Legislator Case Law & Legislation
2027/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lawyer employment contract, ruling Article 656 Civil Code does not apply to legal services.

Case Number 2027/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision to reject his request for employment as a lawyer. The appellant argued that the First Instance Court erred in not applying Article 656 of the Civil Code, which mandates employers to accept services from lawyers with established reputation. The court held that this provision does not apply to contracts of fixed-term mandate with fixed remuneration, as the lawyer's established reputation already satisfies the requirement for acceptance. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 656 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The provision mandating acceptance of a lawyer's services does not apply to contracts of fixed-term mandate with fixed remuneration, as the lawyer's established professional reputation inherently satisfies the acceptance requirement.

Keywords

AI generated
lawyer employment contract fixed term mandate Civil Code Article 656 legal services acceptance professional reputation appeal dismissal legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 656 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 61 of Law 4139/2013
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of Law 3463/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2027 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2027/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Ευθυμιάδη, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "...", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους του Βασιλική Κορμπή, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και Γ. Π., που ανακάλεσε την από 25/9/2017 δήλωσή του κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως. Και οι δύο κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/8/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 26/2016 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/12/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 4.12.2016 και με αριθ. κατάθ. ...12.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 26/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης αντιθέτων εφέσεων αυτών κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 35/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε εν μέρει δεκτή η από 30.12.2013 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφανίσθηκε η απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και έγινε στη συνέχεια δεκτή εν μέρει για μεγαλύτερο ποσό, ως ουσιαστικά βάσιμη, η από 5.8.2009 και με αριθ. κατάθ. 152/5.8.2009 αγωγή αυτού.

Με την ίδια απόφαση (προσβαλλομένη) απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 23.12.2013 αντίθετη έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου .... Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον αντίγραφο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο ... στις 7.11.2016, η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος τηv προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου στις 6.12.2016 (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Με τη διάταξη του άρθρου 61 του Ν. 4139/2013 "Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 74/20.3.2013) αντικαταστάθηκε η διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ, ως ακολούθως: "Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόµενος έχει δικαίωµα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το µισθό για το διάστηµα που δεν απασχολήθηκε.

Δικαίωµα να απαιτήσει το µισθό έχει ο εργαζόµενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία. Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόµενος δεν είναι υποχρεωµένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όµως, έχει δικαίωµα να αφαιρέσει, από το µισθό καθετί που ο εργαζόµενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού".

Σύμφωνα με την Αιτιολογική Έκθεση του νόμου αυτού, η ως άνω τροποποίηση κατέστη αναγκαία, ενόψει της αντίθετης πάγιας νομολογίας του Αρείου Πάγου, στο πλαίσιο ερμηνείας της διάταξης του άρθρου 656 του ΑΚ, όπως προηγουμένως ίσχυε, σύμφωνα με την οποία (νομολογία) ο εργαζόμενος δεν έχει αξίωση για πραγματική απασχόληση, παρά μόνο όταν η μη αποδοχή της εργασίας συνιστά προσβολή της προσωπικότητας ή κατάχρηση δικαιώματος, άποψη που κατά το νομοθέτη δεν εκφράζει τις σύγχρονες αντιλήψεις για τη σπουδαιότητα της εργασίας στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του μισθωτού, μη αρκούσης της αξίωσης καταβολής μισθών υπερημερίας για την προστασία του δικαιώματος προς εργασία, ενώ η αναγνώριση του δικαιώματος προς πραγματική απασχόληση εναρμονίζεται καλύτερα με την υποχρέωση πρόνοιας που έχει ο εργοδότης κατ’ άρθρο 288 του ΑΚ, αλλά και με τις συνταγματικές διατάξεις της προστασίας της εργασίας, της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου των άρθρων 22, 5 και 2 του Συντάγματος.

Από την ως άνω διάταξη, σαφώς προκύπτει ότι, σε περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας της σύµβασης εξαρτημένης εργασίας του εργαζοµένου, το δικαστήριο, εφόσον υποβλήθηκε σχετικό αίτηµα, διατάσσει την πραγματική απασχόληση αυτού, στη θέση την οποία κατείχε πριν την άκυρη καταγγελία, χωρίς να έχει την ευχέρεια να απορρίψει το σχετικό αίτηµα ή να αξιώσει περισσότερα στοιχεία, για τη θεμελίωση του (ΑΠ 1323/2017, ΑΠ 2011/2014).

Η διάταξη αυτή έχει αναδρομική ισχύ, εφόσον με τη διάταξη του άρθρου 98 του παραπάνω Ν. 4139/2013, προβλέπεται ότι διατάξεις, μεταξύ άλλων, και του άνω άρθρου 61, που αφορά την τροποποίηση του άρθρου 656 του ΑΚ, "καταλαμβάνουν και τις εκκρεµείς υποθέσεις". Κατά συνέπεια, εφόσον μετά τη θέσπιση του Ν. 4139/2013 (20.3.2013) γεννάται ζήτημα πραγματικής απασχόλησης του μισθωτού στο πλαίσιο εκκρεμούς υπόθεσης αφορώσας συνεχιζόμενη υπερημερία του εργοδότη, το δικαστήριο της ουσίας, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 656 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά τη τροποποίησή του με το άρθρο 61 του Ν. 4139/2013, υποχρεούται να διατάξει την πραγματική απασχόληση του μισθωτού, στη θέση την οποία κατείχε πριν την άκυρη καταγγελία, ακόμη και εάν η υπερημερία του εργοδότη άρχισε πριν τη θέσπιση του νόμου αυτού (ΑΠ 1323/2017, ΑΠ 2011/2014).

Όσον αφορά όμως την υποχρέωση αποδοχής των προσφερομένων από δικηγόρο υπηρεσιών σε περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας της από τις διατάξεις των άρθρων 1, 38, 39, 46, 49, 63, 91 και 92 του ως εκ του κρίσιμου χρόνου ισχύοντος Ν.Δ/τος 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" προβλεπομένης σύμβασης έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, η διάταξη του άρθρου 656 του ΑΚ, η οποία κατ’ αρχήν εφαρμόζεται σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, τόσο πριν, όσο και μετά την κατά τα άνω τροποποίησή της, ούτε και αναλόγως, διότι στη σύμβαση έμμισθης εντολής προς δικηγόρο προέχει το στοιχείο της απόλυτης προσωπικής εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, ως εκ της σπουδαιότητας των ζωτικών θεμάτων του εντολέα τα οποία διαχειρίζεται ο δικηγόρος (ΑΠ 798/2013).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Τέλος κατά δε τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 10/2007), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 540/2017, ΑΠ 2077/2014, ΑΠ 60/2011).

Αν η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ έπρεπε να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη, η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος προς αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης ως προς τις αιτιολογίες αυτής, κρίνεται κατά περίπτωση (ΑΠ 2077/2014). Εσφαλμένο αιτιολογικό κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.

Ως αιτιολογικό δηλαδή κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που συγκροτούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 911/2008). Επομένως η ευδοκίμηση του λόγου αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας ή εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 27/1998).

Στη προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο αντιθέτων εφέσεων, αφού έκρινε με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος ..., για τον οποίο ισχύει Κανονισμός που προβλέπει μόνιμη νομική υπηρεσία, κατήγγειλε χωρίς την συνδρομή σπουδαίου λόγου την από 23.4.2007 σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ο τελευταίος, δικηγόρος Καλαμάτας, ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει τις νομικές του υπηρεσίες με πάγια αντιμισθία στον αναιρεσίβλητο Δήμο και επιδίκασε σε αυτόν την αντιμισθία για το διάστημα μετά την καταγγελία από τις 6.3.2009 έως τις 6.3.2010, περιλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας, συνολικού ύψους 32.256 ευρώ, στη συνέχεια απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον λόγο έφεσης του τότε ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με τον οποίο ο τελευταίος παραπονείτο για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του αιτήματος της αγωγής να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος να τον απασχολεί κανονικά και να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ως δικηγόρου με απειλή χρηματικής ποινής 300 ευρώ για κάθε ημέρα παράλειψης, επικυρώνοντας την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με το ακόλουθο σκεπτικό: "Όσον αφορά το αίτημα του ενάγοντος να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, εφόσον η καταγγελία του είναι άκυρη, να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος, δεν αποδείχθηκε ότι από την παροχή των υπηρεσιών του ο ενάγων προσδοκά προβολή και ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και του ηθικού του κύρους και απόκτηση περαιτέρω επαγγελματικής εμπειρίας ή ότι από τη μη απασχόλησή του εκτίθεται στα μάτια των συναδέλφων και του κοινωνικού του περιβάλλοντος, δεδομένου ότι αυτός είναι ήδη εγνωσμένου κύρους δικηγόρος με εμπειρία κτηθείσα από την πολυετή άσκηση του δικηγορικού του λειτουργήματος και δεν έχει ανάγκη επιβεβαίωσης αυτής της αξίας του από την παροχή υπηρεσιών στον εναγόμενο".

Με τη κρίση του αυτή, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία συνισταμένη στην κατ’ ουσία απόρριψη του σχετικού αιτήματος (κριθέντος ως νομίμου) κατ’ ανάλογη εφαρμογή των όσων ίσχυαν επί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου κατά την ερμηνεία του άρθρου 656 του ΑΚ πριν τη τροποποίησή του με το άρθρο 61 του Ν. 4139/2013, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε σε ορθό απορριπτικό διατακτικό, αφού κατά τα ήδη προαναφερθέντα επί σχέσης παροχής νομικών υπηρεσιών στο πλαίσιο σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, η διάταξη του άρθρου 656 του ΑΚ, τόσο πριν, όσο και μετά την πιο πάνω τροποποίηση της, δεν εφαρμόζεται, ούτε και αναλόγως, ως προς την υποχρέωση αποδοχής των προσφερομένων νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο.

Επομένως ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια της μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 656 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά τη τροποποίησή του με το άρθρο 61 του Ν. 4139/2013 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 98 του Νόμου αυτού, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, με συνέπεια την εσφαλμένη απόρριψη του αιτήματος της αγωγής να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος να τον απασχολεί κανονικά και να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ως δικηγόρου με απειλή χρηματικής ποινής 300 ευρώ για κάθε ημέρα παράλειψης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Δεν συντρέχει δε στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου, ούτως ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο ως προς τις αιτιολογίες της, καθόσον η απόρριψη στη προκειμένη περίπτωση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο του ανωτέρω αιτήματος ως κατ’ ουσία αβάσιμου αντί της απόρριψης αυτού ως νόμου αβάσιμου δεν είναι δυσμενέστερη για τον αναιρεσείοντα.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ) στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Δήμου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.12.2016 αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθ. 26/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Δήμου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ