Legislator Case Law & Legislation
2025/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to properly raise procedural objections in lower court.

Case Number 2025/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court improperly admitted evidence without proper procedural grounds, but the court found these arguments were not raised with sufficient specificity in the appellate proceedings. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible because the necessary procedural objections were not properly presented to the Court of Appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 562 para. 2 K.Pol.D.; Art. 559 no. 11 K.Pol.D.: An appeal is inadmissible if the grounds relied upon were not properly raised before the court of first instance, unless they concern a procedural error that cannot be raised there, a defect inherent in the judgment itself, or a matter of public order.

Keywords

AI generated
procedural admissibility appeal grounds lower court objections evidence admission court of appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 562 para. 2 K.Pol.D.
Art. 559 no. 11 K.Pol.D.
Art. 106 K.Pol.D.
Art. 237 K.Pol.D.
Art. 346 K.Pol.D.
Art. 453 para. 1 K.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
O.A.P. 16/2000
O.A.P. 43/1990
O.A.P. 12/2000
O.A.P. 1/1999
O.A.P. 963/1985

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2025 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2025/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Σταματόπουλο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ..., το γένος Π1 και 2. ... οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Πιστικό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5940/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1955/2004 μη οριστική, 7565/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-10-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 17-11-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται να είχε προταθεί νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της πρότασης αυτής (Ολ.ΑΠ 16/2000,Ολ.ΑΠ 43/1990). Επομένως οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, που δεν είχαν προταθεί στο Εφετείο και, έτσι, δεν κατέστησαν αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγο αναίρεσης, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδάφ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση του εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει, όμως, εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου (Ολ.ΑΠ 23/2008, Ολ.ΑΠ 9/2000). Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα σ' αυτόν ειδικότερα μνημονευόμενα έγγραφα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία αυτές δεν είχαν νόμιμα επικαλεστεί με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά μόνο με τις από 8.10.2002 προτάσεις τους, που υποβλήθηκαν απ' αυτές στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ενόψει της συζήτησης (στις 8-10-2002) της ένδικης διεκδικητικής ακινήτου αγωγής τους, προτάσεις, που ενσωματώνονται κατά πλήρη αντιγραφή τόσο στις από 14-1-2004 προτάσεις τους - αναιρεσιβλήτων - της πρώτης στο Εφετείο συζήτησης της έφεσης τους κατά της απορριπτικής σε βάρος τους πρωτόδικης απόφασης, μετά την οποία εκδόθηκε η 1955/2004 παρεμπίπτουσα περί αποδείξεων απόφασή του, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, καθώς και στις προτάσεις των ίδιων της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή:

α) το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Γιαννάκη, στο οποίο στήριξε η προσβαλλόμενη απόφαση την κυριότητα του δικαιοπαρόχου των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων στο ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, β) τα ...και ... αντίστοιχα, πωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Ζέρρη, στο πρώτο από τα οποία είναι προσαρτημένο το τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ..., με το δεύτερο δε μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα από το ...

στο Π1 (πατέρα της πρώτης αναιρεσίβλητης και παππού της δεύτερης) τμήμα του πιο πάνω ακινήτου, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο, γ) το ... πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σπυριδούλας Γούσια, με το οποίο ο Π1 μεταβίβασε την κυριότητα του παραπάνω ακινήτου κατ' ισομοιρίαν στις θυγατέρες του, πρώτη αναιρεσίβλητη και μητέρα της δεύτερης ..., δ) την ...δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της θανούσας...

από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Κυριακούλας Κοψίνα, σε συνδυασμό με τις .. και ... αντίστοιχα, εκθέσεις αποποίησης της ίδιας κληρονομίας από μέρους των λοιπών εξ αδιαθέτου κληρονόμων (... και ..., συζύγου και γιού της, αντίστοιχα) και ε) τη ... αεροφωτογραφία, αντίστοιχα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί της μη νόμιμης επίκλησης των προμνημονευόμενων εγγράφων από μέρους των αντιδίκων της προτάθηκε παραδεκτά απ' αυτή με την προσθήκη των προτάσεών της τής συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί ο εν λόγω ισχυρισμός δεν προτάθηκε παραδεκτά από την ίδια στο Εφετείο με τις αμέσως πιο πάνω προτάσεις της, όπως προκύπτει από αυτές, δεν εμπίπτει δε σε καμία από τις προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρέσεις. Ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται μονό όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διάταξης (Ολ.

ΑΠ 12/2000, Ολ.ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, τα δικονομικά απαράδεκτα, συνεπαγόμενα το ανεπίτρεπτο κατά νόμο διαδικαστικής πράξης ή ενέργειας, ανεξάρτητα από το κύρος, τη νομιμότητα ή τη βασιμότητα αυτής, ανάγονται στην εσωτερική διάρθρωση και πορεία της διαδικασίας, αποσκοπούν δε στην εξασφάλιση ομαλής εξέλιξης της ώστε έτσι, να καθίσταται δυνατή η υπεράσπιση των δικονομικών δικαιωμάτων των διαδίκων (Ολ.ΑΠ 963/1985).

Εξάλλου, η επίκληση και προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων, ναι μεν ανήκει στην κατηγορία των ....κτικών διαδικαστικών πράξεων, η μη συνδρομή όμως της εν λόγω διαδικαστικής πράξης δεν συνεπάγεται το δικονομικό απαράδεκτο της τελευταίας, ώστε η πλημμέλεια του δικαστηρίου της ουσίας ως προς αυτή να θεμελιώνει τον αμέσως πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλεται η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, εξαιτίας της μη νόμιμης σ'αυτό επίκληση των εγγράφων που προμνημονεύθηκαν, έπρεπε να κηρύξει το απαράδεκτο της διαδικαστικής πράξης της επίκλησης - και προσκομιδής - των εν λόγω εγγράφων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3.10.2007 αίτηση της ...για αναίρεση της 7.565/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ