Supreme Court allows appeal against second instance dismissal of co-ownership claim for undistributed pasture land.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of a co-ownership claim regarding undistributed pasture land. The appellants, heirs of a deceased farmer, argued that while the state recognized their rights to cultivated fields, it wrongly denied their proportional share of the vast undistributed grazing area. The court found the appeal admissible because the lower court failed to apply substantive law regarding co-ownership distribution.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure; Articles 1846, 1847 of the Civil Code: Upon the death of a party during the appeal process, the trial suspends until the successor is notified, and the appeal is admissible if the lower court failed to apply substantive law on co-ownership rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2026 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2026/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του A. αναιρεσείοντος-καλούντος: 1. Χ1,
B. Των καλούντων: 2. ..., το γένος Ψ1, 3. ..., το γένος Ψ1 και 4. ... του Ψ1, ως κληρονόμοι του αρχικού αναιρεσείοντος αποβιώσαντος Ψ1, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αργυρώ Φωτάκη.
Του αναιρεσιβλήτου-καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Πολυχρόνη Καραστεργίου Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-8-1998 αγωγή του ήδη πρώτου καλούντος Χ1 και του αρχικού διαδίκου Ψ1 που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 253/2000 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας (που δίκασε ως Εφετείο). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 18-8-2003 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1280/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 3-2-2008 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 4-4-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των καλούντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς στον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι της επέλευσης του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος όμως δεν μπορεί να κληθεί για επανάληψη της δίκης, που έχει διακοπεί, πριν περάσει η τετράμηνη προθεσμία της αποποίησης ή πριν χάσει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο το δικαίωμα αποποίησης.
Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Στην προκειμένη περίπτωση, ο δεύτερος αναιρεσείων Ψ1 απεβίωσε στις 29.10.2003, ήτοι μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε, όπως προκύπτει από τη σχετική πράξη που έχει συνταχθεί στο τέλος της, στις 19.8.2003 και οι εκ διαθήκης κληρονόμοι του δεύτερος, τρίτη και τέταρτη των καλούντων με την από 3.2.2008 κλήση τους και δήλωση συνεχίσεως της βιαίως διακοπείσης δίκης λόγω θανάτου του δευτέρου αναιρεσείοντος νόμιμα συνεχίζουν τη δίκη αυτή εν όψει και του ότι δεν προβλήθηκε από το αναιρεσίβλητο Δημόσιο καμμία σχετική αντίρρηση.
Επειδή, κατά την παρ . 1 του άρθρ. 9 του Αγροτικού Κώδικα εις άς περιφερείας κατά τας τοπικάς συνθήκας επικρατεί σύστημα μικτής γεωργο-κτηνοτροφικής εκμεταλλεύσεως, υπόκεινται εις απαλλοτρίωσιν και αι υπό της κτηνοτροφίας χρησιμοποιούμενοι ανεπίδεκτοι καλλιέργειας βουνώδεις και μη εκτάσεις και παραχωρούνται δι' αποφάσεως της αρμοδίας επιτροπής απαλλοτριώσεων προς δημιουργίαν γεωργοκτηνοτροφικού κλήρου, αναπληρούμενης της ανεπαρκούς καλλιεργησίμου εκτάσεως δια διπλασίας τουλάχιστον εκτάσεως βουνώδους".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι σε περίπτωση υποκαταστάσεως σε γεωργοκτηνοτροφικό κλήρο μετά από τη διαπίστωση της οικείας επιτροπής απαλλοτριώσεων ότι συντρέχουν οι κατά την ως άνω διάταξη συνθήκες εκμεταλλεύσεως, η παραχωρούμενη σε καθένα αποκαθιστάμενο βοσκήσιμη έκταση αποτελεί τμήμα του μεταβιβαζομένου σ' αυτόν κλήρου, του οποίου τη νομική τύχη ακολουθεί και επομένως θεωρείται και αυτή ως παραχωρηθείσα.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 75 παρ.10 ν. 996/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γενεί εκτάσεων της χώρας", η οποία καταργήθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ.στ' του ν.2040/1992, "επί κτημάτων απαλλοτριωθέντων δι' αποφάσεως της επιτροπή απαλλοτριώσεων προς αποκατάστασιν ακτημόνων γεωργοκτηνοτρόφων, εις περίπτωσιν καθ'ην έλαβε μεν χώρα ο διανομή των καλλιεργησίμων εκτάσεων, ουχί δε και των βοσκήσιμων τοιούτων, λόγω του ότι οι αποκατασταθέντες προτίμησαν το σύστημα της αναμίξ βοσκής των παραχωρηθέντων αυτοίς κτηνοτροφικών κλήρων, οι αποκασταθέντες γεωργοκτηνοτρόφοι αναγνωρίζονται εξ αδιαιρέτου συγκύριοι απαλλοτριωθείσης βασκησίμου εκτάσεως κατά ποσοστόν ίσον προς τον αριθμόν των στρεμμάτων ών έκαστος εκρίθη δικαιούχος".
Η διάταξη αυτή είναι προφανές ότι έχει τεθεί προς συμπλήρωση της ανωτέρω και αναφέρεται κυρίως στην περίπτωση αποκαταστάσεως σε γεωργοκτηνοτροφικό κλήρο όταν για τη μνημονευθείσα αιτία παρέμεινε αδιανέμητη η αποτελούσα τμήμα αυτού βοσκήσιμη έκταση (ΑΠ 784/1992). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με την ένδικη αγωγή τους περί αναγνωρίσεως κυριότητας, όπως προκύπτει από το δικόγραφο αυτής, εξέθεσαν ότι με την υπ' αριθμ.66/1931 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Βέροιας απαλλοτριώθηκαν από το αγρόκτημα ... 13.100 στρέμματα γης, από τα οποία διατέθηκαν 4.600 στρέμματα για την αποκατάσταση ακτημόνων μελών του ΓΣΑΑΚ...
και 8.500 στρέμματα για την αποκατάσταση των προσφύγων, ενώ με την ίδια απόφαση καθορίσθηκε να δοθεί σε κάθε ακτήμονα γεωργοκτηνοτροφικός κλήρος 120 στρεμμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.1 του Αγροτικού Κώδικα. Ότι μεταξύ των ακτημόνων προσφύγων, στους οποίους διατέθηκαν με την υπ'αριθμ....απόφαση του Γραφείου Γεωργικής Περιφέρειας Βερμίου τα ως άνω 8.500 στρέμματα γης, συγκαταλέγεται και ο πρώτος τούτων (αναιρεσειόντων), ως δικαιούχος γεωργοκτηνοτροφικού κλήρου, που με την ίδια απόφαση καθορίσθηκε σε 116 στρέμματα, ενώ ακολούθως με την 442/1953 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Βέροιας ο κλήρος αυτός χαρακτηρίσθηκε ως οικογενειακός,με συναποκατασταθέντα, ως εξωτικό μέλος, στο 1/2 εξ αδιαιρέτου του κλήρου, τον δεύτερο τούτων (αναιρεσειόντων).
Ότι κατά την οριστική διανομή του αγροκτήματος ... που έγινε το έτος 1932 και κυρώθηκε με την υπ' αριθμ.92921/22-7-1936 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 150/1936, τευχ.Β', διανεμήθηκαν στους κληρούχους μόνο οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις του αγροκτήματος αυτού, ενώ οι βοσκήσιμες εκτάσεις, συνολικού εμβαδού 10.074 στρεμμάτων, παρέμειναν αδιανέμητες και έκτοτε τις νέμονται από κοινού όλοι οι κληρούχοι του εν λόγω αγροκτήματος, οι οποίοι και κατέστησαν εξ αδιαιρέτου συγκύριοι των εκτάσεων αυτών (αδιανέμητων), ο καθένας κατά ποσοστό ίσο με τον αριθμό των στρεμμάτων των οποίων κρίθηκε δικαιούχος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 75 παρ. 10 του ν.998/1979, και ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ αναγνώρισε την κυριότητα αυτών (αναιρεσειόντων) επί της διανεμηθείσης καλλιεργήσιμης γεωργικής έκτασης του κλήρου τους από 23,891 στρέμματα, για τα οποία και εκδόθηκε υπέρ αυτών ο υπ' αριθμ. ...
τίτλος κυριότητας της ΑΤΕ, που μεταγράφηκε νόμιμα, αρνείται να αναγνωρίσει το δικαίωμα συγκυριότητας τους, κατά ποσοστό ίσο με τον αριθμό των στρεμμάτων των αποτελούντων την υπόλοιπη βοσκήσιμη έκταση του γεωργοκτηνοτροφικού κλήρου τους (92.109 στρέμματα), επί της συνολικής βοσκήσιμης εκτάσεως των 10.074 στρεμμάτων του αγροκτήματος ...
η οποία απαρτίζεται από τα μνημονευόμενα στην αγωγή με τους αριθμούς τους τεμάχια της ως άνω οριστικής διανομής του αγροκτήματος τούτου. Με βάση το ιστορικό αυτό οι αναιρεσείοντες ζήτησαν με την αγωγή να αναγνωρισθούν εξ αδιαιρέτου συγκύριοι κατά ποσοστό 92.109/10.074 και κατ' ίσα μέρη ο καθένας επί της περιγραφόμενης στην αγωγή βοσκήσιμης εκτάσεως του άνω αγροκτήματος, η οποία αποτελείται από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν με τους αριθμούς τους είκοσι τεμάχια.
Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά η αγωγή είναι νόμιμη το δε ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο που απέρριψε αυτήν ως νόμω αβάσιμη, παρεβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις μη εφαρμόζοντας αυτές, γι'αυτό και ο μοναδικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.
Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και η υπόθεση να παραπεμφθεί στο ίδιο Δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο) συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 253/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων την οποία ορίζει μειωμένη στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ