Supreme Court allows partial appeal against bank's rejection of claim for moral damages and debt repayment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decisions rejecting her civil claims. The appellant sought repayment of a 1985 debt and compensation for moral damages arising from defamatory references and forced litigation. The court found the lower courts erred in dismissing the claim for moral damages and ordered the bank to pay a portion of the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 580, 176, 178, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court erred in assessing the admissibility or merits of specific claims, remanding the case for further examination by a differently constituted court while awarding costs to the successful party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2027 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2027/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. συζύγου Κ. Κ. Κ., το γένος Ο. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κωνσταντέλλο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Φεβρουαρίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 982/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1038/2009 και 5622/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των εφετειακών αυτών αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Ιουλίου 2011 αίτησή της και τους από 3 Σεπτεμβρίου 2012 πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 20 Σεπτεμβρίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Λεοντή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων της.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται οι αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσες κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1038/2009 και 5622/2010 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, η πρώτη των οποίων απέρριψε στην ουσία την από 8.4.2008 έφεση και τους από 10.9.2008 πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 982/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε σχέση ειδικότερα με τις περιεχόμενες στην ένδικη από 15.2.2006 αγωγή της αξιώσεις της κατά της αναιρεσίβλητης που απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες ή ως αόριστες με την πρωτόδικη απόφαση, ενώ η δεύτερη των εφετειακών αποφάσεων απέρριψε στην ουσία μεν την ως άνω έφεση και τους ως άνω πρόσθετους λόγους έφεσης, ως απαράδεκτους δε τους από 30.7.2010 πρόσθετους λόγους έφεσης κατά της αυτής πρωτόδικης απόφασης σε σχέση ειδικότερα με την ένδικη αγωγική αξίωση της αναιρεσείουσας που απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη με την πρωτόδικη απόφαση και ως προς την οποία (αξίωση) ανεστάλει με την πρώτη των εφετειακών αποφάσεων η εκδίκαση της υπόθεσης λόγω εκκρεμοδικίας.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ). Παραδεκτά επίσης με το από 3.9.2012 ιδιαίτερο δικόγραφο η αναιρεσείουσα άσκησε ως προς τα προσβαλλόμενα με την αίτηση αναίρεσης κεφάλαια των εφετειακών αποφάσεων πρόσθετους λόγους (άρθρ. 569§2 ΚΠολΔ), οι οποίοι πρέπει να συνεξετασθούν με τους κύριους λόγους της αίτησης αναίρεσης.
2. Κατά την διάταξη του άρθρ. 520§2 ΚΠολΔ, πρόσθετοι λόγοι έφεσης ως προς τα κεφάλαια της απόφασης, που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά, ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και αφού συνταχθεί έκθεση, κάτω από το δικόγραφο αυτό, κοινοποιείται στον εφεσίβλητο τριάντα ημέρας πριν από τη συζήτηση της έφεσης. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρ. 241§1 και 281 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ως ημέρα συζήτησης της έφεσης, που είναι η κρίσιμη για τον υπολογισμό της προθεσμίας κατάθεσης και κοινοποίησης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων της, νοείται εκείνη, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα αν πρόκειται για εκείνη που αρχικά ορίστηκε κατά το άρθρ. 498§1 ΚΠολΔ ή για μεταγενέστερη που προσδιορίστηκε ύστερα από αναβολή ή ματαίωση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 2091/1986? 27/2007).
Συνεπώς πρόσθετοι λόγοι δεν μπορούν να ασκηθούν μετά την πρώτη ενώπιον του εφετείου συζήτηση της έφεσης και την τυχόν έκδοση μη οριστικής απόφασης, όπως είναι και εκείνη, η οποία, αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση, απέρριψε ακολούθως κάποιους από τους λόγους της και ανέστειλε κατά τα λοιπά, κατά το άρθρ. 222§2 ΚΠολΔ, την πρόοδο της δίκης λόγω εκκρεμοδικίας.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης ότι οι από 30.7.2010 πρόσθετοι λόγοι έφεσης της αναιρεσείουσας κατατέθηκαν αυθημερόν στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών με αριθμό 498/2010 και αντίγραφο του δικογράφου τους επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη και τότε εφεσίβλητη στις 2.8.2010, δηλαδή μετά την έκδοση της ήδη προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 1038/2009 εφετειακής απόφασης, με την οποία, αφού έγινε τυπικά δεκτή η ένδικη έφεση της αναιρεσείουσας, που συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 23.10.2008, απορρίφθηκαν, κατά τα προεκτεθέντα, όλοι οι λόγοι της έφεσής της, με εξαίρεση αυτούς που αφορούν την πρώτη των αγωγικών αξιώσεών της, δηλαδή την επιδίκαση σ' αυτή χρηματικής ικανοποίησης 100.000 ευρώ λόγω της ηθικής βλάβης της από την άρνηση της αντιδίκου της να συναινέσει στην εξάλειψη υποθήκης από ακίνητό της, ως προς τους οποίους λόγους ανεστάλει η εκδίκαση της υπόθεσης λόγω της εκκρεμοδικίας που είχε δημιουργήσει μεταξύ των αυτών διαδίκων η άσκηση από την αναιρεσείουσα έφεσης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά της υπ' αριθ. 2644/2006 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Η διάταξη αυτή αναστολής της δίκης ανακλήθηκε ως εσφαλμένη από την επίσης προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5622/2010 εφετειακή απόφαση, το γεγονός όμως αυτό δεν καθιστά παραδεκτούς τους παραπάνω πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας, αφού κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν, ενώ είχε ήδη συζητηθεί η έφεση της αναιρεσείουσας και είχε γίνει τυπικά δεκτή.
Επομένως το Εφετείο με το να κρίνει απορριπτέους ως εκπρόθεσμους τους από 30.7.2010 πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα τέταρτος των κύριων και πρώτος των πρόσθετων λόγων της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 14 (και όχι και 19) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. 3.
Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, πρέπει δε, για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (ΑΠ 1459/1997? 509/2002).
Ειδικότερα, μολονότι κατά το άρθρ. 332 ΚΠολΔ το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν αφορά ωστόσο τη δημόσια τάξη, αφού οι σχετικές μ' αυτό διατάξεις εξυπηρετούν τα ιδιωτικά πρωτίστως συμφέροντα και όχι άλλα ανώτερα κοινωνικά συμφέροντα. Επομένως, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, εφόσον ο σχετικός με το δεδικασμένο ισχυρισμός προτάθηκε κατά το άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ρητά απορρίφθηκε, δηλαδή περιέχεται στην απόφαση του δικαστηρίου αρνητική κρίση για τη συνδρομή του δεδικασμένου, πρέπει δε αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης είναι και πάλι αόριστος και απορριπτέος (ΟλΑΠ 1339/1985? ΑΠ 1002/2005? 2/2006).
Αντίθετα, αν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16, αλλά από τον αριθμό 8(β) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με την προϋπόθεση, που πρέπει επίσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας την τελεσίδικη απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και το επικαλέσθηκε προς απόδειξη ή απόκρουση της ένδικης αγωγής (ΑΠ 853/2001? 130/2004? 1858/2005? 1098/2011? 1343/2013? 929/2014).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 5622/2010 εφετειακής απόφασης ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθ. ...
συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Κουγκούλου και της ... πράξης λήψεως δανείου του ίδιου συμβολαιογράφου, που συνήφθησαν μεταξύ της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγόμενη ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. (εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη), η ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.
χορήγησε στην ενάγουσα στεγαστικό τοκοχρεωλυτικό δάνειο κεφαλαίου 170.000 δραχμών, διάρκειας δέκα (10) ετών, το επιτόκιο του οποίου συμφωνήθηκε σταθερό σε ύψος 8% ετησίως. Προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του ως άνω δανείου η δανείστρια τράπεζα, στις 6.5.1970, ενέγραψε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών πρώτη υποθήκη για το ποσό των 170.000 δραχμών στην υπό στοιχεία Γ-1 αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία της ενάγουσας, που βρίσκεται στην συμβολή των οδών ...
και ... του Δήμου Αθηναίων, στον τρίτο υπέρ το ισόγειο όροφο της κείμενης εκεί πολυώροφης οικοδομής. Στις 22.6.1972 η δανείστρια τράπεζα κοινοποίησε στην ενάγουσα επιταγή προς πληρωμή του ποσού των 192.946 δραχμών για κεφάλαιο, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις του χορηγηθέντος δανείου, επισπεύδοντας σε βάρος της τελευταίας αναγκαστική εκτέλεση.
Στην ανωτέρω επιταγή η δανείστρια τράπεζα εξέθεσε ότι η ενάγουσα καθυστερεί την καταβολή τόκων κεφαλαίου, τόκων υπερημερίας και χρεωλύτρων και ότι για το λόγο αυτό καταγγέλλει την σύμβαση, καθιστώντας με τον τρόπο αυτό ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το δάνειο. Στη συνέχεια, επειδή ανέκυψε αμφισβήτηση ως προς το ύψος του οφειλομένου από την ενάγουσα ποσού, η τελευταία άσκησε κατά της δανείστριας τράπεζας την από 10.6.1989 αγωγή της, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί α) ότι το οφειλόμενο απ' αυτή ποσό για το ληφθέν ανωτέρω δάνειο ανήρχετο στις 10.6.1989 στο ποσό των 85.260 δραχμών και β) η υποχρέωση της δανείστριας τράπεζας να της καταβάλλει το ποσό των 10.000.000 δραχμών για την ζημία που υπέστη από την ματαίωση πώλησης του ως άνω ακινήτου της, εξ αιτίας της άρνησης των αρμόδιων οργάνων της δανείστριας τράπεζας να δεχθούν το ανωτέρω οφειλόμενο ποσό και να προβούν σε εξάλειψη της υποθήκης και άρση της κατάσχεσης που είχαν επιβάλει στο ακίνητό της.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 9732/1996 αμετάκλητη ήδη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι α) το συνολικά οφειλόμενο από την ενάγουσα ποσό την 10.6.1989 ήταν 85.260 δραχμές, κατόπιν υπολογισμού των ποσών που είχαν μέχρι τότε καταβληθεί μαζί με τους τόκους υπερημερίας, που υπολογίσθηκαν με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο τραπεζικού δικαιοπρακτικού τόκου και β) αναγνώρισε την υποχρέωση της δανείστριας τράπεζας να καταβάλει στην ενάγουσα ως αποζημίωση το ποσό των 10.000.000 δραχμών.
Ακολούθως η ενάγουσα άσκησε την από 18.10.2002 αγωγή της, με την οποία ζήτησε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί η ήδη εναγόμενη τράπεζα να της καταβάλει τους αναλογούντες, στο επιδικασθέν με την πιο πάνω απόφαση ποσό των 10.000.000 δραχμών, τόκους υπερημερίας από 28.6.1989, που επιδόθηκε η προαναφερόμενη αναγνωριστική αγωγή.
Με την υπ' αριθ. 6754/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε ότι η από 28.6.1989 επίδοση της αναγνωριστικής ως άνω αγωγής ενείχε και όχληση της εναγομένης για την πληρωμή του ποσού των 10.000.000 δραχμών και συνεπώς από το χρόνο αυτό και εντεύθεν και μέχρι τις 31.12.2002 οφείλονταν τόκοι υπερημερίας επί του κεφαλαίου των 10.000.000 δραχμών, επιδίκασε δε τέτοιους για το χρονικό διάστημα από 1.1.1998 έως 31.12.2002, συνολικού ύψους 24.904,97 ευρώ, κρίνοντας ότι οι οφειλόμενοι τόκοι υπερημερίας για το προγενέστερο χρονικό διάστημα, ήτοι από 29.6.1989 έως 31.12.1997, είχαν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή.
Το κεφάλαιο αυτό της ανωτέρω αποφάσεως δεν προσβλήθηκε με έφεση και ως εκ τούτου ως προς αυτό κατέστη η ανωτέρω απόφαση τελεσίδικη. Με την ίδια παραπάνω αγωγή η ενάγουσα πρόβαλε σε συμψηφισμό την ως άνω απαίτησή της από τους τόκους του προαναφερόμενου κεφαλαίου των 10.000.000 δραχμών με την οφειλή της προς την εναγόμενη τράπεζα, πλην όμως ο σχετικός ισχυρισμός της απερρίφθη ως αόριστος από το δικαστήριο με την προαναφερόμενη 6754/2003 απόφαση του, το δε δίκασαν εφετείο, επί σχετικής εφέσεως της ενάγουσας, με την 8119/2004 απόφασή του, κρίνοντας τον σχετικό ισχυρισμό ως ουσία αβάσιμο και μη κάνοντας δεκτό κατ' ουσίαν κάποιο λόγο της έφεσης αυτής, δεν μπορούσε να απορρίψει, με την ως άνω αιτιολογία, το σχετικό κεφάλαιο, καθόσον θα καθιστούσε χείρονα τη θέση της ενάγουσας, αντίθετα προς την διάταξη του άρθρ. 536 ΚΠολΔ.
Τον ισχυρισμό αυτό περί συμψηφισμού της ίδιας παραπάνω απαιτήσεώς της η ενάγουσα πρόβαλε εξωδίκως και με την από 8.12.2004 δήλωσή της προς την εναγομένη, που επέδωσε σ' αυτή στις 13.12.2004. Ακολούθως η ενάγουσα τον ως άνω ισχυρισμό της περί συμψηφισμού τον επανέφερε με την από 5.1.2005 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ζητώντας κατ' ακολουθία και την εξάλειψη της εγγραφείσης υποθήκης στο ακίνητό της.
Κατά την συζήτηση της αγωγής αυτής την ορισθείσα δικάσιμο της 2.12.2006, η εναγομένη με τις υποβληθείσες προτάσεις της και με σχετική δήλωσή της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ανέφερε επί λέξει "ότι για λογιστικούς λόγους, λόγω παλαιότητας και ελλείψεως ιστορικότητας του δανείου και επειδή ήταν δυσχερής η εφαρμογή των νέων υπολογισμών, βάσει των νομοθετικών αλλαγών που επήλθαν με τους νόμους 2912/2001 και 3259/2004, απόσβεσε την εκ του επίδικου δανείου οφειλή της ενάγουσας και θεωρεί το εν λόγω δάνειο εξοφλημένο, ότι το ίδιο συνέβη και με άλλες 632 περιπτώσεις δανείων και ότι μετά την ως άνω εξόφληση της εκ του δανείου απαίτησης η Διεύθυνση Πληροφορικής της Τράπεζας αποστέλλει σε όλους σχετική ενημερωτική επιστολή και τους πληροφορεί ότι μπορούν να προσέλθουν, όποτε επιθυμούν, προς εξάλειψη των βαρών επί των ακίνητων τους, στην οποία η Τράπεζα θα συμπράξει, σύμφωνα δε με σχετικό όρο του δανείου (στο επίδικο δάνειο ο υπ' αριθ. 6 του ως άνω 228066 δανειστικού συμβολαίου), τα έξοδα της εξάλειψης βαρύνουν τον δανειολήπτη".
Παρά όμως την ανωτέρω δήλωση-πρόσκληση της εναγομένης, η ενάγουσα δεν προσήλθε για την εξάλειψη της υποθήκης, αλλά ανέμενε την έκδοση της σχετικής αποφάσεως. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η 2644/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν τη δήλωση συμψηφισμού και συνακόλουθα το αίτημα εξάλειψης της επίδικης υποθήκης.
Ύστερα όμως από ασκηθείσα έφεση της ενάγουσας κατά της προαναφερόμενης απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών εκδόθηκε η 5502/2009 αμετάκλητη ήδη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή την προβληθείσα δήλωση συμψηφισμού και κατ' ακολουθία την αγωγή κατ' ουσίαν, διατάσσοντας την εξάλειψη της επίδικης υποθήκης, σε εκτέλεση της οποίας και έλαβε αυτή (εξάλειψη) χώρα".
Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, έκρινε εν τέλει το Εφετείο, ότι "δεν συντρέχει περίπτωση παράνομης συμπεριφοράς της εναγομένης, ουδέ τοιαύτης που αντίκειται στα χρηστά ήθη, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, αφού κατά τον αναφερόμενο στην ένδικη αγωγή χρόνο η ενάγουσα δεν είχε προβεί στην εξόφληση του επίδικου δανείου, ώστε να γεννάται υποχρέωση της εναγομένης για σύμπραξή της στην εξάλειψη της υποθήκης, το ζήτημα δε της εξόφλησης του δανείου αυτού με την υποβληθείσα δήλωση συμψηφισμού της ενάγουσας αποτελούσε αντικείμενο δικαστικής διαμάχης μεταξύ των διαδίκων, αφού ο σχετικός ισχυρισμός απερρίφθη αρχικά ως αόριστος, στη συνέχεια ως ουσία αβάσιμος και ακολούθως έγινε δεκτός με την 5502/09 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών..., ενώ και η ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση της εναγόμενης τράπεζας να προσέλθει προς εξάλειψη της επίδικης υποθήκης".
Συνεπώς, κατέληξε το Εφετείο, η ένδικη αγωγή κατά το μέρος που αυτή ερευνήθηκε σε συνέχεια της υπ' αριθ. 1038/2009 απόφασής του, "ήτοι ως προς την αξίωση της ενάγουσας για χρηματική ικανοποίησή της λόγω της ηθικής βλάβης της από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε με την υπ' αριθ. 5622/2010 τελεσίδικη απόφασή του τους σχετικούς λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που η απόφαση αυτή απέρριψε την ένδικη αγωγή της ως προς την παραπάνω αξίωσή της, δηλαδή ως προς την επιδίκαση σ' αυτή χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης της από την παράνομη, κακόβουλη και αντίθετη στα χρηστά ήθη άρνηση της αναιρεσίβλητης να συναινέσει στην εξάλειψη της υποθήκης που βάρυνε το ακίνητό της (αναιρεσείουσας) επί των οδών ...
και ... του Δήμου Αθηναίων, παρόλο μάλιστα που το ασφαλιζόμενο με την υποθήκη αυτή δάνειο εξοφλήθηκε αναδρομικά από τις 31.12.1990, όταν η ύψους τότε 128.459 δραχμών ή 376,99 ευρώ οφειλή της αναιρεσείουσας από το δάνειο εξοφλήθηκε συμψηφιστικά με ισόποση ανταπαίτησή της κατά της αναιρεσίβλητης από τόκους του επιδικασθέντος σ' αυτή με την υπ' αριθ. 9732/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κεφαλαίου των 10.000.000 δραχμών, δεν παρέλειψε (το Εφετείο) να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθ. 5502/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς την συμψηφιστική απόσβεση της παραπάνω οφειλής της κατόπιν της περιεχόμενης στην από 5.1.2005 αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, σχετικής δήλωσής της, έκρινε όμως ακολούθως ότι μέχρι την έκδοση της απόφασης αυτής ήταν αντικείμενο δικαστικής διαμάχης ο ως άνω συμψηφισμός και συνεπώς ήταν δικαιολογημένη και δεν αποτελεί αδικοπραξία η άρνηση μέχρι τότε της αναιρεσίβλητης να συναινέσει στην εξάλειψη της βαρύνουσας το ακίνητο της αναιρεσείουσας υποθήκης, παρόλη την αναδρομική, κατά το άρθρ. 441 του ΑΚ, ενέργεια του συμψηφισμού αυτού, που αφορούσε ειδικότερα ανταπαίτηση της αναιρεσείουσας από τόκους υπερημερίας επί του κεφαλαίου των 10.000.000 δραχμών κατά τα χρονικό διάστημα από 29.6.1989 έως 31.12.1997, οι οποίοι αν και δεν επιδικάσθηκαν σ' αυτή με την υπ' αριθ. 6754/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επειδή είχαν εντωμεταξύ παραγραφεί, δεν ήταν όμως παραγεγραμμένοι στις 31.12.1990 που συνυπήρξαν με την οφειλή της και μπορούσαν επομένως κατά το άρθρ. 443 του ΑΚ να προταθούν σε συμψηφισμό.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο όχι μόνο έλαβε υπόψη του το ως άνω δεδικασμένο, αλλά και δεν παραβίασε τις σχετικές με το δεδικασμένο διατάξεις του ΚΠολΔ (άρθρ. 321 - 331) ούτε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρ. 57, 59, 299, 914, 919, 932, 1317 και 1324 - 1328 του ΑΚ.
Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον τρίτο των κύριων και τον δεύτερο των πρόσθετων λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο και τρίτο ειδικότερα μέρος του και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί σε σχέση με τις αποδιδόμενες πλημμέλειες στην υπ' αριθ. 5622/2010 εφετειακή απόφαση από τους αριθμούς 1, 8(β) και 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
4. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 1324 ΑΚ, οι υποθήκες που έχουν εγγραφεί εξαλείφονται από το βιβλίο υποθηκών είτε με τη συναίνεση του δανειστή είτε με τελεσίδικη απόφαση. Η συναίνεση του δανειστή για την εξάλειψη της υποθήκης γίνεται κατά το άρθρ. 1325 ΑΚ με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση, ενώ αν αυτός δεν συναινεί, μολονότι συντρέχει νόμιμη περίπτωση για την εξάλειψη της υποθήκης, ορίζουν τα άρθρ. 1327 και 1328 ΑΚ ότι διατάζεται από το δικαστήριο ύστερα από αγωγή όποιου έχει έννομο συμφέρον, εφόσον η υποθήκη έχει αποσβεσθεί ή η εγγραφή της είναι άκυρη.
Από το σύνολο των διατάξεων αυτών προκύπτει μεν ότι δεν θεμελιώνεται στο νόμο ρητή υποχρέωση του δανειστή να συναινέσει στην εξάλειψη της υποθήκης, όμως η άρνησή του ενδέχεται τελικά να είναι παράνομη και να στηρίζει αδικοπρακτική ευθύνη του κατά το άρθρ. 914 ΑΚ, αφού κατά την έννοια του άρθρου αυτού παράνομη είναι όχι μόνον η συμπεριφορά που παραβιάζει ειδικό απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, αλλά και αυτή που παραβιάζει τις γενικές υποχρεώσεις συμπεριφοράς που απορρέουν ιδίως από τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, όπως αυτές αποτυπώνονται πρωτίστως στα άρθρ. 200, 281 και 288 του ΑΚ.
Έτσι παράνομη είναι η συμπεριφορά και όταν δεν τηρείται η επιμέλεια που μπορεί και πρέπει να δείχνει ο μέσος άνθρωπος για την ασφάλεια και προστασία προσώπων και αγαθών με τα οποία έρχεται σε επαφή, δηλαδή όταν παραβιάζεται η γενική υποχρέωση ασφάλειας και προστασίας των άλλων, αλλιώς το γενικό καθήκον επιμέλειας, που επιβάλλει να μην προκαλείται ζημία σε άλλους υπαιτίως (ΟλΑΠ 967/1973? ΑΠ 5/2001? 1145/2003? 527/2013), στο μέτρο πάντως που αυτό επιβάλλεται από τις ως άνω αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, αλλά και της αναλογικότητας κατά τη στάθμιση των αντιτιθέμενων συμφερόντων των μερών.
Συνεπώς η αδικαιολόγητη και κακόβουλη άρνηση του δανειστή να συναινέσει στην εξάλειψη της ασφαλίζουσας την απαίτησή του υποθήκης, μολονότι η απαίτησή του αποσβέσθηκε, συνιστά παράνομη συμπεριφορά κατά την παραπάνω έννοια και τον υποχρεώνει σε αποζημίωση του ενυπόθηκου οφειλέτη για τη ζημία που αυτός αιτιωδώς υπέστη σε δικαίωμά του ή έννομο συμφέρον του.
Τέτοια είναι και η ζημία που η άρνηση του δανειστή να συναινέσει στην εξάλειψη της υποθήκης προκαλεί στον κύριο του ενυπόθηκου ακινήτου εξ αιτίας στην περίπτωση αυτή της αδυναμίας ή της περιορισμένης δυνατότητας του τελευταίου να διαθέσει το ακίνητό του προς όφελος της περιουσίας του (ΑΠ 1002/1980), ενώ η δυνατότητα που παρέχεται στον κύριο του ενυπόθηκου ακινήτου να προσφύγει στο δικαστήριο και να ζητήσει να διατάξει αυτό την εξάλειψη της υποθήκης, δεν νομιμοποιεί την άρνηση συναίνεσης του δανειστή, δίνει όμως σ' αυτόν το δικαίωμα να προτείνει ένσταση από το άρθρ. 300 ΑΚ, ισχυριζόμενος ότι ο κύριος του ενυπόθηκου ακινήτου θα μπορούσε να αποφύγει ή να περιορίσει την όποια ζημία του, αν είχε έγκαιρα προσφύγει για την εξάλειψη της υποθήκης στο δικαστήριο (βλ.
και ΑΠ 75/2001). Ασφαλώς ο κύριος του ενυπόθηκου ακινήτου δικαιούται και χρηματικής ικανοποίησης κατά τα άρθρ. 59 και 932 ΑΚ, αν από την παράνομη και υπαίτια άρνηση του δανειστή να συναινέσει στην εξάλειψη της υποθήκης προσβλήθηκαν εκφάνσεις της προσωπικότητάς του και υπέστη έτσι ηθική βλάβη. Ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθρ. 57, 59, 480 - 482, 914, 926 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση παράνομης από πρόθεση προσβολής της προσωπικότητας, αν η προσβολή επήλθε με περισσότερες πράξεις ενός ή περισσότερων προσώπων, οι οποίες όμως, ενόψει των περιστάσεων, εμφανίζουν ενότητα, δηλαδή πρόκειται για το αυτό βιοτικό συμβάν, οφείλεται ως χρηματική ικανοποίηση του παθόντος μια παροχή και επομένως ενιαίο ποσό, το οποίο αυτός μπορεί, κατ' επιλογήν του, να ζητήσει με αγωγή διαιρετώς ή εις ολόκληρον από τον καθένα από τους αντιδίκους του, αφού τότε είναι αντίστοιχα ενιαία και η βλάβη που αυτός υπέστη και την οποία αποσκοπεί να καλύψει η χρηματική ικανοποίησή του στο πλαίσιο ενός και του αυτού συμφέροντός του.
Στην περίπτωση αυτή για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης που θα επιδικασθεί, θα ληφθεί ασφαλώς υπόψη και ο εξακολουθητικός χαρακτήρας της γενομένης προσβολής, έτσι ώστε η χρηματική ικανοποίηση να ανταποκρίνεται στην ένταση και στην απαξία της προσβολής. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι υπό τα περιστατικά, που αναιρετικά ανέλεγκτα δέχθηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις, υφίσταται ή όχι ενότητα των περισσότερων επί μέρους προσβολών είναι νομική και ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 ή αναλόγως από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 518/2008? 1095/2009).
Αντίθετα αναιρετικά ανέλεγκτη είναι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι συνεπεία της συγκεκριμένης προσβολής ή των περισσότερων προσβολών επήλθε πράγματι ηθική βλάβη στον παθόντα, την οποία σε περίπτωση περισσότερων προσβολών ή προσβολής με περισσότερα μέσα, εφόσον δεν υφίσταται τελικώς ενότητα βιοτικού συμβάντος, ανέλεγκτα επίσης μπορεί να εκτιμήσει ως ενιαία ή πολλαπλή ηθική βλάβη.
Περαιτέρω αδικοπρακτική ευθύνη από την άρνηση εξάλειψης της υποθήκης μπορεί να θεμελιωθεί και στο άρθρ. 919 ΑΚ, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του. Το άρθρο αυτό, που ορίζει ότι όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συμπληρώνει τη ρύθμιση του άρθρ. 914 ΑΚ, επεκτείνοντας την αδικοπρακτική ευθύνη σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν υφίσταται από τη συμπεριφορά προσώπου προσβολή δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος άλλου ούτε παραβίαση συγκεκριμένης διάταξης νόμου, ωστόσο το περί δικαίου και ηθικής αίσθημα απαιτεί αποκατάσταση της ζημίας.
Ανάγεται έτσι σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννάει υποχρέωση προς αποζημίωση, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρ. 932 ΑΚ, η αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας σε άλλον (ΟλΑΠ 10/1991). Ειδικότερα προϋποθέσεις της ευθύνης κατά το άρθρ. 919 ΑΚ είναι η ύπαρξη ανθρώπινης συμπεριφοράς, δηλαδή πράξης ή παράλειψης, αντίθετης προς τα χρηστά ήθη, η οποία έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας και προκάλεσε πράγματι σε αιτιώδη μ' αυτή συνάφεια ζημία σε άλλον, δηλαδή πρέπει η συμπεριφορά του δράστη, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, να ήταν ικανή κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει και πράγματι επέφερε τη συγκεκριμένη ζημία κατά τρόπο αντίθετο προς τις επιταγές της κυρίαρχης κοινωνικής και συναλλακτικής ηθικής.
Αδιάφορο είναι αν ο δράστης είχε ή όχι συνείδηση του παράνομου ή ανήθικου χαρακτήρα της συμπεριφοράς του, είναι όμως αναγκαίο για την ύπαρξη ευθύνης του κατά το άρθρ. 919 ΑΚ να ενήργησε με πρόθεση βλάβης, που σημαίνει ότι πρέπει να γνώριζε ότι με τη συμπεριφορά του θα ζημιωνόταν κάποιος άλλος και να ήθελε την πρόκληση της ζημίας, έστω και αν αυτός δεν ήταν ο αποκλειστικός σκοπός του, αρκεί δε και ο ενδεχόμενος δόλος του, όπως συμβαίνει όταν γνώριζε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά προχώρησε στην επιζήμια συμπεριφορά του (ΑΠ 55/2003? 1652/2006? 900/2011? 43/2013? 1664/ 2014).
Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005? 7/2006? 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ενστάσεων των διαδίκων, σύμφωνα με την κυριαρχική εκτίμηση των δικογράφων τους από το δικαστήριο αυτό, δηλαδή σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην απόφασή του ως ιστορικό και αίτημα της αγωγής ή των ενστάσεων, όπως επίσης ελέγχονται και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Αντίθετα, αν προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε κρίσιμους για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής ή των ενστάσεων ισχυρισμούς, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1, αλλά από τον αριθμό 8(β) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του (ΑΠ 1324/2014? 1724/2014).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, εκτιμώντας η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 5622/2010 απόφαση του Εφετείου την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, δέχθηκε ότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή αυτή η αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, που στηρίζει το αγωγικό αίτημα για επιδίκαση στην αναιρεσείουσα χρηματικής ικανοποίησης 100.000 ευρώ λόγω της ύπαρξης ηθικής βλάβης της, συνίσταται στην άρνηση της αντιδίκου της να συναινέσει στην εξάλειψη της υποθήκης από το ακίνητό της επί των οδών ...
και ... του Δήμου Αθηναίων, παρόλο που η ασφαλισμένη με την υποθήκη αυτή απαίτηση της αντιδίκου της αποσβέσθηκε συμψηφιστικά συνεπεία ήδη της από 8.12.2004 εξώδικης προς αυτή δήλωσής της, δηλαδή κατά την εκτίμηση της παραπάνω απόφασης ο παράνομος, κακόβουλος και αντίθετος προς τα χρηστά ήθη χαρακτήρας της άρνησης της αναιρεσίβλητης να συναινέσει στην εξάλειψη της υποθήκης από το ακίνητο της αναιρεσείουσας οφείλεται στο γεγονός και μόνον της συμψηφιστικής απόσβεσης της ασφαλισμένης με την εν λόγω υποθήκη απαίτησης της αναιρεσίβλητης και με βάση μόνον την εκτίμηση αυτή η απόφαση έκρινε τελικά νόμιμη, αλλά απορριπτέα στην ουσία, τη σχετική αγωγική αξίωση, αφού έλαβε εν τέλει υπόψη της, κατά τα προεκτεθέντα, και το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθ. 5502/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τη συμψηφιστική απόσβεση της ασφαλισμένης με την υποθήκη απαίτησης αναδρομικά από τις 31.12.1990.
Ωστόσο από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτή η αναιρεσείουσα δεν θεωρεί παράνομη και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη την άρνηση της αντιδίκου της να συναινέσει στην εξάλειψη της βαρύνουσας το ακίνητό της υποθήκης μετά μόνον τη συμψηφιστική απόσβεση της οφειλής της από το τοκοχρεωλυτικό δάνειο των 170.000 δραχμών που έλαβε από την ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, αλλά τη θεωρεί γενικώς ως παράνομη και από προγενέστερο αυτής χρόνο και συγκεκριμένα ήδη από το Μάϊο του 1985, όταν η δανείστρια τράπεζα, οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσίβλητη, αρνήθηκε μετά την από μέρους της καταγγελία του δανείου να λάβει προς πλήρη εξόφληση αυτού το πράγματι οφειλόμενο τότε και προσφερόμενο από την αναιρεσείουσα ποσό των 57.903 δραχμών και να συναινέσει στην εξάλειψη της ασφαλίζουσας το δάνειο υποθήκης, ισχυριζόμενη κακόβουλα ότι η οφειλή από το δάνειο υπερέβαινε δήθεν το 1.000.000 δραχμές.
Μάλιστα, κατά τα εκτιθέμενα πάντοτε στην ένδικη αγωγή, η συμπεριφορά αυτή της δανείστριας τράπεζας και ειδικότερα η άρνησή της να άρει τις αναγκαστικές κατασχέσεις που σε συνέχεια της υποθήκης επέβαλε στο ακίνητο της αναιρεσείουσας, κρίθηκε με την υπ' αριθ. 9732/1996 αμετάκλητη ήδη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ότι συνιστά πράγματι αδικοπραξία και της αναγνωρίστηκε για την αιτία αυτή αποζημίωση 10.000.000 δραχμών σε βάρος της αναιρεσίβλητης, ενώ και μετά το Μάϊο του 1985 η δανείστρια αρχικά τράπεζα και ακολούθως η αναιρεσίβλητη αρνήθηκαν εξακολουθητικά να λάβουν το πράγματι οφειλόμενο ποσό του δανείου και να συναινέσουν στην εξάλειψη της ασφαλίζουσας αυτό υποθήκης, προβάλλοντας αβάσιμες απαιτήσεις, όπως συνέβη τον Ιούνιο του 1989 και τον Οκτώβριο του 2002, που πρόβαλαν απαιτήσεις καταβολής ποσών αντίστοιχα 1.343.866 και 15.000.000 δραχμών προς εξόφληση του δανείου, ενώ τα πράγματι οφειλόμενα ποσά ήταν τότε 85.260 και 170.000 δραχμές.
Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο παρέλειψε να λάβει υπόψη και να αξιολογήσει τους παραπάνω κρίσιμους για την ουσιαστική έκβαση της δίκης ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, υπέπεσε με την υπ' αριθ. 5622/2010 απόφασή του στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8(β) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και είναι έτσι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί ο πρώτος των κύριων και κατά το δεύτερο μέρος ο δεύτερος των πρόσθετων λόγων της αίτησης αναίρεσης ως προς την αναιρετική αυτή πλημμέλεια που κατ' ορθή εκτίμηση αποδίδουν στην υπ' αριθ. 5622/2010 απόφαση του Εφετείου.
Ακολούθως παρέλκει η έρευνα των ίδιων λόγων αναίρεσης ως προς την αποδιδόμενη στην αυτή απόφαση περαιτέρω πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο, εφόσον θεωρηθεί ότι δεν παρέλειψε να λάβει τελικά υπόψη το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθ. 9732/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εσφαλμένα ωστόσο έκρινε ότι δεν προκύπτει δεδικασμένο σε σχέση ειδικότερα με τον παράνομο χαρακτήρα της άρνησης της αναιρεσίβλητης να συναινέσει στην εξάλειψη της υποθήκης από το ακίνητο της αναιρεσείουσας και κατ' επέκταση ως προς την ύπαρξη αδικοπρακτικής ευθύνης της.
Προέκταση, εξ άλλου, της άρνησης αυτής της αναιρεσίβλητης και προηγουμένως της δανείστριας τράπεζας αποτελεί κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή η εμπλοκή της αναιρεσείουσας από υπαιτιότητα της αντιδίκου της και της δανείστριας τράπεζας σε μακροχρόνιο δαπανηρό και ψυχοφθόρο δικαστικό αγώνα προκειμένου να επιτύχει την εξάλειψη τελικώς της υποθήκης από το ακίνητό της, στο πλαίσιο του οποίου η αναιρεσίβλητη και η δανείστρια τράπεζα, παρόλο που γνώριζαν το πραγματικό ύψος της δανειακής οφειλής της αναιρεσείουσας, την εμφάνιζαν ψευδώς ως ασυνεπή οφειλέτρια πολύ μεγαλύτερων ποσών και κατ' αυτό τον τρόπο τη δυσφήμισαν συκοφαντικά στον κοινωνικό της περίγυρο, αλλά και σε όσους έλαβαν γνώση των δικογράφων που αφορούν οι δίκες επί των οποίων εκδόθηκαν οι αναφερόμενες ειδικότερα στην ένδικη αγωγή δικαστικές αποφάσεις.
Έτσι με τη συμπεριφορά τους αυτή, που συνιστά επίσης αδικοπραξία, προκάλεσαν, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, πρόσθετη ηθική βλάβη σ' αυτή, υπό την έννοια ότι προσέβαλαν παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά της ως προς την τιμή και την υπόληψή της, καθώς και ως προς την εξουσία ελεύθερης διάθεσης του ακινήτου της, που δικαιολογεί την επιδίκαση σ' αυτή της ζητούμενης με την αγωγή της χρηματικής ικανοποίησης και ειδικότερα 100.000 ευρώ για την αναγκαστική εμπλοκή της στο δικαστικό αγώνα και 120.000 ευρώ για τις συκοφαντικές σε βάρος της αναφορές.
Με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1038/2009 εφετειακή απόφαση κρίθηκαν, όπως και πρωτοδίκως, μη νόμιμες και απορριπτέες οι αξιώσεις της αναιρεσείουσας για επιδίκαση σ' αυτή ιδιαίτερης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της για τις παραπάνω αιτίες, με τη σκέψη ότι "και αληθή υποτιθέμενα τα αναφερόμενα προς θεμελίωση της ηθικής βλάβης της περιστατικά δεν αποτελούν παράνομη πράξη, ως στοιχείο απαραίτητο για τη θεμελίωση αδικοπραξίας και εντεύθεν υποχρέωσης ανόρθωσης της ζημίας που προκλήθηκε κατά την έννοια των άρθρ. 914 και 932 ΑΚ...".
Ειδικότερα κατά τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής "δεν αποτελεί παράνομη πράξη που προσβάλλει την τιμή και την υπόληψη του συμβαλλομένου η επίδοση εγγράφων από τον αντισυμβαλλόμενο, με εντεταλμένα προς τούτο όργανα, για καταβολή των κατά την άποψή του, ως δανειστή, οφειλομένων, όπως έπραξε η εναγομένη (αναιρεσίβλητη), εφόσον πράγματι οφείλονται σ' αυτή ποσά, όπως δέχεται με την αγωγή της η ενάγουσα (αναιρεσείουσα), τα οποία όμως είναι κατά τη δική της άποψη πολύ ολιγότερα, ούτε η διεξαγωγή δυσχερούς και μακροχρόνιου δικαστικού αγώνα σε περίπτωση αμφισβητήσεως της οφειλής ή υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβατικές σχέσεις και την εφαρμογή του νόμου, με την υποβολή αιτημάτων και τη χρήση βοηθημάτων (αγωγών, εφέσεων, αναγκαστικής εκτέλεσης), που παρέχονται κατά το ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο".
Εφόσον, όμως, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, η άρνηση του δανειστή να συναινέσει στην εξάλειψη της ασφαλίζουσας την απαίτησή του υποθήκης, μολονότι η απαίτησή του αποσβέσθηκε, συνιστά υπό προϋποθέσεις παράνομη συμπεριφορά που τον υποχρεώνει σε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση του ενυπόθηκου οφειλέτη, συνάγεται ότι ως απόρροια της άρνησης αυτής συνιστά από την πλευρά του δανειστή παράνομη συμπεριφορά και ο εξαναγκασμός του οφειλέτη σε δικαστικό αγώνα για την εξάλειψη της υποθήκης, στο πλαίσιο του οποίου συνιστά ασφαλώς συκοφαντική δυσφήμιση για τον οφειλέτη το να εμφανίζεται ψευδώς από το δανειστή ασυνεπής στις υποχρεώσεις του, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα αν οι περισσότερες αυτές προσβολές εμφανίζουν ενότητα, δηλαδή αν πρόκειται για το αυτό βιοτικό συμβάν, ώστε σε περίπτωση ηθικής βλάβης του παθόντος οφειλέτη να δικαιούται αυτός μία παροχή ως χρηματική ικανοποίηση και επομένως ένα συνολικό (ενιαίο) ποσό γι' αυτή.
Συνεπώς το Εφετείο, που έκρινε διαφορετικά με την υπ' αριθ. 1038/2009 απόφασή του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρ. 2§1 & 25§1 του Συντάγματος, 57, 59, 299, 914, 919, 932, 1317 & 1324 - 1328 του ΑΚ και 362 - 363 του ΠΚ και πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι ο δεύτερος των κύριων λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, ο τρίτος των πρόσθετων λόγων της, καθώς και ο τέταρτος των ίδιων λόγων κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. 5. Κατά το άρθρ. 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, λογίζεται δε ως τέτοιο το προσδοκώμενο με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
Συνεπώς για να είναι ορισμένη κατά το άρθρ. 216 ΚΠολΔ η αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται σαφώς σ' αυτή τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του αντίστοιχου κέρδους. Δεν αρκεί δηλαδή να αναφέρονται αφηρημένα στο δικόγραφο της αγωγής οι σχετικές με τον προσδιορισμό του διαφυγόντος κέρδους εκφράσεις του νόμου, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των περιστατικών, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια, καθώς και η ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών (ΟλΑΠ 20/1992).
Ειδικότερα για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους που συνίσταται στην απώλεια εσόδων λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, πρέπει, αλλά και αρκεί, να αναφέρονται στο δικόγραφό της, όλα εκείνα τα κρίσιμα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε με πιθανότητα από την επαγγελματική του δραστηριότητα το αιτούμενο ποσό κέρδους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα (ΑΠ 175/2010? 220/2012? 1723/2014).
Εξ άλλου η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998? ΑΠ 1967/2006).
Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010), πρέπει δε στην αίτηση αναίρεσης για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.
Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/ 1981? ΑΠ 874/1996? 1452/2007), με την προϋπόθεση ότι ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και αυτό αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει και πάλι να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες (ΑΠ 450/2014? 1274/2014).
Με την ένδικη αγωγή ζητήθηκε, εκτός των άλλων, να επιδικασθεί στην αναιρεσείουσα συνολική αποζημίωση ποσού 50.000 ευρώ, το οποίο θα λάμβανε, κατά τους ισχυρισμούς της, ως αντιμισθία για την απασχόλησή της στο τεχνικό γραφείο μελετών και κατασκευών του πολιτικού μηχανικού και συζύγου της Κ. Κ. κατά την εικοσαετία της εμπλοκής της στο δικαστικό αγώνα με την αναιρεσίβλητη και προηγουμένως με τη δανείστρια τράπεζα και το οποίο ποσό στερήθηκε ακριβώς εξ αιτίας της εμπλοκής της αυτής, αν ληφθεί υπόψη ότι η αξία της απασχόλησής της για τη διεξαγωγή του αγώνα αυτού, αναγόμενη σε ημερομίσθια, αποτιμάται σε 50 ευρώ το ημερομίσθιο, οπότε με ετήσια διάρκεια απασχόλησης 50 ημερομισθίων και συνολική διάρκεια 20 ετών, η αξία της όλης απασχόλησής της αποτιμάται σε 50.000 ευρώ, δηλαδή, κατ' εκτίμηση, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι χωρίς την εμπλοκή της στον ως άνω δικαστικό αγώνα το ποσό αυτό θα λάμβανε από το σύζυγό της κατά το ίδιο διάστημα των 20 ετών, αμειβόμενη με ημερομίσθιο 50 ευρώ.
Σε σχέση με την αξίωση αυτή αποζημίωσης της αναιρεσείουσας για διαφυγόντα κέρδη της το Εφετείο έκρινε με την υπ' αριθ. 1038/2009 απόφασή του ότι δεν είναι μεν νόμιμη, αφού η εμπλοκή της στο δικαστικό αγώνα με την αναιρεσίβλητη και τη δανείστρια τράπεζα δεν είναι απόρροια παράνομης και υπαίτιας πράξης τους, όμως επικύρωσε τελικώς ως προς την αξίωση αυτή την πρωτόδικη απόφαση που την είχε απορρίψει ως αόριστη, καθόσον η απόρριψη της ίδιας αξίωσης ως μη νόμιμης από το Εφετείο θα καθιστούσε κατά το άρθρ. 536§1 ΚΠολΔ ανεπίτρεπτα δυσμενέστερη τη θέση της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας.
Ειδικότερα η παραπάνω αξίωση κρίθηκε από την πρωτόδικη απόφαση ως αόριστη και απορρίφθηκε, με την αιτιολογία ότι δεν παρατίθενται στην ένδικη αγωγή τα περιστατικά και οι ειδικές περιστάσεις που προσδιορίζουν κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων την προσδοκία του κέρδους της αναιρεσείουσας, δηλαδή της αντιμισθίας, που φέρεται αυτή ότι απώλεσε.
Έτσι που έκρινε το Πρωτοδικείο και κατ' επέκταση και το Εφετείο με την ενσωμάτωση της πρωτόδικης απόφασης στην προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1038/2009 απόφασή του, δεν απέρριψαν παρά το νόμο ως αόριστη την αξίωση αποζημίωσης της αναιρεσείουσας για διαφυγόντα κέρδη της, αφού στην ένδικη αγωγή δεν προσδιορίζεται η βασική προϋπόθεση για την απόληψη αντιμισθίας από το σύζυγό της, δηλαδή το είδος της απασχόλησής της στο τεχνικό γραφείο του συζύγου της, που κατέστη αδύνατη εξ αιτίας της 20ετούς εμπλοκής της στο δικαστικό αγώνα με την αναιρεσίβλητη και τη δανείστρια τράπεζα.
Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με το τρίτο μέρος του δεύτερου των κύριων λόγων της αίτησης αναίρεσης και με το δεύτερο μέρος του τέταρτου των πρόσθετων λόγων της και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί κατά τα αντίστοιχα μέρη τους, με τα οποία αποδίδεται στην υπ' αριθ. 1038/2009 εφετειακή απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 14, αλλιώς 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. 6.
Κατά τις διατάξεις του άρθρ. 191 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο αποφασίζει οριστικά για ολόκληρη την κύρια ή την παρεμπίπτουσα δίκη ή για ένα μέρος της, πρέπει, εφόσον υποβλήθηκε ο κατάλογος εξόδων του άρθρ. 190 του ίδιου Κώδικα, να περιλάβει διάταξη στην απόφασή του για την υποχρέωση πληρωμής των εξόδων, καθορίζοντας και το ποσό τους, όμως και χωρίς την υποβολή του καταλόγου εξόδων το δικαστήριο προχωρεί στην εκκαθάρισή τους, αν υποβλήθηκε αίτημα για την επιδίκασή τους, στην περίπτωση δε που η απόφαση δεν περιέχει διάταξη για τα έξοδα, μπορεί να υποβληθεί αίτηση στο ίδιο δικαστήριο.
Δηλαδή η εκκαθάριση και η κατανομή των δικαστικών εξόδων γίνεται με την απόφαση που τερματίζει ολικά ή κατά ένα μέρος τη δίκη σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας και μόνον αν η απόφαση αυτή παραλείψει να διαλάβει σχετική με τα δικαστικά έξοδα διάταξη, η εκκαθάριση και η κατανομή τους γίνεται με μεταγενέστερη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου ύστερα από αίτηση διαδίκου κατά την ίδια διαδικασία, ενώ με προσφυγή στο μονομελές πρωτοδικείο ή στο ειρηνοδικείο εκκαθαρίζονται και κατανέμονται τα δικαστικά έξοδα στις περιπτώσεις του άρθρ. 192 ΚΠολΔ, όταν η δίκη τερματίζεται χωρίς την έκδοση απόφασης.
Επομένως η αξίωση για τη δικαστική δαπάνη αποτελεί μεν ουσιαστικού δικαίου αξίωση (ΑΠ 92/1975), η οποία ωστόσο εξαρτάται από την πλήρωση του πραγματικού των σχετικών μ' αυτή διατάξεων του ΚΠολΔ, δηλαδή έχει δικονομικό αποκλειστικά θεμέλιο και δεν μπορεί να θεμελιωθεί παράλληλα στις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου με τη μορφή αξίωσης αποζημίωσης.
Με την ένδικη αγωγή ζητήθηκε επίσης να επιδικασθεί στην αναιρεσείουσα ως αποζημίωση το ποσό των 12.700 ευρώ που κατέβαλε συνολικά για την κάλυψη των εξόδων διεξαγωγής του 20ετούς δικαστικού αγώνα, στον οποίο υποχρεώθηκε να εμπλακεί εξ αιτίας της παράνομης άρνησης της αναιρεσίβλητης και προηγουμένως της δανείστριας τράπεζας να συναινέσουν στην εξάλειψη της βαρύνουσας το ακίνητό της υποθήκης και ειδικότερα των εξόδων για τη σύνταξη, κατάθεση, επίδοση, συζήτηση και τέλη των αναφερόμενων στην ένδικη αγωγή της προηγούμενων αγωγών, κλήσεων και εφέσεών της, επί των οποίων εκδόθηκαν οι αναφερόμενες επίσης στην ένδικη αγωγή της αποφάσεις.
Με την πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε ως αόριστη η παραπάνω αξίωση της αναιρεσείουσας, καθόσον, όπως στην απόφαση αυτή αναφέρεται, "ουδόλως εξειδικεύεται στην ένδικη αγωγή σε τι συνίσταται το κάθε αιτούμενο ποσό, ήτοι ποιο ποσό δαπάνησε η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) ξεχωριστά για κάθε δικαστική ή εξώδικη ενέργεια...".
Σε σχέση με την ίδια αξίωση το Εφετείο έκρινε με την υπ' αριθ. 1038/2009 απόφασή του ότι δεν είναι μεν νόμιμη, αφού τα έξοδα για τη διεξαγωγή προηγούμενων δικών δεν επιδικάζονται στη συνέχεια ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, αλλά η επιδίκασή τους γίνεται μόνον κατά τα οριζόμενα στον ΚΠολΔ από το δικαστήριο που έκρινε τις σχετικές μ' αυτά αγωγές ή εφέσεις, όμως επικύρωσε τελικώς και ως προς την αξίωση αυτή την πρωτόδικη απόφαση που την είχε απορρίψει ως αόριστη, καθόσον η απόρριψη της ίδιας αξίωσης ως μη νόμιμης από το Εφετείο θα καθιστούσε κατά το άρθρ. 536§1 ΚΠολΔ ανεπίτρεπτα και πάλι δυσμενέστερη τη θέση της αναιρεσείουσας ως εκκαλούσας.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες στην υπ' αριθ. 1038/2009 απόφασή του πλημμέλειες από τους αριθμούς 14 και 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, πολύ περισσότερο, μάλιστα, που σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ένδικη αγωγή έγινε στις σχετικές δίκες εκκαθάριση και κατανομή των αντίστοιχων δικαστικών εξόδων, είναι δε αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με το τέταρτο μέρος του δεύτερου των κύριων λόγων της αίτησης αναίρεσης, καθώς και με το τρίτο μέρος του τέταρτου των πρόσθετων λόγων της και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί κατά τα αντίστοιχα μέρη τους.
Κατά παραδοχή, συνεπώς, του πρώτου των κύριων λόγων της αίτησης αναίρεσης ως προς την αποδιδόμενη μ' αυτόν πρώτη αιτίαση κατά της υπ' αριθ. 5622/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και κατά παραδοχή του δεύτερου μέρους του δεύτερου των πρόσθετων λόγων της ίδιας αίτησης κατά της αυτής εφετειακής απόφασης, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να γίνει αντίστοιχα δεκτή και να αναιρεθεί η ως άνω εφετειακή απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε στην ουσία την από 8.4.2008 έφεση και τους αρχικούς από 10.9.2008 πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας σε σχέση με την πρώτη των αγωγικών αξιώσεών της, που αφορά την επιδίκαση σ' αυτή χρηματικής ικανοποίησης 100.000 ευρώ λόγω της ηθικής βλάβης της από την άρνηση της αναιρεσίβλητης και προηγουμένως της δανείστριας τράπεζας να συναινέσουν στην εξάλειψη της βαρύνουσας το ακίνητό της υποθήκης, στη βάση όμως ειδικότερα όχι της συμψηφιστικής απόσβεσης της οφειλής της, αλλά σ' αυτή της άρνησης της δανείστριας τράπεζας να λάβει από την αναιρεσείουσα προς πλήρη εξόφληση του δανείου ήδη το Μάϊο του 1985 το πράγματι οφειλόμενο τότε και προσφερόμενο απ' αυτή ποσό των 57.903 δραχμών, ενώ κατά παραδοχή του δεύτερου των κύριων λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, καθώς και των τρίτου και τέταρτου κατά το πρώτο αυτού μέρος των πρόσθετων λόγων αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 1038/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να γίνει και πάλι αντίστοιχα δεκτή και να αναιρεθεί η εφετειακή αυτή απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε στην ουσία την από 8.4.2008 έφεση και τους αρχικούς από 10.9.2008 πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας σε σχέση με την δεύτερη και την τρίτη των αγωγικών αξιώσεών της, που αφορούν την επιδίκαση σ' αυτή χρηματικής ικανοποίησης αφενός μεν 120.000 ευρώ λόγω της ηθικής βλάβης της από τις συκοφαντικές σε βάρος της αναφορές της αναιρεσίβλητης και παλαιότερα της δανείστριας τράπεζας, αφετέρου δε 100.000 ευρώ λόγω της ηθικής βλάβης της από την αναγκαστική εμπλοκή της στο δικαστικό αγώνα με την αντίδικό της και τη δανείστρια τράπεζα.
Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος των προσβαλλόμενων αποφάσεων στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε τις αποφάσεις αυτές, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν τις εν λόγω αποφάσεις και το οποίο Δικαστήριο θα κρίνει αν ως προς την πρώτη ειδικότερα των αγωγικών αξιώσεων υπάρχει ενδεχομένως δέσμευση από το δεδικασμένο της υπ' αριθ. 8119/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ενώ η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε κατά ένα μέρος πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 178§1, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 5622/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που απέρριψε στην ουσία την από 8.4.2008 έφεση και τους αρχικούς από 10.9.2008 πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας σε σχέση με την πρώτη των αγωγικών αξιώσεών της, κατά τη βάση ειδικότερα που αναφέρεται στο σκεπτικό, καθώς και την υπ' αριθ. 1038/2009 απόφαση του ίδιου Εφετείου κατά το μέρος που απέρριψε την ως άνω έφεση και τους αυτούς πρόσθετους λόγους έφεσης σε σχέση με τις αναφερόμενες στο σκεπτικό δεύτερη και την τρίτη των αγωγικών αξιώσεών της.
Παραπέμπει για περαιτέρω εκδίκαση την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος των παραπάνω αποφάσεων στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε τις αποφάσεις αυτές, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν τις εν λόγω αποφάσεις.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ