Legislator Case Law & Legislation
2028/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance claims, citing statute of limitations and lack of evidence.

Case Number 2028/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against a lower court's decision regarding inheritance claims. The heirs argued that the court failed to properly evaluate evidence and admitted unproven facts, but the court found the lower court had correctly assessed witness testimony and documents. Consequently, the court ruled that the claims were barred by the twenty-year statute of limitations and the appeal arguments were legally unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1871, 1879, 249 of the Civil Code; Article 559(10) of the Code of Civil Procedure: Inheritance claims are subject to a twenty-year statute of limitations starting when the heir takes possession; appeals based on the admission of unproven facts without prior evidence are inadmissible if the lower court properly conducted an evidentiary hearing.

Keywords

AI generated
inheritance claims statute of limitations admissibility of appeal evidentiary burden possession of inheritance

Cited Legislation

AI generated
Article 1871 of the Civil Code
Article 1879 of the Civil Code
Article 249 of the Civil Code
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 270 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2028 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2028/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Φωτιάδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Καλυβά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 180/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 11/2004, 727/2005 μη οριστικές, 506/2007 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-1-2008 αίτησή τoυς. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 16-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. O πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 1871 του ΑΚ προκύπτει, ότι τα στοιχεία της βάσης της αγωγής περί κλήρου, η οποία αποσκοπεί στην προστασία του καθολικού κληρονομικού δικαιώματος και την οποία μπορεί να εγείρει ο κληρονόμος και κατά συγκληρονόμου του είναι τα εξής: α) ο θάνατος του διαθέτη, β) το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος, γ) ότι ο κληρονομούμενος είχε στη νομή ή κατοχή του τα κληρονομιαία πράγματα και δ) ότι ο εναγόμενος κατακρατεί τα κληρονομιαία αντικείμενα ως κληρονόμος, αντιποιούμενος το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος (ΑΠ 1374/2000).

Η με την αγωγή αυτή ασκούμενη περί κλήρου αξίωση υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή, κατά το άρθρο 249 ΑΚ, παραγραφή, αφετήριο χρονικό σημείο της οποίας είναι εκείνο κατά το οποίο ο εναγόμενος κατέλαβε έστω και μερικά από τα αντικείμενα της κληρονομίας (ΑΠ 1480/2001). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1879 ΑΚ εφόσον δεν έχει παραγραφεί η αγωγή περί κλήρου ο νομέας της κληρονομίας δεν μπορεί να επικαλεστεί κατά του κληρονόμου τη χρησικτησία πράγματος που το νέμεται σαν να ανήκει στην κληρονομία.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες του άρθρου 1871 ΑΚ, που καθορίζει την έννοια της περί κλήρου αγωγής, και του περί έκτακτης χρησικτησίας άρθρου 1045 ΑΚ, συνάγεται ότι εκείνος που μετά το θάνατο κάποιου είναι νομέας της κληρονομίας του θανόντος, υπό την έννοια ότι κατακρατεί αντικείμενα της κληρονομίας ως κληρονόμος, και που νέμεται με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ήτοι για μια εικοσαετία, πράγμα ως ανήκον στην κληρονομία, εφόσον ενάγεται από τον κληρονόμο του θανόντος με την περί κλήρου αγωγή, δηλαδή ενάγεται προς αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος και απόδοσης της κληρονομίας και άρα του ως άνω πράγματος, μπορεί ως ένσταση καταλυτική της αγωγής να επικαλεστεί και αποδείξει την ως ανωτέρω έκτακτη χρησικτησία, μόνο όμως αν επικαλεστεί και αποδείξει και την παραγραφή της περί κλήρου αγωγής (ΑΠ 489/2005).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 982, 994 και 1113 ΑΚ συνάγεται, ότι ο συγκοινωνός, όπως είναι και ο εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται, ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκοινωνών και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, πριν καταστήσει σ' αυτούς γνωστό, ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο της μερίδας του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά στο όνομά του ως κύριος, για δικό του λογαριασμό.

Με την ανωτέρω προϋπόθεση, δύναται ο κατέχων ολόκληρο το κοινό πράγμα να αντιτάξει κατά των λοιπών συγκυρίων την κτήση με έκτακτη χρησικτησία, της οποίας αρχίζει τρέχουσα η προθεσμία από της ως άνω γνωστοποιήσεως. Τέτοια γνωστοποίηση προς τους συγκυρίους μπορεί να γίνει, είτε ρητώς, είτε σιωπηρώς, δια πράξεων εμφαινουσών την ως άνω απόφαση του κατέχοντος το πράγμα συγκυρίου.

Η δε περί της αντιποιήσεως της νομής γνώση των λοιπών συγκυρίων μπορεί να προέλθει, είτε από τη δήλωση του αντιποιουμένου τη νομή του κοινού, είτε από οποιονδήποτε άλλον (αντιπρόσωπό του) και αρκεί η γνώση του συγκυρίου περί της αντιποιήσεως του κατέχοντος το κοινό από οπουδήποτε και αν προέρχεται. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Ο δε από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη αναδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, σχετικά με την ένδικη περί κλήρου αγωγή της ενάγουσας και τις ενστάσεις των εναγόμενων περί κτήσεως ιδίας κυριότητας και περί παραγραφής της αγωγής, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στις 22-9-1964 απεβίωσε, χωρίς να αφήσει διαθήκη, στην ... ο ..., κάτοικος όσο ζούσε .... Κατά το χρόνο του θανάτου του ο άνω αποβιώσας είχε στη νομή και κατοχή του έκτος άλλων και ένα οικόπεδο, εμβαδού 235,85 τ.μ., με οικία, εμβαδού 31,50 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην ..., στο Ο.Τ. 231, επί της οδού ... και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία αγνώστου, νότια με την οδό ..., ανατολικά με ιδιοκτησία ...

και δυτικά με ιδιοκτησία .... Πλησιέστερους συγγενείς του άφησε τη σύζυγό του ..., το γένος ..., και τα τέκνα του Ψ (ενάγουσα), Χ1 και Χ2 (πρώτο και δεύτερη των εναγομένων αντίστοιχα) και Ζ. Η νομή του ανωτέρω ακινήτου από το χρόνο του θανάτου του ανωτέρω περιήλθε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, δηλαδή στη σύζυγο του και τα τέσσερα τέκνα του, κατά ποσοστό 8/32 εξ αδιαιρέτου στη σύζυγό του και κατά ποσοστό 6/32 εξ αδιαιρέτου σε καθένα από τα τέκνα του.

Μετά το θάνατο του ανωτέρω η χήρα σύζυγός του μαζί με τα τέκνα της Ψ, Χ1 και Χ2 συνέχισαν να διαμένουν στην άνω οικία νεμόμενοι το ακίνητο κατά τα ανωτέρω ιδανικά τους μέρη, ενώ υπέβαλαν ως κληρονόμοι του ανωτέρω από κοινού με τη Ζ σχετική δήλωση φόρου κληρονομιάς ενώπιον του Οικονομικού Εφόρου Αλεξανδρούπολης.

Το έτος 1966 η εκ των συγκληρονόμων Ζ, απεδέχθη την κληρονομία επί του άνω ακινήτου κατά το ποσοστό της 6/32 εξ αδιαιρέτου με την 2840/17-1-1966 δήλωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Φίλιππου Ευφραιμίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης. Στη συνέχεια, με το ...

συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στην ..., το γένος ..., μητέρα αυτής και των διαδίκων, το παραπάνω ποσοστό, η οποία έτσι κατέστη συγκυρία του ακινήτου κατά ποσοστό 6/32 εξ αδιαιρέτου. Οι εναγόμενοι, ο πρώτος το έτος 1966 και η δεύτερη το έτος 1968 ενόψει των επικειμένων γάμων τους, προκειμένου να καλύψουν τις στεγαστικές ανάγκες των οικογενειών τους, ανήγειραν επί του άνω οικοπέδου ο μεν πρώτος ένα ισόγειο κτίσμα (διαμέρισμα), εμβαδού 76,05 τ.μ., το οποίο αποτελείτο από δύο δωμάτια, κουζίνα, χωλ και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, η δε δεύτερη ένα διαμέρισμα, εμβαδού 82, 60 τ.μ., πάνω από το άνω ισόγειο (διαμέρισμα), το οποίο αποτελείτο επίσης από δυο δωμάτια, κουζίνα, χωλ και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, βάσει των 466/7-9-1966 και 871/29-6-1968 οικοδομικών αδειών του Γραφείου Πολεοδομίας του Νομού Έβρου αντίστοιχα, μετά δε την αποπεράτωσή τους εγκαταστάθηκαν με τις οικογένειες τους στα νεόδμητα διαμερίσματα, ενώ η μητέρα των διαδίκων συνέχισε να διαμένει με την ενάγουσα, η οποία ήταν ανήλικη (γεννηθείσα στις 8-2-1953), στην άνω οικία.

Από το έτος 1975 η ενάγουσα εγκαταστάθηκε στην ... αρχικά για τις ανάγκες της εργασίας της, λόγω της προσλήψεώς της στο Καζίνο της ... και στη συνέχεια λόγω της τελέσεως του γάμου της κατά το έτος 1980. Επισκεπτόταν όμως πολλές φορές την ... και πάντοτε διέμενε στην άνω οικία, στην οποία εξακολουθούσε να διαμένει η μητέρα των διαδίκων, εκδηλώνοντας έτσι την πρόθεσή της για άσκηση νομής στο ακίνητο.

Κατά τη διάρκεια της διαμονής της στην ..., όπου είχε εγκατασταθεί με την οικογένειά της και ήδη από το έτος 1983 εργαζόταν σε κατάστημα της Τράπεζας της Ελλάδος, το ακίνητο κατείχε και νέμονταν για λογαριασμό αυτής κατά το ποσοστό 6/32 εξ αδιαιρέτου η μητέρα της μέχρι το θάνατό της (30-10-1986). Μετά το θάνατο της μητέρας των διαδίκων, η οποία δεν άφησε διαθήκη, το ποσοστό αυτής επί του ακινήτου 28/64 εξ αδιαιρέτου (8/32 από κληρονομιά του συζύγου της και 6/32 από αγορά από τη θυγατέρα της Ζ) περιήλθε, στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, δηλαδή στην ενάγουσα, στους εναγομένους και στην άλλη θυγατέρα της Ζ, κατά ποσοστό 7/24 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ανεξαρτήτως της μεταγραφής της αποδοχής της κληρονομιάς, αφού αποτελεί κατά νόμο (άρθρο 1198 ΑΚ) αναγκαία προϋπόθεση μόνο για την κτήση κυριότητας όχι όμως και για κτήση νομής.

Για το άνω ποσοστό 28/64 εξ αδιαιρέτου της κληρονομιάς της μητέρας τους επί του ακινήτου υπεβλήθη από τους διαδίκους και την αδελφή τους Ζ σχετική δήλωση φόρου κληρονομιάς ενώπιον του Οικονομικού Εφόρου Αλεξανδρούπολης μάλιστα δε την εν λόγω δήλωση υπέβαλε για λογαριασμό της ενάγουσας η δεύτερη εναγόμενη δυνάμει πληρεξουσίου (βλ. 7/9-1-1989 δήλωση φόρου κληρονομιάς και υπ'αριθμ. 5876/27-3-2001 πιστοποιητικό της Δ.Ο.Υ.

Αλεξανδρούπολης). Δηλαδή, μετά τους θανάτους των γονέων των διαδίκων σε καθένα από αυτούς περιήλθε ποσοστό 19/64 (12/64 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του πατέρα τους και 7/64 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της μητέρας τους) και στην αδελφή τους Ζ ποσοστό 7/64 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της μητέρας της, αφού το ποσοστό της από την κληρονομιά του πατέρα της το είχε μεταβιβάσει στη μητέρα της.

Η ενάγουσα μετά το θάνατο της μητέρας της όταν επισκεπτόταν την ..., κυρίως κατά τη διάρκεια του θέρους, διέμενε στις οικίες των εναγομένων αδελφών της, επειδή η άνω οικία ήταν ήδη παλαιά και χρησιμοποιείτο ως αποθηκευτικός χώρος, ενώ επιτηρούσε το ακίνητο, εκδηλώνοντας έτσι την πρόθεση της για άσκηση νομής κατά τα ιδανικά της μερίδια (από τις κληρονομιές των γονέων της).

Το έτος 1997 οι εναγόμενοι δυνάμει της 35417/6-9-1997 πράξης της συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Μηλίτσας Καρωτάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία (τόμος 727, α/α 19), προέβησαν στη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, κατά στις διατάξεις του νόμου 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, για την υφισταμένη στο οικόπεδο οικοδομή, βάσει δε αυτής περιήλθε στον μεν πρώτο εναγόμενο το ισόγειο διαμέρισμα, εμβαδού 76,05 τ.μ., στη δε δεύτερη εναγομένη το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, εμβαδού 82,60 τ.μ.

και με αναλογία εκάστου (διαμερίσματος) 50% εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, επικαλούμενοι (στην οικεία συμβολαιογραφική πράξη) ότι το άνω ακίνητο είχε περιέλθει σ' αυτούς από άτυπη δωρεά του πατέρα τους το έτος 1960, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι η ενάγουσα έλαβε γνώση της άνω πράξεως σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας το έτος 1999, αμέσως δε διαμαρτυρήθηκε στους εναγομένους για την ως άνω ενέργειά τους.

Οι τελευταίοι πρότειναν τότε στην ενάγουσα να προβούν σε άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας των γονέων τους και αυτοί μεν να λάβουν το επίδικο ακίνητο η δε ενάγουσα επιπλέον αγροτεμάχια. Η ενάγουσα απέκρουσε την πρόταση αυτή και αξίωσε την απόδοση των άνω ποσοστών της επί του επιδίκου ακινήτου, πλην όμως, οι εναγόμενοι εκδηλώνοντας την πρόθεσή τους να νέμονται στο εξής το ακίνητο αποκλειστικά στο όνομά τους και για δικό τους λογαριασμό αρνήθηκαν και συνέχισαν να κατέχουν το ακίνητο και κατά τα ποσοστά της, μέχρι την άσκηση της αγωγής, αντιποιούμενοι το κληρονομικό της δικαίωμα επί του κληρονομιαίου ακινήτου.

Οι εναγόμενοι με τις έγγραφες προτάσεις τους προβάλουν τον ισχυρισμό ότι ο πατέρας τους, κατά το χρόνο του θανάτου του, δεν είχε στη νομή του το επίδικο ακίνητο, διότι το είχε μεταβιβάσει ατύπως σε αυτούς, λόγω δωρεάς, το έτος 1960, έκτοτε δε κατείχαν και νέμονταν αυτό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη έχοντας ανεγείρει οικοδομή και διαμένοντας σ' αυτήν χωρίς να οχληθούν ποτέ από κανένα και ιδίως από την ενάγουσα.

Ο ισχυρισμός αυτός, που αποτελεί άρνηση της αγωγής, δεν είναι βάσιμος. Περαιτέρω συνεχίζει το Εφετείο ότι στηρίζει την κρίση του στα έγγραφα που προεκτέθηκαν και ειδικά: α) στο 9091/27-12-1965 πιστοποιητικό του Οικονομικού φόρου Αλεξανδρούπολης, από το οποίο προκύπτει ότι για το επίδικο ακίνητο υπεβλήθη δήλωση φόρου κληρονομιάς από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αποβιώσαντος, β) στην 7/9-1-1989 δήλωση φόρου κληρονομιάς και στο υπ'αριθμ. 5876/27-3-2001 πιστοποιητικό της Δ.Ο.Υ.

Αλεξανδρούπολης, από τα οποία προκύπτει ότι για το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της μητέρας των διαδίκων επί του επιδίκου υπεβλήθη δήλωση φόρου κληρονομιάς από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, μάλιστα δε για λογαριασμό της ενάγουσας η σχετική δήλωση υπεβλήθη από την δεύτερη εναγομένη, καθώς και στη σαφή κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως, η οποία είναι πειστική.

Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία ούτε από τις αόριστες καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων, οι οποίοι σχετικά με τον ισχυρισμό των τελευταίων περί άτυπης μεταβίβασης της νομής του επιδίκου ακινήτου σε αυτούς, κατά το έτος 1960, δεν έχουν ιδίαν αντίληψη και όσα κατέθεσαν αναφέρονται σε συζητήσεις τους με τη μητέρα των διαδίκων, σύμφωνα με τις οποίες ο σύζυγος της είχε άτυπα μεταβιβάσει το οικόπεδο στους εναγομένους.

Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι εναγόμενοι δεν διαμαρτυρήθηκαν ούτε αντέδρασαν όταν η αδελφή τους Ζ αποδέχθηκε ποσοστό 6/32 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ως κληρονόμος του πατέρα της και στη συνέχεια μεταβίβαζε αυτό λόγω πωλήσεως στη μητέρα των διαδίκων. Εάν πράγματι είχε ατύπως μεταβιβαστεί η νομή του επιδίκου σε αυτούς θα είχαν εναντιωθεί ώστε να αποτραπεί τόσο η αποδοχή της κληρονομιάς όσο και η μεταβίβαση του ποσοστού της αδελφής τους Ζ στη μητέρα τους, όμως, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε η παραμικρή εναντίωση ούτε άλλωστε και οι εναγόμενοι επικαλέστηκαν κάτι τέτοιο.

Οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους ισχυρίζονται ότι η αξίωση της ενάγουσας προς διεκδίκηση του ποσοστού 6/32 ή 12/64 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου, που, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, περιήλθε σ'αυτήν από κληρονομιά του πατέρα της έχει υποπέσει σε παραγραφή, καθόσον από το έτος 1964 αλλά και από τα έτη 1967 και 1968 μέχρι την άσκηση της αγωγής (20-10-1999) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και, συνεπώς, η ένδικη περί κλήρου αγωγή έχει παραγραφεί.

Όμως, συνεχίζει το Εφετείο, ο ισχυρισμός αυτός, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, οι εναγόμενοι εκδήλωσαν την πρόθεσή τους να νέμονται το ακίνητο στο όνομά τους ως συγκύριοι για δικό τους λογαριασμό αποκλειστικά, αμφισβητώντας το δικαίωμα της ενάγουσας επί του ποσοστού της 12/64 εξ αδιαιρέτου από την κληρονομιά του πατέρα της, αλλά και επί του ποσοστού της 7/64 εξ αδιαιρέτου από την κληρονομιά της μητέρας της, το έτος 1999 για πρώτη φορά, όταν η τελευταία πληροφορήθηκε την κατάρτιση και το περιεχόμενο της προαναφερόμενης πράξεως σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και διαμαρτυρήθηκε για την ενέργεια των εναγομένων, οπότε οι τελευταίοι αρνήθηκαν να της αποδώσουν τα ιδανικά μερίδια της επί του επιδίκου ακινήτου και έκτοτε κατακρατούν αυτά ως κληρονόμοι, από το χρόνο δε αυτό, δηλαδή από το έτος 1999 μέχρι την άσκηση της αγωγής (20-10-1999) δεν παρήλθε εικοσαετία.

Επίσης, δέχτηκε το Εφετείο ότι και η ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων είναι απορριπτέα, διότι, εφόσον η περί κλήρου αγωγή δεν υπέπεσε σε παραγραφή οι εναγόμενοι δεν μπορούν να επικαλεστούν κατά της ενάγουσας συγκληρονόμου τους ότι νέμονται το ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η αξίωση της ενάγουσας από την ένδικη περί κλήρου αγωγή δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή και συνακόλουθα ότι οι εναγόμενοι δεν απέκτησαν την κυριότητα του όλου ως άνω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατά το ανήκον στην ενάγουσα ποσοστό 19/64 εξ αδιαιρέτου, κατά το οποίο η τελευταία είναι συγκυρία ως συγκληρονόμος των γονέων τους και ότι οι εναγόμενοι κατακρατούν τα ακίνητα αυτά και κατά το άνω ποσοστό της συγκυριότητάς της εκ του κληρονομικού της μεριδίου.

Κατόπιν τούτου, αφού απέρριψε τις ενστάσεις των εναγόμενων περί παραγραφής της αξιώσεως της ενάγουσας και περί ιδίας κυριότητας, δέχτηκε την αγωγή, αναγνώρισε το άνω κληρονομικό δικαίωμα της ενάγουσας και υποχρέωσε τους εναγόμενους να αποδώσουν στην ενάγουσα το ως άνω ποσοστό επί του προαναφερομένου ακινήτου.

Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αφενός δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045, 1051, 1846, 1871 και 1882 ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφετέρου δε δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί στοιχείο της κληρονομιαίας περιουσίας, ότι οι εναγόμενοι, αδελφοί της ενάγουσας και συγκληρονόμοι εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου, ασκούσαν σ' αυτό πράξεις νομής και για λογαριασμό της συννομέως και συγκληρονόμου ενάγουσας, ότι αυτοί ή τρίτος νεμόμενος για λογαριασμό τους δεν είχαν καταστήσει γνωστό στην ενάγουσα κατά οποιοδήποτε τρόπο ότι νέμονται το ακίνητο αποκλειστικά για τον εαυτό τους και ότι κατακρατούν το επίδικο ακίνητο και κατά το ποσοστό εξ αδιαιρέτου της συγκυριότητας της ενάγουσας του κληρονομικού της μεριδίου, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφάρμοσε.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, κατά τα σχετικά μέρη τους, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, με το άρθρο 281 του ΑΚ ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 62/1990, ΑΠ 65/2005). Η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψή του, η δε με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ' ανάγκη και αφόρητων, συνεπειών, θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί για τον δικαιούχο, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.

Έτσι. το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του (ΑΠ 1878/2007, ΑΠ 263/2007, ΑΠ 65/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με το να απορρίψει την προβληθείσα ένστασή τους περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, με την οποία ειδικότερα ισχυρίζονταν ότι, όσον αφορά την αξίωσή της προς αναγνώριση του κληρονομικού της δικαιώματος από την κληρονομία της μητέρας της είναι καταχρηστική διότι δεν ασκήθηκε σε εύθετο χρόνο από το θάνατο της μητέρας τους το έτος 1989, όσο δε αφορά την αξίωσή της προς αναγνώριση του κληρονομικού της δικαιώματος από την κληρονομία του πατέρα της είναι καταχρηστική, διότι υπό τα όμματα της ενάγουσας ήδη από το 1966 κατασκεύασαν στο επίδικο οικόπεδο οικοδομή, για την οποία δαπάνησαν σημαντικά ποσά και επαύξησαν την αξία του ακινήτου, χωρίς η ενάγουσα να προβάλει καμία αντίρρηση και έτσι με την μακρόχρονη αδράνειά της και τη συμπεριφορά της εδραίωσε σ' αυτούς την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται ποτέ να διεκδικήσει την αναγνώριση του κληρονομικού της δικαιώματος και την απόδοση του μεριδίου της.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, σχετικά με την προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Η ένσταση καταχρηστικής άσκησης όσον αφορά το πρώτο σκέλος της είναι αβάσιμη, διότι μόνο η για δέκα έτη αδράνεια της ενάγουσας να ασκήσει το κληρονομικό της δικαίωμα από την κληρονομία της μητέρας της δεν αρκεί, για να καταστήσει την άσκηση του δικαιώματος αυτού καταχρηστική, αφού μάλιστα οι εναγόμενοι δεν επικαλούνται επιπλέον περιστατικά ή ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά της ενάγουσας, από τις οποίες να τους δημιουργήθηκε εύλογα η πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το εν λόγω δικαίωμά της.

Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι, όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της ένστασης αυτής, η ένσταση είναι επίσης αβάσιμη, διότι οι εναγόμενοι προέβησαν στην κατασκευή των διαμερισμάτων, από την οποία προήλθε η αύξηση της αξίας του οικοπέδου, για την εξυπηρέτηση των δικών τους στεγαστικών αναγκών, ενώ οι δαπάνες αυτών μπορούν να αναζητηθούν από την ενάγουσα υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις.

Η διαμονή δε της ενάγουσας στις οικίες των εναγομένων κατά τις επισκέψεις της στην ... δεν δημιούργησε σ' αυτούς την πεποίθηση ότι η ενάγουσα δεν θα ασκήσει το κληρονομικό της δικαίωμα, δεδομένου μάλιστα ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο πατέρας τους παραχώρησε άτυπα στους εναγομένους λόγω δωρεάς το επίδικο ακίνητο.

Επίσης, συνεχίζει το Εφετείο, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, σε αντιστάθμισμα, προέβη σε αγορά διαμερίσματος και με τη διάθεση του μεριδίου των εναγομένων από την πώληση κληρονομιαίων κληροτεμαχίων αντί τιμήματος 450.000 και 320.000 δραχμών, αντίστοιχα, ενώ επίσης, όταν οι εναγόμενοι εκδήλωσαν για πρώτη φορά το έτος 1999 την πρόθεσή τους να κατέχουν το επίδικο ακίνητο ως αποκλειστικοί νομείς, η ενάγουσα προέβη αμέσως στην άσκηση της ένδικης αγωγής και ουδεμία επέδειξε αδράνεια.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η αξίωση της ενάγουσας από την ένδικη περί κλήρου αγωγή δεν είναι καταχρηστική και κατόπιν τούτου, αφού απέρριψε την σχετική ένσταση των εναγομένων δέχτηκε την αγωγή, αναγνώρισε το άνω κληρονομικό δικαίωμα της ενάγουσας και υποχρέωσε τους εναγομένους να αποδώσουν στην ενάγουσα το ως άνω ποσοστό επί του προαναφερόμενου ακινήτου.

Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αφενός δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφετέρου δε δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι η για δέκα έτη αδράνεια της ενάγουσας να ασκήσει το κληρονομικό της δικαίωμα από την κληρονομία της μητέρας της δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και ότι η κατασκευή των διαμερισμάτων από τους εναγομένους έγιναν για την εξυπηρέτηση των δικών τους στεγαστικών αναγκών.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά τα σχετικά μέρη του, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επομένως, πράγματα κατά την έννοια αυτήν, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 1765/2005, ΑΠ 50/1992). Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11.1996).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το σχετικό μέρος του, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό τους που νόμιμα υπέβαλαν, προς αντίκρουση της ένδικης περί κλήρου αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσιβλήτου, ότι <<ήδη εν ζωή ο πατέρας τους από το 1960 παραχώρησε το ένδικο οικόπεδο επί του οποίου οικοδόμησαν το 1966 ο πρώτος και το 1968 ο δεύτερος δυόροφη οικία αποκλειστικά μόνο με δικά τους έξοδα, νέμονταν το ακίνητο αυτό για τον εαυτό τους και σε γνώση της αναιρεσίβλητης, γνωστοποιώντας σ' αυτή ρητά την πρόθεσή τους σαν αποκλειστικών νομέων του ισογείου από τον πρώτο από αυτούς, του δε πρώτου ορόφου της δεύτερης>>.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση όμως, όπως το περιεχόμενό της εκτίθεται πιο πάνω, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό των εναγομένων αναιρεσειόντων, τον οποίο απέρριψε ως αβάσιμο. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο αναιρετικός αυτός λόγος, κατά το πρώτο τμήμα του, ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1038/2008).

Για την ίδρυση, όμως, του ως άνω λόγου, κατά το δεύτερο τμήμα του, έπρεπε το δικαστήριο να ήταν υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση, πράγμα που δεν ίσχυε στις διαδικασίες ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου (άρθρο 270 ΚΠολΔ). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και δεύτερο, κατά τα σχετικά μέρη τους, λόγους αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά.

Από την προσβαλλόμενη απόφασή του, όμως, προκύπτει ότι το Εφετείο εξέδωσε το αποδεικτικό του πόρισμα, αφού εκτίμησε έγγραφα και μάρτυρες. Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος τους, είναι αβάσιμοι. Εφόσον δε το Εφετείο δίκασε έφεση κατ' απόφασης μονομελούς πρωτοδικείου, οπότε, κατά τα προαναφερθέντα, δεν είχε υποχρέωση να διατάξει απόδειξη επί των ισχυρισμών των διαδίκων, οι εξεταζόμενοι λόγοι, κατά το δεύτερο μέρος τους, είναι απαράδεκτοι.

Επειδή, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους, κατά τα σχετικά μέρη τους, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 11, 13, 17 και 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως αόριστοι για έλλειψη αντίστοιχου πραγματικού. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-1-2008 αίτηση των 1) Χ1 και 2) Χ2 για αναίρεση της 506/2007 απόφασης του Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ