το ακίνητο αυτό, που είναι το επίδικο, χρησιμοποιούσε η Ζ ως κυρία κατοικία της και διέμενε σ' αυτό μόνη της, καθότι δεν είχε δημιουργήσει οικογένεια και οι γονείς της είχαν πεθάνει.

Σε αυτό φιλοξενούσε τακτικά τον εναγόμενο-ενάγοντα Ψ, μακρινό συγγενή της, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1978 - 1981 δηλαδή κατά το διάστημα των σπουδών του στην ... και της θητείας του στις τάξεις του στρατού, όταν είχε έξοδο. Το έτος 1982, μετά την απόλυση του από τον στρατό, ο ενάγων μετακόμισε από την Κρήτη, που ήταν ο τόπος της καταγωγής του , στην Αθήνα, προς αναζήτηση εργασίας, δεδομένου ότι ήταν άνεργος και από φτωχιά οικογένεια και εγκαταστάθηκε μόνιμα πλέον στο επίδικο φιλοξενούμενος από την Ζ, μετά από πρόταση της ιδίας να μείνει μαζί της και να την φροντίζει, δεδομένου ότι ήταν μεγάλη σε ηλικία, και ζούσε μόνη της, με μία μικρή σύνταξη, αισθανόμενη ανασφάλεια, καθόσον κανένας από τους συγγενείς της δεν είχε ενδιαφερθεί γι' αυτήν.

Παράλληλα αποφάσισε και του μεταβίβασε, δυνάμει άτυπου δωρεάς το επίδικο ακίνητο με την προϋπόθεση να αναλάβει την περίθαλψη, φροντίδα, περιποίηση και συντήρηση αυτής μέχρι τον θάνατο της. Ελλείψει χρημάτων, καθότι η ίδια ήταν δικαιούχος μικρής σύνταξης και ο ενάγων μόλις είχε αρχίσει να εργάζεται, ανέβαλαν την κατάρτιση συμβολαιογραφικού εγγράφου για αργότερα, παρέδωσε, ωστόσο, τη νομή του επιδίκου στον ενάγοντα και είχε ενημερώσει τα εξαδέρφια της για την ενέργεια της αυτή.

Έκτοτε, δηλαδή από το έτος 1982, ο ενάγων επιλήφθηκε της νομής αυτού και ασκούσε σ' αυτό μέχρι τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, το έτος 2004, συνεχώς και αδιαλείπτως τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου, διακατοχικές πράξεις, με την πεποίθηση ότι είναι κύριος αυτού. Πιο συγκεκριμένα χρησιμοποιούσε το επίδικο ως κυρία κατοικία του, συμβιώνοντας με την Ζ και φρόντισε με προσωπική του εργασία αλλά και προσλαμβάνοντας τεχνίτες με δική του δαπάνη, για την επισκευή και στην συνέχεια για την διαρκή συντήρηση της πεπαλαιωμένης οικίας, που ήταν πρόχειρης κατασκευής, χωρίς οικοδομική άδεια και είχε κτιστεί το έτος 1955.

Μόλις του παραδόθηκε η νομή του επίδικου, ο ενάγων φρόντισε για την επισκευή της ηλεκτρολογικής εγκαταστάσεως του επιδίκου, άλλαξε τον ηλεκτρολογικό πίνακα και τις μπρίζες και κάθε καλοκαίρι φρόντιζε για την επισκευή των κουφωμάτων, που ήταν ξύλινα και παλιά, έβαφε τους τοίχους και το ταβάνι του σπιτιού, που μαύριζαν από την υγρασία, συντηρούσε τις υδραυλικές εγκαταστάσεις, συντηρούσε την μάνδρα, έβαφε τους εξωτερικούς τοίχους, καθάριζε τον περιβάλλοντα χώρο και καλλιεργούσε στον ακάλυπτο χώρο διάφορα κηπευτικά (ντομάτες, πιπεριές κλπ).

Το έτος 1986 η Ζ απεβίωσε και το επόμενο έτος, δηλαδή το 1987 ο ενάγων παντρεύτηκε και στην συνέχεια απέκτησε τέσσερα παιδιά. Αλλά και μετά το θάνατο της Ζ ο ενάγων συνέχισε να χρησιμοποιεί το επίδικο ως οικογενειακή στέγη. Για την κάλυψη των αναγκών της πολυμελούς οικογενείας του, ο ενάγων κατασκεύασε συνεχόμενο του υπάρχοντος κτίσμα, επιφανείας 26 τ.μ και ανακαίνισε σταδιακά το ήδη υπάρχον, για το οποίο αν και ακολούθησε την διαδικασία νομιμοποίησης του, κατά το έτος 1998 και προέβη στην κατάρτιση τού με ίδια ημερομηνία σχεδιαγράμματος του πολιτικού μηχανικού ...

που συνοδεύει την 414/64/1998 απόφαση του Νομάρχη, τούτο δεν κατέστη δυνατόν. Πιο συγκεκριμένα, αντικατέστησε με αλουμίνιο τα ξύλινα κουφώματα, κατασκεύασε κάγκελα και σιδερένια σκάλα, αντικατέστησε την υδραυλική εγκατάσταση και τους σωλήνες αποχέτευσης, όπως και την ηλεκτρολογική εγκατάσταση και κατασκεύασε καινούργια κουζίνα και κεραμοσκεπή.

Για τις εργασίες αυτές ο ενάγων δαπάνησε σταδιακά 7.900.000 δραχμές ή 23.184 ευρώ περίπου........Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι από το έτος 1982 ο εναγών δήλωνε ως διεύθυνση του την οδό ..., όπου βρίσκεται το επίδικο, όπως τούτο προκύπτει από την από 13.9.1982 αίτηση πρόσληψης του στο νοσοκομείο "...", την από 6.12.1982 υπεύθυνη δήλωση προς το νοσοκομείο αυτό και την από 7.12.1982 αναγγελία πρόσληψης αυτού στο ίδιο νοσοκομείο.

Μετά τον θάνατο της Ζ, και συγκεκριμένα κατά το έτος 1987, ο ενάγων προέβη στην εξόφληση των τελευταίων δόσεων του δανείου, που αυτή είχε λάβει από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για την αγορά του επιδίκου, όπως, τούτο προκύπτει από τα 17965 και 15342/6.7.1987 γραμμάτια είσπραξης του ταμείου αυτού ποσών 26.712 και 135.275 δραχμών αντίστοιχα, ενώ οι λογαριασμοί της ΔΕΗ και της ΕΥΔΑΠ εκδίδονταν από το έτος 1987 στο όνομα του ενάγοντος, όπως τούτο προκύπτει από τον λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος της περιόδου από 25.8.1987 έως 22.10.1987 και τον λογαριασμό κατανάλωσης νερού της περιόδου από 25.3.1987 έως 24.6.1987.

Κατά το ίδιο ως άνω έτος (1987) ο ενάγων προέβη σε οικονομική τακτοποίηση από πλευράς δικαιωμάτων σύνδεσης του επιδίκου με το αποχετευτικό δίκτυο, όπως τούτο προκύπτει από την από 23.3.1987 βεβαίωση της ΕΥΔΑΠ, εν τούτοις η σύνδεση αυτή δεν πραγματοποιήθηκε, ενώ στις 20.9.2000 συνετάχθη η με ίδια ημερομηνία έκθεση ελέγχου από το ΙΚΑ, και συγκεκριμένα το Υποκατάστημα Κορυδαλλού για το εκτελεσθέν στο επίδικο από τον ενάγοντα έργο της αλλαγής στέγης, στην οποία φέρεται ο ενάγων ως κύριος του έργου.

Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο ότι κατά τον χρόνο θανάτου της η Ζ είχε πλησιέστερους συγγενείς της τα πρώτα ξαδέλφια της, παιδιά δηλαδή των αδελφών του πατέρα της ... ήτοι, τους α) ..., β) ..., γ) ..., δ) ... και ε) ... και την θυγατέρα της αδελφής της μητέρας ... ήτοι την Ξ. Από αυτούς ο ... είχε τέσσερα παιδιά, τον ..., την ..., την ...

και την .... Ο ... είχε πέντε παιδιά, τον ..., την ..., την ..., την ... και την .... Η ... είχε ένα παιδί τον ... και η ... είχε επτά παιδιά, τον ..., την ..., την ..., τον ..., την ..., την ... και τον ..., όπως τούτο προκύπτει από το 4865/19.9.2001 πιστοποιητικό του Δημάρχου .... Από αυτούς η Ξ αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομιά της Ζ δυνάμει της 10213/1989 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Χανίων Αικατερίνης Μποτωνάκη, η οποία έχει μεταγραφεί στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών, στον τόμο 3609, με αριθμό 33.

Η Ξ απεβίωσε την 10.2.1991 και άφησε εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τα τέκνα της α) Χ3 ήτοι τον τρίτο ενάγοντα - εναγόμενο, ο οποίος αποδέχθηκε την επαχθείσα κληρονομία δυνάμει της 6108/17.7.2000 πράξης αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Χανίων Βασιλικής Ορφανουδάκη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στο Υποθηκοφυλακείο Χαϊδαρίου στον τόμο 142, με αριθμό 39 και β) την Θ.

Στις 9.7.1999 απεβίωσε η Θ και άφησε κληρονόμους της τις θυγατέρες της Χ1 και Χ2, ήτοι τις δύο πρώτες ενάγουσες - εναγόμενες, οι οποίες αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτές κληρονομία, καθώς και την επαχθείσα κληρονομιά στις δικαιοπαρόχους τους, δυνάμει της 5897/18.4.2000 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου Χανίων Βασιλικής Ορφανουδάκη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στο Υποθηκοφυλακείο Χαϊδαρίου στον τόμο 142, με αριθμό 38 και στο Υποθηκοφυλακείο Βάμου στον τόμο 706 με ..., 76209 και 76210, ενώ δυνάμει της 231/1992 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως του τρίτου ενάγοντος - εναγομένου Χ3 και της Θ, διετάχθη η χορήγηση στους αιτούντες κληρονομητηρίου το οποίο να πιστοποιεί ότι εξ αδιαθέτου κληρονόμος της Ζ ήταν και η Ξ, κατά ποσοστό 12/24 εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομιαίας περιουσίας της ως άνω αποβιωσάσης.

Από τους ως άνω πλησιέστερους συγγενείς της Ζ, οι οποίοι τελούσαν, όπως προαναφέρθηκε, εν γνώσει ότι ο εναγόμενος-ενάγων Ψ είχε αποκτήσει το επίδικο δυνάμει άτυπου δωρεάς από την ως άνω κυρία αυτού, η οποία του είχε παραδώσει και τη νομή του επιδίκου ήδη από του έτους 1982, την οποία αυτός ασκούσε έκτοτε αδιαλείπτως, στις 25.7.2002 οι ενάγοντες - εναγόμενοι Χ1, Χ2 και Χ3 κοινοποίησαν στον εναγόμενο - ενάγοντα Ψ την από 10.7.2002 εξώδικη δήλωση, όπως τούτο προκύπτει από την 8609/2002 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ....

Με την δήλωσή τους αυτή οι ενάγοντες για πρώτη φορά διαμαρτύρονται για παράνομη προσβολή της νομής τους επί του επιδίκου και τον καλούν να σταματήσει να προσβάλει την νομή τους επ' αυτού ή, εάν το επιθυμεί, να αγοράσει την ιδανική αυτών μερίδα επ' αυτού και στην συνέχεια άσκησαν την υπό κρίση από 1.7.2003 αγωγή τους.

Όχληση του εναγομένου - ενάγοντος Ψ από ενάγοντες-εναγόμενους ή κάποιον από τους ως άνω συγγενείς της ... σε χρόνο προγενέστερο δεν αποδείχθηκε. Βέβαια, οι ενάγοντες - εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι μετά τον θάνατο της Ζ το επίδικο ενέμετο η προαναφερθείσα Ξ μέχρι του χρόνου του θανάτου της και ότι έκτοτε το νέμονται οι ίδιοι μέχρι το έτος 1998, ισχυρίζονται δε περαιτέρω, ότι τα Χριστούγεννα του 1998 κατέλαβε αυτό ο εναγόμενος - ενάγων, δεν αποδείχθηκε, ωστόσο, η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού, καθότι δεν προσκομίζονται περί αυτού επαρκείς και πειστικές αποδείξεις, πέρα από την κατάθεση του εξετασθέντος με την επιμέλεια αυτών μάρτυρος ..., η οποία μη ενισχυόμενη από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή περί του θέματος αυτού κρίση.

Αντίθετα, οι προαναφερόμενες ενέργειες του ενάγοντος - εναγόμενου Ψ από το έτος 1982 μέχρι την άσκηση της υπό κρίση ως άνω αγωγής του, κατά το έτος 2004, ήτοι για χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας, υποδηλώνουνεκδήλωση εποπτείας του επιδίκου και καθολικής εξουσίασης αυτού. Τέλος δέχθηκε το Εφετείο ότι με τις ως άνω παραδοχές ο ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε απορρίψει την από 1-7-2003 αγωγή των αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσιβλήτου, είχε δεχθεί την από 15-2-2004 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του τελευταίου κατ' αυτών και είχε αναγνωρίσει την κυριότητα του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της συνδρομής των προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 1045 ΑΚ (έκτακτη χρησικτησία), τις οποίες εφάρμοσε, αφού συνέτρεχαν, σύμφωνα με τις παραδοχές του, οι προϋποθέσεις αυτές.

Επομένως ο δεύτερος λόγος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος.

II. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται και ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παράβαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Εξάλλου η κτήση της νομής είναι πρωτότυπη ή παράγωγη. Παράγωγη είναι η κτήση της νομής όταν γίνεται με τη θέληση άλλου προσώπου, που είχε προηγουμένως τη νομή.

Παράγωγη είναι η κτήση της νομής, που γίνεται τόσο με κληρονομική διαδοχή (ΑΚ 983) όσο και με ειδική διαδοχή, που γίνεται δηλαδή με μεταβίβαση του μέχρι τώρα νομέα (άρθρο 976 ΑΚ). Η σύμβαση μεταβίβασης της νομής δεν απαιτείται να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο, γιατί είναι άτυπη και αναιτιώδης και αν αφορά ακίνητο και επιπλέον η νομή δεν είναι εμπράγματο δικαίωμα.

Το μεταβιβαστικό της νομής αποτέλεσμα επέρχεται ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή όχι της υποκείμενης αιτίας (υποσχετικής σύμβασης) ή την εγκυρότητα της (ΟλΑΠ 1593/1979). Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 498 εδ. α ΑΚ για τη σύσταση δωρεάς απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο. Με τον πρώτο, κατά το πρώτο τμήμα του, λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η Ζ, δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου, μεταβίβασε με άτυπη δωρεά στον τελευταίο το επίδικο ακίνητο, χωρίς δηλαδή την τήρηση του συμβολαιογραφικού εγγράφου, παραβίασε τις διατάξεις που αναφέρονται στην ανωτέρω νομική σκέψη.

Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος, επειδή στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ενόψει του ότι το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, δεν δέχθηκε σύσταση άτυπης δωρεάς της Ζ προς τον αναιρεσίβλητο ως παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου επ' αυτόν, αλλά μόνο ως τρόπο μεταβίβασης της νομής του επιδίκου ακινήτου στον αναιρεσίβλητο και την απόκτηση της κυριότητάς απ' αυτόν με έκτακτη χρησικτησία.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 22/2005).

Ειδικότερα, λόγο εφέσεως συνιστά και η αιτίαση για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την απόφαση του Εφετείου, διότι τούτο δεν έλαβε υπόψη λόγο έφεσης τους, κατά τον οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος -ενάγων άσκησε πράξεις νομής επί εικοσαετία στο επίδικο, μη λαμβάνοντας όμως υπόψη τον ισχυρισμό τους ότι το επίδικο νεμήθηκαν αυτοί.

Με το λόγο αυτό έφεσης προβλήθηκε πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το ποιός εκ των διαδίκων νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο εξέτασε τον πιο πάνω λόγο έφεσης, τον έκρινε δε το δικαστήριο αυτό της ουσίας ως αβάσιμο και απέρριψε την έφζση των αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια που του αποδίδεται με τον προκείμενο λόγο αναίρεσης, ο οποίος έτσι είναι αβάσιμος. IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20.

Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι η εκτίμηση των αποδείξεων που έγινε από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Ακυρωτικού. Δεν δικαιούται ο Άρειος Πάγος ελέγχοντας το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων να προβεί σε επανεκτίμηση των αποδείξεων με σκοπό να ελέγξει την εκτίμηση αυτών, στην οποία είχε προβεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο λόγος με τον οποίο πλήττεται η περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 66/1981). Mε τον πρώτο, κατά το δεύτερο τμήμα του, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε ότι μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και της Ζ είχε συναφθεί άτυπη δωρεά του επιδίκου ακινήτου, ότι ο αναιρεσίβλητος ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο και ότι αυτός δαπάνησε τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά για την ανακαίνιση του υπάρχοντος στο επίδικο κτίσματος.

Ο λόγος όμως αυτό, με την επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφορά σφάλματα αναγόμενα στην εκτίμηση των αποδείξεων, γι' αυτό και πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. V. Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα ότι ο αναιρεσίβλητος - εναγόμενος κατέστη κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.

Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων αποδείξεων, ήτοι καταθέσεων μαρτύρων και εγγράφων. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά ο λόγος αυτός, με την επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφορά σφάλματα αναγόμενα στην εκτίμηση των αποδείξεων γι' αυτό και πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

VI. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2.3.2008 αίτηση των Χ1 κ.λ.π. για αναίρεση της 7923/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Iουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ