Legislator Case Law & Legislation
2025/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court for failing to examine employer's good faith in contract modification.

Case Number 2025/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ruling that the lower court erred by failing to examine the employer's good faith regarding a contract modification. The employer argued the employee refused to perform duties without pay, while the employee claimed the scope of work was never altered. The court held that the lower court's finding of bad faith was unsupported because the employee's refusal to accept the new role was not proven, necessitating a retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 652, 281, 174, 180 of the Civil Code; An employer's unilateral modification of a labor contract constitutes a detrimental change unless justified by good faith and contractual terms; failure to examine the good faith of the employer's conduct warrants a retrial.

Keywords

AI generated
labor contract modification good faith principle unilateral employer change abuse of rights retrial procedure statutory interpretation labor dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 652 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 174 of the Civil Code
Article 180 of the Civil Code
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2025 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2025/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΗΓΑΣΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (πρώην "ΠΗΓΑΣΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ Α.Ε."), που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζερδελή.

Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία παραστάθηκε με το δικηγόρο της Απόστολο Κωνσταντινίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/1/1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2396/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 8101/2000 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1431/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 4436/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/8/2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 17/10/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 29 Αυγούστου 2005 αίτησης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΗΓΑΣΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" για αναίρεση της 4436/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 652 Α.Κ., ο εργοδότης έχει το διευθυντικό δικαίωμα να ρυθμίσει κάθε θέμα που ανάγεται στην οργάνωση και τη λειτουργία της επιχειρήσεώς του, προκειμένου να επιτύχει τους εν γένει σκοπούς της, περιοριζόμενος μόνον από τους όρους της συμβάσεως, όπως αυτή ερμηνεύεται κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Συνεπώς, κάθε τροποποίηση όρου της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη, η οποία δεν επιτρέπεται σε αυτόν από τη σύμβαση ή από το νόμο, αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως σε βάρος του εργαζομένου. Η μεταβολή όμως αυτή δεν επιφέρει τη λύση της συμβάσεως, ούτε υποχρεώνει τον εργαζόμενο να την αποδεχθεί ή να αποχωρήσει από την υπηρεσία του, αλλά, εάν μεν η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου, του παρέχει το δικαίωμα είτε να θεωρήσει τη μεταβολή, κατά το άρθρο 7 του Ν.2112/1920, ως καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την προβλεπομένη από το νόμο αποζημίωση, είτε να αποκρούσει τη μεταβολή και να συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του με τους ίδιους, όπως και προηγουμένως, όρους, αξιώνοντας από τον εργοδότη την τήρηση της συμβάσεως, οπότε ο εργοδότης αποκρούοντας τις προσφερόμενες υπό τους όρους αυτούς υπηρεσίες του, καθίσταται υπερήμερος και οφείλει κατ΄ άρθρο 656 ΑΚ μισθούς υπερημερίας.

Αν ο εργοδότης προβεί σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας, η οποία οφείλεται στη μη αποδοχή από το μισθωτό της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας, η καταγγελία αυτή, η οποία ενέχει καταχρηστική άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη και υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ, είναι άκυρη (άρθρα 174 και 180 Α.Κ.).

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη πράγματα που δεν αναφέρονται στην αγωγή που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην κρίση του ως προς το νόμιμο αυτής. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά νόμο την αγωγή.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, η τελευταία, ως ενάγουσα, ισχυρίσθηκε ότι την 1-1-1985 είχε προσληφθεί από την αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για να απασχοληθεί με την ειδικότητα της δημοσιογράφου στην ημερήσια απογευματινή εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ" και την εβδομαδιαία εφημερίδα "ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ", με αμοιβή, όπως αυτή καθορίζεται από τις οικείες ομοιοεπαγγελματικές Σ.Σ.Ε.

μεταξύ Ε.Σ.Η.Ε.Α. και Ε.Ι.Η.Ε.Α. και ότι της ανατέθηκε να καλύπτει το εργατικό - συνδικαλιστικό ρεπορτάζ των εφημερίδων αυτών ως εξωτερική συντάκτρια. Ότι από την αρχή της πρόσληψή της είχε συμφωνηθεί μεταξύ αυτής και της αναιρεσείουσας να απασχολείται κατά τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής για να καλύπτει και το εργατικό - συνδικαλιστικό ρεπορτάζ της εφημερίδας "ΕΘΝΟΣ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ".

Η αναιρεσείουσα έπαυσε αυθαιρέτως και χωρίς τη συναίνεση ή τη συγκατάθεση της αναιρεσίβλητης να την απασχολεί από το Σεπτέμβριο 1992 κατά τα Σάββατα και από Νοέμβριο 1995 και κατά τις Κυριακές, με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών της. Ότι ο περιορισμός της απασχόλησης της αναιρεσίβλητης και τις παραπάνω ημέρες και η αντίστοιχη μείωση των αποδοχών της συνιστά μονομερή εκ μέρους της αναιρεσείουσας βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως εκείνης (αναιρεσίβλητης), η οποία διαμαρτυρήθηκε για το λόγο αυτό, λαμβάνουσα τις διαβεβαιώσεις των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας ότι το ζήτημα θα τακτοποιηθεί, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Ότι περί τις αρχές Ιουλίου 1997 η αναιρεσείουσα ανέθεσε στην αναιρεσίβλητη και την κάλυψη ασφαλιστικής φύσεως θεμάτων αρμοδιότητας Υ.Υ.Π.Κ.Α. διότι εκείνη (αναιρεσείουσα) είχε απολύσει τον δημοσιογράφο ... που κάλυπτε το ρεπορτάζ αυτό. Η αναιρεσίβλητη διαμαρτυρήθηκε για την ανάθεση σε αυτήν και της εργασίας αυτής, θεωρώντας την ως χειροτέρευση της εργασιακής σχέσης της και μονομερή σε βάρος της μεταβολή των όρων εργασίας, αφού της είχε ανατεθεί "επί πλέον εργασία πέραν της συμφωνηθείσας και εκτελουμένης, χωρίς πρόσθετη αμοιβή" της, για την εκτέλεση για την εκτέλεση της εργασίας αυτής, που είναι σημαντικά διάφορη από την μέχρι τότε εκτελουμένη εργασία, χρειάζεται ιδιαίτερη χρονική καταπόνηση.

Με την αποστολή στην αναιρεσείουσα της από 21-7-1997 εξώδικης δήλωσης - όχλησης και διαμαρτυρίας της η αναιρεσίβλητη ζήτησε από την πρώτη (αναιρεσείουσα) να άρει όχι μόνο την τελευταία βλαπτική εις βάρος της μεταβολή αλλά και τις προηγούμενες που αφορούσαν την περικοπή της εργασίας της κατά τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής, καθώς, ως αποζημίωση, και την καταβολή των αντιστοίχων αποδοχών της από την περικοπή αυτή της εργασίας της.

Ότι η αναιρεσείουσα σε απάντηση της εξώδικης ως άνω δήλωσης της αναιρεσίβλητης προέβη την 15-10-1997 σε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της τελευταίας, καταβάλλουσα και την αποζημίωση της απόλυσής της, ότι, κατά τα αναφερόμενα, η καταγγελία αυτή της σύμβασης είναι άκυρη, ως παράνομη και καταχρηστική, αφού κίνητρο της απόλυσης ήταν η εκδίκηση των εκπροσώπων της αναιρεσείουσας εξαιτίας της αρνήσεως της αναιρεσίβλητης να αποδεχθεί την προαναφερθείσα μονομερή μεταβολή των συμβατικών όρων εργασίας.

Εξάλλου από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα προσλήφθηκε την 1-1-1985, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αναιρεσείουσα-εναγομένη ανώνυμη εταιρία, η οποία είναι ιδιοκτήτρια των εφημερίδων "ΕΘΝΟΣ" και "ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ", ημερησίας και εβδομαδιαίας, αντίστοιχα, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της σ΄ αυτήν ως δημοσιογράφος, αμειβομένη με τις νόμιμες (καθοριζόμενες από τις οικείες ομοιοπαγγελματικές ΣΣΕ μεταξύ ΕΣΗΕΑ και ΕΙΗΕΑ) αποδοχές.

Συγκεκριμένα, από τη προσλήψεώς της, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να καλύπτει η αναιρεσίβλητη-εντός του νόμιμου ωραρίου της, μόνο το εργατικό-συνδικαλιστικό ρεπορτάζ των πιο πάνω εφημερίδων, ως εξωτερική συντάκτρια, εργαζομένη εξ αρχής-κατόπιν σχετικής συμφωνίας των διαδίκων-και όλα τα Σάββατα και τις Κυριακές ώστε να καλύπτει τις ειδήσεις της Κυριακής και της Δευτέρας αποκλειστικώς στα θέματα του τομέως της, αμειβομένη με αντίστοιχη προσαύξηση των αποδοχών της για τις ημέρες αυτές.

Το αντικείμενο της εργασίας της (εργατικό-συνδικαλιστικό ρεπορτάζ) περιελάμβανε την κάλυψη όλων των ενεργειών του Υπουργού Εργασίας, ήτοι νομοθετικό έργο, διαβουλεύσεις, επισκέψεις του Υπουργού σε διάφορες εκδηλώσεις, κάλυψη των δραστηριοτήτων όλων των οργανισμών που εποπτεύονται από το Υπουργείο Εργασίας, δηλαδή οργανισμών εργατικής κατοικίας και όλα τα προγράμματα του οργανισμού ΟΑΕΔ, κάλυψη ανέργων, ευρωπαϊκά προγράμματα κατά της ανεργίας, Οργανισμό Εργατικής Εστίας, την κάλυψη όλων των συνδικαλιστικών οργανώσεων της χώρας και των δραστηριοτήτων τους, δηλαδή ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ, 52 εργατικά κέντρα, ομοσπονδίες και σωματεία εργαζομένων πανελλαδικώς, την κάλυψη των απεργιών, κινητοποιήσεων, διαδηλώσεων, κάλυψη εργατικών ατυχημάτων, διεθνών συνεδριάσεων για εργατικά ζητήματα με αποστολές στο εξωτερικό, ημερίδων και συνεδρίων.

Ήταν δε, όπως αποδείχθηκε, η αναιρεσίβλητη η μόνη συντάκτρια του εργατικού ρεπορτάζ στις εφημερίδες της αναιρεσείουσας. Από το Σεπτέμβριο του 1992, ήτοι μετά πάροδο χρονικού διαστήματος μεγαλύτερου της επταετίας από την πρόσληψή της, η αναιρεσείουσα-εναγομένη έπαυσε να απασχολεί (την αναιρεσίβλητη) κατά τα Σάββατα, από το Νοέμβριο δε του 1995 και εφεξής έπαυσε να την απασχολεί και κατά τις Κυριακές, με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών της και χωρίς τη συγκατάθεση της ίδιας της αναιρεσίβλητης.

Οι εν λόγω μειώσεις του συμφωνημένου χρόνου εργασίας της από πλευράς της εργοδότριάς της με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών της, συνιστούν διαδοχικές μονομερείς βλαπτικές μεταβολές των όρων της εργασιακής της συμβάσεως, για τις οποίες διαμαρτυρήθηκε μεν αρχικώς η αναιρεσίβλητη, πλην, όμως, συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες της και δεν άσκησε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα τα παρεχόμενα για την περίπτωση αυτή από το νόμο δικαιώματά της, συνιστάμενα είτε στο να θεωρήσει τις γενόμενες μεταβολές ως άτακτη καταγγελία της εργασιακής της συμβάσεως και, αποχωρώντας από την εργασία της, να ζητήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσής της, είτε στο να εξακολουθήσει να παρέχει τις υπηρεσίες της υπό τους προ των μεταβολών όρους και, σε περίπτωση μη αποδοχής τους από την εργοδότριά της, να απαιτήσει από αυτήν μισθούς υπερημερίας, με συνέπεια, εξ αιτίας της σιωπηρής αποδοχής από την ίδια των ανωτέρω μεταβολών, να συνεχισθεί η επίδικη εργασιακή σχέση μεταξύ των διαδίκων με νέους συμβατικούς όρους, που καθορίσθηκαν με ελεύθερη βούληση και συναίνεση αμφοτέρων των μερών, με τα ίδια καθήκοντα της αναιρεσίβλητης, ήτοι την κάλυψη αποκλειστικώς και μόνο του συγκεκριμένου τομέως εργασίας της, το εργατικό-συνδικαλιστικό ρεπορτάζ, χωρίς να διαταραχθούν οι εκατέρωθεν σχέσεις τους.

Στη συνέχεια, κατά μήνα Ιούλιο 1997, η αναιρεσείουσα ανέθεσε στην αναιρεσίβλητη, πέραν των μέχρι τότε ασκουμένων και συμφωνηθέντων καθηκόντων της, και την κάλυψη της σχετικής με τα ασφαλιστικά θέματα ειδησεογραφίας, μετά την απόλυση του αποκλειστικώς αρμοδίου, επί σειρά ετών, για τα θέματα αυτά συντάκτη της..., χωρίς αυτό να περιλαμβάνεται ούτε στην αρχική τους, αλλά ούτε και σε μεταγενέστερη συμφωνία των αντιδίκων.

Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, η αναιρεσίβλητη ήταν εξ αρχής (1985) και συνέχισε και μέχρι τον Ιούλιο, κατά τα άνω να είναι επιφορτισμένη με την κάλυψη των εργατικών θεμάτων και μόνο και όχι και με το ασφαλιστικό ρεπορτάζ. Για να ανταποκρίνεται η αναιρεσίβλητη στην απασχόλησή της με το εργατικό ρεπορτάζ εργαζόταν, όπως αποδείχθηκε, πολλές φορές και πέρα από το νόμιμο ωράριό της (πράγμα σύνηθες στους δημοσιογράφους-συντάκτες των εφημερίδων).

Η εκ μέρους της αναιρεσείουσας ανάθεση στην αναιρεσίβλητη των προσθέτων καθηκόντων της στο ασφαλιστικό ρεπορτάζ -αντικείμενο ευρύ, με το οποίο καλύπτονται οι δραστηριότητες όλων των ασφαλιστικών φορέων της χώρας, η όλη ασφαλιστική νομοθεσία, οι συνταξιουχικές οργανώσεις κλπ-ως πρόσθετης (επαχθούς) εργασίας πέραν του νομίμου ωραρίου της και χωρίς αντίστοιχη αύξηση των αποδοχών της συνιστά νέα μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως της αναιρεσίβλητης, την οποία δικαιολογημένα δεν αποδέχθηκε η τελευταία αλλά την απέκρουσε, διαμαρτυρηθείσα προφορικώς και γραπτώς, με αποστολή στην αναιρεσείουσα της από 21-7-1997 εξώδικης δήλωσής της (επιδοθείσα την 24-7-1997), με την οποία της ζητούσε να άρει όχι μόνο την άνω βλαπτική εις βάρος της μεταβολή, αλλά και τις προηγούμενες, που αφορούσαν την περικοπή της εργασίας της κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, καθώς και να της καταβάλει αναδρομικώς τις αντίστοιχες (από την περικοπή της εργασίας της) αποδοχές της.

Ότι δεν αποδείχθηκε ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, είτε αρχικώς είτε μεταγενεστέρως, η κάλυψη εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και των θεμάτων της κοινωνικής - ιδιωτικής ασφάλισης. Μετά τις προεκτεθείσες εξελίξεις, η αναιρεσείουσα την 15-11-1997, προέβη στην καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως της αναιρεσίβλητης.

Κίνητρο της καταγγελίας αυτής δεν ήταν η ρύθμιση υπηρεσιακής ανάγκης της αναιρεσείουσας, αλλά η ικανοποίηση αισθήματος εκδικήσεως των εκπροσωπούντων αυτήν (εργοδότρια) προσώπων έναντι της παραπάνω εργαζομένης για λόγους ασχέτους προς την εκτέλεση της συμβάσεως εργασίας, οι οποίοι συνίστανται σε εχθρότητα εναντίον της, εξαιτίας της αρνήσεώς της να αποδεχθεί την προαναφερθείσα μονομερή μεταβολή των συμβατικών όρων, αλλά και της όψιμης διεκδικήσεως εκ μέρους της αναδρομικών αποδοχών.

Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο, με την προσβαλλομένη, έκρινε ότι, η καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως της αναιρεσίβλητης εκ μέρους της αναιρεσείουσας, υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος τούτου της εργοδότριας και, συνεπώς, απαγορευομένη από το νόμο, ως καταχρηστική, είναι παράνομη και εντεύθεν, άκυρη (άρθρα 281, 174 και 180 Α.Κ.) και ότι εν όψει της ακυρότητας της επίδικης απολύσεως, η αναιρεσείουσα, αρνούμενη από 16-10-1997 και εφεξής να αποδεχθεί την εργασία της αναιρεσίβλητης, περιήλθε σε υπερημερία, υποχρεουμένη να της καταβάλει, ως μισθούς υπερημερίας του επαικολουθήσαντος δωδεκαμήνου χρονικού διαστήματος από 16-10-1997 μέχρι 16-10-1998 το συνολικό ποσό των δραχμών 4.788.000 (14.051,26 Ευρώ), που επιδικάσθηκε για την αιτία αυτή με την πρωτόδικη απόφαση.

΄Ετσι που έκρινε το Εφετείο που στήριξε την κρίση του ως προς την καταχρηστικότητα στο γεγονός της άρνησης τη αναιρεσίβλητης να αποδεχθεί, πέραν των μέχρι τον Ιούλιο 1997 ασκουμένων καθηκόντων της κάλυψης του εργατικού - συνδικαλιστικού ρεπορτάζ, και την κάλυψη ασφαλιστικής φύσεως θεμάτων, χωρίς αντίστοιχη αύξηση των αποδοχών και με απασχόληση πέραν του νομίμου ωραρίου, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, δεν διαλαμβάνεται στην αγωγή ισχυρισμός ότι κατά την πρόσληψη της αναιρεσίβλητης συμφωνήθηκε μεταξύ αυτής και των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας ότι η πρώτη ( αναιρεσίβλητη) θα προσφέρει τις υπηρεσίες στη δεύτερη (αναιρεσείουσα) μόνο με την κάλυψη του εργατικού - συνδικαλιστικού ρεπορτάζ και ότι η συμφωνία αυτή υπήρξε όρος της συμβάσεως εργασίας της.

Ούτε υπάρχει αγωγικός ισχυρισμός περί τροποποιήσεως των αρχικών όρων της συμβάσεως εργασίας και ότι με βάση την τροποποίηση αυτή η αναιρεσίβλητη ανέλαβε να απασχολείται μόνο με την κάλυψη του εργατικού - συνδικαλιστικού ρεπορτάζ. Το διαλαμβανόμενο στην αγωγή, όπως προεκτέθηκε, ότι ανατέθηκε στην αναιρεσίβλητη "επιπλέον εργασία πέραν της συμφωνηθείσης και εκτελουμένης, χωρίς πρόσθετη αμοιβή" της, δεν είναι αυτοτελής ισχυρισμός και ως εκ τούτου δεν ασκεί οποιαδήποτε έννομη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού δεν προσδιορίζεται περαιτέρω ο χρόνος που έγινε η συμφωνία και οι όροι της συμφωνίας αυτής.

Επομένως το Εφετείο υπέπεσε στην εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, όπως βασίμως υποστηρίζεται τούτο με τον σχετικό πρώτο λόγο της αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη. Μετά ταύτα πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4436/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας από επτακόσια εβδομήντα (770) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ