Legislator Case Law & Legislation
2027/2018 AI generated

2027/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2027/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2027/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των αξιόποινων πράξεων που κατηγορούνται με την αναγνώριση στον μεν πρώτο του ελαφρυντικού του άρθρου 84§2δ'Π.Κ. και στον δεύτερο του άρθρου 84§2β Π.Κ. που τους είχαν χορηγηθεί με την εκκαλουμένη πρωτοβάθμια απόφαση. Περαιτέρω δεν συντρέχει λόγος αναγνώρισης στο πρόσωπο των κατηγορουμένων του ελαφρυντικού του άρθρου 84§2 εδ.

Keywords

AI generated
qualified illicit narcotics trafficking forfeiture of crime proceeds extraditable offence unlawful deprivation of liberty narcotics law violation simplified extradition
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2027 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 2027/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Ζαχαρή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Λ. Σ. του Κ., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης .... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αποστολόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.165-166/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιουνίου 2018 αίτησή του αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 11 Ιουνίου 2018, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 6237/11-6-2018 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 816/2018.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη με αριθμ. 165-166/2018 απόφασή του, καταδίκασε τον τότε πρώτο κατηγορούμενο και τώρα αναιρεσείοντα, αφού αναγνώρισε στο πρόσωπό του τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ' Π.Κ., σε ποινή κάθειρξης δεκαεπτά (17) ετών και χρηματική ποινή σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, για την αξιόποινη πράξη της διακίνησης (με τη μορφή της εισαγωγής και κατοχής) ναρκωτικών κατ' επάγγελμα από κοινού με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000 ευρώ.

Η προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ΚΝΝ 3459/2006, όριζε ότι με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2900) μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ τιμωρείται όποιος "α) Εισάγει στην επικράτεια ή εξάγει από αυτή ή διαμετακομίζει ναρκωτικά ... ζ) Κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο είτε στο έδαφος της επικράτειας είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο".

Με το νέο νόμο περί ναρκωτικών 4139/20-3-2013 "νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις" (με το άρθρο 100 του οποίου καταργήθηκε από την έναρξη της ισχύος του, στις 20-3-2013, ο ανωτέρω ν. 3459/2006, εκτός από τα άρθρα 1 παρ.1, 58 και 61 αυτού), υπό την ισχύ του οποίου τελέσθηκε η επίδικη αξιόποινη πράξη, ρυθμίζονται οι παραβάσεις διακίνησης ναρκωτικών με νέες διατάξεις.

Έτσι, με το άρθρο 20 παρ. 1 του νέου αυτού νόμου, τυποποιείται ως βασικό έγκλημα η παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, ως τοιαύτης νοούμενης, κατά την παράγραφο 2, κάθε πράξης, με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 αυτού.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του παραπάνω ν. 4139/2013, "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ". Με την παράγραφο 2 του ανωτέρω άρθρου καθορίσθηκαν ενδεικτικά οι τρόποι τέλεσης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η εισαγωγή και η κατοχή ναρκωτικών ουσιών.

Κατά δε το άρθρο 23 παρ. 2 εδ. α' του ως άνω νόμου, στο οποίο προβλέπονται ιδιαίτερα διακεκριμένες περιπτώσεις διακίνησης ναρκωτικών, "με ισόβια κάθειρξη, καθώς και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ τιμωρείται ο δράστης των πράξεων των άρθρων 20 και 22, όταν κατ' επάγγελμα χρηματοδοτεί την τέλεση κάποιας πράξης διακίνησης ή κατ' επάγγελμα διακινεί ναρκωτικές ουσίες και το προσδοκώμενο όφελος του δράστη στις ανωτέρω περιπτώσεις υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ".

Η κατοχή ναρκωτικών πραγματοποιείται με τη φυσική επί των ουσιών αυτών εξουσία του δράστη, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού προς το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος τους γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιο συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή.

Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων κλπ) ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ' επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 §1 και 187 Κ.Π.Δ. (Ολ.

Α.Π 1/2005). Περαιτέρω, η ως άνω απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 Συντ και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται, εκτός από την κύρια επί της ενοχής απόφαση, τις οριστικές ή παρεμπίπτουσες αποφάσεις ή αυτές που η έκδοσή τους έχει αφεθεί στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή αυτούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, και κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής.

Δεν είναι αυτοτελείς, όσοι ισχυρισμοί απλώς αρνούνται (γενικά ή ειδικά) ή αποκρούουν στοιχεία της κατηγορίας, οι οποίοι, λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ, που επιφέρει σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Β' ΚΠΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. Προϋπόθεση, όμως, της δυνατότητας αξιολόγησης και, σε περίπτωση ευδοκίμησής τους, της επέλευσης του ευνοϊκότερου για τον κατηγορούμενο αποτελέσματος, είναι η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη, δηλαδή εγγράφως και με προφορική ανάπτυξή τους κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής τους, άλλως το δικαστήριο δεν υπέχει υποχρέωση απάντησης και μάλιστα αιτιολογημένης (ολ.Α.Π. 2/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με το σκεπτικό της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασής του, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε όλα τα αναφερόμενα ως προς το είδος τους αποδεικτικά μέσα, δέχτηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην Πάτρα, την 10 Απριλίου του έτους 2016, περί ώρα 17:30, ο Λ.

Σ. (πρώτος κατηγορούμενος), ως οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλ. ...45EE (τράκτορα- επικαθήμενου) Φ/Γ οχήματος - ψυγείου, εργοστασίου κατασκευής DAF, εισήγαγε και κατείχε, επιμελώς κρυμμένη, εντός ειδικά διαμορφωμένης κρύπτης, ανάμεσα στις πλαϊνές παλετοθήκες και συγκεκριμένα σε χώρο που δημιουργείτο από δυο μεταλλικά χωρίσματα στο μέσον αυτών, δέκα (10) πλαστικές σακούλες, οι οποίες περιείχαν φυτικά αποσπάσματα κάνναβης υδροπονικής καλλιέργειας, συνολικού μεικτού βάρους (40.868,6), αξίας σε λιανική πώληση από δέκα (10) έως είκοσι (20) € το γραμμάριο, τριάντα τέσσερις (34) πλαστικές συσκευασίες που περιείχαν σφαιρίδια κατεργασμένης κάνναβης, συνολικού μεικτού βάρους (35.244.7), αξίας σε λιανική πώληση από δεκαπέντε (15) έως είκοσι πέντε (25) € το γραμμάριο, σαράντα (40) πλαστικές συσκευασίες, που περιείχαν κατεργασμένη κάνναβη σε μορφή πλάκας, συνολικού μεικτού βάρους (67.538), αξίας σε λιανική πώληση από δεκαπέντε (15) έως είκοσι πέντε (25) € το γραμμάριο, και τρεις (3) πλαστικές συσκευασίες, οι οποίες περιείχαν σπόρους, συνολικού μεικτού βάρους (177,1).

Ήτοι συνολικά εισήγαγε και κατείχε, εντός του ως άνω φορτηγού (143.651,3) γραμμάρια κάνναβης. Την ανωτέρω ποσότητα είχε φορτώσει, κατόπιν οδηγιών που έλαβε από τον δεύτερο κατηγορούμενο Z. A. του S., ο οποίος καθώς και ο Λ. Σ. του Κ. (πρώτος), ελάμβαναν, αμφότεροι, σχετικές οδηγίες από δύο άγνωστους συναυτουργούς τους από τη ..., τις αμέσως προηγούμενες ημέρες, και ο Λ.

Σ. (πρώτος), την μετέφερε και την εισήγαγε στην Ελλάδα την 10 Απριλίου 2016, με σκοπό να την μεταφέρει στον ..., προκειμένου να την παραλάβει από αυτόν ο Z. A. (δεύτερος κατηγορούμενος) σε σημείο στο οποίο θα συμφωνούσαν τηλεφωνικά. Πράγματι, την 11 Απριλίου 2016, ο Z. Α. του S. (δεύτερος), μετέβη σε προκαθορισμένο σημείο στον λιμένα του ....με το υπ' αριθμ.

κυκλ. ...84 αυτοκίνητο για να παραλάβει από τον πρώτο (Λ. Σ.), την ανωτέρω ποσότητα ναρκωτικών, πλην όμως συνελήφθησαν από τους αρμόδιους αστυνομικούς. Την ανωτέρω πράξη διακίνησης τέλεσαν κατ' επάγγελμα, καθόσον από την ανωτέρω αναφερόμενη υποδομή που είχαν διαμορφώσει, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος.

Το δε συνολικό προσδοκώμενο περιουσιακό όφελος ανέρχεται σε ποσό άνω των 75.000 € και συγκεκριμένα σε ποσό μεταξύ 574.000 € έως 1.430.000 €. Τα παραπάνω αποδεικνύονται τόσο από τις σαφείς και πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας - αστυνομικών όσο και από τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Συγκεκριμένα η ανακάλυψη των ως άνω ναρκωτικών ουσιών στο εν λόγω φορτηγό που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος έγινε κατόπιν ελέγχου με ειδικά εκπαιδευμένο σκύλο που εντόπισε τα ναρκωτικά στο λιμάνι της .....

όπως καταθέτει ο πρώτος μάρτυρας κατηγορίας αστυνομικός Ι. Γ., αλλά και ο έτερος μάρτυρας αστυνομικός Κ. Τ.. Ο ίδιος, ο πρώτος κατηγορούμενος τόσο στους ως άνω αστυνομικούς που διενήργησαν τον εν λόγω έλεγχο όσο και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου παραδέχθηκε την πράξη του, συνεργάστηκε δε με την αστυνομία για τη σύλληψη και του δεύτερου κατηγορουμένου, με τον οποίο είχαν συνεννοηθεί να παραλάβει τα εν λόγω ναρκωτικά σε συμφωνημένη τοποθεσία, η οποία άλλαξε, κατόπιν υπόδειξης των αστυνομικών, κατά δε τη συνάντηση των κατηγορουμένων (στο λιμάνι του .....), όπου έφτασε ο δεύτερος κατηγορούμενος με το ως άνω αυτοκίνητο και συναντήθηκαν έγινε η σύλληψή τους.

Και ο δεύτερος κατηγορούμενος παραδέχεται ότι έγινε προσυνεννόηση με τον πρώτο για τη μεταφορά και την παραλαβή των ναρκωτικών από αυτόν κι ότι ήξερε τι περιείχε το φορτηγό. Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου περί μη κατοχής (φυσικής εξουσίασης) των ναρκωτικών ουσιών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι μεταφέροντας αυτές στο φορτηγό εκμετάλλευσής του, γνωρίζοντας τι μεταφέρει και που, συνιστά βέβαια κατοχή αυτών.

Εξάλλου, από όλα τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι από κοινού είχαν οργανώσει, μαζί με άλλους άγνωστους δράστες, τη μέσω ..... φόρτωση των εν λόγω ναρκωτικών στο όχημα του πρώτου και κατόπιν την παραλαβή μέσω του δεύτερου και την περαιτέρω διακίνηση τους, οπότε ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του δεύτερου κατηγορουμένου περί απλής συνέργειας στην ανωτέρω πράξη, αφού, όπως προαναφέρθηκε, δεν παρείχε απλή συνδρομή στην αξιόποινη πράξη που τέλεσε ο πρώτος κατηγορούμενος αλλά υπήρχε συναπόφαση από αυτούς και συνεκτέλεση της εν λόγω πράξης της διακίνησης των ως άνω ναρκωτικών.

Επίσης, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων - αστυνομικών, βάσει του ειδικού καταλόγου με τις αξίες των ναρκωτικών ουσιών, η αξία του κιλού των συγκεκριμένων (επεξεργασμένων) μεταφερόμενων ναρκωτικών ανέρχεται σε 5.000 έως 12.000 € το κιλό και με βάση δε την ποσότητά τους (143.651,3 κιλά) η συνολική αξία τους και συνεπώς το επιδιωκόμενο όφελος των δραστών ξεπερνά κατά πολύ το ποσό των 75.000 €, όπως προαναφέρθηκε.

Σε περίπτωση δε διακίνησης ναρκωτικών από περισσότερους του ενός δράστες, όπως εν προκειμένω, δεν λαμβάνεται υπόψη το όφελος που απέβλεψε ο κάθε δράστης, αλλά το σύνολο του οφέλους που επιδιώχθηκε από την ίδια πράξη διακίνησης..... Από την οργάνωση των κατηγορουμένων, την προσυνεννόησή τους, την φόρτωση στη ......

την ειδικά διαμορφωμένη κρύπτη μέσα στο όχημα που μεταφερόταν οι ναρκωτικές ουσίες, την προσεγμένη και κατανεμημένη συσκευασία των ναρκωτικών ουσιών (σε σφαιρίδια κλπ), και από όλες τις εν γένει συνθήκες τέλεσης του αδικήματος, προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι είχαν διαμορφώσει την υποδομή εκείνη κι είχαν την ετοιμότητα για επανειλημμένη τέλεση του αδικήματος με σκοπό πορισμού εισοδήματος.

Στοιχειοθετείται επομένως η επιβαρυντική περίσταση τόσο της κατ' επάγγελμα τέλεσης του εν λόγω αδικήματος από αυτούς, όσο και του οφέλους μεγαλύτερου των 75.000 €, καθώς κατά τα προαναφερθέντα λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ποσό του προσδοκώμενου οφέλους και όχι αυτό από τους συγκεκριμένους δράστες, ώστε να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 Ν. 4139/2013, σύμφωνα με την οποία κατηγορούνται και όχι της βασικής μορφής του εγκλήματος (άρθρο 20 Ν. 4139/2013), όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται, απορριπτομένων των σχετικών αυτοτελών ισχυρισμών τους ....

Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των αξιόποινων πράξεων που κατηγορούνται με την αναγνώριση στον μεν πρώτο του ελαφρυντικού του άρθρου 84§2δ'Π.Κ. και στον δεύτερο του άρθρου 84§2β Π.Κ. που τους είχαν χορηγηθεί με την εκκαλουμένη πρωτοβάθμια απόφαση. Περαιτέρω δεν συντρέχει λόγος αναγνώρισης στο πρόσωπο των κατηγορουμένων του ελαφρυντικού του άρθρου 84§2 εδ.

ε' του Π.Κ, καθώς για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα μετά την πράξη. Με δεδομένο ότι η πράξη αυτή τελέσθηκε πριν από μόλις δύο έτη (10-4-2016) το χρονικό αυτό διάσημα των δύο (2) ετών δεν μπορεί να θεμελιώσει τον ανωτέρω ισχυρισμό".

Με τις ανωτέρω παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προμνημονευόμενου διακεκριμένου εγκλήματος της από κοινού διακίνησης (με τη μορφή της εισαγωγής και κατοχής) ναρκωτικών κατ' επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000 ευρώ, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην προπαρατεθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 εδ.

α' ν. 4139/2013. Ενόψει των παραπάνω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, η αιτίαση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ότι το Δικαστήριο της ουσίας χωρίς αιτιολογία απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του, ότι δεν ήταν κάτοχος της ως άνω ποσότητας ναρκωτικών, είναι αβάσιμος, γιατί δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά άρνηση της κατηγορίας, ως προς το σκέλος της κατοχής ναρκωτικών, δεδομένου ότι οδηγεί στη μη πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος κατά τούτο και, συνεπώς, το παραπάνω Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού επ' αυτού απάντησε με την κύρια επί της ενοχής απόφασή του, η οποία είναι πλήρως αιτιολογημένη.

Παρά ταύτα, το Δικαστήριο με επαρκή αιτιολογία και ορθή νομική προσέγγιση απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό με το προπαρατεθέν αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 2 του 6ου φύλλου προσβαλλόμενης). Όπως προεκτέθηκε, η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' Κ.Ποιν.Δ. αναιρετικό λόγο, είναι αναγκαίο να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, τη θεμελίωση, δηλαδή, της εκφερόμενης δικαιοδοτικής κρίσης σε σχέση με την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, ήτοι εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.

Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και εκείνος, που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί, σύμφωνα με την παρ. 1 του αυτού άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα.

Όταν δε συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, κατά την επιμέτρησή της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 85 του Π.Κ.

Ως ελαφρυντική περίσταση, κατά το ανωτέρω άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ, θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη σ' αυτό υπό στοιχείο ε', ήτοι το ότι ο υπαίτιος "συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς, υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, πρέπει η συμπεριφορά του να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη, από τα οποία να προκύπτει σαφής ηθική μεταστροφή του χαρακτήρα του, γιατί τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιάθεσής του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στη φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή στέρησης της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς με κίνδυνο πειθαρχικής ποινής και, συνεπώς, η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης.

Όμως, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης στον ευρισκόμενο στη φυλακή κρατούμενο από μόνο το γεγονός, ότι αυτός κρατείται και ότι από αυτήν την κατάστασή του, λόγω του πειθαναγκασμού του στους κανόνες λειτουργίας των σωφρονιστικών καταστημάτων, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη η τυχόν βελτίωση της συμπεριφοράς του, η οποία (βελτίωση), κατά το διάστημα της κράτησής του, προδήλως εκδηλώνεται μόνο με θετική συμπεριφορά.

Τούτο, γιατί διαφορετική αντιμετώπιση του θέματος αυτού, πέραν των όποιων προνομίων προβλέπει ο Σωφρονιστικός Κώδικας, των οποίων είναι ενδεχόμενο να τύχει ο κρατούμενος κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του, θα οδηγούσε όχι μόνο στην εξάλειψη, αλλά ενδεχομένως και στον περιορισμό της πιθανότητας βελτίωσης του χαρακτήρα και της προσωπικότητας του καταδικασθέντος και ήδη κρατουμένου.

Η παραδοχή δε της συνδρομής της ελαφρυντικής αυτής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' Π.Κ., αναμφιβόλως, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η συμπεριφορά του καταδικασθέντος δράστη εντός του σωφρονιστικού καταστήματος είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατουμένου και συνέχεται με την εξαιρετική οπωσδήποτε βελτίωση της συμπεριφοράς του.

Η καλή, δηλαδή, συμπεριφορά δεν νοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού και οπωσδήποτε απαιτείται να υπάρχει βελτίωση της συμπεριφοράς του.

Συνεπώς, για το ορισμένο του άνω ισχυρισμού του δράστη, είτε διαβιούντος υπό καθεστώς ελευθερίας είτε κρατουμένου, δεν αρκεί μόνον η επίκληση καλής και συνήθους συμπεριφοράς, και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής χωρίς παραβατικότητα και μόνον στην πρώτη περίπτωση (της διαβίωσης υπό καθεστώς ελευθερίας) αλλά πρέπει να επικαλεσθεί ο κατηγορούμενος πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσής του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξης, από τα οποία να προκύπτει σαφής ηθική μεταστροφή του χαρακτήρα του, ενώ στη δεύτερη περίπτωση (της διαβίωσης υπό συνθήκες κράτησης) είναι ανάγκη να επικαλεσθεί αυτός τη συνδρομή στο πρόσωπό του εξαιρετικά θετικής και διακριτής της συνήθους συμπεριφοράς του κρατουμένου, η οποία να συνέχεται με την εξαιρετική οπωσδήποτε βελτίωση και μεταστροφή του χαρακτήρα του.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος του πρώτου κατηγορούμενου και τώρα αναιρεσείοντα, εκτός του χορηγηθέντος σ' αυτόν ελαφρυντικού της ειλικρινούς μεταμελείας (άρθρ. 84 παρ. 2 εδ. δ' Π.Κ.), ζήτησε να αναγνωριστεί η συνδρομή στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.

ε,' του Π.Κ., επικαλούμενος κατά λέξη "μετά την τέλεση της αποδιδόμενης σε βάρος μου πράξης, συμπεριφέρθηκα καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τη μέχρι σήμερα συμπεριφορά μου, έχω πραγματικά μεταστραφεί ηθικά, έχω αντιληφθεί τις επιπτώσεις της αξιόποινης πράξης μου και κατά το χρονικό διάστημα της κράτησης μου επέδειξα καλή διαγωγή και δεν τιμωρήθηκα πειθαρχικά, ενώ από την 19-8-2016 εργάζομαι στο Κατάστημα Κράτησης ....., όπου κρατούμαι ως βοηθός νοσοκόμου, όπως αποδεικνύεται από την υπ' αρ.

πρωτ. 7176/25-5-2017 βεβαίωση του ως άνω καταστήματος Κράτησης". Έτσι όπως υποβλήθηκε το αίτημα αυτό, με το οποίο ο αναιρεσείων επικαλέστηκε απλώς καλή και συνήθη συμπεριφορά και δη καλή διαγωγή, ομαλή διαβίωση και εργασία εντός των φυλακών, χωρίς παραβατικότητα και μόνον, δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τα προεκτεθέντα προϋποθέσεις για τη συγκρότηση και στοιχειοθέτηση της πιο πάνω ελαφρυντικής περίστασης και δεν μπορεί να θεμελιώσει τον αντίστοιχο αυτοτελή ισχυρισμό, αφού δεν γίνεται επίκληση πραγματικών περιστατικών, που να καταδεικνύουν τη σαφή ηθική μεταστροφή του χαρακτήρα του υπό καθεστώς ελευθερίας ούτε συνδρομή στο πρόσωπό του, ως κρατουμένου, εξαιρετικά θετικής και διακριτής της συνήθους συμπεριφοράς, συνδεομένης και με σημαντική βελτίωση και μεταστροφή του χαρακτήρα του, οπότε το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα.

Παρά ταύτα, απάντησε και απέρριψε τον αόριστο αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό με την προπαρατεθείσα αιτιολογία (σελ. 14 προσβαλλόμενης).

Συνεπώς, ο υποστηρίζων τα αντίθετα λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Με τα δεδομένα αυτά, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος, ως προς αμφότερες τις επί μέρους αιτιάσεις που τον απαρτίζουν και, συνακόλουθα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τη με αρ. πρωτ. 6237/11-6-2018 αίτηση του Λ. Σ. του Κ., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ... για αναίρεση της με αριθμ. 165-166/2018 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ