Supreme Court dismisses appeal on procedural absence and substantive statute of limitations grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, noting the appellant failed to appear or be represented at the hearing. The court found the appeal's first ground invalid due to the appellant's absence and the second ground rejected because the claim fell under a twenty-year limitation period rather than the five-year period for merchants. Consequently, the appeal was rejected and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 1 of the Code of Civil Procedure; Article 251 of the Civil Code: An appeal is inadmissible if the appellant was absent without valid excuse, and a claim for damages from a breach of contract by partners in an informal commercial company is subject to a twenty-year limitation period, not the five-year period for merchants.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2026 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2026/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2 ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καθ' ης η κλήση: Σ. συζ. Γ. Σ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Π. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φιλιππόπουλο, που δήλωσε ότι ανακαλεί την από 16-5-2013 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5685/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 4257/2007 και 7002/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 7-7-2009 αίτησή της, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τις 21-3-2011, οπότε αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 17-10-2011, κατά την οποία ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 11-6-2012 κλήση του αναιρεσιβλήτου για τη δικάσιμο της 12-11-2012, κατά την οποία αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή (20-5-2013) δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος διάβασε την από 11-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από την με αριθμό 9463 β/11-9-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της από 11-6-2012 κλήσης για παράσταση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κατά τη δικάσιμο της 12-11-2012, επιδόθηκε, με φροντίδα του αναιρεσίβλητου, στον Κωνσταντίνο Παπασπύρου, ως πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, αφού είχε υπογράψει την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Κατά την πιο πάνω δικάσιμο, η υπόθεση, με παρόντα αμφότερα τα διάδικα μέρη, αναβλήθηκε για εκείνη που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας, οπότε, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε, κατά τη σειρά της, από το οικείο πινάκιο, η αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατ' άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ. Σημειώνεται εδώ, ότι :α) νόμιμα (αρθρ. 143παρ 3 ΚΠολΔ), επιδόθηκε η πιο πάνω κλήση, στον δικηγόρο, ο οποίος υπογράφει το δικόγραφο της αναίρεσης (ΑΠ 448/2011, ΑΠ 897/2011) β) αφού, τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος, είναι πρόδηλο, πως δεν είναι ανάγκη, επιπρόσθετα, να επιδοθεί το δικόγραφο της αναίρεσης, στην αναιρεσείουσα, εφ' όσον, αυτή, έχει, κατά λογική ακολουθία, γνώση του περιεχομένου της. Άρα, η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να χωρήσει, ως να ήταν παρούσα (αρθρ. 576 παρ 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Εισάγεται, ήδη, για συζήτηση αναίρεση, κατά απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η οποία έκρινε για υπόθεση πώλησης μετοχών και τις, εντεύθεν, εισαγόμενες για κρίση αξιώσεις του αναιρεσίβλητου.
ΙΙ. Με το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης σε περιστατικά που δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου στην περίπτωση κανόνα δικαίου (ανεπαρκείς αιτιολογίες) (ΑΠ 821/2002).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η πιο πάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις του νομικού συλλογισμού ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 383/2004) και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που εξάγεται απ' αυτές, εφ' όσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1547/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα : "Ο ενάγων ...
ήταν μέτοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος Βιομηχανική Εταιρεία Κλιματισμού KLIMAGERATE Α.Ε.", η οποία ιδρύθηκε με την .../18-6-1979 πράξη του συμβ/φου Αθηνών Αργυρίου Καραλή ... κατέχοντας, συγκεκριμένα, 25.900 ονομαστικές και 35.000 ανώνυμες μετοχές (συνολικά 60.900 μετοχές) της ως άνω εταιρείας, αξίας 1000 δρχ.
καθεμιάς, που αποτελούσαν το 70% του μετοχικού κεφαλαίου. Οι υπόλοιπες μετοχές της εταιρείας, ήτοι ποσοστό 30%, ανήκαν στον Γ. Μ. (ενδέκατο των αρχικώς εναγομένων), Αντιπρόεδρο, Διευθύνοντα Σύμβουλο και Διευθυντή Οικονομικών υπηρεσιών της εταιρείας. Επιπλέον, ο ενάγων ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας και διευθύνων σύμβουλος αυτής.
Σκοπός της ως άνω εταιρείας ήταν η κατασκευή και εμπορία εγκαταστάσεων ειδών κλιματισμού και εξαερισμού, καθώς και η κατασκευή και εμπορία ειδών, εφαρμογής ηλεκτρισμού, ηλεκτρικών συσκευών ή υλικών και εν γένει παντός συναφούς είδους. Στις αρχές του έτους 1990 ο ενάγων, ο οποίος ήδη από το έτος 1987 έπασχε από σοβαρή ψυχική νόσο (καταθλιπτική συνδρομή), αποφάσισε, να πωλήσει όλες τις μετοχές της ως άνω εταιρείας.
Κατά το χρόνο αυτό, η εταιρεία "KLIMAGERATE Α.Ε." είχε μετοχικό κεφάλαιο 205.000.000 δρχ., με σύνολο διαθεσίμων 60.165.244 δρχ. και σύνολο ενεργητικού 597.473.708 δρχ, όπως δε προκύπτει από τα αποτελέσματα χρήσης 1/7/1989-30/6/1990 ήταν κερδοφόρα, όπως άλλωστε ήταν και κατά τα προηγούμενα έτη ... διαθέτοντας σημαντικό μηχανολογικό εξοπλισμό, αυτοκίνητα κλπ.
Πράγματι, στις 24-3-1990, με εξωεταιρικές έγγραφες συμβάσεις, που καταρτίστηκαν μεταξύ του ενάγοντος, ως μετόχου της ως άνω εταιρείας, και καθενός των (αρχικώς) εναγομένων, τρίτων προς την εταιρεία, πλην του ενδέκατου εναγομένου, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε, ήταν μέτοχος αυτής, ο ενάγων πώλησε και παρέδωσε σ' αυτούς το σύνολο των παραπάνω μετοχών του, έναντι συμβολικού τιμήματος μίας δραχμής ανά μετοχή.
Σε αντάλλαγμα, όμως, της πώλησης, οι αγοραστές - νέοι μέτοχοι ανέλαβαν, επί πλέον, την υποχρέωση, να πληρώσουν μέχρι 30.6.1995 (επιδιώκοντας τη ρύθμιση τους σε δόσεις) όλα τα χρέη της εταιρείας προς το δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, όπως αυτά προέκυπταν από τα βιβλία της εταιρείας, ανάλογα με το ποσοστό των μετοχών, που αγόρασε ο καθένας, επί του συνολικού αριθμού των μετοχών, που συνολικά, μεταβιβάστηκαν, προκειμένου, με τον τρόπο αυτό, να απαλλαγεί ο ενάγων κάθε ευθύνης ως προς χρέη αυτά, για το χρονικό διάστημα, που διετέλεσε Πρόεδρος του Δ.Σ.
της εταιρείας και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής ... Παράλληλα, όμως, συμφωνήθηκε ρητά, ότι, αν οι αγοραστές δεν εξεπλήρωναν την ως άνω υποχρέωση τους, ο ενάγων θα είχε το δικαίωμα, να στραφεί ατομικά κατ' αυτών και να ζητήσει την πληρωμή στον ίδιο, κατά την προαναφερόμενη αναλογία, του ποσού εκείνου από τα χρέη της εταιρείας, το οποίο θα έπρεπε, πλέον, να καταβληθεί στο Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, προκειμένου αυτός να απαλλαγεί της ως άνω ευθύνης...
Όλοι οι ως άνω αγοραστές, τους οποίους στο τελικό στάδιο των διαπραγματεύσεων, εκπροσωπούσε ο δικηγόρος Λαζανάς, που συνέταξε και τα ιδιωτικά συμφωνητικά, ήσαν πρώην στελέχη ή αντιπρόσωποι της εταιρείας και γνώριζαν την οικονομική κατάσταση αυτής ... Στους πανομοιότυπους 5 έως 7 όρους των εν ως άνω συμφωνητικών, ορίστηκαν, κατά λέξη τα ακόλουθα: "5.
Για το σκοπό αυτό ο πωλητής μεταβίβασε τον αντίστοιχο προσωρινό τίτλο των μετοχών του προς τον αγοραστή. 6. Η πώληση των πιο πάνω μετοχών γίνεται με αντάλλαγμα μία (1) δραχμή. Ο αγοραστής όμως αναλαμβάνει έναντι του πωλητή να πληρώσει τα αντιστοιχούντα προς τις αγοραζόμενες μετοχές χρέη της πιο πάνω εταιρείας προς το Ελληνικό Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, όπως προκύπτουν από τα βιβλία της εταιρείας μέχρι σήμερα.
Διευκρινίζεται ότι υποχρέωση του αγοραστή είναι αναλογική του ποσοστού επί του μετοχικού κεφαλαίου, στο οποίο αναλογούν οι μετοχές που πωλούνται σήμερα. 7. Ο αγοραστής, υπόσχεται και υποχρεούται να πληρώσει τα πιο πάνω αναλογικά χρέη της εταιρείας μέχρι 30-6-1995, δηλαδή να επιδιώξει την ρύθμισή τους σε δόσεις.
Εάν μέσα στο παραπάνω χρονικό διάστημα δεν εκπληρώσει ο αγοραστής τις αναλαμβανόμενες υποχρεώσεις ή δεν προβεί σε ρύθμιση και δεν εκπληρώσει τους όρους αυτής, με συνέπεια να οχληθεί ο πωλητής, θα δικαιούται ο πωλητής να στραφεί κατ' αυτού ατομικά και να ζητήσει την πληρωμή προς αυτόν (πωλητή) πλέον του αναλογούντος ποσού προς τις αγοραζόμενες μετοχές".
Από το περιεχόμενο των ως άνω όρων των ενδίκων ιδιωτικών συμφωνητικών, πλήρως αποδεικνύεται, ότι υπήρξε, πράγματι, ρητή συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων, ότι σε περίπτωση, που οι αγοραστές δεν εξεπλήρωναν την προαναφερόμενη υποχρέωση τους σχετικά με την πληρωμή των χρεών της εταιρείας, ο ενάγων θα εδικαιούτο, να στραφεί ατομικά κατ' αυτών και να ζητήσει την καταβολή στον ίδιο, κατά τη προαναφερόμενη αναλογία, του ποσού, που αντιστοιχούσε στα χρέη της εταιρείας προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία.
Ειδικότερα, από τον ανωτέρω όρο 6 των ιδιωτικών συμφωνητικών σαφώς προκύπτει, ότι οι αγοραστές ανέλαβαν, να πληρώσουν το σύνολο των χρεών της εταιρείας, κατά την προαναφερόμενη αναλογία, και όχι μόνον το ποσοστό, που αναλογούσε στις κατεχόμενες και μεταβιβαζόμενες από τον ενάγοντα μετοχές, ήτοι ποσοστό 70%.
Άλλωστε, όπως αναφέρθηκε, και η όλη συμφωνία απέβλεπε στην απαλλαγή του ενάγοντος της ευθύνης, που απέρρεε από την ιδιότητα του ως Προέδρου του Δ.Σ. της εταιρείας και ως Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής, και όχι από την ιδιότητα του απλού μετόχου της εταιρείας. Σε εκπλήρωση, λοιπόν, των ως άνω συμβατικών υποχρεώσεων του, ο ενάγων μεταβίβασε την ίδια ημέρα σε κάθε εναγόμενο όλες τις μετοχές, που ορίζονταν στο αντίστοιχο ιδιωτικό συμφωνητικό, παραδίδοντας σ' αυτόν, κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης, τους αντίστοιχους προσωρινούς τίτλους των πωληθεισών μετοχών και αποχώρησε από την εταιρεία.
Έτσι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, με τη παράδοση των προσωρινών τίτλων από τον κύριο - ενάγοντα στους εναγομένους επήλθε, στις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων, η μεταβίβαση των ενδίκων (ονομαστικών και ανώνυμων) μετοχών προς τους τελευταίους, οι οποίοι, έτσι, απέκτησαν και τη μετοχική ιδιότητα, έστω και αν δεν τηρήθηκε ο προβλεπόμενος τύπος, ήτοι η εγγραφή της μεταβίβασης στο ειδικό βιβλίο της εταιρείας, αφού, όπως αναφέρθηκε, η μεταβίβαση των μετοχών επέρχεται στις μεταξύ των συμβαλλομένων σχέσεις ανεξαρτήτως της σχετικής εγγραφής στα βιβλία της εταιρείας...
Επομένως ... καταρτίστηκε ολοκληρωμένη συμφωνία για τη μεταβίβαση των μετοχών και ... δεν επρόκειτο, απλώς, για κατάρτιση προσυμφώνου, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι. Αμέσως μετά την κατάρτιση των πιο πάνω συμβάσεων και τη μεταβίβαση των μετοχών αγοραστές, ήτοι στις 2-4-1990, πραγματοποιήθηκε, έπειτα από την από 20/3/1990 πρόσκληση του απερχόμενου Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας ...
έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων με σκοπό την εκλογή νέου Δ.Σ. Κατ' αυτή ... σημειώθηκε απαρτία, αφού παραστάθηκαν μέτοχοι, που εκπροσωπούσαν το 100% του μετοχικού κεφαλαίου, παρατίθεται δε σ' αυτό ονομαστική κατάσταση των μετόχων, που, κατά το νόμο, είχαν καταθέσει εμπρόθεσμα τις μετοχές τους, στην οποία περιλαμβάνονται όλοι οι εναγόμενοι, με σχετική ένδειξη του αριθμού μετοχών εκάστου εξ αυτών και με τη μνεία ότι αυτοί "αντιπροσωπεύουν 87.000 μετοχές και ψήφους, δηλαδή το 100% του μετοχικού κεφαλαίου", παριστάμενοι οι ίδιοι αυτοπροσώπως ή με πληρεξούσιο, εκπροσωπώντας το 100% των μετοχών και ψήφων.
Βρισκόμενη, συνεπώς, λόγω της συμμετοχής όλων των μετόχων, η εν λόγω συνέλευση σε απαρτία, στην οποία δεν μετείχε ο ενάγων, αφού είχε ήδη μεταβιβάσει όλες τις μετοχές του στους εναγομένους, αποφάσισε την εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου, στο οποίο, επίσης, δεν μετείχε ο ενάγων ... Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι από τους αγοραστές των ενδίκων μετοχών, οι Π.
Π. (πέμπτος των εναγομένων), Ε. Χ. (εβδόμη των εναγομένων) και Σ. Σ. (δεκάτη των εναγομένων) εκπροσωπήθηκαν κατά την αγορά των μετοχών από τρίτους, οι οποίοι και υπέγραψαν για λογαριασμό τους και τα σχετικά ιδιωτικά συμφωνητικά, και συγκεκριμένα εκπροσωπήθηκαν ο πρώτος από τον πατέρα του Ι. Π., η δεύτερη από τον Γ.
Θ. (πρώτο των εναγομένων) και η τρίτη από το Γ. Μ. (ένατο των αρχικών εναγομένων) ...Όσον αφορά την δέκατη των εναγομένων Σ. Σ., της οποίας ο σύζυγος Γ. Σ. ήταν, όπως αναφέρθηκε, από ετών προμηθευτής της εταιρείας, από τη συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκε, ότι και αυτή είχε δώσει, προφορικώς, την πληρεξουσιότητα στο Γ.
Μ., να ενεργήσει ως αντιπρόσωπός της και να αγοράσει από τον ενάγοντα τις συγκεκριμένες μετοχές, αφού, ειδικότερα, και αυτή συμμετείχε νόμιμα, ως μέτοχος, στην έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας στις 2/4/1990 ... Εξάλλου, όπως αναφέρθηκε, για την παροχή της ως άνω πληρεξουσιότητας δεν ήταν αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η τήρηση έγγραφου τύπου, αφού η μεταβίβαση των μετόχων, δηλαδή η δικαιοπραξία, στην οποία αφορούσε η πληρεξουσιότητα αυτή, καταρτιζόταν εγκύρως κατά τον επίδικο χρόνο και με προφορική συμφωνία των συμβαλλομένων και δεν απαιτείτο έγγραφος τύπος.
Το γεγονός ότι οι σχετικές συμφωνίες έγιναν εγγράφως, ουδόλως αναιρεί τα ανωτέρω, αφού δεν αποδείχθηκε συμφωνία των συμβαλλομένων για τήρηση, υποχρεωτικά, έγγραφου τύπου ως συστατικού της γενόμενης μεταβίβασης. Σύμφωνα με τα παραπάνω, λοιπόν, υπήρξε νόμιμη και έγκυρη μεταβίβαση των μετοχών του ενάγοντος προς όλους τους εναγομένους, με βάση την προαναφερόμενη αυτοτελή σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και εκάστου από τους εναγομένους.
Η σύμβαση αυτή είναι έγκυρη, αφού μεταξύ των συμβαλλομένων επήλθε συμφωνία ως προς όλα τα σημεία αυτής, και, ειδικότερα, στα σημεία, που αφορούν αφενός μεν στην πώληση και μεταβίβαση των μετοχών και αφετέρου στο τίμημα. Επίσης, συμφωνία επήλθε και όσον αφορά στα χρέη της εταιρείας, την πληρωμή των οποίων ανέλαβε, αναλογικώς, έκαστος αγοραστής, δεδομένου ότι το ύψος αυτών, καθορίστηκε, με βάση τις υπάρχουσες, κατά το χρόνο της κατάρτισης της σύμβασης, σχετικές εγγραφές στα βιβλία της εταιρείας, από τις οποίες και προέκυπτε το συγκεκριμένο ύψος αυτών.
Το γεγονός ότι όλοι ανεξαιρέτως οι αγοραστές, εκπροσωπούμενοι μάλιστα και από δικηγόρο, δέχθηκαν, να περιληφθεί στη σύμβαση ο συγκεκριμένος όρος και να αναλάβουν την απορρέουσα από αυτόν υποχρέωση, ενισχύει την ανωτέρω άποψη, περί υπάρξεως συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων και ως προς το θέμα των χρεών, τα οποία, άλλωστε, προέκυπταν και από τους πρόσφατους ισολογισμούς της εταιρείας.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι οι εναγόμενοι, κατά παράβαση των σχετικών όρων των ενδίκων συμβάσεων, δεν εκπλήρωσαν την υποχρέωση, που ανέλαβαν με αυτές και συγκεκριμένα δεν πλήρωσαν τα χρέη της εταιρείας προς το δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, ούτε και προέβησαν σε ρύθμιση των χρεών αυτών... με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να ευθύνεται ο ενάγων, τόσο για τα χρέη της εταιρείας, που υπήρχαν κατά την αποχώρηση του, όσο και για τα υπόλοιπα χρέη, που δημιουργήθηκαν μετά την έκτακτη γενική συνέλευση στις 2-4-1990 των μετόχων της εν λόγω εταιρείας.
Τελικά, η εταιρεία αυτή κηρύχθηκε σε πτώχευση με την υπ' αριθμ. 3451/1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αλλά στη συνέχεια κηρύχθηκε η παύση των εργασιών της εν λόγω πτώχευσης με την υπ' αριθμ. 905/1996 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, λόγω έλλειψης περιουσίας ... με περαιτέρω συνέπεια να οχληθεί ο ενάγων από το δημόσιο και τα εν λόγω ταμεία και να καταδικαστεί από τα ποινικά δικαστήρια για τα αδικήματα της μη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών (Α.Ν. 86/1967).
Σημειώνεται, ότι η πτώχευση της εταιρείας κηρύχθηκε κατόπιν αιτήσεως του Γ. Σ., συζύγου της δεκάτης (κατά τη σειρά της εκκαλούμενης απόφασης) εναγομένης ... Μάλιστα, μετά την πτώχευση, λειτούργησε στον ίδιο χώρο και με την ίδια έδρα (...) νέα εταιρεία με την επωνυμία "Γ. Σ. και Σια Ο.Ε.", με το ίδιο αντικείμενο ...
Επομένως, σύμφωνα με τον όρο 7 των ενδίκων συμβάσεων, ο ενάγων δικαιούται να στραφεί ατομικά κατά των εναγομένων - συμβαλλομένων και να ζητήσει να καταβάλουν σ' αυτόν, αναλογικά, κάθε ποσό, που είναι πλέον απαραίτητο να καταβληθεί προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, όπως τα χρέη αυτά είχαν διαμορφωθεί μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, προκειμένου να απαλλαγεί της ευθύνης προς αυτά.
Το γεγονός ότι η εταιρεία κηρύχθηκε σε πτώχευση, ουδόλως αναιρεί την ανωτέρω υποχρέωση των εναγομένων, αφού πρόκειται για δέσμευση αυτών, που απορρέει από την από 24-3-1990 συμφωνία τους με τον ενάγοντα, δυνάμει της οποίας καθένας από τους εναγομένους, ατομικά πλέον (και όχι η εταιρεία), όφειλε, να καταβάλει το αναλογούν στις αγορασθείσες μετοχές ποσό των χρεών στο Δημόσιο και τα άλλα ασφαλιστικά ταμεία.
Με άλλα λόγια, πρόκειται για άλλη υποχρέωση, διαφορετική από αυτή, που (πρωτογενώς) είχε η εταιρεία έναντι των ίδιων ως άνω δανειστών, και ως εκ τούτου οι εναγόμενοι ουδόλως εμποδίζονταν από την πτώχευση της εταιρείας, να καταβάλουν το παρακάτω ποσό, που αναλογούσε σε καθένα από αυτούς. Τα αυτά ισχύουν και για τον έτερο, αορίστως προβαλλόμενο, ισχυρισμό των εναγομένων περί παραγραφής των απαιτήσεων του Δημοσίου και των ασφαλιστικών Ταμείων, αφού, όπως αναφέρθηκε, ένδικη στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι η αυτοτελής αξίωση του ενάγοντος και όχι των εν λόγω δανειστών της εταιρείας.
Περαιτέρω ... προκύπτει, ότι η εταιρεία "KLIMAGERATE Α.Ε." οφείλει τα παρακάτω ποσά ... Επομένως, η συνολική οφειλή της εταιρείας, για την οποία ευθύνεται ο ενάγων, ανέρχεται στο ποσό των ... 893.588,23 ευρώ. Κατά συνέπεια, το ανωτέρω ποσό οφείλουν, σύμφωνα με την από 24-3-1990 σύμβαση, να καταβάλουν οι εναγόμενοι, ανάλογα με τον αριθμό των μετοχών, που αγόρασε ο καθένας από αυτούς και συγκεκριμένα οφείλουν ...".
Με τις παραπάνω παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρεις, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες, στηρίζουν το διατακτικό της. Ειδικότερα: 1) δεν υπάρχει αντιφατικότητα στη συμμετοχή στη Γενική Συνέλευση της εταιρίας των αγοραστών των μετοχών, αφού, σαφώς αναφέρεται, πως, για τις μεταξύ των μετόχων σχέσεις, δεν είναι ανάγκη να υπάρξει εγγραφή στα βιβλία της εταιρίας.
Άρα τη σχετική πλημμέλεια θα έπρεπε να επικαλεστεί η εταιρεία και όχι οι μέτοχοι μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 62/1981, ΑΠ 1261/2003) 2) δεν αποτελεί πρόδηλα έλλειψη αιτιολογίας, το μη αναφερόμενο αν η αναιρεσείουσα συμμετείχε στη Γ.Σ. δια πληρεξουσίου και ποίου ή αυτοπροσώπως, 3) σαφώς γίνεται αναφορά, ότι στο νέο Δ.Σ. της εταιρείας δεν μετείχε ο αναιρεσίβλητος, ώστε ουδεμία σύγχυση επέρχεται, 4) το ότι η εταιρεία ευθύνεται για χρέη προς τρίτους, είναι διαφορετικό από τις υποχρεώσεις της αναιρεσείουσας έναντι των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες απορρέουν, ως ανέλεγκτα δέχεται το Εφετείο, από την ειδική συμφωνία μεταξύ των ήδη διαδίκων μερών, ώστε και πάλι δεν υφίσταται έλλειψη αιτιολογίας,4) το αν δεν υφίσταται, υποθετικά αναφερόμενη στην αναίρεση, οφειλή της εταιρείας προς τρίτους-δανειστές της λόγω παράλειψης ή από άλλη αιτία, τότε αυτονόητα δεν δημιουργείται η ένδικη υποχρέωση.
Όμως, οι πιο πάνω οφειλές, ως ανέλεγκτα επίσης δέχεσαι το Εφετείο, δεν ήταν, όπως προεκτέθηκε, υποθετικές, αλλά πραγματικές. Κατά ταύτα, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για τους πιο πάνω λόγους (άρθρ. 559 αρ 19 και 1 ΚΠολΔ, ) είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ορθά η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε ανέλεγκτα ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ.ΑΠ 36/1988, Ολ.ΑΠ 4/2006, ΑΠ 159/2004).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 250 παρ 1 Α.Κ., σε πέντε χρόνια παραγράφονται, εκτός των άλλων, οι αξιώσεις των εμπόρων για εμπορεύματα που χορήγησαν για την εκτέλεση εργασιών και για την επιμέλεια υποθέσεων άλλων, καθώς και για τις δαπάνες που έκαναν. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 251 Α. Κ., η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.
Άρα, στην πενταετή παραγραφή περιλαμβάνονται οι αξιώσεις για το αντίτιμο των εμπορευμάτων που χορηγήθηκαν ή την αμοιβή (Ολ.ΑΠ 824/1977, ΑΠ 769/1994, ΑΠ 1/1992), δηλαδή από την μεταβίβαση των εμπορευμάτων αντί τιμήματος ή ανταλλάγματος (Ολ.ΑΠ 824/1997). Δεν υπάγονται όλες οι αξιώσεις των εμπόρων, αλλά μόνο όσες αναφέρονται, περιοριστικά, στην πιο πάνω διάταξη (ΑΠ 791/1993).
Δεν υπάγονται πάντως οι αξιώσεις των εταίρων άτυπης εμπορικής εταιρείας κατ' αλλήλων, για αποκατάσταση της ζημίας τους από παραβίαση της σύμβασης, οι οποίες υπόκεινται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 Α.Κ. (ΑΠ 816/1987). Εδώ, πρόκειται, πρόδηλα, για την τελευταία περίπτωση (εξωεταιρική σύμβαση) και ισχύει η εικοσαετής και όχι η πενταετής παραγραφή, εφ' όσον δεν πρόκειται για περίπτωση του άρθρου 250 αρ. 1 Α.Κ.
Κατά ταύτα, το εφετείο, που όμοια έκρινε, ορθά εφάρμοσε την πιο πάνω διάταξη, και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης που προβάλλει τα αντίθετα και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Συνακόλουθα, πρέπει ν' απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, και να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-7-2009 αίτηση της Σ. Σ., προς αναίρεση της με αριθμό 7002/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας την δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Οκτωβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ