2028/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2028/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 2028 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2028/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Oκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπείται από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Μανιάτη, που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Β. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθηνά Βερροίου, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/10/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1064/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2567/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/1/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 27.1.2017 και με αριθ. κατάθ. ....1.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 2567/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 1064/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή η ως άνω από 12.5.2015 και με αριθ. κατάθ. .../2015 έφεση του εκκαλούντος - ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφανίσθηκε εν μέρει η απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε απορρίψει ως απαράδεκτη την από 23.10.2012 και με αριθ. κατάθ. ...2012 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και στη συνέχεια έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή αυτού ως κατ’ ουσία βάσιμη για το ποσό των 29.018,75 ευρώ (13.929 ευρώ καταψηφιστικά και 15.089,75 ευρώ αναγνωριστικά), ως μέρος της αποζημίωσης του άρθρου 8 εδ.
α του Ν. 3198/1955. Η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στην εναγομένη - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα στις 30. 12. 2016, όπως προκύπτει από σχετική επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π. Μ. επί αντιγράφου αυτής, η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος τη προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου στις 30.1.2017, καθότι η τελευταία ημέρα της προθεσμίας των 30 ημερών για την άσκησή της (29.1.2017) ήταν Κυριακή.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα ήδη προεκτεθέντα, και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 του Ν. 3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων", ορίζεται ότι κάθε αξίωση μισθωτού για καταβολή ή συμπλήρωση της κατά το Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, ή το Β.Δ. της 16/18-7-1920 αποζημίωσης, είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός εξαμήνου, από τότε που η αξίωση έγινε απαιτητή.
Η διάταξη αυτή θέτει εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση της αξίωσης καταβολής ή συμπλήρωσης της αποζημίωσης για την καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία, σε αντίθεση με την παραγραφή, λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (άρθ. 280 του ΑΚ). Εξ άλλου κατά το εδάφιο α’ του άρθρου 8 του ιδίου νόμου, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, αν συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του Ν. 2112/1920, ή το προβλεπόμενο από τον οικείο Ασφαλιστικό Οργανισμό όριο ηλικίας ή, σε περίπτωση έλλειψης αυτού, το 65ο έτος της ηλικίας τους, και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το μισό της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, αποζημίωσης για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.
Περαιτέρω, κατά το εδάφιο β’ του ιδίου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 8 του Ν. Δ/τος 3789/1957 και αντικαταστάθηκε με το άρθρου 5 παρ.1 του Ν.435/1976, μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε Ασφαλιστικού Οργανισμού, για τη χορήγηση σύνταξης, αν συμπλήρωσαν ή θα συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορούν, αν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν της εργασίας, αν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν ή να απομακρύνονται της εργασίας τους από τον εργοδότη, αφού λάβουν σ` όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς το 50% της αποζημίωσης που δικαιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από μέρος του εργοδότη.
Για την κατά τα ανωτέρω χορηγούμενη αποζημίωση στους αποχωρούντες ή απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται κατά τα λοιπά όλα τα οριζόμενα από τα άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του ν.δ.3198/1955, καθώς και από τις διατάξεις του Ν.2112/1920, "περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων", όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, και του β.δ/τος της 16/18 Ιουλ. 1920 "περί επεκτάσεως του Ν. 2112 περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων" και επί των εργατών, τεχνιτών και υπηρετών, εκτός από τις διατάξεις που αφορούν την προειδοποίηση.
Από την γραμματική ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι το πρώτο εδάφιο προβλέπει την καταβολή μειωμένης κατά το ήμισυ αποζημίωσης στην περίπτωση αποχώρησης του μισθωτού με τη συναίνεση και του εργοδότη, με τη συνδρομή των οριζομένων σ` αυτό προϋποθέσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περίπτωση της συμπλήρωσης του ορίου συνταξιοδότησης.
Με το δεύτερο εδάφιο προβλέπεται και η με ελεύθερη επιλογή μονομερής πλέον λύση της εργασιακής σχέσης είτε από τον μισθωτό, είτε από τον εργοδότη, εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση της λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος. Μεταξύ της κατά το πρώτο εδάφιο συναινετικής λύσης της εργασιακής σχέσης και της μονομερούς λύσης αυτής κατά το δεύτερο εδάφιο δεν υπάρχει ουσιώδης εννοιολογική διαφορά, ούτε ανακύπτει σπουδαίος κοινωνικός λόγος που να επιβάλλει τον περιορισμό της άσκησης της αγωγής καταβολής της προβλεπόμενης από τις διατάξεις αυτές αποζημίωσης εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας μόνο στην περίπτωση του δευτέρου εδαφίου.
Δεν είναι ουσιώδες διαφοροποιό στοιχείο μόνο το γεγονός ότι στην πρώτη περίπτωση η λύση της εργασιακής σχέσης επέρχεται συναινετικώς και στη δεύτερη με την μονομερή ενάσκηση νομίμου δικαιώματος ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη. Επομένως είναι σαφής ο σκοπός του νόμου (άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976), με την προσθήκη του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 8 και την ρητή παραπομπή στο άρθρο 6 του Ν. 3198/1955, να ισχύει η προβλεπόμενη από το τελευταίο αυτό άρθρο εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία άσκησης της αγωγής και στην περίπτωση της αποχώρησης του μισθωτού με τη συγκατάθεση του εργοδότη.
Εφόσον δε με την περιλαμβανόμενη στο τελευταίο εδάφιο του άρθρου 5 παρ.1 του Ν.435/1976 φράση "Δια την κατά τα ανωτέρω χορηγουμένην εις τους αποχωρούντας ή απομακρυνομένους μισθωτούς αποζημίωσιν..." καλύπτεται εννοιολογικά και η αρχικά προβλεπόμενη από το άρθρο 8 εδάφ. α’ του Ν.3198/1955 περίπτωση αποχώρησης του μισθωτού με τη συγκατάθεση του εργοδότη (ΟλΑΠ 118/1972), η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ν.3198/1955 αποσβεστική προθεσμία για την καταβολή ή τη συμπλήρωση της μειωμένης κατά τα άνω αποζημίωσης εφαρμόζεται και στην περίπτωση του πρώτου εδαφίου του άρθρου 8, αφού δεν περιορίζεται ρητά με παραπομπή του προστεθέντος κειμένου σε μόνη την γενόμενη νέα ρύθμιση (ΟλΑΠ 31/2003, ΟλΑΠ 17/2003).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 3198/1955, στην οποία παραπέμπει επίσης το άρθρο 8 του ιδίου Νόμου, προβλεπόταν ότι εάν η κατά τα άνω αποζημίωση δεν υπερβαίνει τις αποδοχές των έξι (6) μηνών, αυτή καταβάλλεται από τον εργοδότη την ημέρα λύσης της σχέσης εργασίας, εάν δε η αποζημίωση είναι μεγαλύτερη από τις αποδοχές έξι (6) μηνών, ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλει κατά την απόλυση το μέχρι των έξι (6) μηνών μέρος της αποζημίωσης, το δε υπόλοιπο επί πλέον ποσό σε τριμηνιαίες δόσεις εκάστη των οποίων δεν μπορεί να είναι μικρότερη των αποδοχών τριών (3) μηνών, εκτός εάν προς εξόφληση του συνόλου της αποζημίωσης υπολείπεται μικρότερο ποσό.
Η πρώτη δόση καταβάλλεται την επομένη της συμπλήρωσης τριμήνου από την απόλυση. Η ρύθμιση αυτή τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 3 του Ν. 3863/2010 "Νέο ασφαλιστικό σύστημα και συναφείς διατάξεις, ρυθμίσεις στις εργασιακές σχέσεις" (ΦΕΚ Α 115), με την οποία μειώθηκε τόσο το ποσό της αρχικής δόσης, όσο και το ποσό των μεταγενεστέρων δόσεων.
Με την τελευταία αυτή διάταξη ορίζεται όταν η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπερβαίνει τις αποδοχές δύο (2) μηνών, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει κατά την απόλυση μέρος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο (2) μηνών. Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές δύο (2) μηνών, εκτός και αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημιώσεως είναι μικρότερο.
Η πρώτη δόση καταβάλλεται την επομένη της συμπλήρωσης διμήνου από την απόλυση. Από το συνδυασμό των εν λόγω διατάξεων, σαφώς προκύπτει ότι, η αξίωση του μισθωτού για την καταβολή ή συμπλήρωση της πιο πάνω αποζημίωσης, γεννάται αμέσως με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Πλην όμως, εάν η αποζημίωση είναι καταβλητέα σε δόσεις, η εκτέλεση της παροχής (καταβολή της δόσης) τελεί υπό την διαλαμβανομένη στο άρθρο 74 παρ.3 του Ν. 3863/2010 (και προηγουμένως στο άρθρο 2 του Ν. 3198/1955) αναβλητική προθεσμία και κατά συνέπεια η με το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955 οριζομένη εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία άρχεται από τότε που οι δόσεις αυτές κατέστησαν απαιτητές και συνακόλουθα είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 251 ΑΚ, που έχει εφαρμογή, κατ` άρθρο 279 του ίδιου Κώδικα και στην αποσβεστική προθεσμία, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 201, 210 και 324 του ΑΚ, Εφόσον λοιπόν, για κάθε μια από τις επί μέρους δόσεις, προβλέπεται αυτοτελής αποσβεστική προθεσμία, αρχομένη από τότε που καθίσταται απαιτητή καθεμιά απ` αυτές, συνάγεται ότι η άσκηση της αγωγής για καταβολή κάποιων δόσεων (που ως έλασσον αίτημα περιλαμβάνεται στο μείζον για την καταβολή της όλης αποζημίωσης), επιφέρει, κατά τα άρθρα 261 και 279 ΑΚ διακοπή της αποσβεστικής προθεσμίας για τις δόσεις αυτές.
Οι ως άνω αποσβεστικές προθεσμίες, προσδιοριζόμενες σε μήνες, αρχίζουν, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 240, 241, 242 και 243 ΑΚ, από την επομένη της ημέρας που κάθε διμηνιαία δόση κατέστη ληξιπρόθεσμη που αποτελεί το αφετήριο γεγονός αυτών και λήγουν με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό και ημέρα με εκείνη που άρχισε, αν δε αυτή (τελευταία ημέρα της προθεσμίας) είναι κατά νόμο εορτάσιμη (μη εργάσιμη), όταν περάσει ολόκληρη η επόμενη εργάσιμη ημέρα (ΑΠ 359/2015, ομοίως ΟλΑΠ 211/1965, ΑΠ 320/1985, ΑΠ 25/1991 υπό την ισχύ του άρθρου 2 του Ν. 3198/1955).
Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται μεταξύ των περιπτώσεων άσκησης αγωγής περί καταβολής ολοκλήρου της αποζημίωσης και των περιπτώσεων άσκησης αγωγής περί συμπλήρωσης της ως άνω αποζημίωσης, οσάκις ο εργοδότης έχει καταβάλει εμπροθέσμως μέρος αυτής, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα Τράπεζα στο λόγο αναίρεσης, εφόσον η ίδια η διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 του Ν. 3198/1955, η οποία ορίζει "πάσα αξίωσις μισθωτού περί καταβολής ή συμπληρώσεως της κατά τον Ν. 2112, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως ή το Β.Δ της 16/18 Ιουλ. 1920 αποζημιώσεως ..." κατά τη γραμματική της διατύπωση αφορά αμφότερες τις περιπτώσεις καταβολής ή συμπλήρωσης της αποζημίωσης.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), με την από 23.12.2012 και με αριθ. κατάθ. ...2012 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, ο τελευταίος, επικαλούμενος τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 8 εδ. α του Ν. 3198/1955 κατά τη λύση στις 28.2.2012 της εργασιακής του σχέσης ως υπαλλήλου από 10.3.1975 με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα με την συγκατάθεση της τελευταίας, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει την κατά το άρθρο 8 εδ.
α του Ν. 3198/1955 αποζημίωση καταγγελίας μειωμένη κατά 50%, συνολικού ύψους 33.661,75 ευρώ, που ήταν καταβλητέα σε οκτώ (8) διμηνιαίες δόσεις των 4.643 ευρώ η καθεμία (πλην της τελευταίας ύψους 1.160,75 ευρώ), οι οποίες έληγαν στις 28.2.2012 (ημερομηνία λύσης της εργασιακής σχέσης), 29.4.2012, 29.6.2012, 29.8.2012, 29.10.2012, 29.12.2012, 1.3.2013 και 1.5.2013 αντίστοιχα.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αριθ. 1064/2015 οριστική απόφασή του απέρριψε στο σύνολό της ως απαράδεκτη την ως άνω αγωγή, κατά παραδοχή σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης, ερευνωμένου άλλωστε και αυτεπαγγέλτως, με το αιτιολογικό ότι αυτή είχε ασκηθεί μετά την πάροδο της από το άρθρο 6 παρ.2 του Ν. 3198/1955 αποσβεστικής προθεσμίας, αφού αντίγραφό της αγωγής επιδόθηκε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα στις 29 Οκτωβρίου 2012, ήτοι μετά την παρέλευση οκταμήνου από τη λύση της εργασιακής σχέσης.
Με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί διακοπής της ως άνω εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας ως προς τις λοιπές, πλην της πρώτης, δόσεις, με το σκεπτικό ότι η ανωτέρω αποσβεστική προθεσμία καταλαμβάνει ενιαία ολόκληρη την απαίτηση καταβολής της αποζημίωσης και αρχίζει από τη λύση της εργασιακής σχέσης, ανεξαρτήτως του εάν η αποζημίωση καταβάλλεται σε δόσεις.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της από 12.5.2015 και με αριθ. κατάθ. .../2015 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, αφού δέχθηκε ότι με βάση τις αποδείξεις συνέτρεχαν στο πρόσωπο του ενάγοντος οι προϋποθέσεις για τη λήψη της προβλεπομένης από το άρθρο 8 εδ. α του Ν. 3198/1955 αποζημίωσης, μειωμένης κατά 50%, στη συνέχεια εξαφάνισε την προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που είχε απορρίψει ως απαράδεκτη την αγωγή ως προς τις επόμενες της πρώτης αξιώσεις αυτού για την καταβολή των επτά τελευταίων διμηνιαίων δόσεων από 29.4.2012 και για το επόμενο χρονικό διάστημα, οι οποίες δεν είχαν υποπέσει αυτοτελώς η καθεμία στην από το άρθρο 6 παρ.2 του Ν. 3198/1955 εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία και, αφού κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσία και επιδίκασε σε αυτόν το συνολικό ποσό των 29.018,75 ευρώ, που αντιστοιχούσε στις δόσεις αυτές σε βάρος της εναγομένης Τράπεζας (13.929 ευρώ καταψηφιστικά και 15.098,75 ευρώ αναγνωριστικά), με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους δόση κατέστη απαιτητή.
Με τη κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και στη συνέχεια εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 του Ν. 3198/1955 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 8 του ιδίου Νόμου, 74 παρ.3 Ν. 3863/2010, 201, 210, 251, 279 και 324 του ΑΚ και κατά συνέπεια τα όσα αντιθέτως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα Τράπεζα στον μοναδικό από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα.
Κατ’ ακολουθία πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.1.2017 και με αριθ. κατάθ. ...2017 αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθ. 2567/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ