Legislator Case Law & Legislation
2025/2007 AI generated

2025/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2025/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2025/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης, που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος, που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2025 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2025/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, (Ν.Π.Δ.Δ.), που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 447/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 5709/1998 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-4-2000 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 29-1-2001 έκθεση του Αρεοπαγίτη Θεόδωρου Αποστολόπουλου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει εν μέρει δεκτός ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως και να απορριφθεί κατά τα λοιπά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης, που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος, που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.

Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή των πραγματικών περιστατικών, που στηρίζουν το δικαίωμα, αφού δεν υπάρχει τότε ταυτότητα της νομικής ή ιστορικής αιτίας. Επομένως, η τελεσίδικη απόφαση, που επιδίκασε αποδοχές εργαζομένου με βάση συγκεκριμένες διατάξεις για ορισμένο χρονικό διάστημα, αποτελεί δεδικασμένο στη νέα δίκη, που διεξάγεται μεταξύ των αυτών διαδίκων και έχει ως αντικείμενο την επιδίκαση αποδοχών για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα με βάση τις ίδιες ακριβώς διατάξεις.

Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν προτάσεως κάποιου διαδίκου αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου, δέχεται παρά το νόμο ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εξάλλου, ναι μεν το δεδικασμένο, που προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ., πλην όμως δεν αφορά στη δημόσια τάξη και συνεπώς ο ισχυρισμός ότι δεν έγινε δεκτή η ύπαρξη δεδικασμένου δεν μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αλλά πρέπει, κατά το άρθρo 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., να έχει προταθεί και στο δικαστήριο της ουσίας.

Για το λόγο αυτό, αν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται λόγος για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, παρότι είχε προταθεί τούτο νομίμως, δεν δημιουργείται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, αλλά ο λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό, που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, με την οποία η αναιρεσείουσα, που προσλήφθηκε στις 17.1.1977 από το αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο, ως καθαρίστρια, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου, ζήτησε διαφορές αποδοχών και αμοιβής για την εργασία της κατά τις Κυριακές και τις αργίες του χρονικού διαστήματος από 1-1-1989 έως 31-3-1994 με βάση τις διατάξεις της υπ΄ αριθ. 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς, ήταν μη νόμιμη, διότι από 1-7-1988 επεκτάθηκε με την Ε.Σ.Σ.Ε.

της 22-12-1988 και στους εργαζόμενους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα Νοσοκομεία του Ν.Δ. 2592/1953 το μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων και δεν ίσχυαν από τότε οι διατάξεις στις οποίες στηριζόταν η αγωγή. Ακολούθως, το Εφετείο, αποκρούοντας το δεδικασμένο από την υπ΄ αριθ. 342/1990 απόφαση του ιδίου Εφετείου, που δέχεται ότι επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της, έκρινε ότι η επίκληση του δεδικασμένου αυτού ήταν αλυσιτελής, διότι οι απαιτήσεις, που επιδικάσθηκαν στην αναιρεσείουσα με την άνω απόφαση, ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 1-1-1985 έως 30-4-1988, δηλαδή πριν ισχύσει η προαναφερόμενη Ε.Σ.Σ.Ε., η οποία μετέβαλε το νομικό καθεστώς και ίσχυε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.

Όμως από τις προτάσεις, που υπέβαλε στο Εφετείο η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι με την προσθήκη αυτών, που έγινε μέσα στη νόμιμη προθεσμία, ισχυρίσθηκε παραδεκτώς, ως αντεφεσίβλητη, προς απόκρουση της αντεφέσεως, που άσκησε το αναιρεσίβλητο με τις προτάσεις (άρθρ. 237 παρ 3, 527 αριθ. 1, 591 παρ. 1α και 674 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), ότι για το δικαίωμά της να λάβει τις αιτούμενες.

με την ένδικη αγωγή αποδοχές και μετά την ισχύ της από 22-12-1988 Ε. Σ. Σ Ε., υπήρχε δεδικασμένο όχι μόνο από την ως άνω απόφαση (342/1990), αλλά και από τις υπ΄ αριθ. 5198/1994, 3811/1995 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών και την υπ΄ αριθ. 296/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο. Από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι με τις ανωτέρω αποφάσεις, που επικύρωσαν τις υπ΄ αριθ. 732/1991, 1519/1993 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την υπ΄ αριθ. 1136/1996 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κρίθηκε ότι τις αποδοχές της αναιρεσείουσας κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-1988 έως 30-4-1993 ρύθμιζε η υπ΄ αριθ. 42/1981 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ.

Πειραιώς και μετά την επελθούσα με την από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε. νομική μεταβολή. Οι ανωτέρω αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο και για όμοιες μεταγενέστερες αξιώσεις της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη. Κατόπιν αυτών το Εφετείο ερεύνησε μόνο το δεδικασμένο, που απέρρεε από την υπ΄ αριθ. 342/1990 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου, χωρίς να κάνει καθόλου λόγο για το δεδικασμένο, που απορρέει από τις προαναφερόμενες τελεσίδικες αποφάσεις, δεν έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποπίπτοντας στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ..

Επομένως, ο σχετικός λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ΄ αριθ. 5709/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.-

-ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.-

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ