Legislator Case Law & Legislation
2029/2007 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on damages calculation but dismisses proportionality claim as inadmissible.

Case Number 2029/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding personal injury damages. The appellant argued for higher compensation based on ethical damage, while the court found the lower court's factual assessment unreviewable under the principle of proportionality. Consequently, the court rejected the proportionality argument as inadmissible but remanded the specific damages calculation for retrial by a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 929, 931, 932 of the Civil Code; Article 25 of the Constitution: The principle of proportionality is a constitutional standard for legislative restrictions, not a direct tool for appellate courts to review specific judicial determinations of damages, which are subject only to standard legal review.

Keywords

AI generated
Civil Code damages Proportionality principle Appeal admissibility Ethical damage Remand for retrial Judicial review limits Personal injury compensation

Cited Legislation

AI generated
Article 929 of the Civil Code
Article 931 of the Civil Code
Article 932 of the Civil Code
Article 25 of the Constitution
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2029 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2029/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Παναγιώτη Παρτσιλίβα και Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: χ1, ο οποίος εμφανίστηκε στο ακροατήριο και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Νικόλαο Κούστα.

Των αναιρεσιβλήτων : 1. ψ1 , 2. ψ2, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο και 3. Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της πρώην ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας που έδρευε στην Αθήνα με την επωνυμία "ASTRA ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", νόμιμα εκπροσωπούμενης, της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε σύμφωνα με την υπ' αριθμ.: Κ/3101/4-1-2006 απόφαση του Υπουργείου Εμπορίου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Βασιλείου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Νοεμβρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσειόντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 16 Ιουλίου 2003 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4004/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7705/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 8 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος ανέγνωσε την από 21 Σεπτεμβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση 7705/2005 του Εφετείου Αθηνών, κατ' αποδοχή του τέταρτου λόγου της κρινόμενης αναίρεσης, κατά το μέρος που αυτός κρίνεται στο σκεπτικό βάσιμος και ν' απορριφθούν οι λοιποί αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθ......... και ......... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο 'Αμφισσας ........... αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους ψ1 και ψ2, αντίστοιχα. Όμως, αυτοί δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Η διάταξη του άρθρου 929 εδ. α' ΑΚ ορίζει ότι επί βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλεια και την επελθούσα ζημία, κάθε τι που ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, προκύπτει ότι αυτός που υπέστη βλάβη στο σώμα του ή την υγεία του δικαιούται από τον κατά νόμο υπόχρεο πλήρη αποζημίωση, η οποία περιλαμβάνει τη θετική και αποθετική ζημία που υπέστη.

Σημειώνεται, αναφορικά με τα έξοδα θεραπείας, (νοσήλια) ότι κατά κανόνα αποδίδονται μόνο τα εύλογα έξοδα, δηλαδή εκείνα τα έξοδα, τα οποία από την άποψη ενός συνετού παρατηρητή φαίνονται σκόπιμα (αναγκαία) για τη σωτηρία και αποκατάσταση της υγείας του παθόντος βάσει των δεδομένων της συγκεκριμένης περιπτώσεως.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσης, η δε αοριστία αυτού δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ.

ΑΠ 57/1990). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση από τον αρ. 1 της ΚΠολΔ 559, δηλαδή ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία απέρριψε ως αβάσιμο το λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που του επιδίκασε ως έξοδα θεραπείας για τη διενέργεια μελλοντικής πλαστικής χειρουργικής επέμβασης το ποσό των 9.000 ευρώ, αντί του ποσού των 15.305,63 ευρώ που ζήτησε με την αγωγή του ως αποζημίωση, λόγω του σοβαρού τραυματισμού του κατά το αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη στις 6.1.2003 από αμέλεια της πρώτης αναιρεσίβλητης, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ, κρίνοντας ότι αποδίδονται μόνο τα εύλογα (αναγκαία) έξοδα θεραπείας, τα οποία και προσδιόρισε, όσον αφορά τη διενέργεια της εν λόγω μελλοντικής πλαστικής χειρουργικής επέμβασης, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, στο ως άνω ποσό των 9.000 ευρώ.

Όμως, κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τον ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αφού, στην περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας, αποδίδονται μόνο τα εύλογα (αναγκαία) έξοδα θεραπείας, τα οποία αποτελούν και την προβλεπόμενη από το άρθρο 929 ΑΚ πλήρη αποζημίωση. Γι' αυτό και ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι παντελώς αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της νόμιμης βάσης. Επίσης, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος με το τελευταίο μέρος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, ότι δέχθηκε, χωρίς να προταθεί, την από το άρθρο 9 του Ν.

ΓΠΝ/1911 ένσταση εύλογης αποζημίωσης, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι το αναιρεσείων δικαιούται το ποσό των 9.000 ευρώ που αποτελούν και τα εύλογα (αναγκαία) έξοδα θεραπείας του ως πλήρη και όχι ως εύλογη αποζημίωση.

ΙΙΙ. Για το ορισμένο του προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 1 αναιρετικού λόγου, σε περίπτωση αιτιάσεως, ότι παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου με αποτέλεσμα η αγωγή, ν' απορριφθεί ως μη νόμιμη, θα πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων στην αγωγή, για τη στήριξη συγκεκριμένου αιτήματος παροχής έννομης προστασίας, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψη του αιτήματος ως μη νομίμου συνιστά ή όχι παραβίαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι, για να στοιχειοθετηθεί ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, πρέπει το δικαστήριο να είχε εισέλθει στην έρευνα της ουσίας του ισχυρισμού και όχι να τον απέρριψε ως απαράδεκτο ή νόμω αβάσιμο (Ολ. ΑΠ 3/1997).

Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ, κρίνοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι αφορά έμμεση ζημία και, ως εκ τούτου, είναι μη νόμιμο το αγωγικό κονδύλιο, ποσού 1540 ευρώ, το οποίο δαπανήθηκε για τη μίσθωση ΤΑΧΙ από τη μητέρα και την αδελφή του αναιρεσείοντος, προκειμένου να μεταβαίνουν αυτές στο νοσοκομείο όπου αυτός νοσηλευόταν, εξαιτίας του τραυματισμού του κατά το ατύχημα. Όμως, παρότι το εν λόγω αγωγικό κονδύλιο κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως μη νόμιμο, ο αναιρεσείων δεν εκθέτει στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε με την αγωγή για τη θεμελίωση του ως άνω αγωγικού κονδυλίου.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι αόριστος. Επίσης, είναι απαράδεκτος ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που αποδίδεται μ' αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε νόμιμα ο αναιρεσείων για την απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας του ανωτέρω αγωγικού κονδυλίου και, συγκεκριμένα, δεν έλαβε υπόψη τις υπ' αριθ. 4613/2005 και 4614/2005 ένορκες βεβαιώσεις των αναφερομένων σ' αυτές, που συντάχθηκαν νομότυπα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, καθόσον ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας του αγωγικού κονδυλίου.

ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε συνάγει διαφορετικό πόρισμα από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί σωστό, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο, αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που είναι ανέλεγκτη.

Επίσης, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου θέματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο η αιτίαση ότι, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν το λόγο της εφέσεώς του κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία του επιδίκασε ως αποζημίωση, για αποκατάσταση των βλαβέντων κατά το ατύχημα οδόντων του, το ποσό των 2.000 ευρώ, αντί του ποσού των 2.750 ευρώ που ζήτησε με την αγωγή, υπέπεσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από ......

ιατρικής γνωμάτευσης του ορθοδοντικού ιατρού ........... Όμως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο για να στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκόμισε και επικαλέσθηκε σχετικώς ο αναιρεσείων, χωρίς να εξάρει την προαναφερθείσα ιατρική γνωμάτευση, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε.

Περαιτέρω, ο ανωτέρω λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 8, 11 και 14 ΚΠολΔ, πρέπει ν' απορριφθεί και, ειδικότερα: α) ο λόγος από τον αριθμό 8 ως απαράδεκτος, διότι οι αποδείξεις και τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις δεν αποτελούν κατά την έννοια του νόμου "πράγματα" και, επομένως, δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως, β) ο λόγος από τον αριθμό 11 ως αόριστος, αφού δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο, τα αποδεικτικά μέσα που δεν ελήφθησαν υπόψη, το περιεχόμενο αυτών και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και γ) ο λόγος από τον αριθμό 14, επίσης αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο εκείνα που δέχθηκε το Εφετείο και τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν την ως άνω πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

V. Κατά το άρθρο 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξάρτητα από το φύλο, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές που προβλέπονται από τις ΑΚ 929 και 932, είναι δυνατόν να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου.

Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής στο μέλλον του προσώπου, αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η διατύπωση της ΑΚ 931 παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές από τις ΑΚ 929 και 932.

Όμως, για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξίωσης απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέρα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τις ΑΚ 929 και 932, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης που επιδρά στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, εκτός και πέραν εκείνων που χρειάζονται για τη στοιχειοθέτηση αξιώσεων κατά τις ΑΚ 929 και 932, από τα οποία ειδικά περιστατικά θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η έλλειψη νόμιμης βάσης σημαίνει την αδυναμία αναιρετικού ελέγχου της ακολουθίας της δικανικής κρίσης ως προς την εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού νόμου, ιδίως λόγω έλλειψης ή ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια δε της διάταξης αυτής, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας αναιρείται: α) για ανεπαρκείς αιτιολογίες, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, την οποία το δικαστήριο εφάρμοσε, όχι δε και όταν οι αποδιδόμενες ελλείψεις ανάγονται στην ανάλυση ή τη στάθμιση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του σαφούς αποδεικτικού πορίσματος και β) για αντιφατικές αιτιολογίες, όταν εξαιτίας της αντιφατικότητας αυτών, ως τοιούτων νοουμένων μόνο των ουσιαστικών παραδοχών του δικαστηρίου, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο, για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο.

Στην προκειμένη υπόθεση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο (δικάζοντας την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 4004/2004 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του, απορρίπτοντας στο σύνολό του ως ουσιαστικά αβάσιμο το κονδύλιο της αγωγής για επιδίκαση αποζημίωσης βάσει του άρθρου 931 ΑΚ), δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) χ1 έπαθε ρήξη σπλήνας, θλαστικά τραύματα εγκεφάλου, κάταγμα αριστερής ωμοπλάτης, πάρεση αριστερού βραχιονίου πλέγματος, κάταγμα κονδύλων δεξιάς κνήμης, πνευμονοθώρακα αριστερά, κάκωση αυχενικής μοίρας και δεξιού γόνατος, διάστρεμμα δεξιού άκρου ποδός και κάκωση οδόντων.

Μεταφέρθηκε αρχικά προς νοσηλεία στο Γ.Ν. Άμφισσας και στη συνέχεια νοσηλεύθηκε στο "Ιατρικό Κέντρο Αθηνών", όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση ανατάξεως του κατάγματος κνημιαίων κονδύλων (δεξιά) με την τοποθέτηση οστικών μοσχευμάτων και οστεοσύνθεσης. Στη συνέχεια, ο ενάγων νοσηλεύθηκε στο σπίτι του.

Η σημερινή μετατραυματική του κατάσταση εμφανίζει δυσκινησία της αρθρώσεως του δεξιού του γόνατος, ατροφία του δεξιού μηρού, μερική δυσκινησία αριστερού ώμου και αντιρροπιστική αρθρίτιδα αριστερής ποδοκνημικής εξαιτίας της βράχυνσης του δεξιού του σκέλους κατά 1,5 εκατοστό". Περαιτέρω, το Εφετείο, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία διατύπωνε παράπονα για την απόρριψη από το πρωτόδικο δικαστήριο ως ουσιαστικά αβάσιμου του αγωγικού κονδυλίου για αποζημίωση με βάση τις διάταξεις του άρθρου 931 ΑΚ, δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Αδικαιολόγητα διαμαρτύρεται ο εκκαλών, διότι δεν έγινε επίκληση και δεν αποδείχθηκαν οι ειδικές περιστάσεις από τις οποίες να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων γεννώνται δυσμενείς συνθήκες στην μελλοντική επαγγελματική, κοινωνική και οικονομική του ζωή και εξέλιξη, με δεδομένο ότι, για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αξίωσης από την ΑΚ 931 απαιτείται να συντρέχουν ειδικά περιστατικά, πέραν εκείνων που απαιτούνται για θεμελίωση αξιώσεων με βάση τα άρθρα 929 και 932 ΑΚ.

Δεν απεδείχθη αν, η επικαλούμενη από τον εκκαλούντα αναπηρία, ως μόνιμη κυρίως κατάσταση, θα έχει τις ως άνω μελλοντικές δυσμενείς συνέπειες, καθόσον δεν προσδιορίσθηκαν, κατά τρόπο σαφή, τα συγκεκριμένα στοιχεία που συγκροτούν την έννοια της αναπηρίας ως μόνιμης κατάστασης.

Συνεπώς, ορθώς έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απορρίπτοντας το εν λόγω κονδύλιο και πρέπει ν' απορριφθεί ο πέμπτος λόγος εφέσεως ως ουσία αβάσιμος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας τον ανωτέρω λόγο εφέσεως, διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς, αλλά και αντιφατικές αιτιολογίες, σε σημείο που αυτές ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 931 ΑΚ.

Ειδικότερα: α) δεν διευκρινίζεται στην απόφαση η ηλικία του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος και το επάγγελμα που αυτός ασκούσε πριν το ατύχημα, καθώς και αν αυτός είναι έγγαμος ή άγαμος, β) εάν, λόγω της ρήξεως του σπλήνα, υποβλήθηκε σε σπληνεκτομή, η οποία επηρεάζει το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού, γ) παρότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων εμφανίζει, μετά την αποκατάσταση των τραυμάτων του, δυσκινησία των αρθρώσεων του δεξιού γόνατος, ατροφία του δεξιού μηρού, μερική δυσκινησία αριστερού ώμου και αντιρροπιστική αρθρίτιδα αριστεράς ποδοκνημικής εξαιτίας της βράχυνσης του δεξιού του σκέλους κατά 1,5 εκατοστό, δεν διευκρινίζει εάν η πιο πάνω αναπηρία, κυρίως εξαιτίας της βράχυνσης του δεξιού του σκέλους, είναι μόνιμη και αν αυτή επηρεάζει το μέλλον του αναιρεσείοντος, ήτοι την επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική του εξέλιξη και δ) αν και δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η μετατραυματική κατάσταση του αναιρεσείοντος είναι όπως περιγράφεται πιο πάνω απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης με την κατωτέρω ασαφή και αντιφατική αιτιολογία : "δεν απεδείχθη αν, η επικαλουμένη από τον εκκαλούντα (αναιρεσείοντα) αναπηρία, ως μόνιμη κυρίως κατάσταση, θα έχει τις ως άνω μελλοντικές δυσμενείς συνέπειες, καθόσον, δεν προσδιορίσθηκαν κατά τρόπο σαφή, τα συγκεκριμένα στοιχεία που συγκροτούν την έννοια της αναπηρίας ως μόνιμης κατάστασης".

Επομένως, ο τέταρτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πιο πάνω αιτιάσεις, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών αιτιάσεων που περιέχονται στον ίδιο τέταρτο λόγο καθώς και στον επόμενο (πέμπτο) και πλήττουν το αυτό ως άνω κεφάλαιο (από το άρθρο 931 ΑΚ).

VI. Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι ίδιοι θέτουν υπόψη του, όπως του βαθμού του πταίσματος του υποχρέου, του είδους της προσβολής, της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των μερών κλπ, και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, να επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθόρισε δε και το ποσό αυτής που θεωρεί εύλογο.

Εξάλλου, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου ή παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και από άπόψη παραβάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότήτας, που εισάγεται ως νόμίμος κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Και τούτο, διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξέως νόμου και συγκεκριμένα, αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας.

Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ της συνταγματικής διατάξεως, που προστατεύει κάποιο δικαίωμα και της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει. 'Εξω όμως από το πεδίο αυτό τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας, κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σ' αυτό ν' αποφασίσουν.

Επομένως, δικαστή απόφαση, που δεν πέτυχε σε συγκεκριμένη περίπτωση στον προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως του άρθρου 932 ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες που το ίδιο θέτει και μέσα στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας κατά τον προσδιορισμό της οφειλόμενης στον αναιρεσείοντα εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Ο λόγος αυτός ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν να απορριφθεί ως απαράδεκτος. 'Υστερα από αυτά κατά παραδοχή του οικείου μέρους του τετάρτου λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με το κεφάλαιό της που αφορά την ιδιαίτερη αποζημίωση του αναιρεσείοντος βάσει του άρθρου 931 ΑΚ, καθώς και ως προς τη συναφή διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης.

Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο είναι δυνατόν να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 7705/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ