Supreme Court allows appeal against pension calculation, ruling productivity bonus is not regular salary.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's final decision regarding the calculation of the deceased employee's lump-sum pension. The appellant argued that a productivity bonus received by the employee should be included in regular salary for pension purposes, while the lower court had excluded it. The Court ruled that the bonus was a conditional incentive tied to productivity targets and not a regular salary component, thus overturning the lower court's exclusion.
Legislator headnote
AI generatedArt. 18 para. 5 of Law 2150/1993; Art. 3 of Law 2112/1920: A productivity bonus granted to public sector employees under specific conditions and as a conditional incentive does not constitute regular salary and must be excluded from the calculation of the lump-sum pension.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2027 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2027/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων, (Ο.Γ.Α.)", ο οποίος εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ράπτη, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χατζόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/12/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2031/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2313/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/9/2002 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 10/10/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για το παραδεκτό της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως προσκομίζεται η 960/2002 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που αναφέρεται και στους δύο λόγους αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 2298/1995, όπως οι παρ. 1 και 2 αντικαταστάθηκαν αντίστοιχα με τα άρθρα 28 παρ. 3 του ν. 2579/1998 ( η παρ.1) και 42 του ν. 2721/1999 ( η παρ. 2).
Mε το άρθρο 18 παρ. 5 του ν. 2150/1993 "Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και άλλες διατάξεις" ορίζονται τα εξής : Από το παρακρατούμενο βάσει της κείμενης νομοθεσίας κατά περίπτωση ποσό, από τη βεβαίωση και είσπραξη των υπέρ τρίτων εσόδων για την κάλυψη των συναφών δαπανών του ΙΚΑ, διατίθεται από 1-7-1993 μέρος για την παροχή κινήτρων στους διοικητικούς και υγειονομικούς υπαλλήλους του ΙΚΑ με άμεσο στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας.
Με απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από πρόταση του Δ.Σ. του ΙΚΑ καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και το ποσοστό απόδοσης σαν οικονομικού κινήτρου, καθώς επίσης και ο τρόπος ελέγχου και διασφάλισης των προσδοκομένων αποτελεσμάτων".
Σε εκτέλεση της διάταξης αυτής εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 4144/12-8-1993, 1788/18-3-1994 και 1784/29-3-1995 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Με τις αποφάσεις αυτές καθορίσθηκαν λεπτομερώς, το ποσοστό απόδοσης από τα υπέρ τρίτων έσοδα του ΙΚΑ και ο τρόπος υπολογισμού του μηνιαίου ποσού κατά υπάλληλο με βάση μαθηματικό τύπο και προσδιορίσθηκε ο έλεγχος του αποτελέσματος παραγωγικότας και συμμετοχής κάθε εργαζομένου.
Το παραπάνω επίδομα, όπως έχει θεσμοθετηθεί με την προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 5 του ν. 2150/1993, χορηγήθηκε δυνάμει του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 2335/1995 και στους διοικητικούς και υγειονομικούς υπαλλήλους των ασφαλιστικών οργανισμών, του ΟΓΑ και του Κέντρου Ηλεκτρονικών υπολογιστών Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΚΗΥΚΥ) αρμοδιότητας Υπουργείου Υγείας Προνοίας και Κοινωνικών ασφαλίσεων.
Και στην περίπτωση αυτή η δαπάνη βαρύνει τους προϋπολογισμούς των εν λόγω ασφαλιστικών Οργανισμών και τα ποσά των δικαιούχων ορίζονται στο ίδιο ύψος με εκείνα των υπαλλήλων του ΙΚΑ, όπως αυτά καθορίζονται κάθε φορά με την κοινή απόφαση που προβλέπεται από τις παραπάνω διατάξεις. Όπως προκύπτει από τις παραπάνω αποφάσεις το οικονομικό κίνητρο δεν χορηγήθηκε σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους του ΙΚΑ και συνεπώς και του ΟΓΑ ως σταθερό και πάγιο επίδομα που αυξάνει τους μισθούς τους, αλλά σε εκείνους μόνο οι οποίοι εντάχθηκαν στην προγραμματισμένη προσπάθεια αύξησης της παραγωγικότητας και εφόσον έχει επιτευχθεί το από πριν προσδιορισμένο ποσοστό αύξησης εντός του νομίμου ωραρίου τους και όχι με υπερωριακή απασχόληση.
Ενόψει δε του σκοπού και των προϋποθέσεων κάτω από τις οποίες χορηγείται το εν λόγω επίδομα δεν συγκαταλέγεται τούτο στις τακτικές αποδοχές του υπαλλήλου, ούτε είναι επιτρεπτή η μετεξέλιξη αυτού σε τακτική αποδοχή και όταν χορηγείται τακτικώς και μονίμως, χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων που επιβάλλει ο νόμος για τη χορήγησή του, δεδομένου ότι στο δημόσιο τομέα και στο χώρο των ΝΠΔΔ οι παροχές των υπαλλήλων καθορίζονται δια κανόνων δημοσίου δικαίου και δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγματεύσεων, ούτε ακόμη υπήρχε δυνατότητα οικειοθελούς παροχής, πολύ δε περισσότερο δεν ήταν δυνατό η αυθαίρετη και παράνομη, λόγω μη τηρήσεως των οριζόμενων στο νόμο προϋποθέσεων, παροχή του επιδόματος τούτου, να μεταβάλει τον χαρακτήρα του σε τακτική παροχή.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος προσελήφθη από τον αναιρεσείοντα Οργανισμό στις 22-5-1968, ως τακτικός διοικητικός υπάλληλος και στις 2-1-1997 αποχώρησε από την υπηρεσία, λόγω συνταξιοδοτήσεως. Αυτός (αναιρεσίβλητος) λάμβανε σταθερά και μόνιμα το προβλεπόμενο οικονομικό κίνητρο, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 2335/1995, που χορηγήθηκε στους τακτικούς υπαλλήλους του αναιρεσείοντος για την αύξηση της παραγωγικότητας, από την 1-1-1996, ημέρα ενάρξεως της χορηγήσεώς του στους υπαλλήλους του, μέχρι το χρόνο αποχωρήσεώς του, λόγω συνταξιοδοτήσεώς του στις 2-1-1997, χωρίς προηγούμενη διαπίστωση της αποδοτικότητάς του.
Το επίδομα αυτό (παραγωγικότητας) μετεξελίχθηκε σε αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας των διοικητικών υπαλλήλων του αναιρεσείοντος, ανεξαρτήτως της αποδόσεώς τους και υπ΄ αυτήν την έννοια αποτελεί μέρος των τακτικών αποδοχών τους κατά το άρθρο 3 του ν. 2112/1920. Επομένως, το επίδομα αυτό πρέπει να υπολογισθεί στις τακτικές αποδοχές του αναιρεσείοντος προς προσδιορισμό της νόμιμης εφάπαξ αποζημιώσεώς του.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις και επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2313/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε επτακόσια είκοσι (720) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ