Supreme Court dismisses appeal on labor contract duration and procedural grounds for absent parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially dismissed the appeal against a labor dispute judgment, separating the case regarding two absent plaintiffs from the rest. The court found the appeal inadmissible for the absent parties due to procedural irregularities in convening them, while rejecting the main appeal as baseless because the employment contracts could not be converted to indefinite terms under the relevant decree. Consequently, the remaining plaintiffs were ordered to pay the defendant municipality's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 11 of Presidential Decree 164/2004: If a party fails to participate in the appeal hearing without valid justification, the appeal is inadmissible regarding them; conversely, if the substantive law prohibits the requested contract modification, the appeal is dismissed as baseless.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2028 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2028/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Ι. Σ. του Δ., κάτοικος ..., 2) Α. Π. του Ε., κάτοικος ..., 3) Ε. Α. του Ι., κάτοικος ..., 4) Χ. Κ. του Ν., κάτοικος ..., 5) Μ. - Μ. Κ. του Ν., κάτοικος ..., 6) Μ. Ν. του Γ., κάτοικος ..., 7) Ο. Ρ. του Ι., κάτοικος ..., 8) Γ. Δ. του Χ., κάτοικος ..., 9)Β. Α. του Μ., κάτοικος ..., 10) Κ. Ν. του Δ., κάτοικος ..., 11) Σ. Ν. του Α., κάτοικος ..., 12) Κ. Ν. του Α., κάτοικος ...,13) Α. Π. του Γ., κάτοικος ..., 14) Ε. Ζ. του Η., κάτοικος ... και 15)Γ. Λ. του Δ., κάτοικος ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Νιζάμη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Οι με α/α 9ος και 15ος δεν παραστάθηκαν.
Του αναιρεσίβλητου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Βόλου", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Βόλο και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Τσιοβόλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1971/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3530/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-6-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων, 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σε αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλον διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτηση αυτής, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπομένου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 2/2022, 68/2022), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρο 576 παρ. 3 εδ. 2 ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1068/2021, ΑΠ 1419/2021, ΑΠ 540/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 2-6-2023 (αρ. έκθ. κατάθ. 6184/629/24-7-2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, υπ' αριθ. 3530/9-8-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 10-11-2020 έφεση 22 εναγόντων (εκ των αρχικώς 55) κατά της υπ' αριθ. 1971/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 1-10-2018 και με αριθ. έκθ. κατάθ. 91156/2462/2018 αγωγή τους. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, οι ένατος και δέκατος πέμπτος των αναιρεσειόντων, οι οποίοι συνδέονται με τους λοιπούς αναιρεσείοντες με τον δεσμό της απλής ομοδικίας. Κλήτευση δε των ως άνω αναιρεσειόντων από το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ ή τους λοιπούς αναιρεσείοντες, απλούς ομοδίκους τους, δεν επικαλούνται οι τελευταίοι ούτε άλλωστε προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας.
Συνεπώς πρέπει, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ, να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους απολειπομένους ένατο και δέκατο πέμπτο των αναιρεσειόντων και να κηρυχθεί ως προς αυτούς απαράδεκτη η συζήτηση, ενώ ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, που εκπροσωπούνται νόμιμα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Νιζάμη, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης. Όσον αφορά τους λοιπούς (παρισταμένους) αναιρεσείοντες, η κρινόμενη αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 του ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό αυτής (ΑΠ 330/2022, 104/2022, 598/2019, ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016).
Εξάλλου το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, όταν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της εργασίας, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης διατάξεων του νόμου αυτού. Η ως άνω διάταξη αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει, για την καταγγελία, ο ν. 2112/1920 και αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι της μεταγενέστερης Οδηγίας 1999/70/ΕΚ Οδηγίας (ΟλΑΠ 7/2011).
Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται τότε ότι καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 6/2022). Η πρόθεση καταστρατήγησης τεκμαίρεται από το γεγονός ότι επιλέγεται η σύμβαση ορισμένου χρόνου, χωρίς να δικαιολογείται αντικειμενικά η ορισμένη διάρκεια αυτής από τη φύση της εργασίας ή τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης, απαιτείται όμως και η συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου, δηλαδή η ύπαρξη καταστρατηγητικής πρόθεσης από την πλευρά του εργοδότη, έστω και αν αυτή είναι από τη φύση της δυσαπόδεικτη. Σκοπός της διάταξης είναι η εξασφάλιση της αποζημίωσης απόλυσης που καταβάλλεται στο μισθωτό, όταν αυτός απασχολείται με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, και όχι η μονιμότητα, η οποία δεν προβλέπεται στις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που διέπονται από το σύστημα της αναιτιώδους καταγγελίας της σύμβασης.
Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994, όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 61 παρ. 1α' του ν. 4765/2021 (ΦΕΚ Α 6/15.1.2021) και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση λόγω του χρόνου άσκησης της αγωγής, ορίστηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με διάρκεια απασχόλησης η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10 περ.
ε του ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται αυτεπαγγέλτως για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 ΠΚ και παραπέμπονται υποχρεωτικά στην αρμόδια πειθαρχική δικαιοδοσία. Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ. 3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του και προβλέπονται στα άρθρα 15 και 18, ανάλογα με τα απαιτούμενα από την κείμενη νομοθεσία τυπικά προσόντα κάθε πρόσληψης, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).
Περαιτέρω στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος, που έλαβε χώρα με το από 6- 4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ 84/17.4.2001, τ. Α), προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος η παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (η οποία δεν αφορά την επίδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".
Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε η παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπόμενων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Σύμφωνα με τις παραπάνω συνταγματικές διατάξεις, στη Δημόσια Διοίκηση, η οποία, κατά τον κανόνα της παραγράφου 1 του άρθρου 103 του Συντάγματος, στελεχώνεται από μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους (ΣτΕ 2686/2005), δηλαδή πρόσωπα συνδεόμενα με το Κράτος ή άλλους φορείς δημόσιας εξουσίας με ειδική νομική σχέση και υπαγόμενα σε ειδικό νομικό καθεστώς δημοσίου δικαίου, είναι δυνατόν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους και πρόσωπα συνδεόμενα με τους εν λόγω φορείς με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Όμως η σύναψη συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου μεταξύ φορέων δημόσιας εξουσίας και των προσώπων αυτών, με αντικείμενο την εκ μέρους τους παροχή εργασίας, δεν μπορεί να αποτελεί τον κανόνα για τη στελέχωση της Δημόσιας Διοίκησης και τελεί υπό τις αυστηρές προϋποθέσεις που θέτουν οι παράγραφοι 2, 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, ενώ τα απασχολούμενα για την κάλυψη απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών των υπηρεσιών της φυσικά πρόσωπα δεν καταλαμβάνουν νομοθετημένες οργανικές θέσεις.
Στην περίπτωση σύναψης συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου με φυσικά πρόσωπα, οι όροι σύναψης των συμβάσεων, η χρονική τους διάρκεια και τα καθήκοντα που μπορούν να ασκούν τα απασχολούμενα φυσικά πρόσωπα ρυθμίζονται με νόμο, σε συνάρτηση προς τις ανάγκες που εξυπηρετούν, απαγορεύεται δε η μετατροπή των εν λόγω συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ή η μονιμοποίηση των παραπάνω προσώπων, προκειμένου να αποτραπεί αφενός η καταστρατήγηση του συνταγματικού κανόνα που απαιτεί την πρόσληψη των υπαλλήλων στο δημόσιο τομέα είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή βάσει προκαθορισμένων και αντικειμενικών κριτηρίων και αφετέρου η "τακτοποίηση" του προσωπικού που προσλήφθηκε με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (ΟλΣτΕ 943/2012).
Με τις ανωτέρω διατάξεις ο αναθεωρητικός νομοθέτης θέλησε να αποτρέψει τη συνέχιση μιας συνήθους πρακτικής του παρελθόντος, η οποία συνίστατο στην πρόσληψη προσωπικού με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για την κάλυψη, τύποις, απρόβλεπτων ή επειγουσών ή παροδικών αναγκών του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, στην εκ των υστέρων διαπίστωση ότι οι ανάγκες αυτές είναι πάγιες και διαρκείς και, τελικά, στην τακτοποίηση του προσληφθέντος κατά τα ως άνω με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου προσωπικού, με την σύσταση οργανικών θέσεων για την κάλυψη των εν λόγω πάγιων και διαρκών αναγκών και με την πλήρωση των οργανικών αυτών θέσεων από το ίδιο προσωπικό, είτε με τον διορισμό του ως μόνιμου δημοσιοϋπαλληλικού είτε με τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, κατ' αποκλεισμό όλων των πάγιων διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας (Πρακτικά Συνεδριάσεων Βουλής ΡΜΔ'/21.3.2001, σ. 731, 744, 754, 755 και ΡΜΕ'/21.3.2001, σ. 768, 771, 772, 782) (ΟλΑΠ 6/2022).
Η τακτική της πρόσληψης χωρίς διαγωνισμούς και εχέγγυα αντικειμενικότητας είναι αποδοκιμαστέα και για τον πρόσθετο λόγο ότι ευνοεί την αναξιοκρατία, απολήγοντας εις βάρος άλλων επιθυμούντων να προσληφθούν στο δημόσιο τομέα, οι οποίοι έχουν ενδεχομένως περισσότερα προσόντα και οι οποίοι στερούνται αυτή τη δυνατότητα, όταν οι ανανεώσεις των συμβάσεων γίνονται παρανόμως, ερήμην του ΑΣΕΠ.
Για την αποτροπή δε του φαινομένου στο μέλλον, επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, περιλαμβάνοντας τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων.
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (δηλαδή από την 17.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα, που προέβη στην πρόσληψη.
Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.
Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση του αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19, 20/2007).
Συνεπώς στις συναφθείσες μετά την 17.4.2001 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο ή σε φορείς του δημοσίου τομέα, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, από τις οποίες προκύπτει, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 1, 3, 5 του Β. Δ/τος 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 19 και 20/2007). Οποιαδήποτε άλλη, αντίθετη, ερμηνεία συνιστά contra legem ερμηνεία της ως άνω συνταγματικής διάταξης.
Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).
Η Οδηγία αυτή, ειδικότερα, παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, ώστε να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004, ΔΕΕ C-184/15 και C 197/15).
Η Οδηγία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ. 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα.
Ειδικότερα, με το Π.Δ. 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α 134), που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004, θεσπίσθηκαν νομοθετικά μέτρα που λήφθηκαν στο δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, με σκοπό την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη των ρυθμίσεων της ως άνω 1999/70 Οδηγίας.
Η επιλογή των μέτρων που προβλέπονται από το Π.Δ. 164/2004, έγινε με γνώμονα την ιδιαιτερότητα του δημόσιου τομέα και τις συνταγματικές επιταγές για τη διαδικασία επιλογής του μόνιμου προσωπικού στο δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Οι ρυθμίσεις αυτές κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23-4-2009 υποθέσεις C-378 έως C-380).
Ειδικότερα, με το άρθρο 7 του εν λόγω Π.Δ. 164/2004, ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, κατά παράβαση των ρυθμίσεων αυτού, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου προβλέφθηκε η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Εξάλλου, με τη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 περ. α', 2 εδ. α' και β', 3 και 5 του Π.Δ. 164/2004, που κρίθηκε συνταγματικώς ανεκτή, ως μεταβατική διάταξη τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων (ΟλΑΠ 16/2017), ρυθμίστηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 αυτού (δηλαδή διαδοχικών συμβάσεων με αντικείμενο την ίδια ή παρεμφερή εργασία μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών), που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του (19-7-2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγουμένου τριμήνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα απασχόλησης και έλεγχο από το ΑΣΕΠ.
Η διάταξη όμως αυτή δεν εφαρμόζεται επί συμβάσεων ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν μεταγενέστερα. Ενόψει δε των παραπάνω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας, που δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920 δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στο δημόσιο ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ' επιταγή της ως άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004 (19-7-2004) ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΟλΑΠ 19/2007).
Εξάλλου, την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (βλ. και σκέψη 58 απόφασης υπ' αριθ.
C - 760/2018 του Δ.Ε.Ε. με περαιτέρω παραπομπές), εξασφαλίζουν οι διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του Π.Δ/τος 164/2004, με τα οποία μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η ρήτρα 5 σημείο 1 αυτής, οι οποίες προβλέπουν την αυτοδίκαιη ακυρότητα των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που συνάπτονται κατά παράβαση των άρθρων 5 και 6 του ως άνω Διατάγματος (με μοναδική εξαίρεση τις υπαγόμενες στη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 αυτού περιπτώσεις), τη δυνατότητα του απασχοληθέντος ακύρως και για όσο χρόνο διήρκεσε η άκυρη σύμβαση να λάβει ευθέως εκ του νόμου, βάσει της άκυρης σύμβασης (και όχι βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, όπου για τον προσδιορισμό της ωφέλειας του εργοδότη δεν συνυπολογίζονται παροχές εξαρτώμενες από τις προσωπικές ιδιότητες του απασχοληθέντος), τις οφειλόμενες σε αυτόν αποδοχές και τη δυνατότητα αυτού να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο θα λάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας αυτής (εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις), ενώ παράλληλα προβλέπουν ποινικές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν από δόλο ή από αμέλεια τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του Π.Δ/τος (πρβλ.
ΔΕΕ C 378 - 380 υπόθ. Α.) Μάλιστα, προκειμένου να διασφαλισθεί υπέρ των απασχοληθέντων μισθωτών η πλήρης αποτελεσματικότητα των κανόνων δικαίου που θεσπίσθηκαν από τον Έλληνα νομοθέτη στο πλαίσιο εφαρμογής της Οδηγίας, δεν αποκλείεται και η ανάλογη εφαρμογή της ρύθμισης για την καταβολή αποζημίωσης σε περιπτώσεις εγκυρότητας των ως άνω διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, πέραν των ανωτάτων χρονικών ορίων που προβλέπει το Π.Δ/μα 164/2004, οσάκις η ανανέωση αυτών έλαβε χώρα, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του Π.Δ/τος 164/2004, με ειδική νομοθετική ρύθμιση.
Τέλος η προσθήκη από τον Αναθεωρητικό Νομοθέτη των πιο πάνω διατάξεων των παρ. 7 και 8 στο άρθρο 103 του Συντάγματος, κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου μεταφοράς της υπ' αριθ. 1999/70 Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη, δεν έλαβε χώρα προκειμένου να τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο η επίτευξη του επιδιωκόμενου με την Οδηγία αποτελέσματος, αλλά για την κατοχύρωση ενός διαφανούς και αξιοκρατικού συστήματος προσλήψεων βάσει συγκεκριμένων δεσμευτικών διαδικασιών, αναγομένων στις ιδιαιτερότητες του δημοσίου τομέα και συνακόλουθα στην αποτροπή του αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη ως άνω φαινομένου πρόσληψης προσωπικού με αδιαφανή κριτήρια, πολλώ δε μάλλον, αφού, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, αφενός μεν η Οδηγία δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου δε οι προπαρατεθείσες εφαρμοστικές διατάξεις του Π.Δ. 164/2004, οι οποίες, σε συμφωνία με τη συνταγματική απαγόρευση, αποκλείουν τον χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα σε έγκυρη ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, συνιστούν, κατά τα προεκτεθέντα, το προσήκον αντιστάθμισμα που αποτρέπει την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα (ΟλΑΠ 6/2022, ΑΠ 736/2023).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2013, 7/2006, 4/2005).
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 1-10-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 91156/ 2462/ 2018) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι αρχικώς ενάγοντες (συνολικά 55, μεταξύ των οποίων οι 15 ήδη αναιρεσείοντες) ισχυρίστηκαν ότι με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνήψαν με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, παρείχαν σε αυτό τις υπηρεσίες τους, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, που ανάγονται, κατά περίπτωση, όσον αφορά τους διαδίκους της παρούσας αναιρετικής δίκης, στα έτη 2009 έως 2018, έκαστος με την ειδικότητα που, επίσης, αναφέρεται στην αγωγή (εργάτες καθαριότητας, οδηγοί απορριμματοφόρου και μηχανοτεχνίτες), καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα απασχόλησής τους, η δε πρόσληψή τους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος και τον σκοπό της εργασίας που έκαστος εξ αυτών παρείχε ούτε υπαγορευόταν από άλλον ειδικό λόγο, αναγόμενο στις ιδιαίτερες συνθήκες των υπηρεσιών του εναγομένου, αλλά έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου.
Ότι στις 31-3-2018 το εναγόμενο έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, χωρίς έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους και χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν, επικαλούμενοι τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ, 1 και 8 του Ν. 2112/1920 και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, τα εξής:
α) να αναγνωριστεί ότι συνδέονται εξαρχής με το εναγόμενο με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού από την αρχή της πρόσληψής τους, αναγνωριζομένης και της ακυρότητας της αίρεσης που εξαρτούσε τη λήξη της σύμβασης εργασίας τους από το μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός της δημοσίευσης πινάκων διοριστέων και της απόλυσής τους την προηγούμενη της δημοσίευσης των ατομικών πράξεων διορισμού, β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, με καθεστώς εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και με την ειδικότητα και τις αποδοχές που αντιστοιχούν στις θέσεις εργασίας τους, καταδικαζόμενο σε χρηματική ποινή 300 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του προς την απόφαση που θα εκδοθεί.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 1971/2019 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν 22 από τους αρχικώς 55 ενάγοντες (μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσείοντες) με την από 10-11-2020 έφεσή τους ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3530/2021 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: ".... Ωστόσο, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις και σκέψεις που προεκτέθηκαν, όλες οι επίδικες συμβάσεις και οι ανανεώσεις τους, που επικαλούνται οι ενάγοντες-ήδη εκκαλούντες, καταρτίστηκαν μετά την ισχύ των διατάξεων των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του ισχύοντος Συντάγματος (18-4-2001), οπότε οποιαδήποτε σύμβαση με το Δημόσιο, με Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ΝΠΔΔ και επιχειρήσεις που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εφόσον δεν ακολουθήθηκε η από το νόμο οριζόμενη διαδικασία για τη σύναψή τους, αφενός μεν είναι άκυρες, αφετέρου δεν επιτρέπεται η μετατροπή τους από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, και, επομένως, η δικαστική αναγνώριση της ύπαρξης τέτοιων (παράνομων) εργασιακών σχέσεων και, κατ' επέκταση, η μονιμοποίηση των εναγόντων-εκκαλούντων με αυτόν τον τρόπο, ενώ δεν υφίσταται ούτε πεδίο εφαρμογής των μεταβατικών ρυθμίσεων του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004 για τη μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας τους σε ενιαία σύμβαση αόριστης διάρκειας, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.
Ως εκ τούτου, με βάση όσα ιστορούνται στην αγωγή και έστω όλα αληθινά, δηλαδή, ανεξάρτητα από το εάν οι ενάγοντες κάλυπταν πράγματι πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου, η αγωγή ελέγχεται ως μη νόμιμη. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες με τον λόγο της έφεσης (ως προς όλα τα σκέλη του) πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμα....".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με τις προηγηθείσες υπό στοιχ. ΙΙ νομικές σκέψεις, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, 8 του Ν. 2112/1920 και 5, 6 και 7 του Π.Δ. 164/2004. Τούτο διότι, εφόσον η κατάρτιση των συμβάσεων των αναιρεσειόντων έλαβε χώρα, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, από το 2009 και εφεξής, έστω και αν κάλυπταν οι συμβάσεις αυτές πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου, δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες δεν εμπίπτουν ούτε στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, εφόσον αυτοί προσελήφθησαν για πρώτη φορά μετά τη θέση σε ισχύ του ανωτέρω Π.Δ. (19-7-2004). Πρέπει, επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος ως προς την αιτίαση για παραβίαση των διατάξεων της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, αφού η ως άνω Οδηγία δεν αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1571/2022, 1319/2019, 1458/2018). Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της, ως προς τους λοιπούς, πλην των απολειπομένων ενάτου και δεκάτου πέμπτου, αναιρεσείοντες.
IV. Τέλος οι παρασταθέντες αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου ΟΤΑ, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, τα οποία θα επιβληθούν μειωμένα, κατ' άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 1207/2019, 1061/2018), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους ένατο και δέκατο πέμπτο των αναιρεσειόντων, Β. Α. του Μ. και Γ. Λ. του Δ., αντίστοιχα.
Κηρύσσει ως προς αυτούς απαράδεκτη τη συζήτηση της από 2-6-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 6184/629/2023) αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 3530/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την ως άνω αίτηση αναίρεσης
και
Καταδικάζει τους παρασταθέντες αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ