Legislator Case Law & Legislation
2025/2018 AI generated

Supreme Court quashes conviction for late social security payments due to statute of limitations expiration.

Case Number 2025/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece quashed a second-instance conviction for failing to pay social security contributions on time. The defendant argued that the prosecution was time-barred, as the alleged offenses occurred in 2010 and the appeal was heard in 2018. The court accepted this argument, ruling that the eight-year limitation period had expired before the appeal hearing, thereby extinguishing the criminal liability.

Legislator headnote

AI generated

Articles 84(2b) of the Penal Code; Article 370(b) of the Code of Criminal Procedure: Upon quashing a conviction due to the expiration of the statute of limitations, the criminal prosecution must be definitively terminated.

Keywords

AI generated
statute of limitations social security contributions criminal prosecution termination limitation period expiration quashing of conviction

Cited Legislation

AI generated
Article 84(2b) of the Penal Code
Article 370(b) of the Code of Criminal Procedure
Article 474(a) of the Code of Criminal Procedure
Article 473(b) of the Code of Criminal Procedure
Article 155(b) of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2025 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2025/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα και Γεώργιο Κόκκορη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Ζαχαρή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Ρ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Αθανασόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 35694/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Απριλίου 2018 και με αριθμό 30/2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 801/2018.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η με αριθμό 35694/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 19-4-2018, αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ.35694/13.11.2017 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό), που εκδόθηκε χωρίς ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων να είναι παρών και με την οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2β ΠΚ για τις αξιόποινες πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών ,καταδικάσθηκε δε σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) έτη, ασκήθηκε νόμιμα απ' αυτόν ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών (άρθρο 474 παρ.1 εδ.α'ΚΠΔ) και εμπρόθεσμα (άρθρο 473 παρ.1 εδ.β'ΚΠΔ), αφού η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην ενήλικο σύνοικό του (άρθρο 155 παρ.1 εδ.β'ΚΠΔ) την 13.4.2018, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επίδοσης του αρμόδιου αρχιφύλακα Μ.

Συνεπώς η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή αναιρετικών λόγων.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του α.ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών) προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές μέσα σε έναν μήνα αφότου έγιναν απαιτητές προς τους παραπάνω οργανισμούς τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δρχ.

Επίσης, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές αυτών που εργάζονται σ' αυτόν (εργατικές), με σκοπό να τις αποδώσει στους παραπάνω οργανισμούς και δεν τις καταβάλλει ή δεν τις αποδίδει στους οργανισμούς αυτούς μέσα σε έναν μήνα αφότου είχαν γίνει απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφάλισης ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μήνα, μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, ορίζεται ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει οριστεί (για την καταβολή τους).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών εισφορών και απόδοσης των εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη για τις ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ' αυτόν, καθώς και η μη καταβολή των σχετικών ποσών μέσα σε έναν μήνα από τότε που τα σχετικά ποσά έγιναν απαιτητά από τον δικαιούχο ασφαλιστικό οργανισμό, δηλαδή μέσα στον αμέσως επόμενο μήνα εκείνου, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία προς τον οφειλέτη εργοδότη.

Τα παραπάνω εγκλήματα είναι γνήσια εγκλήματα παράλειψης, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος του μήνα, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού που συμπλέκεται αμέσως με τον χρόνο τελέσεως των δύο ως άνω αξιοποίνων πράξεων, είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής.

Εξάλλου, με το άρθρο 33 του Ν. 3346/2005 αρχικά οριζόταν ότι για την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του Α.Ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών) καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων να υπερβαίνει συνολικώς τα δύο χιλιάδες (2000) ευρώ και μετά την αντικατάσταση του άνω άρθρου 33 με το άρθρο 4 της από 16-9-2009 Π.Ν.Π., η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο και τροποποιήθηκε με το άρθρο δεύτερο του Ν. 3814/2010 οριζόταν ότι για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών) καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων, να υπερβαίνει συνολικώς τα πέντε χιλιάδες (5000) ευρώ.

Στη συνέχεια με το άρθρο 30 του Ν. 3904/2010 (ΦΕΚ Α' 218/23.12.2010) αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 33 του Ν. 3346/2005 και ορίσθηκε ότι για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών) να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και για την εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων που παρακρατούνται να υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.

Για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων αυτών απαιτείται το υποκείμενό τους να έχει την ιδιότητα του εργοδότη, κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 5 του α.ν. 1846/1951, δηλαδή να πρόκειται για φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο προσφέρει την εργασία ή την υπηρεσία του το προσωπικό που υπάγεται στην ασφάλιση και το οποίο οφείλει, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί το μέρος των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους, για να το αποδώσει στον ασφαλιστικό οργανισμό.

Όταν εργοδότης είναι ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, υπόχρεος για την καταβολή των παραπάνω εισφορών είναι ο διευθύνων σύμβουλος αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4 του ν. 2556/1997, όπως αντικ. από το άρθρο 69 παρ. 2 του ν. 2676/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 115 του ν. 2238/1994. Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και η ρύθμιση, της παρ. 7 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 4075/11-4-2012.

Σύμφωνα με την τελευταία ρύθμιση ως αυτουργοί των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και απόδοσης εργατικών ασφαλιστικών εισφορών στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες είναι: α) οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από τον νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών και β) σε περίπτωση που ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινώς ή διαρκώς ένα από τα προαναφερόμενα καθήκοντα.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι: α) για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μέχρι τις 11-4-2012, οπότε θεσπίστηκε η παρ. 7 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, και οφείλονται από ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, υπόχρεος για την καταβολή τους είναι μόνο ο διευθύνων σύμβουλος αυτής και β) για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μετά τις 11-4-2012 και οφείλονται από ανώνυμη ημεδαπή εταιρεία αρχικά και κυρίως υπόχρεοι για την καταβολή τους είναι όσοι ορίζονται στην παρ. 7 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από τον νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση της Α.Ε.), ενώ τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων (αντιπρόεδροι και σύμβουλοι) ευθύνονται μόνο αν λείπουν όλα τα αμέσως παραπάνω πρόσωπα και εφόσον αυτά (μέλη Δ.Σ.) ασκούν πράγματι διαρκώς ή προσωρινώς τα καθήκοντα των αρχικών και κυρίως υπόχρεων, δηλαδή η ευθύνη τους είναι επικουρική.

Σημειώνεται δε, ότι μόνη η ικανότητα του προέδρου ή μέλους Δ.Σ. για εκπροσώπηση της ΑΕ δεν προσδίδει σ' αυτόν την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου, ούτε τον εξομοιώνει νομικά με διευθύνοντα σύμβουλο και δεν ασκεί, γι' αυτόν τον λόγο, καμία έννομη επιρροή στην ύπαρξη ποινικής ευθύνης αυτού για τη μη έγκαιρη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών που οφείλει η ΑΕ στο ΙΚΑ.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και στην περίπτωση που αυτή είναι τυπική, όπως είναι και εκείνη που δεν περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, αλλά το δικαστήριο περιορίζεται να αναφερθεί με τυπικές φράσεις στο διατακτικό της απόφασης που περιέχει τα στοιχεία του κατηγορητηρίου.

Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ` εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, μόνο αν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενο του, με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, οπότε καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση του σκεπτικού.

Όσον αφορά στο δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ΠΚ, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι αναγκαία η παράθεση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή (ΟλΑΠ 1/2005).

Κατ' ακολουθίαν αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 απόφασης, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, του ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά, τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (ΟλΑΠ 1/1996) και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερομένου ως εργοδότη από την άσκηση επιχείρησης, των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης, καθόσον έτσι δημιουργείται ασάφεια ως προς τη νομική υποχρέωση τούτου για την καταβολή των εισφορών και δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης.

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν ως Εφετείο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με το σκεπτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 35694/13.11.2017 απόφασής του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κατά λέξη: ".....Ο κατηγορούμενος, ...

την 14.2.2011 τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία ... ΑΕΒΕ και Α.Μ.Ε ...90, ... είδος επιχείρησης: ... και έχοντας απασχολήσει, κατά τη χρονική περίοδο 05/2010 έως 08/2010, στην επιχείρησή του προσωπικό, με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 25.947 ΕΥΡΩ, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα, για τις Δημόσιες Υπηρεσίες, του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία.

Για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό ... στη ν οποία αναγράφονται 14 μισθωτοί με ύψος αποδοχών 119.419,02 ΕΥΡΩ. Ο κατηγορούμενος είχε νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, και ποσού για τον ειδικό λογαριασμό Δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα των απασχοληθέντων, βάσει των ημερών απασχόλησης, ποσού 35.825,71 ΕΥΡΩ, δεν κατέβαλε αυτές στον ως άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές.

Επίσης, είχε παρακρατήσει ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ), ποσού 17.912,85 ΕΥΡΩ, με σκοπό να αποδώσει αυτές στον Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ'αυτόν, μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Από τα ως άνω οφειλόμενα ποσά ο κατηγορούμενος κατόπιν ρύθμισης, κατέβαλε μέρος αυτών.... ." Ακολούθως, με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το άνω Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο, με την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2β ΠΚ, του ότι "...

την 14.2.2011 τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία ... ΑΕΒΕ και Α.Μ.Ε ...90, ... είδος επιχείρησης: ... και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 05/2010 έως 08/2010 στην επιχείρησή του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 25.947 ΕΥΡΩ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία.

Για την μη καταβολή των εισφορών συντάχθηκε η με αριθμό ... στην οποία αναγράφονται 14 μισθωτοί με ύψος αποδοχών 119.419,02 ΕΥΡΩ. Ο κατηγορούμενος είχε νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, και ποσού για τον ειδικό λογαριασμό Δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα των απασχοληθέντων βάσει των ημερών απασχόλησης ποσού 35.825,71 ΕΥΡΩ, δεν κατέβαλε στον ως άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές.

Επίσης, είχε παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 17.912,85 ΕΥΡΩ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ'αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Από τα άνω οφειλόμενα ποσά ο κατηγορούμενος κατόπιν ρύθμισης, κατέβαλε μέρος αυτών, το οποίο αντιστοιχούσε στα οφειλόμενα από τον 03/2010 ως 05/2010 και οφείλει το λοιπό ποσό εκ 25.947 ευρώ".

Με τις παραδοχές αυτές, όμως, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, ενόψει του ότι πρόκειται για εργοδότρια ανώνυμη εταιρεία, δεν διευκρινίζεται, αν ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων είχε την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής κατά τον ενδιαφέροντα κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει νομική υποχρέωσή του να παρακρατεί τις εισφορές των εργαζομένων και να αποδίδει αυτές μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας προς το ΙΚΑ, δεδομένου ότι, εφόσον οι ασφαλιστικές εισφορές είχαν γεννηθεί και ήταν καταβλητέες και αποδοτέες πριν την 11.4.2012, μόνον η αναφορά του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος ως εργοδότη δεν αρκεί για την ως άνω νομική υποχρέωσή του και τη θεμελίωση της ποινικής του ευθύνης κατά το διάστημα της απασχόλησης των εργαζομένων στην εν λόγω ανώνυμη εταιρεία (05/2010-08/2010), σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

Εξαιτίας δε της ελλείψεως και ασάφειας αυτής, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος σχετικά με την ορθή εφαρμογή του νόμου στη συγκεκριμένη περίπτωση, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Κατ' ακολουθία των προαναφερομένων, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της έλλειψης νομίμου βάσεως είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, παρελκούσης της εξετάσεως του ετέρου λόγου της κρινομένης αίτησης αναίρεσης (απόλυτης ακυρότητας, 510 παρ. 1 στοιχ.Α' ΚΠΔ) και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά, τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του Π.Κ., το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου περί πλημμελημάτων, είναι πέντε έτη, αρχομένη από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κυρία διαδικασία και ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν από τα τρία έτη για τα πλημμελήματα.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1β, 370 στοιχ.β' και 511 του Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως υπό του δικαστηρίου σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, μάλιστα, αν η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή, ο αναιρεσείων εμφανίστηκε και κριθεί έστω και ένας λόγος αναιρέσεως βάσιμος, λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη ακόμη και την παραγραφή που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διαπιστώνοντας δε τη συμπλήρωση της παραγραφής, οφείλει, αφού αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση, να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 στοιχ.

β' του Κ.Ποιν.Δ.

Εν προκειμένω, με βάση τα προεκτεθέντα, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει να παύσει οριστικά η εναντίον του αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη για τις πλημμεληματικές πράξεις της μη εμπρόθεσμης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, που αφορούν το χρονικό διάστημα από 5/2010 μέχρι Ο8/2010, διότι από του τέλους του επόμενου μήνα (που ορίζεται για την καταβολή τους), ήτοι από την 1-7-2020 μέχρι την 1-10-2010, που αποτελεί το χρόνο τελέσεως των πράξεων τούτων ενόψει των παραδοχών της εν λόγω αποφάσεως, μέχρι και τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (17-10-2018) έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας, εξαλειφθέντος του αξιοποίνου συνεπεία παραγραφής των πράξεων αυτών, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αρ. 35694/13.11.2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Παύει οριστικά την ποινική δίωξη εναντίον του αναιρεσείοντος, Α. Ρ. του Ε., κατοίκου ..., για το ότι: ... κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2010 έως 1-10-2010, τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία ... ΑΕΒΕ και Α.Μ.Ε ...90, ... είδος επιχείρησης: ... και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 05/2010 έως 08/2010 στην επιχείρησή του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 25.947 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία.

Για την μη καταβολή των εισφορών συντάχθηκε η με αριθμό ... στη ν οποία αναγράφονται 14 μισθωτοί με ύψος αποδοχών 119.419,02 ευρώ. Ο κατηγορούμενος είχε νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, και ποσού για τον ειδικό λογαριασμό Δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα των απασχοληθέντων βάσει των ημερών απασχόλησης ποσού 35.825,71 ευρώ, δεν κατέβαλε στον ως άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές.

Επίσης, είχε παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 17.912,85 ευρώ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ'αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Από τα άνω οφειλόμενα ποσά ο κατηγορούμενος κατόπιν ρύθμισης, κατέβαλε μέρος αυτών, το οποίο αντιστοιχούσε στα οφειλόμενα από τον 03/2010 ως 05/2010 και οφείλει το λοιπό ποσό από 25.947 ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε ... στις 7 Νοεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε ... σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ