Legislator Case Law & Legislation
2026/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on false accusation charges due to inadmissible res judicata and erroneous third-party interpretation.

Case Number 2026/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for false accusation. The court ruled that the res judicata objection was inadmissible because it was not raised during the original trial, and the claim regarding the misinterpretation of 'third parties' under the Penal Code was legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the costs of the proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Art. 229 para. 1 Penal Code; Art. 585 Criminal Procedure Code: A res judicata objection raised for the first time on appeal is inadmissible if not presented to the court of first instance, and the definition of 'third parties' in the Penal Code includes any person who acquired knowledge of the alleged offense, not only specific judicial officers.

Keywords

AI generated
false accusation res judicata inadmissible objection third parties criminal appeal costs of proceedings penal code

Cited Legislation

AI generated
Art. 229 para. 1 of the Penal Code
Art. 473 para. 2 and 3 of the Criminal Procedure Code
Art. 474 para. 1 and 2 of the Criminal Procedure Code
Art. 585 of the Criminal Procedure Code
Art. 510 para. 1 letter E of the Criminal Procedure Code
Art. 363 and 362 of the Penal Code
Art. 583 para. 1 of the Criminal Procedure Code
Art. 176 and 183 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
Case of the Cathedral of Thera against the accused, 24/09/2011
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2026 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2026/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευαγγελία Ζαχαρή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Φ. Π. του Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βασίλειο Δημακόπουλο και Μενέλαο Μαρτινόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 475/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1. Ε. Ο. του Γ., κάτοικο ... και 2. Ε. Β. του Ν., κάτοικο ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοδόσιο Βονόρτα.

Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 1 Ιουνίου 2018 αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 4 Ιουνίου 2018, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 5938/4-6-2018 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 781/2018.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη υπ' αριθμό πρωτ. 5938/2018 από 01-06-2018 αίτηση - δήλωση αναίρεσης του Φ. Π. του Τ. Α., κατοίκου ..., που ασκήθηκε με επιδοθείσα την 4-6-2018 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δήλωση αυτού, στην οποία διατυπώνονται οι λόγοι για τους οποίους υποβάλλεται, στρεφόμενη κατά της υπ' αριθμό 475/2018 καταδικαστικής δευτεροβάθμιας απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 9 του Ν. 969/1979 στις 18-05-2018, έχει κατατεθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2 και 3, 474 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ). Επομένως έχει ασκηθεί παραδεκτά και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των αναιρετικών λόγων που προβάλλονται με αυτή.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, με την προβλεπόμενη σ` αυτή ποινή τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι` αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι` αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της υπ' αυτής προβλεπόμενης ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μήνυσης ή ανακοίνωσης να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού.

Το έγκλημα είναι τελειωμένο μόλις περιέλθει η μήνυση ή η έγκληση στην αρχή ή γίνει ανακοίνωση σ' αυτήν, ανεξάρτητα, αν στη συνέχεια ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη κατά του μηνυομένου - εγκαλουμένου. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη) το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον.

Ως, γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρόν ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.

Για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη, ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚποινΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ` αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός, αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως τη γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπό επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.

Το τελευταίο συμβαίνει και στα παραπάνω εγκλήματα, της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, που προβλέπονται από τα άνω άρθρα 229 § 1 και 363-362 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης των οποίων απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει, στη μεν πρώτη περίπτωση, τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής και το σκοπό να προκληθεί δίωξη του παθόντος, στη δε δεύτερη περίπτωση τη γνώση του δράστη, με την έννοια της πλήρους βεβαιότητας, ότι το γεγονός είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και τη θέληση αυτού να ισχυριστεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό.

Η ύπαρξη τέτοιου δόλου, καθώς και του σκοπού, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν, ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης και του σκοπού, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας.

Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών.

Όμως, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η λανθασμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης της απόφασης, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, με το πρόσχημα και την πρόφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η σχετική με τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Ε του ΚποινΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει, όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 475/2018 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που την εξέδωσε, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή, δεχόμενο ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από συνεκτίμηση των αναφερόμενων εκεί κατ' είδος αποδεικτικών μέσων [ανώμοτων καταθέσεων των πολιτικώς εναγουσών, ενόρκων καταθέσεων μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, αναγνωσθέντων εγγράφων], τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο δικαιοπάροχος των πολιτικώς εναγουσών, αδελφός της πρώτης και σύζυγος της δευτέρας Π.

Ο., [και ήδη αποβιώσας], όσο ήταν εν ζωή και δη στις 5.11.1999, 25.11.2001, 6.11.2002 και 25.11.2001 κατήρτισε με την ... που είναι νομικό πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον πληρεξούσιο της Ν. Κ., αντιστοίχως τρείς έγγραφες και μια προφορική σύμβαση έργου, δυνάμει των οποίων ανέλαβε, έναντι αμοιβής, την εκτέλεση των ακόλουθων έργων επί ακινήτου κυριότητας της ανωτέρω Επισκοπής, που βρίσκεται στην συνοικία Καθολικών του οικισμού Φηρών της νήσου Θήρας α] την με δικά του υλικά, μηχανήματα και εργατοτεχνικό προσωπικό αποπεράτωση των εσκαφών, σκυροδεμάτων, επιχώσεων, κτισιμάτων, που αφορούσαν στην ανακατασκευή του πρώτου ορόφου προϋφισταμένου επί του ανωτέρω ακινήτου κτιρίου όπου θα στεγάζονταν η κατοικία των ιερέων καθώς και την αποπεράτωση των χονδροκατασκευών επί του ως άνω ακινήτου προϋφισταμένου κτιρίου της πρώην Μονής ..., β] την με δικά του υλικά, μηχανήματα και εργατοτεχνικό προσωπικό εκτέλεση των χονδροκατασκευών των επί του ως άνω ακινήτου προϋφιστάμενων κτιρίων και δη του εστιατορίου, της ενίσχυσης και επισκευής του ισογείου και της ανακατασκευής τόσο του πρώτου ορόφου του κτιρίου ...

και του Ιατρείου, γ] την κατασκευή της οροφής του κτιρίου του μαγειρείου με 'μεταλλοκατασκευή' σε αντικατάσταση του οπλισμένου σκυροδέματος και δ] στην κατασκευή εντός του ανωτέρω ακινήτου νέου κτιρίου προς στέγαση του Γηροκομείου. Προ της ανάθεσης των ανωτέρω εργασιών είχε ανατεθεί από την κυρία του έργου η σύνταξη και η εκπόνηση τεχνικών μελετών στο εδρεύον στη Σαντορίνη τεχνικό γραφείο με τον τίτλο ..., στο οποίο συμμετείχαν οι Αρχιτέκτονες Μηχανικοί Σ.

Ν. και Σ. Π.. Για την εκτέλεση του ανωτέρω έργου είχαν εκδοθεί από την Πολεοδομία Θήρας οι με αριθμούς 50/17.3.1997 και 51/9.7.1994 οικοδομικές άδειες, ενώ από την Επισκοπή ανατέθηκαν Καθήκοντα Γενικού Επιβλέποντος των υπό εκτέλεση έργων στον Ά. Δ.. Στην πορεία της εκτέλεσης των ανωτέρω εργασιών και δη σ' αυτό των γενικών εσκαφών για τη θεμελίωση των παραπάνω κτιρίων ανευρέθησαν στο υπέδαφος πολλά υπόσκαφα, τα οποία αποτελούσαν κατάλοιπα κτιρίων που είχαν καταστραφεί κατά τους σεισμούς της Σαντορίνης του έτους 1956, και συγχρόνως εντοπίσθηκε ένα μεγάλο ρήγμα, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτη η εφαρμογή των εγκεκριμένων αρχιτεκτονικών και στατικών μελετών και να παρίσταται ως αναγκαία η τροποποίηση των αρχικών μελετών που είχαν εκπονηθεί και η πραγματοποίηση εσκαφών σε μεγαλύτερο βάθος για την αναζήτηση συμπαγούς εδάφους κατάλληλου προς ασφαλή θεμελίωση.

Σημειώνεται ότι μετά τον επισυμβάντα θάνατο του εργολάβου Π. Ο. στις 20.8.2008, τον οποίο κληρονόμησαν ως μόνες εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι του οι πολιτικώς ενάγουσες, άρχισε η αντιδικία μεταξύ, των τελευταίων και της Επισκοπής και ειδικότερα οι μεν πρώτες με την από 2.10.2007 και με αρ. εκθ. κατ. 109/12.10.2007 ασκηθείσα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου αγωγή ζήτησαν να υποχρεωθεί η Επισκοπή να της καταβάλει ισομερώς το ποσό των 230.324,43 ευρώ, ως αμοιβή του δικαιοπαρόχου τους για την εκτέλεση μέρους των εργασιών για τις οποίες είχε συνταχθεί ο όγδοος λογαριασμός καθώς και για την εκτέλεση των εργασιών που είχαν λάβει χώρα έως τον Μάρτιο του 2005 για τις οποίες είχε συνταχθεί ο ένατος λογαριασμός, ενώ η Επισκοπή με την από 16.2.2008 δια αυτοτελούς δικογράφου ασκηθείσα ανταγωγή και με την ασκηθείσα δια των προτάσεων ανταγωγή την οποία επανέφερε εκ νέου προς συζήτηση με την από 17.9.2010 αρ εκθ κατ 114/2010 κλήση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου ζήτησε την λόγω καθυστέρησης παράδοσης [εκτός των συμφωνηθεισών προθεσμιών] του έργου να καταπέσει η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα.

Κατά τη συζήτηση των ανωτέρω δικογράφων οι πολιτικώς ενάγουσες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν τις ακόλουθες συνταχθείσες ενώπιον Συμβολαιογράφου ένορκες βεβαιώσεις. Ειδικότερα Α] η Σ. Ν. και Σ. Π. στην Αθήνα στις 4.2.2008 έδωσαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ό. Α. τις με αριθμούς 1771 και 1770/4.2.2008 αντίστοιχα ένορκες βεβαιώσεις, προκειμένου αυτές να χρησιμοποιηθούν κατά τη δικάσιμο της 18ης Σεπτεμβρίου 2008, κατά την οποία συζητήθηκαν συνεκδικαζόμενες [εκδοθείσης της υπ' αρ. 4/2009 απόφασης] η από 2.10.2007 προαναφερθείσα αγωγή των ήδη πολιτικώς εναγουσών [η οποία έγινε εν μέρει δεκτή και υποχρεώθηκε η ...

να καταβάλει ισομερώς το ποσό των 275.478,55 ευρώ ως αμοιβή του εργολάβου Π. Ο.], η από 16.2.2008 προαναφερθείσα δι' αυτοτελούς δικογράφου ανταγωγή της Επισκοπής [που απερρίφθη κατ' ουσίαν] και η δια των προτάσεων προαναφερθείσα ανταγωγή της Επισκοπής [που απερρίφθη ως απαράδεκτη], οι οποίες [βεβαιώσεις] κατά το μέρος που ενδιαφέρουν στην προκειμένη περίπτωση έχουν το ακόλουθο ταυτόσημο περιεχόμενο Η οικοδομική άδεια με αριθμό 50/1997 είχε αναθεωρηθεί και βρισκόταν σε ισχύ, επειδή, όμως, είχαν γίνει σοβαρές αλλαγές, έπρεπε για λόγους που επιβάλλονται από το άρθρο 22 του ΓΟΚ να αναθεωρηθεί, έτσι είχαν κατατεθεί στην πολεοδομία τα απαραίτητα δικαιολογητικά για την αναθεώρηση αυτή, αφού το μόνο που είχε να κάνει η Επισκοπή ήταν να καταθέσει στην Εθνική Τράπεζα τις σχετικές αμοιβές μηχανικών και δαπανών έκδοσης οικοδομικής άδειας, για να γίνει δεκτή η προώθηση του φακέλου της μελέτης προς έλεγχο και έγκριση, η κατάθεση, όμως, των χρημάτων από την ...

δεν έγινε ποτέ, γι' αυτό και δεν προχώρησε η αναθεώρηση, με το μόνο επιπλέον στη βεβαίωση του Π. ....ότι η ... παρά τις δικές μου επισημάνσεις αλλά και της Σ. Ν. δεν έχει ενδιαφερθεί γι' αυτήν την αναθεώρηση..... και έτσι το έργο έχει σταματήσει με δική της πρωτοβουλία, χωρίς να προβεί σε καμία ενημέρωση στους μελετητές και επιβλέποντες το έργο.....

Β] η Σ. Ν., ο Σ. Π. και ο Ά. Δ. ... στις 16.5.2011 έδωσαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θήρας Χ. Β.-Γ. τις με αριθμούς 391/2011, 390/2011 και 392/2011 αντίστοιχα ένορκες βεβαιώσεις, προκειμένου αυτές να χρησιμοποιηθούν κατά τη δικάσιμο της 10ης Μαΐου 2012 κατά τη συζήτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου της επαναφερθείσης με την με αρ κατ 114/2010 κλήση της Καθολικής Επισκοπής Θήρας δια των προτάσεων ασκηθείσης και απορριφθείσης με την υπ' αρ 4/2009 απόφαση ανταγωγής, το περιεχόμενο των οποίων [βεβαιώσεων] κατά τα σημεία που εν προκειμένω ενδιαφέρουν και σχετίζονται ουσιαστικά με την ανωτέρω εκδικαζόμενη υπόθεση είναι το ακόλουθο....α. [στην με αριθμό 391 της Ν.].....Ο Επίσκοπος Φ.

Π. και πολύ περισσότερο ο ιερέας Ν. Κ. που ήταν εκπρόσωπος του στο έργο και υπέγραφε όλα τα σχετικά έγγραφα που ήταν απαραίτητα να σταλούν στις σχετικές υπηρεσίες, γνώριζαν ότι στις 27.2.2004 στο Πολεοδομικό Γραφείο Θήρας κατατέθηκαν δυο αιτήσεις για να ξεκινήσει η διαδικασία των αναθεωρήσεων των οικοδομικών αδειών 50/1997 και 51/1997.

Οι αιτήσεις που υπογράφηκαν και πάλι από τον Ιερέα Ν. Κ. έλαβαν τους αριθμούς πρωτ 405 και 406. Και ενώ όλοι οι συντελεστές του έργου περίμεναν να κατατεθούν από την ... τα παράβολα και οι αμοιβές των μηχανικών και οι λοιπές κρατήσεις για να δρομολογηθούν οι διαδικασίες αναθεώρησης, αυτό δεν γίνεται και όλοι, όπως και εμείς οι μηχανικοί, το συνδέουμε με το θέμα των πληρωμών του εργολάβου...

β [στην με αριθμό 390 του Π. ] ..... Όλοι οι αναμεμιγμένοι στο έργο [Επίσκοπος, Ιερέας, Εκκλησιαστικές Επιτροπές], γνώριζαν, ότι οι μηχανικοί που επέβλεπαν τα έργα, έχουν καταθέσει φακέλους για την αναθεώρηση των οικοδομικών αδειών και ότι για να προχωρήσει η διαδικασία της αναθεώρησης πρέπει να καταθέσουν τις αμοιβές μας και τη δαπάνη των φορολογικών.

Ο Επίσκοπος όμως Φ. Π. όχι μόνο δεν έδινε εντολή στον Ιερέα Ν. Κ. να καταθέσει τα αναγκαία χρήματα, τουναντίον αδιαφορούσε .... γ. [στην με αριθμό 392 του Δ.] ..... Μετά την εξάλειψη όλων των απρόβλεπτων δυσχερειών και παραγόντων που εμπόδιζαν την εφαρμογή των μελετών και ύστερα από συνεχείς και πολλαπλές μελέτες που εκπονούσαν οι επιβλέποντες μελέτες, οι εν λόγω μηχανικοί, κατέθεσαν στο Πολεοδομικό Γραφείο Θήρας, τον Φεβρουάριο του 2004 αίτηση, ζητώντας την αναθεώρηση των οικοδομικών αδειών που είχαν εκδοθεί, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, αφού οι οικοδομικές άδειες που αρχικά είχαν εκδοθεί οι 50 και 51/97 βρίσκονταν σε ισχύ .....

Όμως αν και ο επίσκοπος Φ. Π. μαζί με τους συμβούλους του γνώριζαν την αναγκαιότητα της αναθεώρησης των οικοδομικών αδειών αδιαφορούσαν, αποφεύγοντας να κάνουν το αυτονόητο, που ήταν η καταβολή των χρηματικών υποχρεώσεων που είχαν απέναντι στο κράτος και τους μηχανικούς του έργου [αμοιβές, παράβολα κ.λ.π] μέχρι που το έργο σταμάτησε, επειδή η ...

δεν εξοφλούσε τις υποχρεώσεις που είχε απέναντι στον εργολάβο Π. Ο........ Τα κρίσιμα και έχοντα ενδιαφέρον στην προκειμένη υπόθεση θέματα είναι τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά 1) Η κατάθεση ή μη στην Πολεοδομία Θήρας των αναγκαίων δικαιολογητικών για την αναθεώρηση των με αριθμούς 50 και 51/97 αδειών και 2) η αδιαφορία ή μη της Καθολικής Επισκοπής για την πληρωμή των απαιτούμενων παραβόλων για την ολοκλήρωση της διαδικασίας αναθεώρησης.

Επί του πρώτου ζητήματος από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα από το αναγνωσθέν με αρ πρωτ 840/7.4.2009 έγγραφο του Πολεοδομικού Γραφείου Θήρας απεδείχθη ότι στις 27.2.2004 κατατέθηκαν στο τμήμα πρωτοκόλλου της ανωτέρω υπηρεσίας οι με αριθμούς 405 και 406 φάκελοι αναθεώρησης των με αριθμούς 50 και 51/97 οικοδομικών αδειών, οι οποίοι, όμως, δεν είχαν χρεωθεί σε αρμόδιο υπάλληλο.

Σημειώνεται, ότι οι φάκελοι δεν ανευρέθησαν λόγω της επικρατούσης κατά τον ανωτέρω χρόνο αταξίας της Πολεοδομίας, πλην, όμως, αυτό δεν αναιρεί την κατάθεση των σχετικών φακέλων. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι είχαν κατατεθεί μόνο αιτήσεις και όχι σχέδια είναι απορριπτέος διότι κατά τη διάρκεια της διενεργούμενης κατόπιν αιτήσεως της Καθολικής Επισκοπής πραγματογνωμοσύνης από τον πολιτικό μηχανικό Γ.

Κ. επιδείχθησαν στις 20.3.2010 τα αρχιτεκτονικά σχέδια του τροποποιημένου έργου σε διαφάνειες που συμφωνούσαν με τις υπάρχουσες κατασκευές ενώ έτι περαιτέρω, αφενός μεν κατά τα κοινώς γνωστά τα μεν Πολεοδομικά Γραφεία δεν παραλαμβάνουν μόνο απλές αιτήσεις αναθεώρησης αδειών χωρίς σχέδια, και αφετέρου ήταν αδύνατη η κατά 97% κατασκευή του όλου έργου που πραγματοποιήθηκε μετά τις τροποποιήσεις που ανέκυψαν λόγω υπόσκαφων και ρηγμάτων, χωρίς την ύπαρξη σχεδίων.

Ακολούθως επί του δευτέρου ζητήματος απεδείχθη ότι η Καθολική Επισκοπή δια του νυν κατηγορουμένου ενημερώθηκε ότι απαιτείται για την ολοκλήρωση των αδειών αναθεώρησης η καταβολή των σχετικών δαπανών, πλην, όμως η Επισκοπή δεν προέβη στη σχετική ενέργεια. Μετά ταύτα είναι αληθή τα γεγονότα που αναφέρονται στις με αριθμούς 1771 και 1770/4.2.2008 δοθείσες στην Αθήνα στις 4.2.2008 ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ό.

Α. αντίστοιχα ένορκες βεβαιώσεις, των μαρτύρων Σ. Ν. και του Σ. Π., καθώς στις με αριθμούς 391/2011, 390/2011 και 392/2011 δοθείσες στις 16.5.2011 ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θήρας Χ. Β.-Γ. ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Σ. Ν., Σ. Π. και Α. Δ.. Υπό τα ανωτέρω κρίνεται ότι δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση της ψευδορκίας μάρτυρος, οπότε δεν στοιχειοθετείται και η ηθική αυτουργία των νυν εγκαλουσών στην ανωτέρω μη τελεσθείσα πράξη.

Σημειώνεται δε ότι ομοίως κρίθηκε με την με αριθμό 128/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου [Πλημ/των] Αιγαίου δυνάμει της οποίας οι ανωτέρω ενόρκως βεβαιώσαντες μάρτυρες αθωώθηκαν για την κατηγορία της ψευδορκίας μάρτυρος, που φέρονταν ότι τέλεσαν στους ανωτέρω τόπους και χρόνους και υπό τα ίδια με τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, λόγω μη πλήρωσης της αντικειμενικής υπόστασης του ανωτέρω αδικήματος, όπως επίσης αθωώθηκαν οι νυν εγκαλούσες για την ηθική αυτουργία στην ανωτέρω κατά συρροή πράξη.

Περαιτέρω απεδείχθη ότι οι νυν εγκαλούσες σε αντίκρουση της από 16.2.2008 δια αυτοτελούς δικογράφου ασκηθείσης ανταγωγής της Καθολικής Επισκοπής με αίτημα την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας λόγω της υπαίτιας από τον εργολάβο Π. Ο. καθυστέρησης του έργου, που συζητήθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου στις 18.9.2008 αρνούμενες αιτιολογημένα αυτήν υποστήριξαν ότι οι επιβλέποντες μηχανικοί προέβησαν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες ώστε να αναθεωρηθούν οι αρχικές άδειες καθώς και ότι η αναθεώρηση δεν έγινε διότι ο νυν κατηγορούμενος Επίσκοπος Φ.

Π. δεν κατέβαλε τα απαιτούμενα για την πληρωμή των παραβόλων και της αμοιβής των μηχανικών χρηματικά ποσά, σε επίρρωση δε αυτών προσκόμισαν και τις με αριθμούς 1771 και 1770/4.2.2008 ένορκες βεβαιώσεις αντιστοίχως της Σ. Ν. και του Σ. Π.. Τα ανωτέρω επικαλούμενα από τις νυν εγκαλούσες προς απόκρουση της ανταγωγής γεγονότα δεν αποτελούν ισχυρισμό και συνεπώς δεν μπορούν να οδηγήσουν στην πραγμάτωση του εγκλήματος της απάτης σε δικαστήριο, και μετά ταύτα οι νυν εγκαλούσες δεν τέλεσαν την εν λόγω πράξη και δη στην επιβαρυντική της μορφή, ήτοι εξαπάτηση με σκοπό να αποκομίσουν όφελος άνω των 120.000 ευρώ.

Επισημαίνεται ότι στην ίδια κρίση κατέληξε και το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου το οποίο με το υπ' αρ 35/2015 βούλευμα απεφάνθη ότι δεν πρέπει να παραπεμφθούν στο ακροατήριο οι νυν εγκαλούσες για την ανωτέρω όμοια κατά το χρόνο και τόπο τέλεσης και υπό τα ίδια περιστατικά πράξη. Περαιτέρω ως προς την πρώτη αποδιδόμενη στον παρόντα κατηγορούμενο πράξη της ψευδούς καταμήνυσης που φέρεται ότι τέλεσε σε βάρος εκάστης των νυν εγκαλουσών α.

καταμηνύοντας αυτές για ηθική αυτουργία στην πράξη της ψευδορκίας των ενόρκων βεβαιωσάντων μαρτύρων Σ. Ν., Σ. Π. και Α. Δ., που έλαβαν κατά την έγκληση με την δόση των προαναφερόμενων για έκαστο εξ αυτών ένορκης βεβαίωσης και β. καταμηνύοντας αυτές για την πράξη της κακουργηματικής απάτης επί Δικαστηρίω με την προσκόμιση των ανωτέρω αναφερόμενων ενδίκων ενόρκων βεβαιώσεων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: 1.

Ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της Καθολικής Επισκοπής Θήρας καταμήνυσε τις νυν εγκαλούσες με την υποβληθείσα ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών από 3.10.2011 μήνυσή του για την τέλεση των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων, η δε καταμήνυσή του ήταν ψευδής κατά τα προαναφερόμενα και 2.

Κατά το χρόνο της καταμήνυσης γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι το περιεχόμενο των ανωτέρω καταγγελλόμενων ήταν αναληθές, και ενήργησε έτσι με σκοπό να προκαλέσει την κίνηση ποινικών διώξεων σε βάρος των νυν εγκαλουσών. Ειδικότερα η γνώση του κατηγορουμένου περί της ψευδούς καταμήνυσης αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οι εγκαλούσες μη έχουσες την ιδιότητα του μηχανικού και μη έχοντας οποιαδήποτε γνώση περί του έργου που εκτελούσε ο αδελφός της πρώτης και σύζυγος της δευτέρας, πολλώ δε μάλλον μη έχουσες γνώση για τις τεχνικές λεπτομέρειες αυτού, δεν γνώριζαν τα ανωτέρω ειδικά θέματα και δεν μπορούσαν επομένως, να πείσουν με πειθώ και φορτικότητα τους ενόρκως βεβαιώσαντες μηχανικούς να καταθέσουν ψευδώς, για θέματα που αυτές αγνοούσαν.

Γνώριζε δηλ. ο κατηγορούμενος ότι οι νυν εγκαλούσες απευθύνθηκαν απλώς στους μηχανικούς για το ζήτημα της αναθεώρησης των αδειών, που πρωτίστως αφορούσε τους ιδίους ενόψει και των σχετικών με αυτό αντιδικιών που είχαν με την Καθολική Επισκοπή, καθώς και ότι το ζήτημα της αναθεώρησης των αδειών δεν αποτελούσε αγωγικό ισχυρισμό των εγκαλουσών αλλά άρνηση στην ανταγωγή της Επισκοπής.

Ο επικαλούμενος από τον κατηγορούμενο ισχυρισμός, ότι η υποβολή της μήνυσής του κατά των νυν εγκαλουσών έγινε κατά παρότρυνση των δικηγόρων που επιμελούνταν της πολιτικής δίκης, κρίνεται απορριπτέος και δεν μπορεί να άρει το δόλο του, καθ' όσον λόγω του μορφωτικού του επιπέδου και του ρόλου ευθύνης που διαδραματίζει στο χώρο των Ελλήνων Καθολικών, με μια απλή μόνο ανάγνωση της υποβληθείσας μήνυσης ήταν σε θέση να αντιληφθεί το καταφανώς ψευδές των αναγραφόμενων σ' αυτήν.

Επίσης, απεδείχθη ότι με τα ανωτέρω εν γνώσει της αναληθείας ψευδή γεγονότα που αναγράφονται στην έγκληση του κατηγορουμένου και τα οποία περιήλθαν σε γνώση των γραμματέων, εισαγγελέων και δικαστών που επιμελήθηκαν αυτής, με πρόθεση έβλαψε την τιμή και την υπόληψη των εγκαλουσών.". Ακολούθως με τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές παραδοχές, το Εφετείο, με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, επί λέξει, για το ότι "Στην Αθήνα, στις 4/10/11, με περισσότερες πράξεις τέλεσε πολλά αδικήματα, τα οποία προβλέπονται από το νόμο και τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές και συγκεκριμένα: 1) στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, εν γνώσει καταμήνυσε άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν.

Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ως νόμιμος εκπρόσωπος της Καθολικής επισκοπής Θήρας, εν γνώσει, εγκάλεσε ψευδώς ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την από 24/9/11 έγκλησή του, η οποία έλαβε Α.Β.Μ.: Β11/4497, τις εγκαλούσες, Ε. Ο... Γ., κάτοικο ... και Ε. Β... Ν., κάτοικο ..., ότι: α) στην Αθήνα, τέλεσαν το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα των:

Σ.- Ν... Ν., κάτοικο Ημεροβιγλίου Θήρας Κυκλάδων και Σ. Π... Ε., κάτοικο ..., κατά την κατάθεσή τους στις υπ' αριθ. 1771 και 1770 από 4/2/08, αντίστοιχα, ένορκες βεβαιώσεις τους ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Ό. Α... του Π., β) στη Θήρα Κυκλάδων, στις 16/5/11, τέλεσαν το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα των:

Σ. Ν... Ν., Σ. Π... Ε. και Ά. Δ..., Ν., κάτοικο ..., κατά την κατάθεσή τους στις υπ' αριθ. 391 από 16/5/11, 390 από 16/5/11 και 392 από 16/5/11, αντίστοιχα, ένορκες βεβαιώσεις τους ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θήρας Κυκλάδων Χ. Β...-Γ... και γ..., στις 18.9.08 τέλεσαν το αδίκημα της απάτης σε δικαστήριο με επιδιωχθέν όφελος και προξενηθείσα ζημία, που υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000 €).

Τα ανωτέρω όμως γεγονότα, για τα οποία κατέθεσε ο κατηγορούμενος την από 24/9/11 έγκλησή του, ήταν ψευδή, καθώς ουδέποτε οι εγκαλούσες προέβησαν στην τέλεση των ανωτέρω πράξεων, ο δε κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές των γεγονότων, για τα οποία υπέβαλε την έγκληση, ενώ σκοπός του ήταν να προκαλέσει, με την ανωτέρω ψευδή έγκληση, την καταδίωξη των εγκαλουσών, για τις φερόμενες σε αυτήν τελούμενες πράξεις. 2) Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ισχυρίστηκε ψευδώς, ενώπιον τρίτων, για άλλον γεγονός, που μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του και ο κατηγορούμενος γνώριζε, ότι αυτό είναι ψευδές.

Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ως νόμιμος εκπρόσωπος της Καθολικής Επισκοπής Θήρας, ισχυρίστηκε ψευδώς, ενώπιον που Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την από 24/9/11 έγκλησή του, ότι οι εγκαλούσες, Ε. Ο... Γ. και Ε. Β... Ν.: α) στην Αθήνα, στις 4/2/08, τέλεσαν το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα των:

Σ. Ν... Ν., κάτοικο Ημεροβιγλίου Θήρας Κυκλάδων και Σ. Π... Ε., κάτοικο ..., κατά την κατάθεσή τους στις υπ' αριθ. 1771 από 4/2/08 και 1770 από 4/2/08, αντίστοιχα, ένορκες βεβαιώσεις τους ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ό. Α... του Π., β) στη Θήρα Κυκλάδων στις 16/5/11, τέλεσαν το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα των:

Σ. Ν... Ν., Σ. Π... Ε. και Ά. Δ... Ν., κάτοικο ..., κατά την κατάθεσή τους στις υπ' αριθ. 391 από 16/5/1 1, 390 από 16/5/11 και 392 από 16/5/11, αντίστοιχα, ένορκες βεβαιώσεις τους ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θήρας Κυκλάδων Χ. Β...-Γ... και γ..., στις 18/9/08, τέλεσαν το αδίκημα της απάτης σε δικαστήριο με επιδιωχθέν όφελος και προξενηθείσα ζημία, που υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000 €), γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη των εγκαλουσών.

Τα ως άνω γεγονότα ήταν ψευδή, καθώς οι εγκαλούσες δεν τέλεσαν τα ανωτέρω αδικήματα, ο δε κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές των γεγονότων, που ισχυρίστηκε.". Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον συνδυασμό των αλληλοσυμπληρούμενων και αποτελούντων ενιαίο σύνολο σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 16, 17, 18 εδ.

β, 26 παρ. 1 εδ. Α, 27, 51, 53, 57, 61, 63, 64, 65, 66, 68, 229 παρ. 1, 363 του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή κατά πλάγιο τρόπο. Άλλωστε, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, έχει διαληφθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση η προσήκουσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τη συνδρομή των αναγκαίων στοιχείων για την κατάφαση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, ενώ αιτιολογείται πλήρως και ο άμεσος δόλος του ιδίου, καθώς και ο σκοπός του, αφού αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι "Κατά το χρόνο της καταμήνυσης γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι το περιεχόμενο των ανωτέρω καταγγελλόμενων ήταν αναληθές, και ενήργησε έτσι με σκοπό να προκαλέσει την κίνηση ποινικών διώξεων σε βάρος των νυν εγκαλουσών.

Ειδικότερα η γνώση του κατηγορουμένου περί της ψευδούς καταμήνυσης αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οι εγκαλούσες μη έχουσες την ιδιότητα του μηχανικού και μη έχοντας οποιαδήποτε γνώση περί του έργου που εκτελούσε ο αδελφός της πρώτης και σύζυγος της δευτέρας, πολλώ δε μάλλον μη έχουσες γνώση για τις τεχνικές λεπτομέρειες αυτού, δεν γνώριζαν τα ανωτέρω ειδικά θέματα και δεν μπορούσαν επομένως, να πείσουν με πειθώ και φορτικότητα τους ενόρκως βεβαιώσαντες μηχανικούς να καταθέσουν ψευδώς, για θέματα που αυτές αγνοούσαν.

Γνώριζε δηλ. ο κατηγορούμενος ότι οι νυν εγκαλούσες απευθύνθηκαν απλώς στους μηχανικούς για το ζήτημα της αναθεώρησης των αδειών, που πρωτίστως αφορούσε τους ιδίους ενόψει και των σχετικών με αυτό αντιδικιών που είχαν με την Καθολική Επισκοπή, καθώς και ότι το ζήτημα της αναθεώρησης των αδειών δεν αποτελούσε αγωγικό ισχυρισμό των εγκαλουσών αλλά άρνηση στην ανταγωγή της Επισκοπής.

Ο επικαλούμενος από τον κατηγορούμενο ισχυρισμός, ότι η υποβολή της μήνυσής του κατά των νυν εγκαλουσών έγινε κατά παρότρυνση των δικηγόρων που επιμελούνταν της πολιτικής δίκης, κρίνεται απορριπτέος και δεν μπορεί να άρει το δόλο του, καθ' όσον λόγω του μορφωτικού του επιπέδου και του ρόλου ευθύνης που διαδραματίζει στο χώρο των Ελλήνων Καθολικών, με μια απλή μόνο ανάγνωση της υποβληθείσας μήνυσης ήταν σε θέση να αντιληφθεί το καταφανώς ψευδές των αναγραφόμενων σ' αυτήν.".

Λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη ότι, η μεν γνώση του αναιρεσείοντος θεμελιώνεται στην προσωπική πεποίθηση και αντίληψη του ιδίου, ο δε πραγματωθείς με την άσκηση των ποινικών διώξεων σκοπός καταδίωξης, που εκδηλώθηκε από αυτόν κατά των πολιτικώς εναγουσών, αναδεικνύεται από την ένταση της μεταξύ αυτών αναπτυχθείσας αντιδικίας, που προκύπτει από το σύνολο των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και των πραγματικών περιστατικών που τις στηρίζουν, η παραπάνω αιτιολογία είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, όσον αφορά τη συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου αμφοτέρων των παραπάνω εγκλημάτων και όσα εκτίθενται περί του αντιθέτου από τον αναιρεσείοντα είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες προβάλλεται η αντίθεση των αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και ο διαμορφωμένος ισχυρισμός ότι, όσα παρατίθενται σ' αυτή, δεν αποτελούν αιτιολόγησή της αλλά αντιφατικές παραδοχές γεγονότων, χωρίς αυτά να προκύπτουν από συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι απαράδεκτες.

Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚποινΔ, λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης και για απόλυτη ακυρότητα, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α'ΚΠοινΔ., λόγω παραβίασης των αρχών της δίκαιης δίκης (άρθρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ) λόγω μη απάντησης στους συναφείς αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, είναι αβάσιμοι.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 ΚΠοινΔ, αν, κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ` αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου.

Περαιτέρω, η από το Σύνταγμα και το νόμο επιβαλλόμενη υποχρέωση του Δικαστηρίου να ερευνήσει και να απαντήσει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή σε ισχυρισμούς που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από τον συνήγορό του και επάγονται το απαράδεκτο της ποινικής δίωξης, ή τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, προϋποθέτει την προβολή των ισχυρισμών αυτών και μάλιστα κατά τρόπο ορισμένο, διότι αλλιώς δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει.

Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 57 παρ. 1 του ΚΠοινΔ για την ύπαρξη δεδικασμένου, που αποτελεί αρνητική δικονομική προϋπόθεση της ποινικής δίκης και επάγεται το απαράδεκτο της ποινικής δίωξης. Ως αυτοτελής ισχυρισμός (ένσταση) ο τελευταίος πρέπει να έχει προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, αλλιώς η προβολή του για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο είναι απαράδεκτη.

Εν προκειμένω, με την ένδικη αίτηση αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του δεδικασμένου [ΚΠοινΔ 510 παρ.1 στοιχ. Στ'] και για απόλυτη ακυρότητα προκαλούμενη από την παραβίαση του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη και την αγνόηση του τεκμηρίου αθωότητας που θεσπίζεται από τις διατάξεις της ΕΣΔΑ [ΚΠοινΔ 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρα 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ], ισχυριζόμενος, ότι η 128/2015 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, η οποία έκρινε σε δεύτερο βαθμό τις κατηγορίες, οι οποίες περιέχονταν στην επίδικη από 24-09-2011 έγκληση της Καθολικής Εκκλησίας Θήρας κατά των ήδη εγκαλουσών, τις απάλλαξε, διαλαμβάνοντας εκεί την σκέψη, ότι "από την ίδια αποδεικτική διαδικασία το δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι η εγκαλούσα έχει καταγγείλει δολίως ή έστω από βαριά αμέλεια τους κατηγορουμένους.

Συνεπώς πρέπει να μην επιβληθούν σε βάρος της τα δικαστικά έξοδα και τέλη". Ανεξάρτητα από την έλλειψη βασιμότητας της παραπάνω αιτίασης για ύπαρξη δεδικασμένου, αφού το άνω Δικαστήριο δεν εξέτασε την ουσία της προκείμενης κατηγορίας, αλλά αποφάνθηκε παρεμπιπτόντως και αυτεπαγγέλτως επί του κεφαλαίου της επιβολής ή μη των δικαστικών εξόδων στη δίκη εκείνη σε βάρος της εγκαλούσας καθολικής Εκκλησίας, εκπρόσωπος της οποίας τύχαινε να είναι ο αναιρεσείων, έχοντας υποχρέωση να διαλάβει σκέψη κατά το άρθρο 585 ΚΠοινΔ και να αποφανθεί και επ' αυτού χωρίς έρευνα της όποιας κατηγορίας με τους όρους και τις εγγυήσεις της διαγνωστικής δίκης, (έλλειψη ταυτότητας αντικειμένου), η σχετική ένσταση περί δεδικασμένου, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα ή το συνήγορό του στο Δικαστήριο της ουσίας, ώστε να κριθεί από αυτό, οπότε προβαλλόμενη το πρώτον κατά την αναιρετική διαδικασία, είναι, κατά τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, αυτή, και κατ' επέκταση ο σχετικός αναιρετικός λόγος, απαράδεκτα.

Τέλος, η αναιρετική αιτίαση, με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ. πλημμέλεια, ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 363 και 362 ΠΚ, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι, κατά την έννοια αυτών, τα δικαστικά πρόσωπα τα οποία έλαβαν γνώση του επίδικου συμβάντος, είναι τρίτοι, είναι αβάσιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα και ορθώς καταδικάστηκε ο αναιρεσείων για συκοφαντική δυσφήμηση, εφόσον στην έννοια του τρίτου, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις, διαλαμβάνεται οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής και οι δικαστές που έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης και γενικώς οποιοσδήποτε άλλος πλην του δυσφημουμένου έλαβε γνώση των ανωτέρω.

Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγουσών που παρέστησαν (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την υπ' αριθμό πρωτ. 5938/4-6-2018 από 01-06-2018 αίτηση - δήλωση αναίρεσης του Φ. Π. του Τ. Α., κατοίκου ..., που στρέφεται κατά της υπ' αριθμό 475/2018 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. -

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παρασταθεισών πολιτικώς εναγουσών, οριζόμενη στο ποσό των πεντακοσίων (500,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ