Legislator Case Law & Legislation
2027/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of legal basis regarding the invalidity of the dismissal procedure.

Case Number 2027/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the single-member court of appeal's decision in a labor dispute. The appellant argued that the dismissal procedure violated the Municipal Code, but the court found the appeal inadmissible because the lower court's ruling on this issue was superfluous and did not support the operative part of the judgment. The court held that the core issue was the invalidity of the contract termination due to abuse, which was not the subject of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19), 577(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; The cassation appeal is inadmissible if the lower court's reasoning on a specific issue is superfluous, does not support the operative part of the decision, and the subject matter of the appeal does not match the request made in the original lawsuit.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissibility superfluous reasoning cassation labor dispute contract termination dismissal procedure validity abuse of right dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553(1b) of the Code of Civil Procedure
Article 556(1) of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2027 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2027/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 100/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Μαΐου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων Μαρίας-Μαγδαληνής Τσίπρα και Ευαγγελίας Ξυπνητού, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΝΑΥΠΛΙΟΥ" (ΔΕΥΑΝ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Ζερδελή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν η 554/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 81/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε το ήδη αναιρεσίβλητο με την από 18-5-2021 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1835/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.

Εκδόθηκε η 133/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-7-2024 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Παρασκευή Γρίβα. Οι πληρεξούσιες της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη από 19-7-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. 35/2024) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 133/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, το οποίο δίκασε ως Δικαστήριο της παραπομπής μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1835/2022 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 81/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου για τον λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε άλλωστε προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι επιδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ ). Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου την από 5-7-2016 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΕΓ/310/2016) αγωγή κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Ναυπλίου (Δ.Ε.Υ.Α.Ν.)", με την οποία ισχυρίστηκε ότι δυνάμει της υπ' αριθ. 32/1990 απόφασης του τότε Δημάρχου Ναυπλιέων διορίστηκε σε οργανική θέση του ανωτέρω Δήμου, ως μόνιμη υπάλληλος κατηγορίας Π.Ε., ενώ ακολούθως, δυνάμει σχετικών αποφάσεων του Δημάρχου Ναυπλιέων, αποσπάστηκε, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, στη συσταθείσα τον Οκτώβριο του 1988 εναγομένη Δημοτική Επιχείρηση και της ανατέθηκαν καθήκοντα Διευθύντριας αυτής.

Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι δυνάμει της υπ' αριθ. 9/17-2-2005 απόφασης του Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αργολίδας μετατάχθηκε στην εναγομένη Δημοτική Επιχείρηση, στην οποία συνέχισε να ασκεί τα καθήκοντα της Διευθύντριας, συνδεόμενη με αυτή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Ότι τα ανωτέρω καθήκοντα άσκησε έως το τέλος Φεβρουαρίου του 2007, οπότε με τις υπ' αριθ. 1/14-2-2007 και 12/16-2-2007 αποφάσεις του Δ.Σ. της εναγομένης αποφασίστηκε η απομάκρυνσή της από τη θέση της Διευθύντριας και η τοποθέτησή της ως Προϊσταμένης του Γραφείου Υποστήριξης, Προγραμματισμού και Κοστολογικής Παρακολούθησης, ήτοι σε θέση υποδεέστερη εκείνης που κατείχε έως τότε.

Ότι με την υπ' αριθ. 458/2009 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου κρίθηκε ότι η ως άνω απομάκρυνσή της από τη θέση της Διευθύντριας συνιστά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης εργοδότριας και ακολούθως επανήλθε στη θέση της, ασκώντας τα καθήκοντα της Διευθύντριας της εναγομένης Δημοτικής Επιχείρησης έως τις 13-5-2016, οπότε η τελευταία, ενεργώντας παράνομα και καταχρηστικά, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και κατά τρόπο που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της με την επίδοση σ' αυτήν του υπ' αριθ.

πρωτ. 668/13-5-2016 σχετικού εγγράφου. Ότι η εναγομένη προέβη στην ως άνω καταγγελία κατόπιν της υπ' αριθ. 71/27-4-2016 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της, με την οποία της επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης, με την αναληθή επίκληση της επανειλημμένης τέλεσης εκ μέρους της σοβαρών πειθαρχικών παραπτωμάτων, συνισταμένων σε αμέλεια ως προς την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων της, άρνηση εκτέλεσης εντολών του ΔΣ της εναγομένης, αδικαιολόγητες και χωρίς έγκαιρη ενημέρωση της τελευταίας απουσίες από την υπηρεσία και λήψη χρηματικών ποσών χωρίς άδεια του ΔΣ της εναγομένης, η πειθαρχική δε διαδικασία σε βάρος της έλαβε χώρα κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 35.2 περ.

ε' του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της εναγομένης Δημοτικής Επιχείρησης, παρά το γεγονός ότι στην περίπτωσή της, ως δημοτικής υπαλλήλου που μετατάχθηκε στην τελευταία, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις των άρθρων 110 επ. του Ν. 3584/2007 "Κώδικας Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων", που αφορούν την πειθαρχική διαδικασία, η οποία δεν τηρήθηκε.

Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι η ένδικη καταγγελία είναι παράνομη και καταχρηστική, διότι υπαγορεύθηκε από λόγους εχθρότητας και εμπάθειας προς το πρόσωπό της, λόγω της δικαιολογημένης άρνησής της να συμπράξει σε παράτυπες ενέργειες του Δ.Σ. της εναγομένης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, καθώς και ότι εξαιτίας της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης υπέστη προσβολή η προσωπικότητά της, γεγονός το οποίο της προξένησε ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικαστεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση.

Με βάση το ως άνω ιστορικό, ζήτησε: 1) Να αναγνωριστεί η ακυρότητα, λόγω καταχρηστικότητας, της ένδικης καταγγελίας και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, με την ιδιότητα και στη θέση που κατείχε κατά τον χρόνο της καταγγελίας, καταδικαζόμενη σε χρηματική ποινή για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής προς την απόφαση που θα εκδοθεί, 2) με βάση το ίδιο ως άνω ιστορικό, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 47.922,36 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 13.5.2016 (ημερομηνία καταγγελίας) μέχρι 13.5.2017 (πιθανός χρόνος συζήτησης της αγωγής), επικουρικά δε, το ίδιο ποσό σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, 3) επικουρικά, εφόσον κριθεί έγκυρη η ένδικη καταγγελία, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 95.844,72 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης και 4) να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όλα δε τα ανωτέρω ποσά εντόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου με την υπ' αριθ. 554/2017 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ενάγουσα με την από 15-6-2018 έφεση, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 81/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία έγινε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, αφού εξαφανίστηκε δε η εκκαλούμενη απόφαση και δικάστηκε εκ νέου η υπόθεση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, ενώ κατά τα λοιπά έγινε δεκτή η αγωγή, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της ένδικης καταγγελίας και υποχρεώθηκε η εναγομένη α) να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας από 13-5-2016 με την ίδια ιδιότητα και στην ίδια θέση, καταδικαζόμενη σε χρηματική ποινή 100 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της, και β) να καταβάλει στην ενάγουσα, για μισθούς υπερημερίας από 13-5-2016 έως 13-5-2017, το ποσό των 47.922,36 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εναγομένη με την από 18-5-2021 αίτηση αναίρεσης, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 1835/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση για τον λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.

Ακολούθως, το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου, δικάζοντας ως Δικαστήριο της παραπομπής, εξέδωσε την υπ' αριθ. 133/2024 απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα μρ την υπό κρίση αίτησή της.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Ειδικότερα, ο εκ του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτά και νόμιμα και τα οποία ήταν χρήσιμα για άμεση ή έμμεση (με συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή παραδεκτών και νόμιμων πραγματικών ισχυρισμών, που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων και, ως εκ τούτου, επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008, 42/2002, ΑΠ 1648/2024).

Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 242/2023). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 242/2023, 1648/2024, 779/2019).

Δεν απαιτείται, εξάλλου, να παρατίθεται στην απόφαση ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή να καθορίζεται η βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή η σχέση και η επιρροή ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν. Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος (ΑΠ 1648/2024, 242/2023, 1027/2022, 252/2021, 931/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από τον συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Η επίκληση αυτή μπορεί να γίνει στις ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας προτάσεις με αναφορά σε προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η εν λόγω αναφορά θα γίνεται σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, όπου θα γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εν λόγω μέσων.

Δεν συνιστά δε, κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στην επίκληση εγγράφων, "νόμιμη επίκληση" η ενσωμάτωση των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις οποίες μνημονεύονται τα έγγραφα, και η γενική και μόνο αναφορά στα έγγραφα αυτά, με τις προτάσεις που κατατέθηκαν στο Εφετείο (ΟλΑΠ 23/2008, 9/2000, ΑΠ 151/2005, 953/2005).

Δεν πρόκειται όμως για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ' έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη, και το κείμενο των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο καλύπτεται, ως ενιαίο κείμενο προτάσεων, από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) καθίστανται ενιαίες (ΑΠ 258/2019, 696/2017, 946/2015, 1509/2014, 982/2013).

Ο ανωτέρω λόγος, από το άρθρο 559 αριθ. 11β' ΚΠολΔ, ιδρύεται μόνο αν το αντίστοιχο απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον ήδη αναιρεσείοντα, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 66/2024,252/2021,1090/2020,258/2019).

Επίσης, όσον αφορά τον εκ του αριθμού 11α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αποδείξεις που παρά το νόμο ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνο ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 179/2019).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος του αντίστοιχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή θεωρούνται "πράγματα" οι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης και νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1495/2023, 23/2023, 19/2022, 15/2019).

Δεν απαιτείται, πάντως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 403/2017, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1495/2023, 19/2022, ΑΠ 677/2015).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1495/2023, 187/2013, 87/2013, 1304/2012, 292/2011), ανεξαρτήτως αν, ύστερα από την εκτίμησή τους, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1495/2023, 262/2020, 677/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης (από τους αριθμούς 1, 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς δε, μόνο από τον αριθμό 11γ'), το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης, το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης, τον πέμπτο λόγο αναίρεσης (από τους αριθμούς 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς δε μόνο από τον αριθμό 11γ') και το πρώτο σκέλος του ενάτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, τα οποία η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα είχε νόμιμα επικαλεστεί και προσκομίσει και συγκεκριμένα:

A) Το υπ' αριθ. ....2016 έγγραφο αυτής σε απάντηση των υπ' αριθ. ....2016 κλήσεών της σε απολογία, από το οποίο προέκυπτε ότι το κατασχετήριο που αφορούσε την "Τεχνική Εταιρεία Κατασκευών ...-... ΟΕ" είχε διαβιβαστεί από αυτή στον πληρεξούσιο δικηγόρο της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, Δ. Ρ., και ως εκ τούτου η τελευταία λάβει γνώση αυτού.

B) 1. Την υπ' αριθ. 399/ 1.4.2016 επιστολή της προς τον Πρόεδρο του ΔΣ της αναιρεσίβλητης, 2. το υπ' αριθ. 966/24.5.2016 ενημερωτικό έγγραφο αυτής προς τον Πρόεδρο του ΔΣ της αναιρεσίβλητης, 3. την υπ' αριθ. ....2016 επιστολή της προς τον Πρόεδρο του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης και 4. την υπ' αριθ. ....2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου Χ.

Κ., από τα οποία προκύπτει ο Πρόεδρος της αναιρεσίβλητης είχε λάβει γνώση της ασκηθείσας σε βάρος αυτής αγωγής της Δ.Ε.Υ.Α.ΑΡ.Μ., καθώς και της επ' αυτής εκδοθείσας υπ' αριθ. 28/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου και είχε αναθέσει στον δικηγόρο Δ. Ρ. την άσκηση έφεσης κατ' αυτής. Γ) 1. Την από 4.7.2016 υπεύθυνη δήλωση του δικηγόρου Πέτρου Κοτσωβού και 2.

την από 18-2-2011 επιστολή του δικηγόρου Δημητρίου Ροϊνιώτη, από τα οποία προκύπτει ότι κατά τη δικάσιμο της 16.3.2016, που είχε οριστεί προς συζήτηση της αγωγής Σ. κατά της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, παραστάθηκε ο δικηγόρος Δημήτριος Ροϊνιώτης, ο οποίος είχε λάβει από την τελευταία σχετική εντολή εκπροσώπησης, και ζήτησε αναβολή λόγω αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους.

Δ) 1. Το υπ' αριθ. 559/19.4.2016 έγγραφό της σε απάντηση των υπ' αριθ. 496, 497, 498 και 499 κλήσεών της σε απολογία για το παράπτωμα της αδικαιολόγητης απουσίας από την υπηρεσία, 2. το υπ' αριθ. 56613/3066/1.7.2016 έγγραφο της Διεύθυνσης Υδάτων Πελοποννήσου, 3. το υπ' αριθ. 334/21-3-2016 έγγραφο χορήγησης σ' αυτήν αναρρωτικής αδείας, 4. το υπ' αριθ. 673οικ/1.7.2016 έγγραφο του Αντιπεριφερειάρχη Αργολίδας και 5.

την υπ' αριθ. .../2016 ένορκη βεβαίωση της Χ. Τ., από τα οποία προκύπτει ότι η απουσία της από την υπηρεσία, κατά τις αναφερόμενες σ' αυτά ημερομηνίες, ήταν απολύτως δικαιολογημένη.

Ε) 1. Το από 6.6.2016 έγγραφο της Κ. Θ., γραμματέως της αναιρεσίβλητης Δημοτικής Επιχείρησης, 2. τις υπ' αριθ. ....2016 κλήσεις αυτής σε απολογία την αναιρεσίβλητη και την υπ' αριθ. ....2016 απάντησή της σε αυτές, 3. το υπ' αριθ. ....2011 έγγραφο ενημέρωσης του δικηγόρου της αναιρεσίβλητης Δημητρίου Ροϊνιώτη, από το οποίο προκύπτει ότι αυτός είχε αναλάβει τις υποθέσεις τριών προσφυγών και μιας αγωγής που είχε ασκήσει κατά της αναιρεσίβλητης η εταιρεία "ΤΟΠΙΟΚΑΤΑΣΚΕΥΗ Α.Ε." και 4. την υπ' αριθ. 616,718/2023 απόφαση και πρακτικά του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, στα οποία περιέχεται κατάθεση του ως άνω δικηγόρου, από τα οποία προκύπτει ότι ο τελευταίος είχε λάβει εγκαίρως γνώση, με δική του επιμέλεια, του κατασχετηρίου της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Τεχνική Εταιρεία Κατασκευών ...-... Ο.Ε." κατά της οφειλέτιδός της εταιρείας με την επωνυμία "ΤΟΠΙΟΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΡΓΩΝ ΠΡΑΣΙΝΟΥ Α.Ε.".

Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που διαλαμβάνει στο αιτιολογικό της, δεν καταλείπεται καμία απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, αξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, και τα ως άνω έγγραφα, ενώ τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση του ως προς τη βαρύτητα και την αξιοπιστία που προσέδωσε σε καθένα από τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, καθώς ανάγεται στην περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του.

Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ενάτου λόγου αναίρεσης (ο οποίος φέρεται ως αποτελούμενος από τέσσερα σκέλη εκ των αριθμών 1, 19, 11β' και 11γ' του ΚΠολΔ, αληθώς όμως αποτελείται από δύο σκέλη, εκ του αριθμού 11γ', για το οποίο έγινε λόγος παραπάνω, και εκ του αριθμού 11β', που εξετάζεται εν προκειμένω) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, παρά το γεγονός της μη νόμιμης επίκλησης και προσκόμισης αυτών από την αναιρεσίβλητη, καθόσον η τελευταία αρκέστηκε στη γενική μόνο επίκλησή τους, με ενσωμάτωση φωτοτυπικού αντιγράφου των προτάσεων της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σε εκείνες που υποβλήθηκαν ενώπιον του τελευταίου κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι σχετικό παράπονο υποβλήθηκε ενώπιον του Εφετείου, σε κάθε περίπτωση όμως ως αβάσιμος, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού από την επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), για τον έλεγχο της βασιμότητας του σχετικού αναιρετικού λόγου, των προτάσεων που κατέθεσε η αναιρεσίβλητη κατά την ως άνω συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι το κείμενο των προτάσεων της τελευταίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά και ενώπιον του Εφετείου κατά την προηγηθείσα συζήτηση, έχει ενσωματωθεί στο κείμενο των προτάσεων που κατέθεσε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά τρόπο ώστε οι τελευταίες να έχουν ενοποιηθεί σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο φέρει στο τέλος την υπογραφή του συντάκτη του, ως πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, επιπλέον δε, στις σελίδες 32 έως 37 των τελευταίων προτάσεων εμπεριέχεται πίνακας με λεπτομερή αναφορά όλων των επικληθέντων και προσκομισθέντων από την εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη υπ' αριθ. 1 έως 43 αποδεικτικών εγγράφων.

Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης (ο οποίος φέρεται ως αποτελούμενος από τέσσερα σκέλη εκ των αριθμών 1, 10, 11 και 19 ΚΠολΔ, αληθώς όμως αποτελείται από δύο σκέλη, εκ του αριθμού 11γ', για το οποίο έγινε λόγος παραπάνω, και εκ του αριθμού 10, που εξετάζεται εν προκειμένω), το τελευταίο σκέλος του έκτου λόγου και το πρώτο σκέλος του εβδόμου λόγου, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δέχθηκε, χωρίς απόδειξη, ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι:

Α) Ενώ είχε επιδοθεί στην αναιρεσείουσα, στις 19.11.2015, κλήση προς συζήτηση στις 16.3.2016, ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, της αγωγής του Κ. Σ. σε βάρος της αναιρεσίβλητης Δημοτικής Επιχείρησης, αυτή δεν ενημέρωσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Δ. Ρ., με συνέπεια να κινδυνεύσει αυτή να ερημοδικαστεί, εάν ο τελευταίος δεν λάμβανε τυχαία γνώση της δικασίμου και δεν παρίστατο για να υποβάλει αίτημα αναβολής (β' σκέλος τρίτου λόγου), Β) ότι η αναιρεσείουσα πέτυχε την καταβολή, στην ίδια και σε τρία ακόμη πρόσωπα του περιβάλλοντός της, των αποδοχών αδείας και αποζημίωσης αδείας του προηγούμενου έτους, ενώ η αλήθεια ήταν ότι το εν λόγω ποσό της καταβλήθηκε ηλεκτρονικά με τη μισθοδοσία της, η οποία εγκρίθηκε από τα αρμόδια όργανα της αναιρεσίβλητης (τελευταίο σκέλος έκτου λόγου) και Γ) ότι είχαν κοινοποιηθεί στην αναιρεσείουσα όλα τα απαιτούμενα έγγραφα, που δικαιολογούσαν την υπογραφή από αυτήν τραπεζικής επιταγής ποσού 40.000 ευρώ, προκειμένου να παραδοθεί στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΥΔΡΟΕΛΕΓΧΟΣ Α.Β.Ε.Τ.Ε.", με σκοπό την εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς που είχε δημιουργηθεί με την εκ μέρους της τελευταίας άσκηση αγωγής κατά της αναιρεσίβλητης, ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου (πρώτο σκέλος εβδόμου λόγου), κρίσεις οι οποίες δεν προέκυψαν από κανένα αποδεικτικό μέσο, ενώ έρχονται σε αντίθεση με τις προσκομισθείσες από την αναιρεσείουσα αποδείξεις.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι πρωτίστως ως απαράδεκτοι, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, έστω και αν αυτό κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά την αναιρεσείουσα, κρίση (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σε κάθε περίπτωση δε, είναι αβάσιμοι, καθόσον το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων (ένορκη κατάθεση μάρτυρα ανταπόδειξης, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα) που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους και μνημονεύονται σ' αυτήν.

3. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 372/2024, 20/2021).

Για να θεμελιωθεί, όμως, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενό του και δεν αρκεί, ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε, το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 372/2024, 755/2023, ΑΠ 20/2021).

Ως έγγραφα, κατά το ίδιο ως άνω άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον λόγο αυτό αναίρεσης, νοούνται τα προβλεπόμενα ως αποδεικτικά μέσα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται:

α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου, στο οποίο στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο (ΑΠ 372/2024, 20/2021, 78/2020).

Εξάλλου, ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο, που φέρεται ότι έχει παραμορφωθεί, για να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως αναπόδεικτος (ΑΠ 419/2024, 647/2023, 721/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης, με το πρώτο σκέλος του τετάρτου λόγου και με το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δη ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των κάτωθι εγγράφων, που νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα, υποπίπτοντας σε διαγνωστικό σφάλμα, με το να δεχθεί περιστατικά καταδήλως διαφορετικά σε σχέση με αυτά που αποτυπώνονται στα εν λόγω έγγραφα, και καταλήγοντας σε επιζήμιο γι' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, ήτοι:

α) της υπ' αριθ. 346/2016 επιστολής του δικηγόρου κ. Ορφανού, από την οποία προκύπτει ότι ο τελευταίος είχε λάβει γνώση της δικασίμου που είχε οριστεί προς συζήτηση της αγωγής της Δ.Ε.Υ.Α.ΑΡ.Μ. σε βάρος της αναιρεσίβλητης, αλλά επέλεξε να μην εκπροσωπήσει την τελευταία, ώστε να ερημοδικαστεί, προς αποφυγή άσκοπων δικαστικών εξόδων, β) της έγγραφης τοποθέτησης της αναιρεσείουσας κατά τη συνεδρίαση του Δ.Σ.

της αναιρεσίβλητης, στις 26.2.2014, που περιέχεται στα οικεία πρακτικά, εκλαμβάνοντας εσφαλμένα ότι η αναιρεσείουσα συνομολόγησε την εκ παραδρομής παράλειψή της να ενημερώσει την αναιρεσίβλητη σχετικά με την εκδίκαση, στις 2.4.2014, της σε βάρος της προσφυγής της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", ενώ από την απλή γραμματική ανάγνωση του εν λόγω εγγράφου, το περιεχόμενο του οποίου παρατίθεται αυτολεξεί στο αναιρετήριο, προκύπτει αντίθετο περιεχόμενο, και γ) των από 17/3/2015 και 21/1/2016 αποφάσεων του Δ.Σ.

και της από 18/12/2015 καταγγελίας του Σωματείου Εργαζομένων ΔΕΥΑΝ, από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει ότι, συμμορφούμενη σε απόφαση του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης, προέβη στην καταβολή αποζημίωσης αδείας στην ίδια και σε τρεις ακόμη εργαζομένους που είχαν υποβάλει σχετική αίτηση, μετά από έγκριση των σχετικών ενταλμάτων πληρωμής από τον Πρόεδρο του Δ.Σ.

της αναιρεσίβλητης και όχι αυθαίρετα, κατά διακριτική ευνοϊκή μεταχείρισή τους. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα αυτά, όσον αφορά δε το υπό στοιχ.

β' έγγραφο, είναι και αβάσιμος, αφού η αναιρεσείουσα, παρότι επικαλείται τούτο, δεν το προσκομίζει , προκειμένου να διαπιστωθεί η βασιμότητα του λόγου αυτού. 4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 5/2023, 1/2016, 2/2013).

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν, και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 5/2023, 2/2019, 6/2019).

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΑΠ 295/2022, 140/2022). Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, δηλαδή αυτών που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, ούτε τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 725/2019, 776/2018, 859/2018).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Γενικότερα, απαράδεκτοι είναι οι λόγοι που υπό την επίφαση νομικής πλημμέλειας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 182/2023, 871/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση: α) με το τελευταίο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς δε μόνο εκ του αριθμού 1, για ευθεία παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 6 του ν. 1069/1980 και 18 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης, η οποία παράβαση συνίσταται στο ότι το Εφετείο δέχθηκε, παρότι δεν προβλέπεται στις ανωτέρω διατάξεις, ότι στα υπηρεσιακά καθήκοντα της αναιρεσείουσας, τα οποία αυτή, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, πλημμελώς εκτέλεσε, ήταν η εποπτεία και επίβλεψη των δικηγόρων που είχαν αναλάβει τη διεκπεραίωση νομικών υποθέσεων της αναιρεσίβλητης, β) με το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου αναίρεσης (ο οποίος φέρεται ως αποτελούμενος από πέντε σκέλη εκ των αριθμών 1, 10, 11, 19 και 20 ΚΠολΔ, αληθώς όμως αποτελείται από τρία σκέλη, εκ των αριθμών 10 και 20, για τα οποία έγινε λόγος παραπάνω, και εκ του αριθμού 19, που εξετάζεται εν προκειμένω), αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση (με ανεπαρκείς αιτιολογίες) των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του ν.539/1945, συνιστάμενες στο ότι δέχθηκε, χωρίς αιτιολογία, ότι η αναιρεσείουσα υπέπεσε σε πειθαρχικό παράπτωμα, διότι αντί να συμμορφωθεί, ως όφειλε, με την υπ' αριθ. 17/17.3.2015 απόφαση του Δ.Σ.

της αναιρεσίβλητης Δημοτικής Επιχείρησης για πληρωμή αποζημίωσης λόγω μη χορηγηθείσας αδείας προηγούμενου έτους σε εργαζομένους της, αυτή (αναιρεσείουσα) κάλεσε τους τελευταίους, με το υπ' αριθ. πρωτ. 452/22-5-2015 έγγραφό της, να λάβουν τις ημέρες ανάπαυσης του προηγούμενου έτους έως την 30-6-2015, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή σε αυτούς της νόμιμης αποζημίωσης για την ανωτέρω αιτία, ενώ η αλήθεια είναι ότι αυτή, συμμορφούμενη προς την ανωτέρω απόφαση του Δ.Σ.

της αναιρεσίβλητης, κατέβαλε την αποζημίωση μη χορηγηθείσας αδείας μόνο σε όσους εργαζομένους υπέβαλαν σχετική αίτηση, ενώ με τη νεότερη από 21/1/2016 απόφαση του Δ.Σ. της τελευταίας ανακλήθηκε η προηγούμενη υπ' αριθ. 17/17.3.2015 απόφαση αυτού και αποφασίστηκε ότι η αποζημίωση μη χορηγηθείσας αδείας θα χορηγηθεί σε όλους ανεξαιρέτως τους εργαζομένους που δεν είχαν λάβει αυτήν μέχρι τότε, γ) με το δεύτερο σκέλος του εβδόμου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς αιτιολογίες) των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 4 του ν. 1069/1980 και 18.1.2 του Ο.Ε.Υ της αναιρεσίβλητης, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, με ελλιπείς αιτιολογίες, δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα υπέπεσε σε πειθαρχικό παράπτωμα, αρνούμενη επανειλημμένα, με την επίκληση προσχηματικών τυπικών ελλείψεων, την έκδοση επιταγής ποσού 40.000 ευρώ, προκειμένου αυτή να παραδοθεί στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΥΔΡΟΕΛΕΓΧΟΣ Α.Β.Ε.Τ.Ε.", με σκοπό την εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς που είχε δημιουργηθεί με την εκ μέρους της τελευταίας άσκηση αγωγής κατά της αναιρεσίβλητης, ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, μη συμμορφούμενη έτσι με την υπ' αριθ. 7/6.10.2015 απόφαση του Δ.Σ.

της αναιρεσίβλητης, με την οποία είχε αποφασιστεί η κατάρτιση εξώδικου συμβιβασμού για την εν λόγω υπόθεση, κατόπιν περιορισμού των κατά της τελευταίας απαιτήσεων της ως άνω ανώνυμης εταιρείας από το αιτηθέν με την αγωγή ποσό των 142.652,95 ευρώ στο ποσό των 80.000 ευρώ, με αποτέλεσμα η ως άνω επωφελής για την αναιρεσίβλητη συμφωνία να ακυρωθεί, ενώ η αλήθεια είναι ότι η άρνηση της αναιρεσείουσας ήταν δικαιολογημένη, καθόσον αφενός δεν είχαν κοινοποιηθεί σ' αυτήν τα απαραίτητα έγγραφα και αφετέρου δεν είχε προηγηθεί εισήγηση αυτής προς το Δ.Σ.

της αναιρεσίβλητης για το συγκεκριμένο ζήτημα και δ) με τον όγδοο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες συνίστανται στο ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας ήταν έγκυρη και όχι καταχρηστική, δεδομένου ότι αφενός δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεξαν λόγοι που να δικαιολογούν αυτή την καταγγελία και αφετέρου, σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσε να της επιβληθεί ηπιότερη ποινή, αντί γι' αυτήν της οριστικής απόλυσης, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 281, 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920, 1 και 5 του ν. 3198/1955 και των διατάξεων του Ο.Ε.Υ.

της αναιρεσίβλητης. Οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι κατά τις εξής διακρίσεις: Όσον αφορά τον υπό στοιχ. α' λόγο αναίρεσης, είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε αφενός μεν ότι στα προβλεπόμενα από το άρθρο 18 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης Δημοτικής Επιχείρησης καθήκοντα της αναιρεσείουσας ως Διευθύντριας αυτής, τα οποία πλημμελώς εκτέλεσε η τελευταία, εντάσσονταν η εισήγηση στο Δ.Σ.

για την έγερση αγωγών και την άσκηση κάθε ενδίκου μέσου, η μέριμνα για την εφαρμογή και υλοποίηση των αποφάσεων του Δ.Σ. και η ενημέρωση για τυχόν μη εκτέλεση αυτών, η ευθύνη και φροντίδα για την παραλαβή εισερχόμενης αλληλογραφίας, χαρακτηρισμό των εγγράφων στις υπηρεσίες και εμπρόθεσμη απάντησή τους, θέτοντας υπόψη του Προέδρου τα σπουδαιότερα από αυτά, αφετέρου δε ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε τη δυνατότητα να επιβλέπει και να παρεμβαίνει στο έργο των πληρεξουσίων δικηγόρων της αναιρεσίβλητης, οι οποίοι ήταν και οι μόνοι αρμόδιοι να εκπροσωπούν την τελευταία και να αναπτύσσουν πρωτοβουλίες, και όχι, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ότι στα καθήκοντα αυτής ως Διευθύντριας της αναιρεσίβλητης εντασσόταν, μεταξύ άλλων, η εποπτεία και η επίβλεψη του έργου των δικηγόρων που είχαν αναλάβει τη διεκπεραίωση των νομικών υποθέσεων της τελευταίας.

Όσον αφορά τους υπό στοιχ. β' και γ' λόγους αναίρεσης, είναι αόριστοι και συνεπώς απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ όσον αφορά τον υπό στοιχ. δ' λόγο, είναι επίσης αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η επικαλούμενη πλημμέλεια, ήτοι αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, οι ως άνω υπό στοιχ. β', γ' και δ' λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου επί πραγματικών περιστατικών (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ειδικότερα δε, με τους ανωτέρω λόγους προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν την εκτίμηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, οι οποίες (αιτιάσεις) διατυπώνονται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι αποδεικνύονται από τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους, στο Εφετείο, αποδεικτικά μέσα, παραθέτοντας προς τούτο τα δικά της επιχειρήματα.

5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 16α' ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια στο αναιρετήριο, το αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης, από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου, αναφορικά με το αντικείμενο της παρούσας δίκης, οι παραδοχές του Εφετείου και τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης (εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της κρίσιμης διάταξης), ενώ για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 16β' ΚΠολΔ, ο οποίος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο η απόφαση, από την οποία δέχτηκε το δικαστήριο ότι πηγάζει δεδικασμένο, η επίδραση αυτού στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθώς και ο τρόπος και ο χρόνος που εξαφανίστηκε ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη η απόφαση αυτή (ΑΠ 390/2025, 1023/2023, 154/2022, 1187/2021, 265/2011).

Περαιτέρω, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, περίπτωση που συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχτηκε ή δεν δέχτηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος, ενώ λόγος αναίρεσης που πλήττει την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία (αιτιολογία) δεν επιστηρίζει, κατά το νόμο, το διατακτικό αυτής και έχει τεθεί πλεοναστικά, είναι αλυσιτελής και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 859/2024, 1096/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δέκατο και τελευταίο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 16β' και 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς δε μόνο εκ του αριθμού 16β' του ως άνω άρθρου, συνιστάμενη στο ότι, ενώ η αναιρεσείουσα με την έφεσή της προσέβαλε την πρωτόδικη απόφαση και κατά το σκέλος της που αφορά την ακυρότητα της πειθαρχικής διαδικασίας, με την οποία επιβλήθηκε σ' αυτήν η ποινή της οριστικής απόλυσης, λόγω μη τήρησης της προβλεπόμενης από τον Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων πειθαρχικής διαδικασίας, αλλά αυτής που προβλέπεται από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης, το Εφετείο δέχθηκε ότι ως προς το ζήτημα αυτό είχε παραχθεί δεδικασμένο από την προηγούμενη υπ' αριθ. 81/2021 απόφασή του, η οποία όμως αναιρέθηκε στο σύνολό της με την υπ' αριθ. 1835/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά παραδοχή του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η κρίση αυτή του Εφετείου είναι πλεοναστική, αφού δεν συνδέεται με κάποιο αίτημα της αγωγής που μεταβιβάστηκε σε αυτό, διαλαμβάνεται δε ως εκ περισσού στην προσβαλλόμενη απόφαση και, ως εκ τούτου, δεν στηρίζει το διατακτικό της. Ειδικότερα, το Εφετείο δεν στήριξε το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του στην κρίση περί της νομιμότητας ή μη της πειθαρχικής διαδικασίας που ακολουθήθηκε εκ μέρους του πειθαρχικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης Δημοτικής Επιχείρησης και της συνακόλουθα επιβληθείσας στην αναιρεσείουσα πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης.

Αντικείμενο της αγωγής και της προσβαλλόμενης απόφασης ήταν, όπως έχει ήδη αναφερθεί στην αρχή της παρούσας, η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας λόγω καταχρηστικότητας και όχι η αναγνώριση της ακυρότητας της απόφασης του πειθαρχικού συμβουλίου, με την οποία της επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης, καθόσον τέτοιο αίτημα δεν διαλαμβάνεται στην αγωγή.

Και τούτο, διότι η εκ μέρους του πειθαρχικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης επιβολή της οριστικής απόλυσης ως πειθαρχικής ποινής, έχει μεν ως συνέπεια τη λύση της σύμβασης εργασίας, η συνέπεια όμως αυτή δεν επέρχεται αυτοδικαίως, αλλά με την καταγγελία της σύμβασης, της οποίας (καταγγελίας) εν προκειμένω ζητείται η αναγνώριση της ακυρότητας λόγω καταχρηστικότητας, ζήτημα που αποτέλεσε και αντικείμενο εκ νέου έρευνας από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά την αναίρεση της υπ' αριθ. 81/2021 απόφασης αυτού και την παραπομπή της υπόθεσης στο ίδιο Δικαστήριο προς περαιτέρω εκδίκαση.

Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176 και 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.7.2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. 35/2024) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 133/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800)ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ