Legislator Case Law & Legislation
2026/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against minor's personal claim but overturns traffic court ruling on negligence grounds.

Case Number 2026/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a mother regarding her personal claim against a driver, finding the petition lacked legal grounds and failed to address statutory negligence requirements. However, the court found the lower court's rejection of the minor's claim against the driver legally flawed due to insufficient analysis of the driver's duty of care and reaction time. Consequently, the appeal was allowed only for the minor's claim, remanding the case for retrial while the mother bore the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 12, 19 of the Traffic Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible only if the lower court failed to assess the driver's duty of care and reaction time under the Traffic Code, rendering the decision legally unfounded.

Keywords

AI generated
traffic negligence duty of care reaction time remand for retrial admissibility of appeal legal costs minor's claim

Cited Legislation

AI generated
Article 12(1) of the Traffic Code
Article 19(1) of the Traffic Code
Article 19(3) of the Traffic Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2026 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2026/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Παναγιώτη Παρτσιλίβα και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ......., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσα την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της ......, 2. ...... και 3. ......., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Καυκούλα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ......, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ΠΑΠΑΔΑΚΗ ΑΒΕΤΕ" που εδρεύει στην Ελευσίνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, και 3. Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Μαρτίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2988/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6882/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 21 Σεπτεμβρίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου και έκτου λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση 409Γ και 408Γ/8-12-2006 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ......, αποδεικνύεται ότι αντίγραφο της κλήσης προς συζήτηση με πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημερινή δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα στον πρώτο και δεύτερη από τους αναιρεσιβλήτους ..... και την εταιρία ΑΦΟΙ ΠΑΠΑΔΑΚΗ ΑΒΕΤΕ. Στους ίδιους αναιρεσιβλήτους έχει επιδοθεί και αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης, όπως προκύπτει από τις 6290Β και 6291Β/30-6-2005 εκθέσεις επίδοσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή. Οι προαναφερόμενοι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και δεν παραστάθηκαν με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Η αίτηση κατά το μέρος της που ασκείται ατομικά από την ..... είναι απαράδεκτη, διότι δεν περιέχει κανένα λόγο κατά της αναιρεσιβαλόμενης απόφασης (6882/2004) του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αφορά αυτή, ήτοι κατά το μέρος της που απέρριψε τυπικά την έφεσή της "κατά το σκέλος της που ασκείται από αυτήν ατομικά και βάλλει κατά του κεφαλαίου της εκκαλουμένης, που αναφέρεται στην ατομικά ασκηθείσα αγωγή της, που σωρεύεται στο από 26.3.2003 δικόγραφο" (άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 περίπτωση β' εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ αν η πρωτόδικη απόφαση είναι εν μέρει οριστική, δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων της πριν εκδοθεί οριστική απόφαση για την όλη δίκη.

Ο κανόνας αυτός κάμπτεται στην περίπτωση κατά την οποία υπάρχει απλή ομοδικία (υποκειμενική σώρευση αγωγών) και η πρωτόδικη απόφαση είναι οριστική ως προς έναν ή ορισμένους ομοδίκους, μη οριστική δε ως προς τους λοιπούς. Διότι από τις διατάξεις των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2, 76 και 517 εδ. β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην περίπτωση αυτή κατά την οποία ενώνονται σε κοινή διαδικασία περισσότερες έννομες σχέσεις δίκης, που συνδέουν διάφορα υποκείμενα, χωρίς να χάνεται ή να επηρεάζεται η ανεξάρτητη δικονομική θέση του καθένα απέναντι στους λοιπούς, η έναντι κάθε ομοδίκου οριστική διάγνωση έχει αυτοτέλεια και η ως προς αυτόν κρίση περατώνει έναντι αυτού τη δίκη.

Έκτοτε, συνεπώς, η απόφαση είναι ως προς αυτόν εκκλητή, και πριν ακόμη εκδοθεί οριστική απόφαση έναντι των λοιπών ομοδίκων (Ολ ΑΠ 902/1982, Ολ ΑΠ 401/1981). Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης

ισχυρίζονται ότι

η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτες την έφεση και την από 17-2-2004 αντέφεση κατά της 2988/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ήταν εν μέρει οριστική ήτοι την έφεση κατά το μέρος της που ασκήθηκε από την πρώτη αναιρεσείουσα ως ασκούσα τη γονική μέριμνα επί του ανηλίκου τέκνου της ....

και από τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων. Ειδικότερα, η προαναφερόμενη απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου δίκασε αξιώσεις των αναιρεσειόντων-εναγόντων που είχαν ως γενεσιουργό λόγο αδικοπραξία του πρώτου αναιρεσιβλήτου (πρόκληση τροχαίου ατυχήματος κατά την οδήγηση αυτοκινήτoυ ιδιοκτησίας της δεύτερης εταιρίας, η οποία τον είχε πρoστήσει στην οδήγηση, και ασφαλισμένο για τις προς τρίτους προξενούμενες ζημίες στην τρίτη ασφαλιστική εταιρία) από την οποία αδικοπραξία προήλθε ο θάνατος του συζύγου της πρώτης από αυτούς και πατέρα των λοιπών.

Η απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ανέβαλε την έκδοση oριστικής απόφασης για ένα κονδύλιο της αγωγής της πρώτης ενάγουσας, χήρας του θανόντος, που αφορούσε τα έξοδα κηδείας, δέχθηκε την αγωγή κατά λοιπά κονδύλια εν μέρει για την ανωτέρω ενάγουσα και δέχθηκε την αγωγή εν μέρει και για τους λοιπούς ενάγοντες, τέκνα του θανόντος.

Κατά της απόφασης άσκησαν έφεση οι ενάγοντες και αντέφεση με τις από 17-2-2004 προτάσεις οι εναγόμενοι. Ο εναγόμενος ..... άσκησε και αυτοτελή αντέφεση με τις από 19-2-2004 ιδιαίτερες προτάσεις του. Η έφεση κατά το μέρος που ασκήθηκε από την πρώτη ενάγουσα ατομικά κατά της 2988/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση ως απαράδεκτη, διότι η ανωτέρω εκκαλούμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αναφερόταν στην ατομικά ασκούμενη αγωγή από την πρώτη ενάγουσα ήταν εν μέρει οριστική και δεν ήταν, επομένως, εκκλητή.

Η απόφαση απέρριψε και την αυτοτελή αντέφεση του πρώτου εναγομένου ως απαράδεκτη, διότι αποτελούσε δεύτερη έφεση κατά της ίδιας απόφασης και έκρινε παραδεκτές την έφεση των υπολοίπων εναγόντων (τέκνων του θανόντος, το ένα από τα οποία εκπροσωπήθηκε από τη μητέρα του), και την αντέφεση των εναγομένων εντεύθεν έπεται ότι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Πράγματι, έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού οι αναιρεσείοντες συνδέονται με απλή ομοδικία, και η έναντι του καθενός από τους ενάγοντες, πλην της πρώτης κατά την ατομική αγωγή της, διάγνωση της διαφοράς ήταν οριστική και η απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επομένως, εκκλητή.

Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αποδίδει πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι δεν εκτίθεται στην απόφαση αν η γενομένη τυπικά δεκτή από 17-2-2004 αντέφεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα είναι απορριπτέος ως αόριστος, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν ο ισχυρισμός προβλήθηκε στο εφετείο, ενώ κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες είναι πρωτίστως απαράδεκτος και γι' αυτό επίσης απορριπτέος, διότι πρόκειται για διατάξεις δικονομικές και δεν παρέχεται σε σχέση με αυτές ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι πρoϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως, σε σχέση με το κεφάλαιο της υπαιτιότητας στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο του συγγενούς των αναιρεσειόντων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 27-3-2003 και περί ώρα 13,08' ο πρώτος εναγόμενος ....., οδηγώντας το υπ' αριθμ. .....-.....

τουριστικό λεωφορείο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο επί της λεωφόρου ΝΑΤΟ, στον Ασπρόπυργο (περιοχή .......), με κατεύθυνση από την Ελευσίνα προς τα Λιόσια. Η Λεωφόρος ΝΑΤΟ έχει πλάτος οδοστρώματος 6,90 μ.

και δεν υπάρχει διαγράμμιση της οδού. Δεξιά και αριστερά του οδοστρώματος αυτού της οδού, εκτελούντο έργα διαπλάτυνσης της οδού, πλάτους 3,30 μ. προς το ρεύμα για Ν. Λιόσια και 3,80 προς το ρεύμα για Ελευσίνα. Είχε ήδη γίνει δε επίστρωση των τμημάτων αυτών με χαλίκι 3Α. Όταν το λεωφορείο έφθασε στο ύψος της οδού, όπου υπάρχει δεξιά, σε σχέση προς την πορεία του, ένα κατάστημα με την επωνυμία "......" και απέναντι δεξιά εν σχέση προς την πορεία των κινουμένων προς Ελευσίνα αυτοκινήτων, κατάστημα (καφενείο), με την επωνυμία "......", αντιλήφθηκε την κίνηση επί της οδού του πεζού ....., ο οποίος κατευθυνόταν προς το κατάστημα "......".

Ο πεζός, ο οποίος είχε εξέλθει από το κατάστημα "....." και επιθυμούσε να κατευθυνθεί απέναντι από αυτό προς το "....." κρατώντας στα χέρια του ένα ποτήρι με καφέ, παρέμεινε στην άκρη του δρόμου, περιμένοντας τη διέλευση ενός ογκώδους φορτηγού (νταλίκας), που εκινείτο στο ρεύμα της οδού, που αυτός αρχικά επρόκειτο να διανύσει, δηλαδή το ρεύμα προς Ελευσίνα.

Μόλις το φορτηγό αυτό πέρασε, κινήθηκε αμέσως πίσω από αυτό, προκειμένου να διασχίσει την οδό, κινούμενος από αριστερά προς τα δεξιά, εν σχέσει προς την πορεία του λεωφορείου. Δεν σταμάτησε όμως να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων, που τυχόν θα εκινούντο στο ρεύμα της οδού, από Ελευσίνα, αλλά συνέχισε. Ο οδηγός του λεωφορείου, το οποίο κατά την ώρα αυτή εκινείτο με ταχύτητα 52 χιλιομέτρων, μόλις εξήλθε ο πεζός από το πίσω μέρος του φορτηγού και αντιλήφθηκε την κίνησή του στην οδό, πέδησε το όχημά του και ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, προκειμένου να αποφύγει τον πεζό.

Μολονότι δε η πέδηση ήταν ισχυρή και έγινε μάλιστα αντιληπτός ο θόρυβος που προκάλεσε από τους θαμώνες των άνω καταστημάτων. ο πεζός φαίνεται να μην αντιλήφθηκε τίποτα ή να πίστευε ότι θα προλάβει να διέλθει την οδό και συνέχισε την πορεία του. Όταν δε είχε φθάσει σε απόσταση ενός (1) περίπου μέτρου, από το άκρο του οδοστρώματος, παρασύρθηκε από το κινούμενο φρεναριστά λεωφορείο.

Εμπρός από το κατάστημα το "......" ήταν σταθμευμένα ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο και πίσω από αυτό ένα μικρό ΙΧΦ αυτοκίνητο. Τα αυτοκίνητα αυτά, ήταν σταθμευμένα στο μέρος που γινόταν η διαπλάτυνση και υπήρχε η επίστρωση με 3Α. Το λεωφορείο αφού διέγραψε ίχνη πεδήσεως 15,80 μέτρων και αφού είχε ήδη παρασύρει τον πεζό, επέπεσε επί του οπισθίου μέρους του ΙΧΦ αυτοκινήτου, το οποίο έστριψε προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα να βρεθούν οι πίσω δεξιοί τροχοί του εντός του οδοστρώματος και αυτό ωθούμενο επέπεσε επί του σταθμευμένου προ αυτού ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο μετακινήθηκε κατά 7 περίπου μέτρα προς εμπρός, ο παθών δε επέπεσε επί της ασφάλτου αριστερά του ΙΧΦ αυτοκινήτου.

Κατά το ατύχημα αυτό ο πεζός ..... τραυματίστηκε σοβαρά και λόγω του τραυματισμού του αυτού, επήλθε μετά λίγες ώρες ο θάνατός του. Το άνω ατύχημα, υπό τα περιστατικά που προεκτέθηκαν, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος πεζού, ο οποίος δεν ήλεγξε και τα δύο ρεύματα της οδού, πριν ξεκινήσει να διασχίσει την οδό, αλλά μόνο το ρεύμα προς Ελευσίνα, αφού τη διέλευση μόνο της κινουμένης προς τα εκεί νταλίκας ανέμεινε.

Επίσης ενώ είχε ανελέγκτως, ως προς την κίνηση του ρεύματος της οδού προς Λιόσια εισέλθει στην οδό, όταν διέσχισε το ένα ρεύμα της οδού, δεν ήλεγξε και πάλι το ρεύμα αυτό. Δεν διέκοψε δε την πορεία του, ούτε όταν το λεωφορείο άρχισε την πέδηση και ακούστηκε ο θόρυβος των φρένων, είτε διότι δεν αντιλήφθηκε τίποτα είτε διότι εσφαλμένα υπερεκτίμησε τις δυνάμεις του και πίστευε ότι θα προλάβει να διασχίσει το οδόστρωμα.

Καμιά ευθύνη δε, δεν βαρύνει τον οδηγό του λεωφορείου, ο οποίος δεν είχε την δυνατότητα να αντιληφθεί την είσοδο του πεζού στο οδόστρωμα, μόλις κατέβηκε από αυτό και άρχισε να το διασχίζει, διότι δεν του το επέτρεπε ο όγκος του φορτηγού (νταλίκας), πίσω από την οποία κινήθηκε ο πεζός. Μόλις δε ο πεζός εξήλθε από τον χώρο, που εμποδιζόταν η ορατότητα του οδηγού του λεωφορείου, ώστε να τον αντιληφθεί, αμέσως ενήργησε και πέδησε και έκανε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά.

Ο αποφευκτικός ελιγμός προς τα δεξιά και όχι προς τα αριστερά, ήταν η ενδεδειγμένη κίνηση. Αφενός διότι ο εναγόμενος οδηγός πίστευε ότι ο πεζός θα διέκοπτε την πορεία του, μόλις αντιλαμβανόταν το λεωφορείο. Αν ο πεζός είχε σταματήσει, όπως έπρεπε να κάνει, με την αποφευκτική κίνηση προς τα αριστερά, θα παρασυρόταν οπωσδήποτε από το λεωφορείο.

Επίσης δεν ήταν δυνατόν να προβεί ο οδηγός του λεωφορείου σε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, αφού, λαμβανομένου υπόψη και του χρόνου αντίδρασής του, όταν αυτός αντιλήφθηκε την είσοδο του πεζού στο ρεύμα του, αριστερά εκινείτο η νταλίκα. Επίσης διέτρεχε αυτός τον κίνδυνο να έλθει αντιμέτωπος με άλλο αυτοκίνητο, που θα ερχόταν από το ρεύμα προς Ελευσίνα.

Το γεγονός ότι ο πεζός κινήθηκε πίσω από την νταλίκα, προκύπτει από την δοθείσα προανακριτικά επ' ευκαιρία της σχετικής ποινικής δίκης και στο ακροατήριο, κατά την εκδίκαση της σχετικής ποινικής υπόθεσης κατάθεση του μάρτυρα ....., που βρισκόταν στο παράθυρο του καταστήματος ".....", απ' όπου ξεκίνησε και ο παθών και είχε αντιληφθεί την κίνηση του πεζού.

Το γεγονός αυτό ενισχύεται και από τις καταθέσεις της ενάγουσας και του αδελφού του θύματος ....., που κατέθεσαν και αυτοί ότι πληροφορήθηκαν την κίνηση του παθόντος συγγενούς τους, πίσω από φορτηγό. Ο ισχυρισμός των εναγόντων, ότι το ατύχημα οφείλεται και σε υπερβολική ταχύτητα του λεωφορείου, την οποία αναβιβάζουν σε 78 χιλιμ.

ωριαίως, κρίνεται αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη ερμηνείας των εγγραφών του δίσκου του ταχογράφου, η ταχύτητα του λεωφορείου, κατά την ώρα του ατυχήματος ήταν η προαναφερθείσα των 52 χιλιομέτρων. Ήταν δηλαδή ανώτερη της επιτρεπομένης στο σημείο αυτό, κατά 2 μόλις χιλιόμετρα, αφού όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας στο σημείο αυτό η επιτρεπομένη ταχύτητα ορίζεται σε 50 χιλ.

ανά ώρα. Δεν μπορεί δε να υποστηριχθεί ότι αν ο εναγόμενος δεν είχε κάνει την μικρή αυτή υπέρβαση, θα απέφευγε το ατύχημα. Από το ότι τα δύο σταθμευμένα αυτοκίνητα μετακινήθηκαν όπως προεκτέθηκε δεν συνάγεται ότι η ταχύτητα του λεωφορείου ήταν ανώτερη της προαναφερθείσας, διότι η μετακίνηση αυτή δικαιολογείται από το ογκώδες του λεωφορείου, σε συνδυασμό με το ότι αυτά ήταν σταθμευμένα επάνω σε χαλίκι, το πρώτο δε από τα σταθμευμένα αυτοκίνητα δεν είχε ακινητοποιηθεί με χειρόφρενο, όπως ο ιδιοκτήτης του .....

κατέθεσε στο ακροατήριο του ποινικού δικαστηρίου (Τρ. Πλ. Αθηνών). Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο δέχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του λεωφορείου, ήταν συνυπαίτιος του άνω ατυχήματος κατά ποσοστό 60%, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αντέφεσης.

με τον οποίο αποδίδεται σφάλμα στην εκκαλουμένη για την παραδοχή αυτή. Πρέπει δε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο αποδίδεται σφάλμα στην εκκαλουμένη, επειδή δεν δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου, για το ένδικο ατύχημα". Με τις αιτιολογίες αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των τέκνων του θανόντος, το ένα από των οποίων (.....) εκπροσωπήθηκε από τη μητέρα του, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε την από 17-2-2004 αντέφεση κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη μόνο κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στις ασκηθείσες αγωγές των εναγόντων τέκνων του θανόντος και απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή των εν λόγω τριών τέκνων του θανόντος.

Με τις παραδοχές του όμως το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για το ζήτημα της ύπαρξης ή όχι αμέλειας του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση του ατυχήματος, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή όχι της εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 300. 330 εδ β' και 914 ΑΚ.

Και τούτο διότι ενώ στην αρχή δέχεται ότι όταν έφθασε με το όχημά του στο σημείο του ατυχήματος και "αντιλήφθηκε την κίνηση επί της οδού του πεζού ....., ο οποίος κατευθυνόταν προς το κατάστημα "....." και ο οποίος

"παρέμεινε στην άκρη του δρόμου, περιμένοντας τη διέλευση ενός ογκώδους φορτηγού (νταλίκας), που εκινείτο στο ρεύμα της οδού, που αυτός αρχικά επρόκειτο να διανύσει, δηλαδή το ρεύμα προς Ελευσίνα", στη συνέχεια δέχεται αντιθέτως, όσον αφορά τον χρόνον που αντιλήφθηκε ο οδηγός τον πεζό, ότι αυτός ο οποίος "εκινείτο με ταχύτητα 52 χιλιομ., μόλις εξήλθε ο πεζός από το πίσω μέρος του φορτηγού και αντιλήφθηκε την κίνησή του στην οδό, πέδησε το όχημά του και ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, προκειμένου να αποφύγει τον πεζό".

Περαιτέρω, παραλείπει να αναφέρει αν ο αναιρεσίβλητος οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή (άρθρο 12 παρ. 1 ΚΟΚ), ούτε αν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνοντας συνεχώς τις επικρατούσες και ιδιαίτερα την κατάσταση της οδού (εκτελούμενα έργα) και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού (άρθρο 19 παρ. 1 ΚΟΚ).

Επίσης, παραλείπει να αναφέρει αν μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του αφού όπως δέχεται "αντιλήφθηκε την κίνηση επί της οδού του πεζού" (άρθρο 19 παρ. 3 ΚΟΚ). Η αντίφαση της απόφασης για το χρόνο που αντιλήφθηκε ο αναιρεσίβλητος τον παθόντα πεζό που επισημαίνεται με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, σε συνδυασμό με τις παραλείψεις αναφοράς στην απόφαση στη συμπεριφορά αυτού κατά την οδήγηση και την υποχρέωσή του να εφαρμόζει τις διατάξεις των άρθρων 12 και 19 του ΚΟΚ στερούν την απόφαση νόμιμης βάσης και επομένως ιδρύεται ο λόγος του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο σχετικός λόγος αναίρεσης, όπως αυτός διατυπώνεται και αναπτύσσεται στον τρίτο λόγο αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ανήλικου ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πρώτη αναιρεσείουσα μητέρα του, του ....

και του ...., και δέχθηκε κατ' ουσίαν την αντέφεση των αναιρεσιβλήτων και ακολούθως απέρριψε την αγωγή των προαναφερόμενων αναιρεσειόντων και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Μετά από αυτά παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-2-2005 αίτηση της ...... για αναίρεση της 6882/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που ασκείται για τον εαυτό της ατομικά.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα αυτή (......) στη δικαστική δαπάνη της τρίτης αναιρεσίβλητης (ΕΘΝΙΚΗ Α.Α Ε.Γ.Α), την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Αναιρεί την 6882/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών καθόσον αφορά τους αναφερόμενους στο σκεπτικό διαδίκους, ήτοι μόνον καθόσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των αναιρεσειόντων ....., νομίμως εκπροσωπουμένου όπως στο σκεπτικό, ......και .... (τέκνων του .....) και των αναιρεσιβλήτων σε σχέση α) με την από 26.3.2003 αγωγή των πρώτων κατά των δεύτερων, β) με την από 30-9-2003 έφεση των αυτών τριών αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων και της 2988/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και γ) με την από 11/17.2.2004 αντέφεση με τις προτάσεις) των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων τέκνων των ...... και .....

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείo που θα συντεθεί από άλλους δικαστές, μόνον κατά το άνω αναιρούμενο μέρος της εν λόγω απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων ....., όπως εκπροσωπείται, .... και ......, το ύψος της οποίας ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ