Supreme Court dismisses appeal and retains case to rule on attorney fees dispute under specific social security contributions law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding attorney fees but retained the case for final judgment. The dispute involved a public entity claiming specific social security contributions withheld from a lawyer's fees between 2014 and 2019. The court ruled that since no further clarification was needed, it would issue the final decision itself rather than remanding the case.
Legislator headnote
AI generatedArt. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure; When the Supreme Court annuls a decision for reasons other than those requiring remittal, it may retain the case and judge it if no further clarification is needed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2024 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2024/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Απόστολο Φωτόπουλο, Ηλία Γιαρένη και Αγγελική Καρδαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Νάταλη - Χριστίνα Σαμαρά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία - Μαρία Μασσαλή, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 2570/2024 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 21-6-2024 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την υπό κρίση από 21-6-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 2570/2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (δικάσαντος ως Εφετείου), που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών -από αμοιβές- διαφορών, επί της από 27-7-2022 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της με αριθμό 38/2022 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια διαδικασία, είχε απορρίψει, ως μη νόμιμη, την από 4-12-2019 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου δικηγόρου, στο σύνολό της (ως προς όλες τις βάσεις της). Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αυτής, και, αφού εξαφάνισε εν μέρει την πρωτοβάθμια απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την ανωτέρω αγωγή (ως προς το δεύτερο αίτημα της κύριας βάσης της) και υποχρέωσε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ να καταβάλει νομιμοτόκως στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, ως δικηγόρο με σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου σ' αυτό (αναιρεσείον), το ποσό των 3.818,20 ευρώ, που αντιστοιχεί στην ειδική εισφορά αλληλεγγύης και στην ειδική εισφορά του ΟΑΕΔ του άρθρου 38 παρ. 2 του ν. 3986/2011 που παρακρατήθηκε από το τελευταίο κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2014-2019.
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε την 24-5-2024, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Π. Κ. επί του προσκομιζομένου αντιγράφου της, και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στην γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, την 25-6-2024 (δεδομένου ότι η 24-6-2024 ήταν η αργία του Αγίου Πνεύματος και, επομένως, εξαιρετέα ημέρα), δηλαδή εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοσή της (άρθρα 552, 553, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Συνεπώς, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 560 αρ. 3 περ. α' ΚΠολΔ (όπως η διάταξη αυτή ίσχυε μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 35 του ν. 4842/2021 και πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 26 του ν. 5134/2024), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δέχτηκε ή δεν δέχτηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Κατά συνέπεια, ο αναιρετικός αυτός λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν τα πολιτικά δικαστήρια, δεχόμενα ότι έχουν δικαιοδοσία, επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία, κατά το νόμο, δεν ανήκει στη δικαιοδοσία τους, αλλά, με βάση το πλαίσιο που ορίζεται στο άρθρο 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/2018), ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΑΠ 267/2025, ΑΠ 113/2024). Ο ως άνω λόγος αναίρεσης προτείνεται για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 περ. γ ΚΠολΔ, καθόσον η έλλειψη δικαιοδοσίας αφορά τη δημόσια τάξη (ΟλΑΠ 20/2008, ΑΠ 113/2024, ΑΠ 319/2018).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18-4-2001 μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2).
Με τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)... γ)... Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος που αφορά τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 εδ. α' του ν. 702/1977, στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται οι διοικητικές διαφορές ουσίας, που αναφύονται από την αναγνώριση, παραχώρηση ή απονομή δικαιώματος ή ευεργετήματος ή οποιασδήποτε άλλης παροχής ή από την ολική ή μερική άρνηση ικανοποιήσεως τέτοιου αιτήματος, καθώς και οι αναφυόμενες από τη μεταβολή κατάστασης που δημιουργήθηκε με διοικητική πράξη, κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφάλισης ως προς τις ασφαλιστικές σχέσεις μεταξύ των ασφαλιστικών φορέων και των ασφαλισμένων ή των εργοδοτών τους, ιδίως δε οι διαφορές περί την υπαγωγή στην ασφάλιση και τη διάρκειά της, περί τις καταβλητέες από τους εργοδότες και τους ασφαλισμένους εισφορές και περί τις πάσης φύσης παροχές από τον ασφαλιστικό φορέα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι διοικητική διαφορά ουσίας, από την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κοινωνικών ασφαλίσεων, δημιουργείται μόνον όταν ο ένας από τους διαδίκους είναι φορέας κοινωνικής ασφάλισης και η διαφορά αναφέρεται, γενικώς, στις ασφαλιστικές σχέσεις μεταξύ του φορέα και του ασφαλισμένου ή του εργοδότη αυτού (ΑΕΔ 5/2002, ΟλΑΠ 9/2012).
Εξάλλου, σε εφαρμογή των αντιστοίχων συνταγματικών ρυθμίσεων του άρθρου 94 παρ. 1 και 3, όπως ίσχυαν πριν την ως άνω αναθεώρηση, εκδόθηκε ο ν. 1406/1983, με τα άρθρα 1 παρ. 1 και 9 του οποίου, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπήχθησαν από 11 Ιουνίου 1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ η παρ. 2 του άρθρου 1 αυτού διέλαβε ενδεικτικά, όπως προκύπτει από τη λέξη "ιδίως", διάφορες κατηγορίες διοικητικών διαφορών ουσίας που υπήχθησαν στη ρύθμιση αυτή.
Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 εδ. η του ν. 1406/1983 ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται και εκείνες που αφορούν την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 εδ.
θ του ιδίου νόμου, όπως στη συνέχεια το εδάφιο θ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 3 του ν. 2721/1999, ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται και οι διαφορές που αφορούν τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.
Ως "αποδοχές", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Από αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με σύμβαση ή σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου με το Δημόσιο, ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992, ΑΠ 267/2025, ΑΠ 159/2021, ΑΠ 543/2020).
Κατά τις διατάξεις δε των άρθρων 1 παρ. 1, 7 παρ. 1, 8, 42 επ. του ν. 4194/2013 "Κώδικας περί Δικηγόρων" (ΦΕΚ Α 208/23.9.2013), που είναι ομοίου περιεχομένου με τις διατάξεις του άρθρων 1, 63, 92Α επ. του προϊσχύσαντος ν.δ. 3026/1954 ("Κώδικας περί Δικηγόρων"), ο δικηγόρος είναι δημόσιος λειτουργός, και όταν παρέχει με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή καθαρώς νομικές εργασίες νομικού συμβούλου ή δικηγόρου, η σύμβαση αυτή παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, δεν εφαρμόζονται επ' αυτής οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά αν προσαρμόζονται προς τις διατάξεις του ν. 4194/2013 και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού λειτουργήματος, ρυθμίζεται δε από τις διατάξεις των άρθρων 42 έως 46 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013) και συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί εντολής και σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών (ΟλΑΠ 45/2002, ΑΠ 200/2025, ΑΠ 417/2021, ΑΠ 308/2017) και η σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία που συνδέει τον δικηγόρο με ΝΠΔΔ είναι σύμβαση ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 267/2025, ΑΠ 16/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι ο τελευταίος, με αυτήν κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, ισχυρίστηκε: α) ότι κατόπιν επιλογής του σε διαγωνισμό, που προκηρύχθηκε το έτος 2006, από 23-2-2010 παρείχε τις νομικές υπηρεσίες του, ως δικηγόρος, στη Νομική Διεύθυνση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων- Ενιαίο Ταμείο Μισθωτών (ΙΚΑ- ΕΤΑΜ)", του οποίου οιονεί καθολικός διάδοχος είναι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ)", με σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, υπαγόμενος στο ενιαίο μισθολόγιο του ν.4024/2011 και β) ότι το εναγόμενο ΝΠΔΔ, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2014-2019 παρακράτησε από τις μηνιαίες πάγιες αντιμισθίες-αποδοχές του, τα αναφερόμενα, κατ' έτος, συνολικά χρηματικά ποσά, που αντιστοιχούσαν στην δήθεν οφειλόμενη εκ μέρους του ειδική εισφορά αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας και ειδική εισφορά υπέρ του ΟΑΕΔ του άρθρου 38 παρ. 2 α' και β' του ν. 3986/2011, αν και ο ίδιος δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού και δεν οφείλει τις εν λόγω ειδικές εισφορές καθόσον, ως δικηγόρος δεν ανήκει στο υπαλληλικό προσωπικό του εναγομένου, ώστε να υποχρεούται σε αυτές.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο ΝΠΔΔ, με βάση τη σύμβαση εργασίας του, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να του καταβάλει νομιμοτόκως τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, που αυτό του παρακράτησε το επίδικο χρονικό διάστημα, για τις προαναφερόμενες αιτίες.
Με το περιεχόμενο αυτό της αγωγής, η εισαγόμενη υπό κρίση διαφορά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, είναι διαφορά ιδιωτικού δικαίου και υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων και όχι σε αυτήν των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφάλισης, του άρθρου 7 παρ.1 εδ.
α' του ν. 702/1977, αλλά ούτε κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 εδ. η του ν. 1406/1983, στο πλαίσιο αξίωσης από το Κράτος ειδικών φορολογικών επιβαρύνσεων, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης.
Ειδικότερα, το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς, μεταξύ αφενός του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου) δικηγόρου και αφετέρου του εναγόμενου (ήδη αναιρεσείοντος) ΝΠΔΔ, συνίσταται στην αξίωση του πρώτου για καταβολή αντιμισθιών-αποδοχών του, οφειλόμενων στο πλαίσιο σύμβασης έμμισθης εντολής για παροχή των νομικών υπηρεσιών του στο εναγόμενο ΝΠΔΔ, που παρακρατήθηκαν ως δήθεν οφειλόμενες εκ μέρους του ειδικές εισφορές του άρθρου 38 παρ. 2 α' και β' του ν. 3986/2011. Ως εκ τούτου, η ένδικη διαφορά δεν αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 παρ. 1 εδ. α' του ν. 702/1977, καθόσον ο εναγόμενος φορέας κοινωνικής ασφάλισης δεν ενήργησε με την ιδιότητά του αυτή έναντι του ενάγοντος δικηγόρου, αλλά ως αντισυμβαλλόμενός του στην επικαλούμενη σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία.
Περαιτέρω, η εν λόγω σύμβαση είναι ιδιωτικού δικαίου και η ένδικη αξίωση του ενάγοντος δικηγόρου για τις παρακρατηθείσες αντιμισθίες του πηγάζει από τη σύμβαση αυτή και δεν συνιστά διοικητική διαφορά ουσίας, κατ' άρθρο 1 παρ. 2 εδ. η' του ν. 1406/1983, με αντικείμενο την απόδοση ειδικής φορολογικής ειδικής επιβάρυνσης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον.
Επομένως, η ένδικη διαφορά αποτελεί διαφορά μεταξύ ιδιωτών, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία αποφάνθηκαν ήδη επ' αυτής εντός της δικαιοδοσίας τους (άρθρο 1 στοιχ. α' Κ.Πολ.Δ.) και, συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 3 περ. α' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του ν. 4842/2021), είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημόσιας τάξης, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης, αφού στην έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνονται οι κανόνες, με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτον στον Άρειο Πάγο, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1695/2023, ΑΠ 93/2020). Στον περιορισμό αυτό υπόκειται και ο ισχυρισμός περί έλλειψης ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης, η οποία, αν και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και, συνεπώς, ο περί αυτής ισχυρισμός, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης, πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση (ΑΠ 1695/2023, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 806/2021, ΑΠ 351/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να δεχτεί ότι το αναιρεσείον νομιμοποιείται παθητικά να στραφεί ο αναιρεσίβλητος κατ' αυτού ως υπόχρεου για την καταβολή των επίδικων αξιώσεων, που αφορούν κρατήσεις υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΟΑΕΔ, για τις οποίες αυτό (αναιρεσείον) λειτούργησε ως εισπρακτικό όργανο, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 38 του ν. 3986/2011, ενώ γίνεται επίκληση ότι ο ισχυρισμός αυτός παραδεκτώς προτείνεται το πρώτον ενώπιον του δικαστηρίου τούτου σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 περ. γ' ΚΠολΔ, καθόσον αφορά στη δημόσια τάξη, καθώς και ότι τα πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωσή του είχαν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απαράδεκτος κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, γιατί στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος, όπως και το ίδιο το αναιρεσείον εκθέτει στην ένδικη αίτηση αναίρεσης, δεν είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αν και το αναιρεσείον παραστάθηκε νόμιμα κατά τη συζήτηση της αίτησης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Εξάλλου, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αφορά, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, τη δημόσια τάξη, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει το αναιρεσείον, ούτε υπάγεται σε κάποια άλλη από τις εξαιρέσεις της ανωτέρω διάταξης (ΚΠολΔ 562 παρ. 2) που προαναφέρθηκε, με συνέπεια απαραδέκτως να προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου.
IV. Με το νόμο 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" (ΦΕΚ Α' 226), επιχειρήθηκε η διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, η οποία είχε ως συνέπεια την περικοπή των αποδοχών των εργαζομένων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, με σκοπό, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση, αφενός την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών και αφετέρου τον εξορθολογισμό του δημοσίου τομέα, την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, την ανταμοιβή της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, την προσέλκυση ικανού στελεχιακού δυναμικού και την προώθηση των αναπτυξιακών και κοινωνικών προτεραιοτήτων της χώρας.
Στο Κεφάλαιο Δεύτερο του ως άνω νόμου, υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού και άλλων φορέων του δημόσιου τομέα και συναφείς διατάξεις", και ειδικότερα στο άρθρο 4, το οποίο φέρει τον τίτλο "Πεδίο Εφαρμογής", ορίζονται τα εξής: "1.
Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α).
Επίσης υπάγονται: α) οι εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, β) οι υπάλληλοι της Γραμματείας των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών, των Έμμισθων Υποθηκοφυλακείων και Κτηματολογικών Γραφείων της χώρας, γ) οι ιατροί υπηρεσίας υπαίθρου και οι μόνιμοι αγροτικοί ιατροί, δ) [...],, ε)[ ...], στ. [...], [...]. . 2.Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, το προσωπικό της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, καθώς και οι κατηγορίες υπαλλήλων ή λειτουργών που υπάγονται στο Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Μέρους Β' του ν. 3205/2003 (Α' 297) εξαιρούνται από το Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17.".
Στο άρθρο 22 του ιδίου νόμου και με τον τίτλο "Επέκταση Διατάξεων" (όπως το άρθρο 22 ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το άρθρο 34 περ. α' του ν. 4354/2015, η έναρξη ισχύος του οποίου είναι από 1.1.2016, σύμφωνα με το άρθρο 35 του ίδιου νόμου), ορίζεται ότι: "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι αποδοχές για τους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου. 2.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται ανάλογα οι αποδοχές του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. 3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται οι αποδοχές του ειδικού επιστημονικού προσωπικού και των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής των Ανεξάρτητων Διοικητικών ή Ρυθμιστικών Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, οι αποδοχές του επιστημονικού προσωπικού του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής και κάθε αναγκαίο θέμα. 4.
Οι αποφάσεις του παρόντος άρθρου εκδίδονται εντός διαστήματος ενός μηνός από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου και ισχύουν από την ημερομηνία αυτή. 5. Οι κάθε είδους αποδοχές και επιδόματα των Γενικών και Ειδικών Γραμματέων Υπουργείων και Αποκεντρωμένων Διοικήσεων καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.
Μέχρι την έκδοση της ανωτέρω απόφασης εξακολουθούν να καταβάλλονται οι αποδοχές στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί". Σε εφαρμογή του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 4024/2011 εκδόθηκε η ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/28.2.2012 (ΦΕΚ Β' 498/28.2.2012), η οποία καταργήθηκε με το άρθρο 34 περ. α του ν. 4354/2015. Σύμφωνα με την παρ. 1 αυτής, στους δικηγόρους που παρέχουν υπηρεσίες σε σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011 καταβάλλεται βασικός μισθός ως εξής:
α) στους δικηγόρους στο Πρωτοδικείο ο μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Ε' βαθμού, β) στους δικηγόρους στο Εφετείο, ο μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Γ' βαθμού και γ) στους δικηγόρους στον Άρειο Πάγο ο μισθός του Β' βαθμού. Ακολούθως, με το ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές ρυθμίσεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων" (Α 176), και με το Κεφάλαιο Β με τίτλο "Μισθολογικές ρυθμίσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), καθώς και των Δ.Ε.Κ.Ο.
του Κεφαλαίου A του ν. 3429/2005 (Α 314) και άλλες μισθολογικές διατάξεις", με έναρξη ισχύος των διατάξεων των άρθρων 7 έως 34 του ως άνω Κεφαλαίου Β από 1.1.2016 (άρθρο 35), επαναρρυθμίστηκαν από 1.1.2016 οι διατάξεις που αφορούν το μισθολόγιο του προσωπικού του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ και των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Με το άρθρο 7 (όπως οι περιπτώσεις ιστ` έως ιθ` της παραγράφου 1 αναριθμήθηκαν σε ιε` έως ιη` με το άρθρο 35 παρ. 1 ν. 4484/2017) ορίζεται ότι: "1. Στις διατάξεις του παρόντος υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου:
α) ...ιη) οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος". Με το άρθρο δε 34 του ιδίου νόμου καταργήθηκαν από 1.1.2016, μεταξύ των άλλων, οι διατάξεις των άρθρων 12 έως 25, 28, 29, 30 του ν. 4024/2011, από την έναρξη της ισχύος του την 1-1-2016, καταργήθηκαν οι αναφερόμενες διατάξεις του ν. 4024/2011, ως η κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 22 του νόμου αυτού προαναφερόμενη με αριθμό 2/17132/0022/2012 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, με την οποία προβλεπόταν η καταβολή των, κατ' αναλογική εφαρμογή του άρθρου 16 του ίδιου νόμου, επιδομάτων εορτών και αδείας στους δικηγόρους που απασχολούνται (και) στα ΝΠΔΔ με πάγια αντιμισθία (ΑΠ 469/2023).
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του ν. 4024/2011, προκύπτει ότι η ισχύς, από την 1-11-2011, των διατάξεων του Κεφαλαίου Δεύτερου (άρθρα 4 παρ. 1 έως 32) του νόμου αυτού (δηλαδή του ν. 4024/2011) επεκτάθηκε και στους δικηγόρους που απασχολούνται με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 4024/2011, στους οποίους περιλαμβάνονται και τα ΝΠΔΔ, και ότι οι αποδοχές τους καθορίζονται με κοινή υπουργική απόφαση.
Περαιτέρω, ο νόμος 3986/2011 "Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015" (ΦΕΚ Α' 152/1-7-2011), κατά την αιτιολογική του έκθεση, προβλέπει μέτρα άμεσης εφαρμογής και απόδοσης, λόγω της κρίσιμης δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, και εξυπηρετεί σκοπούς υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, που συνίστανται στην επίτευξη των μακροοικονομικών στόχων της, μέσα σε ένα αρνητικό διεθνή και ευρωπαϊκό συσχετισμό δυνάμεων, με κομβικό σημείο τη βιωσιμότητα και διαχειρισιμότητα του δημοσίου χρέους και την ανατροπή της εδραιωμένης αρνητικής πεποίθησης γύρω από το αξιόχρεο της χώρας.
Ειδικότερα, με το άρθρο 38 του νόμου αυτού που φέρει τον τίτλο "Δημοσιονομικές Ρυθμίσεις", στην παρ. 2 περ. α, όπως ισχύει, μετά την τροποποίηση της αρχικά με την παρ. 11 του άρθρου 24 του Ν. 4002/2011 και, στη συνέχεια, με την παρ. 5 του άρθρο 40 του ν. 4144/2013, ορίζεται: "Καθιερώνεται ειδική εισφορά αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας.
Η εισφορά αυτή υπολογίζεται σε ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) επί των τακτικών αποδοχών και προσθέτων αμοιβών και αποζημιώσεων όλων των μισθοδοτούμενων υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ, καθώς και των υπαλλήλων όλων ανεξαιρέτως των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και των ΝΠΙΔ, συμπεριλαμβανομένων και των Τραπεζών και των θυγατρικών επιχειρήσεων των Τραπεζών ή των συνδεδεμένων με αυτές εταιρειών που ανήκουν με αυτές στον ίδιο όμιλο με τις Τράπεζες.
Από τις διατάξεις αυτές εξαιρείται το προσωπικό που καταβάλλει εισφορά υπέρ κλάδου ανεργίας, που προβλέπεται από την παράγραφο 1 του άρθρου 32 του ΝΔ 2961/1954, όπως έχει τροποποιηθεί με την παράγραφο 6 του άρθρου 44 του Ν. 2084/1992 και την παράγραφο 9 του άρθρου 44 του παρόντος Νόμου". Στην δε παρ. 2 περ. β του ίδιου άρθρου (όπως ίσχυε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα) ορίζεται ότι: "καθιερώνεται ειδική εισφορά των ασφαλισμένων του Ταμείου Προνοίας των Δημοσίων και των Υπαλλήλων (ΤΠΔΥ) πέραν των προβλεπομένων, υπέρ του Ταμείου Προνοίας των Δημοσίων Υπαλλήλων.
Η εισφορά αυτή υπολογίζεται σε ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) επί των τακτικών αποδοχών και προσθέτων αμοιβών και αποζημιώσεων όλων των δικαιούχων υπαλλήλων του Ταμείου. Για όσους υπαλλήλους δεν είναι ασφαλισμένοι στο ΤΠΔΥ η εισφορά υπολογίζεται σε ένα τοις εκατό (1%) επί των τακτικών αποδοχών και προσθέτων αμοιβών και αποζημιώσεων, υπέρ του ΟΑΕΔ, ενώ για προσωπικό που είναι ασφαλισμένο στα Μετοχικά Ταμεία των Ενόπλων Δυνάμεων, η εισφορά αυτή αποδίδεται υπέρ των εν λόγω Ταμείων.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μπορεί να ρυθμίζεται ο τρόπος υπολογισμού, είσπραξης και απόδοσης της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου". Τέλος με την παρ. 2 περ. γ' του ίδιου άρθρου, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 24 παρ. 3 του ν. 4002/2011 ορίζεται ότι: "Οι ειδικές εισφορές των προηγουμένων περιπτώσεων που αναλογούν στο χρονικό διάστημα από 01-01-2011 έως 31-07-2011 κατανέμονται ισόποσα και συνεισπράττονται με τις εισφορές των επομένων μηνών του έτους 2011 σύμφωνα με όσα ορίζονται στην κοινή υπουργική απόφαση που εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση της προηγούμενης περίπτωσης".
Κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 2 α' του άρθρου 38 του ν. 3986/2011 εκδόθηκε η με αριθμό 2/57654/0022/22-08-2011 και με τίτλο "Ειδική εισφορά αλληλεγγύης της παρ. 2 α του άρθρου 38 του ν. 3986/2011 (ΦΕΚ 152 Α')" κοινή απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης [ΦΕΚ Β' 1853/22.8.2011], με την οποία ορίστηκε ότι: "Η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της παρ. 2 α του άρθρου 38 του Ν. 3986/2011 ειδική εισφορά αλληλεγγύης υπολογίζεται σε ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) επί του συνόλου των τακτικών αποδοχών και προσθέτων αμοιβών και αποζημιώσεων όλου του μισθοδοτούμενου προσωπικού του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, καθώς και του προσωπικού όλων ανεξαιρέτως των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και των ΝΠΙΔ, συμπεριλαμβανομένων και των Τραπεζών.
Εξαιρείται το προσωπικό που καταβάλλει την εισφορά υπέρ κλάδου ανεργίας, που προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 32 του ΝΔ 2961/1954, όπως έχουν τροποποιηθεί με το άρθρο 44 παρ. 6 του Ν. 2084/1992 και το άρθρο 44 παρ. 9 του Ν. 3986/2011 (παρ.1). Το ποσό της εισφοράς αλληλεγγύης της προηγούμενης παραγράφου, που αποτελεί έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού, παρακρατείται κάθε μήνα κατά την πληρωμή της τακτικής μισθοδοσίας και των λοιπών προσθέτων αμοιβών και αποζημιώσεων του μισθοδοτούμενου προσωπικού (παρ. 2).
Η απόφαση αυτή ισχύει από 01-01-2011, η δε ειδική εισφορά, που αναλογεί στο χρονικό διάστημα από 01-01-2011 έως 31-07-2011, κατανέμεται ισόποσα και συνεισπράττεται με τις εισφορές των επομένων μηνών του έτους 2011 (παρ. 4)". Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 2 α' και β' του ν. 3986/2011, που προβλέπουν τις προαναφερόμενες ειδικές εισφορές, ενόψει της γενικότητας της διατύπωσής τους και του προεκτεθέντος σκοπού του νόμου αυτού, αφορούν το πάσης φύσης και με οποιαδήποτε σχέση συνδεόμενο με τα αναφερόμενα νομικά πρόσωπα μισθοδοτούμενο προσωπικό τους, συμπεριλαμβανομένων και των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε ΝΠΔΔ με σχέση πάγιας έμμισθης εντολής (ΑΠ 267/2025, ΑΠ 200/2025, ΑΠ 1479/2024, ΑΠ 1480/2024, πρβλ.
ΟλΣτΕ 3372/2015 σκέψη 11). Η βούληση αυτή του νομοθέτη, δηλαδή να καταλαμβάνεται από τις εν λόγω ρυθμίσεις όλο το μισθοδοτούμενο προσωπικό των αναφερόμενων νομικών προσώπων, ανεξάρτητα από την υπαλληλική ή μη ιδιότητά του, καταδεικνύεται και από το περιεχόμενο της διάταξης της παρ. 2 περ. α' του ανωτέρω άρθρου 38 και δη από την αναφορά περί "όλων των μισθοδοτούμενων υπαλλήλων", εκ των οποίων ο τελευταίος προσδιορισμός ("υπαλλήλων") πλεονάζει, δεδομένου ότι οι υπάλληλοι είναι πάντοτε μισθοδοτούμενοι (ΑΠ 1479/2024, 1480/2024).
Εντός δε των ορίων της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 38 παρ. 2 περ. α' του ως άνω νόμου, ήτοι σύμφωνα με τη νομοθετική αυτή βούληση, εκδόθηκε η προαναφερόμενη, με αριθμό 2/57654/0022/22.8.2011 Κοινή Υπουργική Απόφαση, η οποία, καθορίζοντας τον τρόπο υπολογισμού των καθιερούμενων, με το άρθρο αυτό, ειδικών εισφορών, αναφέρεται στο "μισθοδοτούμενο προσωπικό" των αναφερόμενων φορέων (ΑΠ 267/2025, ΑΠ 200/2025).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ α` ΚΠολΔ (όπως η διάταξη αυτή ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 26 του ν. 5134/2024), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, ΟλΑΠ 3/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι επί της ως άνω αγωγής του αναιρεσιβλήτου, με το προεκτεθέν περιεχόμενό της, εκδόθηκε η με αριθμό 38/2022 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε αυτήν, στο σύνολό της, ως μη νόμιμη.
Στη συνέχεια, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, κατόπιν άσκησης της από 27-7-2022 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου με την οποία αυτός παραπονείτο για την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής του, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον για τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, αφού διατύπωσε τις κρίσιμες διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 2 περ.
α και β του ν. 3986/2011 και της με αριθμό οικ. 2/57654/0022/22.8.2011 ΚΥΑ, έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς το δεύτερο αίτημά της που αφορά τις αιτούμενες παρακρατηθείσες ειδική εισφορά αλληλεγγύης και ειδική εισφορά υπέρ ΟΑΕΔ με την αιτιολογία ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), ως δικηγόρος με σύβαση έμμισθης εντολής στο εναγόμενο ΝΠΔΔ (ήδη αναιρεσείον), δεν υπάγεται στη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 2 περ.
α και β του ν. 3986/2011, δεδομένου ότι στη διάταξη αυτή υπάγονται μόνο όσοι παρέχουν εξαρτημένη εργασία στα ΝΠΔΔ. Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε βάσιμο το σχετικό (πρώτο) λόγο έφεσης του ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου) και, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση αυτού και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς το μέρος που απέρριψε το δεύτερο αγωγικό αίτημα για επιδίκαση των παρακρατηθεισών ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης και ειδικής εισφοράς υπέρ ΟΑΕΔ, δικάζοντας επί της αγωγής ως προς το ανωτέρω αίτημά της, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη, δεχόμενο τα εξής: "Ο ενάγων (ήδη εκκαλών), που είναι δικηγόρος, τελεί σε σχέση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με το εναγόμενο ...
Ν.Π.Δ.Δ. Ειδικότερα, ο ενάγων δυνάμει της υπ' αρ. ....2010 απόφασης του Διοικητή του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), προσλήφθηκε στην νομική διεύθυνση του τελευταίου -του οποίου οιονεί καθολικός διάδοχος έχει καταστεί το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ- με έμμισθη εντολή, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν. 1649/1986, αναλαμβάνοντας υπηρεσία από την 23.2.2010.
Το χρονικό διάστημα από το 2014 έως και το 2019 το εναγόμενο (ήδη εφεσίβλητο) Ν.Π.Δ.Δ παρακράτησε από την μηνιαία πάγια αντιμισθία του ενάγοντος για: α) ειδική εισφορά αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας, ποσοστού 2% και β) για ειδική εισφορά υπέρ ΟΑΕΔ, ποσοστού 1% (άρθ. 38 § 2α και β' του ν. 3986/2011), το συνολικό ποσό των 3.818,20 ευρώ....
Τα ως άνω ποσά, όμως, δεν έπρεπε να παρακρατηθούν, καθώς ο ενάγων δεν εμπίπτει στην έννοια του υπαλλήλου, ούτε εντάσσεται στο διοικητικό προσωπικό του εναγόμενου (ήδη εφεσίβλητου) Ν.Π.Δ.Δ και αν ο Νομοθέτης ήθελε να επιβαρύνονται και οι έμμισθοι Δικηγόροι με αυτές τις εισφορές θα το όριζε.... Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η από 4.12.2019 αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς το δεύτερο αγωγικό αίτημα....".
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 2 περ. α' και β' του ν. 3986/2011 και της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας με αριθμό οικ. 2/57654/022/22.8.2022 ΚΥΑ, που αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, καθόσον εσφαλμένα δέχθηκε ότι οι ως άνω διατάξεις δεν καταλαμβάνουν τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο δικηγόρο, ο οποίος, τόσο κατά το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής του όσο και κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό την ως άνω ιδιότητά του, με σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, παρέχει νομικές υπηρεσίες στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ. Τούτο δε, γιατί οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 2 α' και β' του ν. 3986/2011, που προβλέπουν την παρακράτηση των επίδικων ειδικών εισφορών, ενόψει της γενικότητας της διατύπωσής τους και του σκοπού του νόμου αυτού, αφορούν το πάσης φύσης και με οποιαδήποτε σχέση συνδεόμενο με τα αναφερόμενα νομικά πρόσωπα μισθοδοτούμενο προσωπικό τους, συμπεριλαμβανομένων και των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε ΝΠΔΔ με σχέση πάγιας έμμισθης εντολής.
Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας νόμιμη και, στη συνέχεια, εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή κατά το ανωτέρω μέρος της, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 2 α' και β' του ν. 3986/2011 και της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας με αριθμό οικ.2/57654/0022/22.8.2011 ΚΥΑ, οι οποίες είναι, στην προκείμενη περίπτωση, εφαρμοστέες, σύμφωνα με τα αναφερόμενα και στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη και έτσι υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 εδ.
α' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και, συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι βάσιμος. Λόγω, δε, της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω λόγου, παρέλκει η έρευνα του ιδίου λόγου, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια περί έλλειψης νόμιμης βάσης.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της, με το οποίο δέχθηκε την από 27-7-2022 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου ως προς τον πρώτο λόγο αυτής, εξαφάνισε την εκκαλούμενη με αριθμό 38/2022 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που είχε απορρίψει το δεύτερο αίτημα της αγωγής του κατά την κύρια βάση της και, δικάζοντας αυτήν ως προς το ανωτέρω αίτημά της, την δέχθηκε ως νόμιμη και εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν, υποχρεώνοντας το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ να καταβάλει, νομιμοτόκως, στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 3.818,20 ευρώ, που αντιστοιχεί στην ειδική εισφορά αλληλεγγύης και στην ειδική εισφορά του ΟΑΕΔ του άρθρου 38 παρ. 2 του ν. 3986/2011 που παρακρατήθηκαν από αυτό κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2014-2019.
V. Με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' και β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται, ότι, όταν, μετά την αναίρεση της απόφασης, δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω διευκρίνιση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνη η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 5/2022, ΟλΑΠ 42/2005, ΟλΑΠ 41/2002, ΑΠ 520/2023).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, ενόψει του ότι η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνηση, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αυτή να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και, στη συνέχεια, να απορριφθεί η από 27-7-2022 έφεση του εκκαλούντος-ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου ως προς τον πρώτο λόγο αυτής, κατά της με αριθμό 38/2022 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί, ως μη νόμιμη, η από 4-12-2019 αγωγή του ως προς το δεύτερο αίτημά της για επιδίκαση των αναφερόμενων παρακρατηθεισών από το εφεσίβλητο-εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ ειδικών εισφορών (εισφοράς αλληλεγγύης και εισφοράς υπέρ του ΟΑΕΔ) του άρθρου 38 παρ. 2 α' και β' του ν. 3986/2011.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας, όπως και τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης, πρέπει να συμψηφιστούν συνολικά μεταξύ των διαδίκων, λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 2570/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (δικάσαντος ως Εφετείου) κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της.
Απορρίπτει την από 27-7-2022 έφεση του εκκαλούντος-ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου ως προς τον πρώτο λόγο αυτής, κατά της με αριθμό 38/2022 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων, συνολικά, τα δικαστικά έξοδα του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας, καθώς και αυτά της παρούσας αναιρετικής δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Οκτωβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ