Supreme Court dismisses appeal against bank liquidation order due to lack of prolonged inactivity grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by a law firm against a Third Instance Court decision regarding Cyprus Popular Bank. The appellant argued that the bank's two-year delay in transferring assets violated trust and constituted unacceptable conduct under Article 281 of the Civil Code. The court rejected this claim, noting that the delay was not prolonged given the foreign jurisdiction of the transfer and the joint action requirement of the liquidation law, and clarified that the appellant is a creditor rather than a third party.
Legislator headnote
AI generatedArticles 558, 76, 936, 281 of the Code of Civil Procedure; Article 13(5) of the Bank Liquidation Law; The court held that a creditor's claim regarding asset transfer delays in bank liquidation proceedings does not constitute unacceptable conduct under Article 281 of the Civil Code unless there is clear, prolonged inactivity by the liquidator, and that the appellant's status as a creditor precludes third-party standing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2024 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2024/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην Αθήνα, ..., με ΑΦΜ: ..., Δ.Ο.Υ. ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Νικόλαο Ανδρικόπουλο και Αχιλλέα Κανελλάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", που εδρεύει στην Λευκωσία Κύπρου, οδός Στασινού αριθμ. 51, Στρόβολος, (ΑΦΜ: ...) και διατηρεί υποκατάστημα στην Ελλάδα, επί της Λεωφ. Αλεξάνδρας αριθμ. 192, (ΑΦΜ: ..., Δ.Ο.Υ.: ΦΑΕ Αθηνών), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη και Μαρία Φερφέλη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-2016 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1812/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1128/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-10-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ., η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδίκων τους ή των εντολοδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Διάδικοι είναι εκείνοι, οι οποίοι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δικάσθηκαν με αυτήν. Εξάλλου, το άρθρο 76 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζει μεταξύ των άλλων ότι, όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση, οι ομόδικοι, που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται και με τους οποίους συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας.
Όπως δε προκύπτει από το άρθρο 936 Κ.Πολ.Δ., περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας υπάρχει και επί ανακοπής τρίτου, η οποία πρέπει να απευθύνεται τόσο κατά του επισπεύδοντος όσο και του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη, μεταξύ των οποίων υπάρχει δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας παθητικής κατ' άρθρο 76 § 1 Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, στην παρ. 4 του άρθρου 76 Κ.Πολ.Δ.
ορίζεται ότι η άσκηση ενδίκων μέσων από κάποιον από τους ομοδίκους της παρ.1 έχει αποτελέσματα και για τους άλλους. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος άσκησε ένδικο μέσο, θεωρούνται από το νόμο ως ασκήσαντες αυτό και οι ομόδικοί του, αν και αδρανούν αυτοί. (Α.Π 1046/2020, Α.Π 613/2020, Α.Π 1697/2017, ΑΠ 2179/2014).
Περαιτέρω από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 76 και 558 ΚΠολΔ καθώς και των άρθρων 77, 110 παρ.2 του ιδίου κώδικα συνάγεται ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, ο αναιρεσείων πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου, να απευθύνει την αναίρεσή του εναντίον όλων των ομοδίκων που ήσαν αντίδικοι του κατά την πρωτόδικη δίκη, όχι όμως και εναντίον των ιδίων αυτού ομοδίκων, αφού την αναίρεση που ασκήθηκε από τον ομόδικο τους αναιρεσείοντα θεωρούνται από το νόμο ότι άσκησαν και εκείνοι, οι οποίοι διαφορετικά θα εμφανίζονταν να έχουν ταυτοχρόνως την ιδιότητα των αναιρεσιβλήτων και των αναιρεσειόντων, που είναι λογικώς και νομικώς απαράδεκτο (Α.Π 1076/2019, Α.Π 812/2013).
Στην περίπτωση δε αυτή (της πλασματικής άσκησης του ένδικου μέσου) πρέπει οι μη ασκήσαντες ομόδικοι να καλούνται, σε όλες τις συζητήσεις αυτού (άρθρα 76 παρ. 3 και 110 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλιώς, σε περίπτωση μη εμφάνισης τούτων, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση του ενδίκου μέσου ως προς όλους του διαδίκους (Α.Π 197/2020, Α.Π 1288/2019, ΑΠ 947/2018, ΑΠ 1697/2017, ΑΠ 1870/2017, ΑΠ 816/2015).
Με την από 30-10-2019 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1128/2019 απόφαση του Πολυμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 9-12-2016 έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 1812/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 7-1-2016 ανακοπή τρίτου (άρθρο 936 του Κ.Πολ.Δ.) της ανακόπτουσας ήδη αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" κατά της καθής η εκτέλεση "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LΤD" (πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD), ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", και της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία "...", ως επισπεύδουσας την εκτέλεση, ήδη αναιρεσείουσας.
Η αίτηση αυτή, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.) και έχει επιδοθεί με την πράξη ορισμού δικασίμου για συζήτηση, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και στην αναγκαία ομόδικο της αναιρεσείουσας, τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LΤD" (πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD), ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", όπως απαιτείται, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη πιο πάνω νομική σκέψη (βλ.
υπ' αριθμ. 8734Γ'/19-7-2021 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς, Ι. Χ.), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ.). Α. Κατά το άρθρο 936 Κ.Πολ.Δ., τρίτος έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, αν προσβάλλεται δικαίωμά του επάνω στο αντικείμενο της εκτέλεσης, το οποίο δικαιούται να αντιτάξει σε εκείνον κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση και ιδίως:
α) δικαίωμα εμπράγματο, που αποκλείει ή περιορίζει το δικαίωμα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, πχ το δικαίωμα κυριότητας επί του πράγματος που αποτελεί το αντικείμενο της εκτέλεσης ή συγκυριότητας ή προσωπικής δουλείας, ιδίως επικαρπίας, όχι όμως αυτός που έχει εμπράγματη ασφάλεια επ' αυτού (ενέχυρο, υποθήκη) ή πραγματική δουλεία, αφού αυτά δεν θίγονται από την εκτέλεση) και β) απαγόρευση διάθεσης που έχει ταχθεί υπέρ αυτού (ανακόπτοντος) και συνεπάγεται σύμφωνα με το νόμο την ακυρότητα της διάθεσης και τέτοια κατά τις διατάξεις των άρθρων 175 και 176 του ΑΚ είναι μόνο η απαγόρευση που προκύπτει από το νόμο ή από δικαστική απόφαση, συμπεριλαμβανομένης και της προσωρινής διαταγής (ΑΠ Ολ. 17/2009, Α.Π 20/2015).
Η διάταξη αυτή θέτει ως γενική αρχή ότι, ο τρίτος δικαιούται να επικαλεστεί οποιοδήποτε δικαίωμά του στο αντικείμενο της εκτέλεσης, το οποίο μπορεί να αντιτάξει κατά του καθού η εκτέλεση, συγχρόνως δε καθορίζει ενδεικτικά ορισμένα δικαιώματα που θεμελιώνουν ανακοπή, με τρόπο ώστε και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα, εφόσον επιδρά στη διαδικασία της εκτέλεσης είναι δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο της ανακοπής (ΑΠ 1697/2017, ΑΠ 639/2014).
Συνεπώς, μπορεί να ασκήσει ανακοπή α) και αυτός που έχει ενοχικό δικαίωμα, εφόσον το δικαίωμα αυτό δεν αποκρούεται με επικρατέστερο δικαίωμα του καθού η εκτέλεση (ΑΠ 639/2014, ΑΠ 1587/2006) και β) ο νομέας, εκτός αν ο υπερού η εκτέλεση αποδείξει, ότι ο καθού η εκτέλεση έχει εμπράγματο δικαίωμα στο κατασχεθέν, επικρατέστερο της νομής.
Β. Σύμφωνα με τις διατάξεις του μεν άρθρου 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου είναι άκυρη, του δε άρθρου 175 εδ. α ΑΚ, η διάθεση ενός αντικειμένου είναι άκυρη αν ο νόμος την απαγορεύει. Εξάλλου, με δικαιοπρακτική διάθεση εξομοιώνεται και αυτή που πραγματοποιείται από το δανειστή με αναγκαστική κατάσχεση και πλειστηριασμό, που, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 199 ΑΚ και 1005 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ., είναι μια ιδιόρρυθμη σύμβαση εξομοιούμενη με πώληση, η οποία διενεργείται υπό το κύρος και τη συμμετοχή της αρχής, τελειώνεται με την κατακύρωση και επιφέρει μετάθεση της κυριότητας (ΟλΑΠ 1688/1983, ΑΠ 219/2017).
Στη διάταξη του άρθρου 175 του ΑΚ ρυθμίζονται δύο διαφορετικές περιπτώσεις. Η πρώτη περίπτωση αναφέρεται στην απόλυτη απαγόρευση (ΑΚ 175 εδ. α'), κατά την οποία ο νόμος για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος τάσσει την απαγόρευση διάθεσης ενός αντικειμένου, χωρίς να είναι ανάγκη να διατυπώνεται τούτο ρητά στο νόμο, αλλά αρκεί να συνάγεται οπωσδήποτε ότι ο νόμος θέτει απαγόρευση (ΑΠ 1081/2005, ΑΠ 1852/1987).
Η ένεκα ταύτης απόλυτη ακυρότητα προτείνεται από όποιον έχει έννομο συμφέρον και εναντίον οποιουδήποτε, ακόμη και καλόπιστου τρίτου. Η δεύτερη περίπτωση αφορά στη σχετική απαγόρευση (ΑΚ 175 εδ. β'), η οποία τάσσεται για την προστασία του συμφέροντος ορισμένων προσώπων, η οποία προτείνεται μόνο από αυτά, ενώ ως προς τους τρίτους έχει πλήρη νομική ενέργεια, αλλά η ενέργεια αυτή θεωρείται ότι δεν επήλθε ως προς το πρόσωπο μόνο υπέρ του οποίου τάχθηκε η ακυρότητα.
Περιπτώσεις απαγόρευσης διάθεσης εκ του νόμου είναι οι προβλεπόμενες πχ. από το άρθρο 1937 παρ. 2 του ΑΚ (απαγόρευση διάθεσης κληρονομιαίου ακινήτου υπέρ του καταπιστευματοδόχου, η παράβαση της οποίας δημιουργεί σχετική ακυρότητα (ΑΠ 149/2017), από το άρθρο 96 παρ.1 του ν. 2039/1939 (απαγόρευση διάθεσης περιουσίας διατιθέμενης με πράξη εν ζωή ή με διαθήκη προς εκπλήρωση ειδικού κοινωφελούς σκοπού), από το άρθρο 4 του ν. 1641/1986 ή το προγενέστερο 6 παρ.4 του ΝΔ 1138/1972 (απαγόρευση διάθεσης ακινήτων αγορασθέντων με στεγαστικό δάνειο από τον ΟΕΚ), η οποία τέθηκε για λόγους δημοσίου συμφέροντος (ΑΠ 219/2017, ΑΠ 290/1988), από το άρθρο 8 του ν.δ. 3783/1957 (απαγόρευση κατάσχεσης κλπ.
για ακίνητο αγορασμένο από δημόσιο υπάλληλο με στεγαστικό δάνειο από το ΤΠΔ), από το άρθρο 21 του β.δ. 330/1960 (πρώην άρθρο 15 του β.δ. 27-1-/9-2-1953 περί κωδικοποιήσεως των διατάξεων περί αστών προσφύγων, η οποία τέθηκε για λόγους δημοσίου συμφέροντος (ΑΠ Ολ 1688/1983, ΑΠ 84/2017, ΑΠ 397/2010), από το άρθρο 29 του ν. 1337/1983 (απαγόρευση διάθεσης με κατάτμηση ακινήτου εντός ΖΟΕ) (ΑΠ 640/2017), από το άρθρο 17 παρ.1 του ν.3588/2007 (Πτωχ.Κ) που απαγορεύει την πτωχευτική απαλλοτρίωση, αλλά και 25 του ιδίου νόμου περί αυτοδίκαιης αναστολής των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών του πτωχού κ.α.
Όλες οι ανωτέρω εκ του νόμου απαγορεύσεις διάθεσης για να επιφέρουν τα έννομα αποτελέσματά τους αναφορικά με ακίνητα δεν χρειάζεται να υποβληθούν σε επιπλέον δημοσιότητα με την καταχώρισή τους σε δημόσια βιβλία μεταγραφών και υποθηκών ή στο κτηματολόγιο, αλλά αρκεί η δημοσιότητα με την οποία είναι εξοπλισμένες ως διατάξεις νόμου και ισχύουν έναντι όλων, ανεξαρτήτως της καλής τους πίστης ή μη.
Γ. α. Σύμφωνα με τις γενικές αρχές που διέπουν το διοικητικό δίκαιο της Κύπρου, Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις είναι αυτές που θέτουν κανόνες νομοθετικού περιεχομένου, γενικούς και απρόσωπους, που μπορούν να εφαρμοστούν σε περιπτώσεις αόριστες, υπάρχουσες ή μελλοντικές στο πλαίσιο της κανονιστικής αρμοδιότητας της Διοίκησης και εκδίδονται μετά την παραχώρηση εξουσίας από κάποια νομοθετική διάταξη, μέσα στα πλαίσια του νόμου και των γενικών αρχών του δικαίου.
Απαιτείται δε η δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ως συστατικό στοιχείο του κύρους τους. β. Οι Οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι νομοθετικές πράξεις, που ορίζουν έναν στόχο τον οποίο πρέπει να επιτύχουν όλες οι χώρες της Ε.Ε. Ωστόσο, εναπόκειται σε κάθε χώρα να θεσπίσει τους δικούς της νόμους για την επίτευξη των στόχων αυτών (άρθρο 288 εδ.γ' της Συνθήκης Ε.Ε.) Με το ν.3458/2006 (ΦΕΚ Α 94/8-5-2006) ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο η 2001/24ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4-4-2001 "για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων", με στόχο "την αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων στο σύνολο της Κοινότητας με την κατάργηση όλων των εμποδίων στην ελευθερία εγκατάστασης και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στο εσωτερικό της Κοινότητας" και παράλληλα με την κατάργηση αυτών των εμποδίων, τη λήψη μέτρων πρόνοιας "σχετικά με την κατάσταση που ενδέχεται να δημιουργηθεί σε περίπτωση δυσχερειών ενός πιστωτικού ιδρύματος, ιδίως στην περίπτωση που το ίδρυμα αυτό έχει υποκαταστήματα σε άλλα κράτη μέλη".
Σύμφωνα δε με το άρθρο 10 παρ.1 και 2 του ν. 3458/2006, αποκλειστικά αρμόδιες για να αποφασίζουν την έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης πιστωτικού ιδρύματος που έχει την καταστατική του έδρα στην Ελλάδα, περιλαμβανομένων και των υποκαταστημάτων του, που λειτουργούν σε άλλα κράτη - μέλη της Κοινότητας, είναι οι ελληνικές διοικητικές ή δικαστικές αρχές, ενώ για τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν την καταστατική τους έδρα σε άλλο κράτος - μέλος, αποκλειστικά αρμόδιες είναι οι αντίστοιχες αρχές του κράτους - μέλους αυτού, οι αποφάσεις των οποίων αναγνωρίζονται και παράγουν αποτελέσματα στην Ελλάδα, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη διατύπωση, παράγουν δε αποτελέσματα στην Ελλάδα από τη στιγμή που θα αρχίσουν να παράγουν αποτελέσματα και στο άλλο κράτος - μέλος.
Επιπλέον, κατ' άρθρο 4 παρ.2-1 του ιδίου νόμου, αποκλειστικά αρμόδιες να αποφασίζουν για την εφαρμογή ενός ή περισσότερων μέτρων εξυγίανσης σε ένα πιστωτικό ίδρυμα, με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος - μέλος, συμπεριλαμβανομένων των υποκαταστημάτων του, που είναι εγκατεστημένα σε κράτη - μέλη υποδοχής (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα), είναι οι αρχές του κράτους - μέλους αυτού, διοικητικές ή δικαστικές.
Τα λαμβανόμενα από αυτές μέτρα εξυγίανσης ή εκκαθάρισης παράγουν στην Ελλάδα αποτελέσματα χωρίς να απαιτείται άλλη διατύπωση, ακόμη και αν το ελληνικό δίκαιο δεν προβλέπει τέτοια μέτρα ή εξαρτά την εφαρμογή τους από προϋποθέσεις οι οποίες δεν πληρούνται. Σύμφωνα δε με το άρθρο 3 του ιδίου νόμου, ως "μέτρα εξυγίανσης" νοούνται "τα μέτρα τα οποία έχουν σκοπό να διαφυλάξουν ή να αποκαταστήσουν την οικονομική κατάσταση πιστωτικού ιδρύματος και είναι δυνατόν να θίξουν προϋπάρχοντα δικαιώματα τρίτων, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων που συνεπάγονται τη δυνατότητα αναστολής των πληρωμών, αναστολής των εκτελεστικών μέτρων ή μείωσης των απαιτήσεων".
Ο εν λόγω νομοθετικός ορισμός αντικαταστάθηκε με το άρθρο 111 περ. 2 του άρθρου 2 του Ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α 87/23.7.2015), ενσωματώνοντας στο ελληνικό δίκαιο το άρθρο 117 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, που τροποποίησε το άρθρο 3 του ν. 3458/2006) με τον όρο "μέτρα αναδιοργάνωσης", ως τέτοια δε νοούνται "τα μέτρα τα οποία έχουν σκοπό να διαφυλάξουν ή να αποκαταστήσουν την οικονομική κατάσταση πιστωτικού ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων, όπως ορίζεται στο σημείο 2 της παραγράφου 1 του άρθρου του κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, και είναι δυνατόν να θίξουν προϋπάρχοντα δικαιώματα τρίτων, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων που συνεπάγονται τη δυνατότητα αναστολής πληρωμών, αναστολής μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης ή μείωσης των απαιτήσεων.
Τα εν λόγω μέτρα περιλαμβάνουν την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης και την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης που προβλέπονται στην Οδηγία 2014/59/ΕΕ. Όπου στον παρόντα νόμο (3458/2006) αναφέρεται ο όρος "μέτρα εξυγίανσης" νοείται ως αναφορά στον όρο "μέτρα αναδιοργάνωσης". Περαιτέρω, στο άρθρο 21 παρ.2 -3 του ιδίου νόμου (3458/2006) ορίζεται "Τα αποτελέσματα των μέτρων εξυγίανσης ή της έναρξης διαδικασίας εκκαθάρισης για τις συμβάσεις που παρέχουν δικαίωμα καρπώσεως ακινήτου ή κτήσεως κυριότητας σε αυτό διέπονται αποκλειστικά από το δίκαιο του κράτους - μέλους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται το ακίνητο.
Το δίκαιο αυτό ορίζει και αν ένα περιουσιακό στοιχείο είναι κινητό ή ακίνητο. Τα αποτελέσματα των μέτρων εξυγίανσης ή της έναρξης διαδικασίας εκκαθάρισης για τα δικαιώματα επί ακινήτου, πλοίου ή αεροσκάφους που καταχωρίζονται σε δημόσια βιβλία διέπονται αποκλειστικά από το δίκαιο του κράτους - μέλους που επιτάσσει την τήρηση του βιβλίου.".
Τέλος, κατ' άρθρο 30 του ιδίου νόμου "1. Ο διαχειριστής, ο εκκαθαριστής και η διοικητική ή δικαστική αρχή, όταν τούτο προβλέπεται από το δίκαιο κράτους - μέλους, ζητούν την καταχώριση του μέτρου εξυγίανσης ή της απόφασης περί έναρξης διαδικασίας εκκαθάρισης στο κτηματολόγιο, το μητρώο των εμπόρων ή σε κάθε άλλο δημόσιο βιβλίο που τηρείται στο κράτος - μέλος αυτό.".
Από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 3458/2006, που ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο τις αντίστοιχες διατάξεις της Οδηγίας 2001/24 ΕΚ προκύπτει ότι τα μέτρα εξυγίανσης που λήφθηκαν από την αρμόδια αρχή του κράτους καταγωγής της Ένωσης αναγνωρίζονται και παράγουν αποτελέσματα στα άλλα κράτη -μέλη, όπως ισχύουν στο κράτος που τα έλαβε, "χωρίς άλλες διατυπώσεις" (αρχή καθολικότητας), ακόμη και αν το κράτος υποδοχής, το κράτος δηλαδή όπου η τράπεζα έχει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες, δεν τα προβλέπει ή τα εξαρτά από προϋποθέσεις, χωρίς να προβλέπεται λόγος μη αναγνώρισης και εκτέλεσης των μέτρων, π.χ., μέσω της επιφύλαξης της δημόσιας τάξης, ενώ το δίκαιο που διέπει αυτά και τα αποτελέσματα τους είναι εκείνο του κράτους καταγωγής (lex fori concursus) με τις εξαιρέσεις που προβλέπονται (άρθρο 4 παρ. 2 και 21 επ.
Ν. 3458/2006). Σημειωτέον, όμως, ότι έννομα αποτελέσματα στο κράτος μέλος υποδοχής δεν παράγει αφ' εαυτής η νομοθεσία του κράτους μέλους καταγωγής για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων, αλλά τα μέτρα εξυγίανσης που πράγματι ελήφθησαν σύμφωνα με αυτήν, όπως ισχύουν στο κράτος μέλος καταγωγής και σύμφωνα με τη νομοθεσία του τελευταίου (ΔΕΕ 24-10/2013 C-85/12).
Κατά το άρθρο 3 του ν. 3458/2006 (όπως ίσχυε μετά το νόμο 4021/2011, ο οποίος προσέθεσε ειδικές διατάξεις για την εξυγίανση και εκκαθάριση στον τραπεζικό νόμο 3601/2007 και πριν την τροποποίηση με το ν.4335/2015) μέτρα εξυγίανσης κατά το ελληνικό δίκαιο είναι μεταξύ άλλων "... δ) η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων πιστωτικού ιδρύματος σε εφαρμογή του άρθρου 63Δ του ν. 3601/2007,...".
Σημειωτέον ότι και ο μεταγενέστερος ν.4261/2014, που αντικατέστησε το ν. 3601/2007, στο άρθρο 141 προέβλεπε ως μέτρο εξυγίανσης την μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως και ο τελευταίος ν.4335/2015, που με το άρθρο 2 ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο την 2014/59 ΕΕ Οδηγία, στο άρθρο 52 παρ.6 εδ.5 της οποίας προβλέπεται ως μέτρο αναδιοργάνωσης η πώληση περιουσιακών στοιχείων.
Επισημαίνεται δε, ότι με το άρθρο 3 παρ.5 του ν. 4340/2015 (ΦΕΚ 134/1-11-2015) προστέθηκε στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 130 του άρθρου 2 του ν.4335/2015, η παρ. 4, σύμφωνα με την οποία "Σε εκκρεμείς διαδικασίες σχετικές με μέτρα εξυγίανσης που ελήφθησαν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου εφαρμόζονται οι ισχύουσες κατά τον χρόνο λήψης των μέτρων διατάξεις".
Τέλος, όσον αφορά την εξαίρεση του άρθρου 21 παρ.2-3 του ν. 3458/2006 από το lex fori concursus (που ενσωματώνει το άρθρο 20 παρ. β-γ της Οδηγίας 2001/24ΕΚ) δεν έχει τεθεί για την προστασία των πιστωτών του υπό εξυγίανση ιδρύματος, αλλά για τη διαφύλαξη άλλων σκοπών στο κράτος της τοποθεσίας του ακινήτου, όπως η προστασία τρίτων αγοραστών ακινήτων, που εμπιστεύονται τα δημόσια βιβλία στο κράτος της τοποθεσίας του ακινήτου, και για να μην κινδυνεύσει η δημόσια αυτή πίστη στο κράτος που βρίσκεται το ακίνητο.
Τούτο επιβεβαιώνεται και από την παρ. 29 του προοιμίου της Οδηγίας 2001/24ΕΚ, σύμφωνα με την οποία "Επιβάλλεται να διαφυλαχθεί η εμπιστοσύνη των τρίτων αγοραστών στο περιεχόμενο των δημόσιων βιβλίων ή των λογαριασμών ως προς ορισμένα στοιχεία του ενεργητικού που αποτελούν αντικείμενο εγγραφής στα εν λόγω δημόσια βιβλία ή λογαριασμούς και, κατ' επέκταση, των αγοραστών ακινήτων, ακόμη και μετά την έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης ή τη λήψη μέτρου εξυγίανσης.
Ο μόνος τρόπος για να διαφυλαχθεί η εμπιστοσύνη είναι να διέπεται το κύρος της κτήσης από το δίκαιο του τόπου όπου ευρίσκεται το ακίνητο ή του κράτους το οποίο επιτάσσει την τήρηση του δημόσιου βιβλίου ή του λογαριασμού.". Γ.γ. Η ως άνω 2001/24ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4-4- 2001 "για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων" ενσωματώθηκε στο κυπριακό δίκαιο με τον περί Τραπεζικών Εργασιών (Τροποποιητικό) 151(1) Νόμο του 2004, ο οποίος "διαβάζεται μαζί με τους περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμους του 1997 μέχρι 2004".
Σύμφωνα με το άρθρο 2 του ανωτέρω νόμου "μέτρα εξυγίανσης, σημαίνει τα μέτρα, τα οποία έχουν σκοπό να διαφυλάξουν ή να αποκαταστήσουν την οικονομική κατάσταση τράπεζας και είναι δυνατόν να επηρεάσουν υφιστάμενα δικαιώματα άλλων προσώπων και συμπεριλαμβάνουν, τόσο τα μέτρα που συνεπάγονται τη δυνατότητα αναστολής πληρωμών, αναστολής εκτέλεσης αποφάσεων ή μείωσης των απαιτήσεων των πιστωτών ή μετόχων της τράπεζας, όσο και τα μέτρα που προβλέπονται από τα άρθρα 198 έως 202 του περί Εταιρειών Νόμου", στο δε άρθρο 33 του ιδίου νόμου ορίζεται "(1)-Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 16, 33Η, 33Θ, 33Ι, 33Κ και 33Λ και του εδαφίου (8), τα μέτρα εξυγίανσης που εφαρμόζονται σε οποιαδήποτε τράπεζα ισχύουν και για οποιοδήποτε υποκατάστημα, το οποίο διατηρείται από τράπεζα σε κράτος μέλος άλλο από τη Δημοκρατία και επιφέρουν από της λήψης τους πλήρη αποτελέσματα και στο εν λόγω άλλο κράτος μέλος χωρίς άλλες διατυπώσεις, ακόμα και εάν η νομοθεσία του άλλου κράτους μέλους δεν προβλέπει τέτοια μέτρα ή εξαρτά την εφαρμογή τους από προϋποθέσεις που δεν πληρούνται........ (2) ....(3) Η λήψη μέτρων εξυγίανσης δεν εμποδίζει τη διάλυση της τράπεζας και την έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισής της. (4) Η Κεντρική Τράπεζα ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση τις αρμόδιες εποπτικές αρχές των κρατών μελών για τη λήψη μέτρων εξυγίανσης σε τράπεζα, καθώς και για τα ενδεχόμενα πρακτικά αποτελέσματα των μέτρων αυτών. (5) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του εδαφίου (6), η λήψη μέτρων εξυγίανσης δημοσιεύεται το αργότερο μέσα σε δεκαπέντε ημέρες στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και σε δύο εφημερίδες κάθε κράτους μέλους υποδοχής.
Στη δημοσίευση αναφέρεται ρητά -(α) ο σκοπός της απόφασης για τη λήψη των μέτρων εξυγίανσης και ότι τα μέτρα αυτά, εκτός όπου στον παρόντα Νόμο προβλέπεται διαφορετικά, διέπονται από την ισχύουσα στη Δημοκρατία νομοθεσία ......(6) Τα μέτρα εξυγίανσης εφαρμόζονται ανεξάρτητα από την πραγματοποίηση των δημοσιεύσεων που αναφέρονται στο εδάφιο (5) και επιφέρουν πλήρη αποτελέσματα έναντι των πιστωτών.", ενώ στο άρθρο 33Γ ορίζεται "Η Κεντρική Τράπεζα ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών για την απόφαση να κινηθεί διαδικασία εκκαθάρισης, καθώς και για τα συγκεκριμένα αποτελέσματα της διαδικασίας αυτής.".
Τέλος, στο άρθρο 33Η παρ.(1) εδ. β' του ιδίου νόμου ορίζεται "Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 33 και 33Α, τα αποτελέσματα των μέτρων εξυγίανσης ή της έναρξης διαδικασίας εκκαθάρισης επί ....β) των δικαιωμάτων επί ακινήτου, πλοίου ή αεροσκάφους τα οποία χρήζουν καταχώρησης σε Μητρώο, διέπονται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους που ....
επιτάσσει τη τήρηση του Μητρώου, ανάλογα με την περίπτωση, ενώ τα αποτελέσματα τέτοιων μέτρων επί συμβάσεων που παρέχουν δικαίωμα κάρπωσης ακινήτου ή απόκτησης της κυριότητάς του, διέπονται αποκλειστικά από τη νομοθεσία του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου βρίσκεται το ακίνητο". Γδ. Ακολούθως, λόγω της κρίσης του κυπριακού χρηματοπιστωτικού συστήματος το 2013, δημοσιεύθηκε "Ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος" 17(1)/2013, ο οποίος έθεσε ουσιαστικούς κανόνες δικαίου για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 2 του οποίου ως "Αρχή Εξυγίανσης" νοείται η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ως "εκκαθάριση" νοείται "(α) σε σχέση με επηρεαζόμενο ίδρυμα που είναι τράπεζα, η ειδική εκκαθάρισή της, δυνάμει των προνοιών του Μέρους Χ
ΙΙΙ των περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμων του 1997 έως 2013", ως "επηρεαζόμενο ίδρυμα" νοείται το "ίδρυμα, που υπόκειται στις πρόνοιες του παρόντος Νόμου και περιλαμβάνει-(α) τράπεζα, με την έννοια που αποδίδουν στον όρο αυτό, οι περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμοι του 1997 έως 2013...", ως "τράπεζα" νοείται "με την έννοια που αποδίδουν στον όρο αυτό, οι περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμοι του 1997 έως (Αρ. 4) του 2013, περιλαμβανομένων και των υποκαταστημάτων τραπεζών που έχουν την έδρα τους σε τρίτες χώρες και λειτουργούν στη Δημοκρατία και ως "μέτρα εξυγίανσης" νοούνται τα μέτρα, τα οποία προβλέπονται στο Μέρος
ΙΙΙ.", ως "τίτλοι" νοούνται "τίτλοι ιδιοκτησίας ή χρεωστικοί τίτλοι ή δικαιώματα απόκτησης χρεωστικών τίτλων που εκδόθηκαν από επηρεαζόμενο ίδρυμα" και ως "τίτλοι ιδιοκτησίας" νοούνται "μετοχές, αξιόγραφα μετατρέψιμα σε μετοχές, δικαιώματα απόκτησης μετοχών και δικαιώματα απόκτησης αξιογράφων μετατρέψιμων σε μετοχές, που εκδόθηκαν από επηρεαζόμενο ίδρυμα".
Στο άρθρο 3 του ανωτέρω Νόμου ορίζεται "(1) Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης δύναται να αποφασίζει από κοινού με τον Υπουργό Οικονομικών τη λήψη μέτρων εξυγίανσης με γνώμονα την καλύτερη επίτευξη των πιο κάτω στόχων: (α) Τη συνέχιση προσφοράς κρίσιμων τραπεζικών ή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, (β) την πρόληψη δημιουργίας ή εξάπλωσης κινδύνων που πιθανόν να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, εντός ή εκτός της Δημοκρατίας, (γ) τη διατήρηση της εμπιστοσύνης του κοινού στο χρηματοοικονομικό σύστημα, (δ) την προστασία των δημόσιων πόρων αποτρέποντας επηρεαζόμενα ιδρύματα από το να βασίζονται σε δημόσια στήριξη για τη διάσωση τους, (ε) την προστασία των καταθετών που καλύπτονται από το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων, (στ) την ελαχιστοποίηση του κόστους εξυγίανσης για τους φορολογούμενους, (ζ) την προαγωγή της δημοσίας ωφελείας και την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. (2) Κατά τη λήψη και εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (1), εφαρμόζονται οι πιο κάτω γενικές αρχές: (α) Οι μέτοχοι ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση επωμίζονται πρώτοι τυχόν ζημίες που προκύπτουν από την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης, (β) οι πιστωτές ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση επωμίζονται τις ζημίες μετά τους μετόχους, σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας των απαιτήσεων τους δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4, (γ) εκτός όπου προνοείται διαφορετικά στον παρόντα Νόμο, ή εφόσον συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος, οι πιστωτές της ίδιας τάξεως τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης, (δ) οι πιστωτές του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση δεν βρίσκονται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα.
της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν το εν λόγω ίδρυμα ετίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση,.....(ζ) η επέμβαση επί των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας δεν υπερβαίνει πρόνοιες του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ....Νοείται ότι οποιεσδήποτε ζημίες, δαπάνες ή άλλα έξοδα, τα οποία προκύπτουν από την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης αναλαμβάνονται πρωτίστως από τους μετόχους και τους πιστωτές του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, ενώ μόνον εφόσον εξαντληθούν οι πόροι των μετόχων και των πιστωτών, οι ζημίες, οι δαπάνες και τα άλλα έξοδα που προκύπτουν από την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης αναλαμβάνονται προσωρινά από το Ταμείο Εξυγίανσης.".
Περαιτέρω, στο άρθρο 5 ορίζεται "(1) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, η Αρχή Εξυγίανσης έχει την αποκλειστική εξουσία να λαμβάνει και να εφαρμόζει μέτρα εξυγίανσης σε επηρεαζόμενα ιδρύματα ....(12) (α) Για την επίτευξη των σκοπών του παρόντος Νόμου και για την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων της δυνάμει του παρόντος Νόμου και τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, η Αρχή Εξυγίανσης δύναται να εκδίδει γενικές ή ειδικές οδηγίες ή διατάγματα, τα οποία γνωστοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο ήθελε να ορίσει....", στο δε άρθρο 6 ορίζεται "Η Αρχή Εξυγίανσης λαμβάνει μέτρα εξυγίανσης σε επηρεαζόμενο ίδρυμα, μόνο εάν ισχύουν όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Το επηρεαζόμενο ίδρυμα δεν είναι βιώσιμο ή πιθανόν να καταστεί μη βιώσιμο, σύμφωνα με την αξιολόγηση της Αρχής Εξυγίανσης, βάσει της οποίας διαφαίνεται εύλογος κίνδυνος ότι το επηρεαζόμενο ίδρυμα δυνατό να μην είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του ή και να συνεχίσει να λειτουργεί ως δρώσα οικονομική μονάδα, (β) χωρίς τη λήψη μέτρων εξυγίανσης, άλλες ενέργειες που δυνατό να ληφθούν σε εύλογο χρόνο από το επηρεαζόμενο ίδρυμα ή από την αρμόδια εποπτική αρχή, σύμφωνα με την αξιολόγηση της Αρχής Εξυγίανσης, δεν επαρκούν ούτως ώστε το ίδρυμα να μπορεί να τηρεί τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας ή και ρευστότητας, και (γ) το μέτρο εξυγίανσης είναι αναγκαίο για την προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας και την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος.....", ενώ περαιτέρω στο άρθρο 7 ορίζεται "Η Αρχή Εξυγίανσης, αφού λάβει υπόψη τη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, την έκθεση της αρμόδιας εποπτικής αρχής για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση του επηρεαζόμενου ιδρύματος και το σχέδιο εξυγίανσης που ετοιμάζεται από την Αρχή Εξυγίανσης σε συνεργασία με την αρμόδια εποπτική αρχή....
έχει την εξουσία να απαιτήσει από το εν λόγω ίδρυμα να εφαρμόσει τα ακολούθα μέτρα εξυγίανσης, είτε μεμονωμένα, είτε σε συνδυασμό: (α) Αύξηση κεφαλαίου, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 8, (β) πώληση εργασιών, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 9, (γ) μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε ενδιάμεση τράπεζα, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 10, (δ) μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων σε εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 11, (ε) διάσωση με ίδια μέσα, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 12..." και ειδικά στο άρθρο 9 του Νόμου αυτού ορίζεται "(1) Η Αρχή Εξυγίανσης δύναται να απαιτεί, μέσω της έκδοσης διατάγματος, την πώληση εργασιών ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση σε ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα ή άλλα πρόσωπα, τα οποία διαθέτουν την κατάλληλη άδεια διεξαγωγής τέτοιων εργασιών, προκειμένου να συνεχίσουν τις εργασίες αυτές, μη περιλαμβανομένης ενδιάμεσης τράπεζας, με εμπορικούς όρους σύμφωνα με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με κρατικές ενισχύσεις και τηρούμενης της διαδικασίας του εδαφίου (4), ακόμη και χωρίς τη συγκατάθεση του Διοικητικού Συμβουλίου ή των μετόχων ή μελών του εν λόγω ιδρύματος:
Νοείται ότι η Αρχή Εξυγίανσης δύναται να ασκεί έλεγχο στο ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση, έτσι ώστε να μπορεί να διαχειριστεί και να διαθέσει τα περιουσιακά στοιχεία και την περιουσία του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση.....". Εκ των ανωτέρω εκτεθέντων προκύπτει ότι τα μέτρα εξυγίανσης που δύνανται να ληφθούν, με Διατάγματα της Αρχής Εξυγίανσης, μία ή περισσότερες φορές, διαδοχικά ή παράλληλα, περιλαμβάνουν και την πώληση εργασιών του υπό εξυγίανση ιδρύματος, με τη μεταβίβαση επιμέρους ή όλων των περιουσιακών στοιχείων του σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 7 και 9 του Νόμου [βλ.
άρθρο 9 (2)]. Αυτή η πώληση και μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων του υπό εξυγίανση ιδρύματος γίνεται με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 9 (4) επ. του Νόμου αυτού, δηλαδή με άτυπη, με εγγυήσεις εμπιστευτικότητας και απορρήτου, πρόσκληση υποβολής προσφορών από τα ενδιαφερόμενα πιστωτικά ιδρύματα, καθορισμό του ανταλλάγματος από την Αρχή Εξυγίανσης, αφού αυτή λάβει υπόψη α) τη διαδικασία αποτίμησης των μεταβιβαζόμενων τίτλων ιδιοκτησίας, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ιδίου Νόμου, β) ότι, αν η αξία των μεταβιβαζόμενων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων υπερβαίνει την αξία των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων, το ποσό της διαφοράς καλύπτεται από το Ταμείο Εξυγίανσης, γ) τους όρους και τα κριτήρια διαφάνειας και ελεύθερου ανταγωνισμού, χωρίς εύνοια σε οποιονδήποτε, αλλά και δ) το στόχο της μεγιστοποίησης του ανταλλάγματος σε συνθήκες, όμως, που απαιτούν ταχεία δράση.
Ρητά βέβαια προβλέπεται στο άρθρο 9 παρ. (9) του ανωτέρω Νόμου, ότι η Αρχή Εξυγίανσης δύναται να εφαρμόζει το μέτρο πώλησης εργασιών, χωρίς να συμμορφώνεται με τα ανωτέρω κριτήρια διαφάνειας κ.λπ., όταν διαπιστώνει ότι η συμμόρφωση ενδέχεται να υπονομεύσει έναν ή περισσότερους από τους στόχους εξυγίανσης, και, ιδίως, εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Η Αρχή Εξυγίανσης θεωρεί ότι υπάρχει ουσιαστική απειλή για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα, προερχόμενη ή επιδεινούμενη από την ενδεχόμενη εκκαθάριση του ιδρύματος υπό εξυγίανση και (β) η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις αυτές ενδέχεται να υπονομεύσει την αποτελεσματικότητα του μέτρου πώλησης δραστηριοτήτων ως προς την αντιμετώπιση της απειλής αυτής ή την επίτευξη του στόχου της εξυγίανσης.
Όταν λαμβάνεται το μέτρο εξυγίανσης της πώλησης εργασιών του υπό εξυγίανση ιδρύματος, με τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του σύμφωνα με τα άρθρο 9, το Διάταγμα που εκδίδει η Αρχή Εξυγίανσης δύναται κατά το άρθρο 13 (1) του ιδίου Νόμου "(α) να περιλαμβάνει τη μεταβίβαση (i) όλων των τίτλων, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, (ii) όλων των τίτλων, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, εξαιρουμένων συγκεκριμένων τίτλων, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, (iii) συγκεκριμένων τίτλων, περιουσιακών στοιχείων ή (iv) τίτλων, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων με καθορισμένα χαρακτηριστικά, όπως και (β) να διαλαμβάνει πρόνοιες για, ή σε σχέση με, τη μεταβίβαση των εν λόγω τίτλων, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων".
Κατά δε το άρθρο 13 παρ. (2) του ιδίου Νόμου αυτή "η μεταβίβαση τίτλων, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων θεωρείται καθ` όλα έγκυρη πράξη και ισχύει έναντι τρίτων, ανεξάρτητα από την ισχύ οποιουδήποτε περιορισμού που επιβάλλεται δυνάμει διατάξεων νόμου ή ορών σύμβασης ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο".
Επιπλέον σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. (3) του ιδίου Νόμου στο διάταγμα που εκδίδει η Αρχή Εξυγίανσης δυνάμει και του ως άνω άρθρου 9 (για το μέτρο εξυγίανσης της πώλησης εργασιών), δύνανται να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, πρόνοιες αναφορικά με το χρόνο υλοποίησης της διαδικασίας μεταβίβασης, την αντιμετώπιση του αποκτώντος προσώπου ως να είναι το ίδιο πρόσωπο με το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση, σε σχέση με τίτλους, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται, την αντιμετώπιση συμφωνιών που έχουν συναφθεί με ή σε σχέση με το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση, ως να έχουν συναφθεί με ή σε σχέση με το αποκτόν πρόσωπο, τη συνέχιση διαδικασίας που σχετίζεται με τίτλους, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται συμπεριλαμβανομένων νομικών διαδικασιών, από ή σε σχέση, με το αποκτόν πρόσωπο.
Τέλος, κατά το άρθρο 13 παρ. (5) του ιδίου Νόμου, στην περίπτωση όπου τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις διέπονται από νόμους άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας, εάν οι νόμοι αυτοί επιτρέπουν τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, τότε το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση και ο αποκτών, προβαίνουν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για να γίνει η εν λόγω μεταβίβαση.
Τέλος, επισημαίνεται ότι με τις διατάξεις των άρθρων 25-28 του ιδίου Νόμου υπό τον τίτλο "Δικαίωμα Αποκατάστασης" προβλέπεται ότι σε περίπτωση που το εφαρμοζόμενο μέτρο εξυγίανσης επηρεάζει δικαιώματα ιδιοκτησίας μετόχου, πιστωτή ή άλλου αντισυμβαλλόμενου του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, η Αρχή Εξυγίανσης διασφαλίζει ότι τυχόν απώλεια που υφίσταται το θιγόμενο μέρος δεν είναι μεγαλύτερη από εκείνη που θα είχε υποστεί εάν το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση ετίθετο, στο σύνολο του, απευθείας σε εκκαθάριση και ότι, σε κάθε περίπτωση, υπερισχύει η ανάγκη εύρυθμης λειτουργίας του χρηματοοικονομικού συστήματος και η διασφάλιση της προαγωγής της δημόσιας ωφέλειας και της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος, ενώ δεν επηρεάζεται το δικαίωμα αναζήτησης οικονομικής επανόρθωσης του θιγομένου προσώπου από τη λήψη μέτρων εξυγίανσης.
Δ. Σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 2664/1998, που αφορά τη λειτουργία του Εθνικού Κτηματολογίου και υπό τον τίτλο "καταχωριζόμενες στα κτηματολογικά φύλλα πράξεις", το οποίο (Ε.Κ.) αντικαθιστά από τη στιγμή της έναρξης λειτουργίας του Κτηματολογικού Γραφείου σε μία περιοχή το μέχρι τότε ισχύον σύστημα μεταγραφών το υποστηριζόμενο από τα Υποθηκοφυλακεία, ορίζεται ότι "1.
Στα Κτηματολογικά φύλλα καταχωρίζονται :α) Οι αναφερόμενες στην παράγραφο 1 και υπό τον αριθμό 1 του άρθρου 1192 του Αστικού Κώδικα δικαιοπραξίες, με τις οποίες συνιστάται, μετατίθεται ή καταργείται εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο (εμπράγματες δικαιοπραξίες), στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι αιτία θανάτου δωρεές και οι δικαιοπραξίες με τις οποίες συνιστάται, μετατίθεται ή καταργείται το κατά το άρθρο 65 του ν.δ. 210/1973 (ΦΕΚ 277 Α') δικαίωμα μεταλλειοκτησίας.
β) Οι αναφερόμενες στην παράγραφο 1 και υπό τον αριθμό 2 του άρθρου 1192 του Αστικού Κώδικα: αα) επιδικάσεις, ββ) προσκυρώσεις, όπως ιδίως οι συντελεσμένες αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, οι κυρωμένοι αναδασμοί, οι πράξεις εφαρμογής ρυθμιστικών και πολεοδομικών σχεδίων και μελετών ή μεταφοράς συντελεστή δόμησης, καθώς και οι τυχόν ανακλητικές αυτών διοικητικές πράξεις και γγ) περιλήψεις κατακυρωτικών εκθέσεων των συμβολαιογράφων, που έχουν ως αντικείμενο την κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο.
γ) Οι κάθε είδους παραχωρήσεις του Δημοσίου, με τις οποίες μεταβιβάζεται κυριότητα ή συνιστάται περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο, καθώς επίσης η πράξη παραχώρησης από την αρμόδια αρχή της νομής ακινήτων σε δικαιούχους από αναδασμό μετά την περάτωση των εργασιών του αναδασμού και πριν από την κύρωσή του.
δ) Οι αναφερόμενες στην παράγραφο 1 και υπό τον αριθμό 3 του άρθρου 1192 του Αστικού Κώδικα εκθέσεις δικαστικής διανομής ακινήτου. ε) Οι αναφερόμενες στην παράγραφο 1 και υπό τον αριθμό 4 του άρθρου 1192 του Αστικού Κώδικα τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις που περιέχουν καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως για εμπράγματη δικαιοπραξία σε ακίνητο.
στ) Οι αναφερόμενες στην παράγραφο 1 και υπό τον αριθμό 5 του άρθρου 1192 του Αστικού Κώδικα τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες αναγνωρίζεται κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο, που έχει αποκτηθεί με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον η σχετική αγωγή έχει ασκηθεί από το χρησιδεσπόσαντα και στρέφεται κατά του φερόμενου στα Κτηματολογικά φύλλα ως δικαιούχου.
ζ) Η κατά το άρθρο 1193 του Αστικού Κώδικα αποδοχή κληρονομίας ή κληροδοσίας, εφόσον με αυτήν περιέχεται στον κληρονόμο ή τον κληροδόχο η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο της κληρονομίας ή εμπράγματο δικαίωμα σε ξένο ακίνητο, καθώς επίσης το αναφερόμενο στο άρθρο 1195 του Αστικού Κώδικα κληρονομητήριο.
η) Οι δικαιοπραξίες, καθώς και κάθε άλλου είδους τίτλοι που παρέχουν δικαίωμα εγγραφής υποθήκης και προσημείωσης υποθήκης. θ) Οι κατά το άρθρο 1312 του Αστικού Κώδικα εκχωρήσεις και ενεχυριάσεις της ασφαλισμένης με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης απαίτησης. ι) Οι κατά το άρθρο 992 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 19 του άρθρου 4 του ν. 2298/1995 (ΦΕΚ 62 Α`), τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις διάρρηξης καταδολιευτικών εκποιήσεων ακινήτων, σύμφωνα με τα άρθρα 939 και επόμενα του Αστικού Κώδικα.
ια) Οι κατασχέσεις (αναγκαστικές και συντηρητικές), και κάθε άλλη δέσμευση της εξουσίας διάθεσης του κυρίου ακινήτου, την οποία ο νόμος υποβάλλει σε δημοσιότητα στα βιβλία μεταγραφών και υποθηκών. ιβ) Οι κατά το άρθρο 220 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αγωγές και ανακοπές και οι κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 6 και τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 13 του παρόντος νόμου αγωγές, καθώς επίσης οι αμετάκλητες αποφάσεις που εκδίδονται επ' αυτών των αγωγών και ανακοπών.
ιγ) Οι κατά τα άρθρα 618 και 1208 του Αστικού Κώδικα μακροχρόνιες μισθώσεις ακινήτων. ιδ) Οι χρονομεριστικές μισθώσεις του άρθρου 1 του ν. 1652/1986. ιε) Οι κατά το ν. 1665/1986 (ΦΕΚ 194 Α'), όπως συμπληρώθηκε με το ν. 2367/1995 (ΦΕΚ 261 Α'), χρηματοδοτικές μισθώσεις ακινήτων και ιστ) Όλες οι δικαιοπραξίες, δικαστικές αποφάσεις και διοικητικές πράξεις, οι οποίες εγγράφονται, με βάση την κείμενη εκάστοτε νομοθεσία, στα βιβλία που τηρούνται στα Υποθηκοφυλακεία. 2.
Στο τμήμα του κτηματολογικού φύλλου που αφορά στα βάρη και στις δεσμεύσεις της κυριότητας ή της εξουσίας διάθεσης του κυρίου εγγράφεται και η κήρυξη της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και η απόφαση διενέργειας αναδασμού. Η εγγραφή αυτή εμπεριέχει την πράξη με την οποία κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση ή αποφασίστηκε η διενέργεια αναδασμού και την επίπτωσή τους σε όλο ή σε μέρος του ακινήτου στο οποίο αφορά το κτηματολογικό φύλλο.
Αν αρθεί ή ανακληθεί η απαλλοτρίωση ή ο αναδασμός, καταχωρίζεται στα Κτηματολογικά φύλλα η διοικητική πράξη με την οποία βεβαιώνεται η αυτοδίκαιη άρση ή ανακαλείται η αναγκαστική απαλλοτρίωση ή ο αναδασμός. Το ίδιο ισχύει και για τα ρυθμιστικά ή πολεοδομικά σχέδια και μελέτες πριν από την εφαρμογή τους, καθώς και για κάθε άλλη διοικητική πράξη ή διαδικασία που έχει επίπτωση σε εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων ή επάγεται δέσμευση της εξουσίας διάθεσης αυτών. 3.
Χωρίς εγγραφή στα Κτηματολογικά φύλλα στις περιπτώσεις α', β', γ', δ', ε', ζ', η' (εκτός από τις περιπτώσεις των εκχωρήσεων και ενεχυριάσεων της ασφαλισμένης με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης απαίτησης, για τις οποίες ισχύει η παράγραφος 5 αυτού του άρθρου), ια' και ιε' της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου δεν επέρχεται το επιδιωκόμενο με την εγγραπτέα πράξη αποτέλεσμα. 4.
Το επιδιωκόμενο με την εγγραφή έννομο αποτέλεσμα επέρχεται στην περίπτωση ζ` της παραγράφου 1 αναδρομικά από τον προβλεπόμενο στο άρθρο 1199 του Αστικού Κώδικα χρόνο και στην περίπτωση β` της ίδιας παραγράφου από το χρόνο συντέλεσης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης με την καταβολή ή δημόσια κατάθεση της νόμιμης αποζημίωσης υπέρ του καθ` ου η απαλλοτρίωση. 5.
Η παράλειψη της εγγραφής στα Κτηματολογικά φύλλα στις περιπτώσεις ι', ιβ', ιγ' και ιδ' της παραγράφου 1, καθώς επίσης στις εμπίπτουσες στην περίπτωση η' της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου εκχωρήσεις και ενεχυριάσεις της ασφαλισμένης με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης απαίτησης, επάγεται τις έννομες συνέπειες που προβλέπουν οι αντίστοιχες διατάξεις του ουσιαστικού ή του δικονομικού δικαίου.".
Επιπλέον, κατ' εφαρμογή της αρχής του "ανοικτού κτηματολογίου" που θεσπίζεται στη διάταξη του άρθρου 2 παρ.6 του ιδίου νόμου (2664/1998), σύμφωνα με την οποία το Εθνικό Κτηματολόγιο είναι σύστημα κατάλληλο και δεκτικό καταχώρισης και πρόσθετων πληροφοριών σε οποιονδήποτε χρόνο στο μέλλον, αλλά και των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.2 εδ.β' και 11 παρ.4 εδ.γ' του ιδίου νόμου περί καταχώρισης πρόσθετων πληροφοριών στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι μπορούν να καταχωρίζονται στο κτηματολογικό φύλλο, μεταξύ άλλων, νομικές πληροφορίες σχετικές με το ακίνητο, όπως η μεταβιβαστική πράξη της νομής, ιδίως όταν ο νομέας έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, όπως στην περίπτωση του εκ προσυμφώνου αγοραστή ακινήτου, στο οποίο μεταβιβάσθηκε η νομή, αλλά και οι διάφορες εκ του νόμου δεσμεύσεις της εξουσίας διάθεσης του ακινήτου, όταν δεν προβλέπεται για το ενεργό τους από τον ίδιο το νόμο εγγραφή αυτών σε δημόσιο βιβλίο (βλ.
σχετικά την παρ. Β της μείζονας σκέψης της παρούσας) προς διασφάλιση του καλόπιστου τρίτου. Σε κάθε περίπτωση όμως, η εν λόγω καταχώριση δεν μπορεί να έχει συστατικό χαρακτήρα, υπό την έννοια της παρ.3 του άρθρου 12 του ν. 2664/1998, δηλαδή ότι χωρίς αυτή δεν επέρχεται το επιδιωκόμενο με την εγγραπτέα πράξη αποτέλεσμα, ούτε να δημιουργεί ακυρότητα η παράλειψη καταχώρισης, αλλά θα έχει μόνο πληροφοριακό χαρακτήρα, ώστε στο κτηματολογικό φύλλο να αποτυπώνεται η πλήρης εικόνα του ακινήτου ως περιβαλλοντικού και περιουσιακού αντικειμένου εξασφαλίζοντας τη δημόσια πίστη και την ασφάλειας των συναλλαγών.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π 1/2022, Ολ.Α.Π 1/2016, Ολ.Α.Π 2/2013, Ολ.Α.Π 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 1/2022,ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 28/1998, A.Π 1046/2020). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα:
Η αναγκαία ομόδικος της εκκαλούσας δικηγορικής εταιρίας και μη παρασταθείσα στην παρούσα δίκη "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD", όπως μετονομάσθηκε η MARFIN POPULAR BANK PUBLIK CO LTD είχε συσταθεί και λειτουργούσε ως πιστωτικό ίδρυμα κατόπιν άδειας από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και με καταστατική έδρα στη Λευκωσία της Κύπρου (κράτος - μέλος καταγωγής).
Παράλληλα, η ανωτέρω τράπεζα διέθετε νομίμως εγκατεστημένο υποκατάστημα στην Ελλάδα, που λειτουργούσε με την εμπορική επωνυμία MARFIN EGNATIA BANK και μεταγενέστερα CPB BANK, ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ κατόπιν της διασυνοριακής συγχώνευσης με απορρόφηση της ΜΑRFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ από την MARFIN POPULAR BANK PUBLIK CO LTD, καθώς επίσης και περιουσία, κινητή και ακίνητη, στην Ελλάδα (κράτος - μέλος υποδοχής).
Στις 25.3.2013, λόγω των δημοσιονομικών προβλημάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας και την αδυναμία εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους αυτής, αλλά και λόγω των δυσθεώρητων αρνητικών οικονομικών αποτελεσμάτων (ζημιών) των κυπριακών τραπεζών - πρωτίστως της εφεσίβλητης (Τράπεζας Κύπρου) και της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD (η οποία λειτουργούσε στην Κύπρο υπό τον διακριτικό τίτλο "ΛΑΪΚΗ"), συνεπεία και της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα (πιστωτικά ιδρύματα, ασφαλιστικές εταιρείες και ιδιώτες επενδυτές) στην αναδιάρθρωση ("κούρεμα") του ελληνικού δημοσίου χρέους, ήτοι των ομολόγων έκδοσης της Ελληνικής Δημοκρατίας (Private Sector Involvement -PSI), κατέστη επιτακτική η ανάγκη για τη λήψη μέτρων με σκοπό τη σταθερότητα του κυπριακού τραπεζικού συστήματος και την αποφυγή κατάρρευσής του και πτώχευσης της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Υπό τα δεδομένα αυτά επιτεύχθηκε στο Eurogroup "συμφωνία" με την Κυπριακή Κυβέρνηση για την παροχή βοήθειας 10 δισεκατομμυρίων ευρώ υπό τον όρο ότι το κράτος θα ανεύρισκε το ποσό των 5,8 δισεκατομμυρίων ευρώ με την εξυγίανση των δυο μεγάλων Κυπριακών τραπεζών, δηλαδή της εφεσίβλητης και της "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD" με ίδια μέσα (bail in), λόγος για τον οποίο και ψηφίστηκε εσπευσμένα ο προρρηθείς (στην παρ. 5γ της μείζονας σκέψης της παρούσας) "Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος" 17(1)/2013 [βλ.
την από 7-6-2013 απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (Αναθεωρητική Διαδικασία) που εκδόθηκε επί συνολικά 55 προσφυγών καταθετών της "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD " με αρ. 551/2013 κλπ, δημοσιευμένη στην επίσημη ιστοσελίδα του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου Cylaw]. Κατά το σχέδιο δράσης για την αποκατάσταση της κλονισμένης τότε βιωσιμότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα στην Κύπρο, που έγινε αποδεκτό από το Eurogroup της 25-3-2013, προβλέφθηκε ότι η "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD" (ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ) θα υφίστατο διάσπαση σε καλή και κακή τράπεζα και η κακή τράπεζα θα έκλεινε με την πάροδο του χρόνου, ενώ η καλή τράπεζα θα "ενσωματωνόταν" στην Τράπεζα ΚΥΠΡΟΥ κατά τον παραπάνω νόμο περί εξυγίανσης (17/2013) της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Στο πλαίσιο αυτό ξεκίνησε η εξυγίανση των δύο πιστωτικών ιδρυμάτων την 25η Μαρτίου 2013. Ειδικά για την "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD" (ΛΑΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ), η οποία τέθηκε στις 25-3-2013 σε ειδική διαχείριση, λεκτέα τα ακόλουθα: Με το 94/2013 Διάταγμα, υπό το συνοπτικό τίτλο "Το Περί της Πώλησης Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013" της Αρχής Εξυγίανσης της Κύπρου, δηλαδή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (δημ.
στην επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας στο 4638/25-3-2013 φύλλο), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 3,5,6,7,9 και 13 του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, μετά από κοινού απόφαση με τον Υπουργό Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας, αποφασίσθηκε η λήψη μέτρων εξυγίανσης και συγκεκριμένα της πώλησης εργασιών της "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD" με σκοπό τη διαφύλαξη της οικονομικής κατάστασης του Πωλητή.
Το εν λόγω μέτρο εξυγίανσης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 33 (1) των Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμων του 1997 έως 2013. Στις 25-3-2013 με πράξη του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου διορίσθηκε ειδικός διαχειριστής της "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD" η Ά. Α.. Με το 97/2013 Διάταγμα, υπό το συνοπτικό τίτλο "Το Περί της Πώλησης Εργασιών των εν Ελλάδι Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013" της Αρχής Εξυγίανσης της Κύπρου, δηλαδή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (δημ.
στην επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας στο 4640/26-3-2013 φύλλο), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 9 του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και 'Αλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, μετά από κοινού απόφαση με τον Υπουργό Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας, διατάχθηκε η μεταβίβαση λόγω πώλησης από την "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD " στην "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", σύμφωνα με τη σχετική από 26-3-2013 "Σύμβαση Πώλησης και Μεταβίβασης" των προβλεπομένων σε αυτή περιουσιακών της στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων [δηλαδή στοιχεία ενεργητικού (δάνεια) και παθητικού (καταθέσεις)] σε σχέση με τις εργασίες της στην Ελληνική Δημοκρατία δηλαδή αναφορικά με το υποκατάστημα αυτής στην Ελλάδα, με χρόνο μεταβίβασης ώρα 17.00 της 26/3/2013.
Η εν λόγω πώληση, σύμφωνα με ρητή πρόβλεψη του Διατάγματος, αποτελεί μέτρο εξυγίανσης, το οποίο εμπίπτει στο άρθρο 33 (1) των Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμων του 1997 έως 2013 και της Οδηγίας 2001/24ΕΚ για την εξυγίανση και εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων, η δε μεταβίβαση παράγει τα έννομα αποτελέσματά της και ισχύει έναντι τρίτων από το χρόνο μεταβίβασης, ανεξαρτήτως -μεταξύ άλλων- της "παράδοσης οποιουδήποτε άλλου εγγράφου μεταβίβασης εκτός όπως προνοείται από το Ελληνικό Δίκαιο για μεταβίβαση ακινήτων στην Ελληνική Δημοκρατία".
Σύμφωνα με ρητή διάταξη (αρ.8) του ανωτέρω διατάγματος "Ο Αγοραστής προβαίνει σε κάθε αναγκαία ενέργεια για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, τα οποία αποτελούν αντικείμενο του παρόντος Διατάγματος και τα οποία διέπονται από δίκαιο άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας πλην της Κυπριακής ή Ελληνικής Δημοκρατίας".
Πράγματι, όπως προκύπτει από τον ενδεικτικώς προσκομιζόμενο από την εκκαλούσα φάκελο-αίτημα εγγραφής στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών, η αγοράστρια Τράπεζα Πειραιώς επιμελήθηκε τη μεταγραφή της ως άνω από 26-3-2013 σύμβασης αναφορικά με συγκεκριμένο ακίνητο επί της οδού Πανεπιστημίου στην Αθήνα. Επίσης, σύμφωνα με ρητή διάταξη του ανωτέρω Διατάγματος (αρ. 11) "Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του Πωλητή (ενν.
της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD" στην "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ), που απορρέουν από τη Σύμβαση Αγοράς και Πώλησης δια του παρόντος και χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια μεταβιβάζονται από τον Πωλητή στην Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ αμέσως μετά το χρόνο μεταβίβασης". Η εν λόγω μεταβίβαση εγκρίθηκε με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τη συνεδρίαση 66/26-3-2013.
Ακολούθως, η Αρχή Εξυγίανσης της Κύπρου, δηλαδή η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 5(1), 12(α), 7(1) και 9 του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, μετά από κοινού απόφαση με τον Υπουργό Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας και λαμβάνοντας υπόψη ότι "συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος" εξέδωσε το 104/2013 Διάταγμα, υπό το συνοπτικό τίτλο "Το Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular bank Pupblic Co Ltd Διάταγμα του 2013" (δημ.
στην επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας στο 4645/29-3-2013 φύλλο), δυνάμει του οποίου έλαβε ως μέτρο εξυγίανσης, που εμπίπτει στο άρθρο 33 (1) των Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμων του 1997 έως 2013 και στην Οδηγία 2001/24ΕΚ για την εξυγίανση και εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων και διέταξε τη μεταβίβαση από την CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD (ή Λαϊκή Τράπεζα) στην εφεσίβλητη (Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ) όλων των περιουσιακών στοιχείων της πρώτης, τίτλων ιδιοκτησίας και δικαιωμάτων (εκτός από τα αναφερόμενα στο Παράρτημα Ι, δηλαδή των μετοχών σε θυγατρικές εταιρίες που έχουν συσταθεί εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας, των περιουσιακών στοιχείων στο Ηνωμένο Βασίλειο και των πωληθέντων ως άνω στην Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ) με χρόνο μεταβίβασης ώρα 06.10 πμ της 29-3- 2013.
Σύμφωνα με ρητή διάταξη του ανωτέρω διατάγματος (αρ.7) "Από την Ημερομηνία Μεταβίβασης και εκτός όπου προνοείται διαφορετικά στο παρόν Διάταγμα και στο Νόμο, η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων δυνάμει του παρόντος θεωρείται έγκυρη, παράγει τα δι' αυτής σκοπούμενα έννομα αποτελέσματα και ισχύει έναντι τρίτων, ανεξαρτήτως: (α) των προνοιών οποιουδήποτε άλλου νόμου, (β) της συγκατάθεσης του Διοικητικού Συμβουλίου, των μετόχων ή των καθ' οιανδήποτε έννοια πιστωτών της Cyprus Popular bank Public Co Ltd (ή Λαϊκής Τράπεζας) ή του αποκτώντος προσώπου (ενν.
της εφεσίβλητης), συμπεριλαμβανομένων των καταθετών, (γ) της ύπαρξης οιουδήποτε περιορισμού που επιβάλλεται δυνάμει διατάξεων νόμου ή όρων σύμβασης ή άλλως πως, αναφορικά με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, περιλαμβανομένης της συμμόρφωσης με νομικές ή άλλες διαδικασίες ή διατυπώσεις κατά την έννοια του άρθρου 9(3)(β) και 13(2) του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013. (2) Χωρίς επηρεασμό της υποπαραγράφου (1), το Αποκτών πρόσωπο (ενν.
η εφεσίβλητη) αντιμετωπίζεται ως να είναι το ίδιο πρόσωπο με τη Λαϊκή Τράπεζα σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλους, δικαιώματα και υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται.". Σύμφωνα δε με την 10 διάταξη του ανωτέρω Διατάγματος " Το Αποκτών Πρόσωπο (ενν. η εφεσίβλητη) και η Λαϊκή Τράπεζα έχουν υποχρέωση να προβούν σε κάθε αναγκαία ενέργεια για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης των τίτλων ιδιοκτησίας, των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, τα οποία αποτελούν αντικείμενο του παρόντος Διατάγματος και τα οποία διέπονται από δίκαιο άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας", ενώ κατά τη διάταξη 13 "Κατά την Ημερομηνία Μεταβίβασης (α) το Αποκτών Πρόσωπο (ενν.
η εφεσίβλητη) αναλαμβάνει όλα τα δικαιώματα, τα οποία είναι συναφή προς τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία ή τίτλους ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις. (β) το Αποκτών Πρόσωπο (ενν. η εφεσίβλητη) υποκαθιστά τη Λαϊκή Τράπεζα αναφορικά με οποιαδήποτε νομική ή άλλη διαδικασία, η οποία σχετίζεται με τίτλους, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται".
Στη συνέχεια η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 5(1), 12(α), 7(1) και 9 του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 μετά από κοινού απόφαση με τον Υπουργό Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας και λαμβάνοντας υπόψη ότι "συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος" εξέδωσε Α) το 133/2013 Διάταγμα, υπό το συνοπτικό τίτλο "Το Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular bank Public Co Ltd (Τροποποιητικό) Διάταγμα του 2013" (δημ.
στην επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας στο 4661/21-4-2013 φύλλο), δυνάμει του οποίου τροποποίησε το παράρτημα
ΙΙ του ως άνω 104 Διατάγματος αναφορικά με τις υποχρεώσεις που μεταβίβασε η CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD στην εφεσίβλητη τραπεζική εταιρία (και δη προς πιστωτικά ιδρύματα, ασφαλιστικές εταιρίες, τη Γενική Κυβέρνηση και Εγχώριους επικουρικούς χρηματοοικονομικούς οργανισμούς και φορείς), Β) το 156/2013 Διάταγμα, υπό το συνοπτικό τίτλο "Το Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular bank Public Co Ltd (Τροποποιητικό)(Αρ.2) Διάταγμα του 2013" (δημ. στην επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας στο 4670/14-5-2013 φύλλο), δυνάμει του οποίου αφενός προσέθεσε το παράρτημα
ΙΙΙ στο ως άνω 104 Διάταγμα, στο οποίο ορίζονται ως περιουσιακά στοιχεία που μεταβιβάζονται μεταξύ άλλων "...τα πάγια περιουσιακά στοιχεία σε γη και ακίνητα ...που βρίσκονται στα λογιστικά βιβλία και λογισμικά συστήματα των υποκαταστημάτων της Λαϊκής Τράπεζας στην Ελληνική Δημοκρατία..." και επιπλέον όρισε επί λέξει "Μεταβιβαζόμενα τη 14η Μαΐου 2013 Περιουσιακά Στοιχεία και Υποχρεώσεις" σημαίνει "τα διαλαμβανόμενα στο Παράρτημα
ΙΙΙ περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας όπως ειδικότερα περιγράφονται στη Συμφωνία Μεταβίβασης Περιουσιακών Στοιχείων και Υποχρεώσεων", "Συμφωνία Μεταβίβασης Περιουσιακών Στοιχείων και Υποχρεώσεων" σημαίνει τη συμφωνία μεταξύ της Λαϊκής Τράπεζας και του Αποκτώντος Προσώπου που συνάφθηκε κατά ή περί τη 14η Μαΐου 2013 και με την οποία συνομολογείται η μεταβίβαση από τη Λαϊκή Τράπεζα στο Αποκτών Πρόσωπο ορισμένων περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων... "Ημερομηνία Μεταβίβασης" σημαίνει την 29η Μαρτίου 2013 και ώρα 6.10 πμ σε σχέση με τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας και δικαιωμάτων που μεταβιβάζονται σύμφωνα με την παράγραφο 5(1) του παρόντος Διατάγματος, καθώς και σε σχέση με τη μεταβίβαση των υποχρεώσεων που μεταβιβάζονται σύμφωνα με την παράγραφο 5(2) του παρόντος Διατάγματος και (β) τη 14η Μαΐου 2013 σε σχέση με τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας, δικαιωμάτων και Υποχρεώσεων που μεταβιβάζονται σύμφωνα με την παράγραφο 5Α του παρόντος Διατάγματος" και αφετέρου προσέθεσε την παράγραφο 5Α με το ακόλουθο περιεχόμενο "Χωρίς επηρεασμό και επιπροσθέτως της μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων όπως προνοείται στην παράγραφο 5 του παρόντος Διατάγματος, η Λαϊκή Τράπεζα κατά την έναρξη ισχύος του περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular bank Public Co Ltd (Τροποποιητικού) (Αρ.2) Διατάγματος του 2013 μεταβιβάζει δια πωλήσεως στο Αποκτών Πρόσωπο: (α) Τα Μεταβιβαζόμενα τη 14η Μαΐου 2013 Περιουσιακά Στοιχεία και Υποχρεώσεις σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις του παρόντος Διατάγματος και σύμφωνα με τη Συμφωνία Μεταβίβασης Περιουσιακών Στοιχείων και Υποχρεώσεων ..." και Γ) το 276/2013 Διάταγμα, υπό το συνοπτικό τίτλο "Το Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular bank Public Co Ltd (Τροποποιητικό) (Αρ.3) Διάταγμα του 2013" (δημ.
στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας στο 4701/30-7-2013 φύλλο), δυνάμει του οποίου, μεταξύ άλλων, τροποποιήθηκε η παρ.10 του βασικού διατάγματος με την προσθήκη της ακόλουθης παραγράφου "Νοείται ότι δια του παρόντος Διατάγματος το Αποκτών Πρόσωπο καθίσταται τουλάχιστον δικαιούχος του οφέλους (beneficial owner) των εν λόγω τίτλων ιδιοκτησίας, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων και κατά συνέπεια τα εν λόγω στοιχεία εξαιρούνται της Περιουσίας της Λαϊκής Τράπεζας και δεν επιτρέπεται να διατεθούν με οποιονδήποτε τρόπο προς ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών της και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου" και επιπλέον ορίσθηκε στην παρ.10(2) ότι "Μεταβιβάσεις που προβλέπονται στο παρόν Διάταγμα τίθενται σε ισχύ, παράγουν έννομα αποτελέσματα και ισχύουν έναντι τρίτων από την έναρξη ισχύος του παρόντος".
Τα ανωτέρω Διατάγματα 94, 97, 104, 133, 156 και 276 της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου αποτελούν Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις, που εισάγουν νομοθετικά μέτρα ρύθμισης των σχέσεων, που αφορούν τις εργασίες της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD και δη της πώλησης ορισμένων εργασιών αυτής στην εφεσίβλητη τράπεζα, επηρεάζουν όμως και τα συμφέροντα των πιστωτών των ανωτέρω τραπεζών, πρόκειται δηλαδή για μέτρα εξυγίανσης κατά την έννοια των κυπριακών νόμων "περί Τραπεζικών Εργασιών (Τροποποιητικό) 151(1) του 2004" και "Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Και Άλλων Ιδρυμάτων 17(1)/2013", των ελληνικών νόμων 3458/2006, 3601/2007 και 4021/2011, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης, αλλά και του ενωσιακού δικαίου, ήτοι της Οδηγίας 2001/24 ΕΚ, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας και δη στις παρ.5α', 5β' και 5γ.
Συγκεκριμένα, α) τα ανωτέρω Διατάγματα εκδόθηκαν από την (αποκλειστικά) αρμόδια (διοικητική) Αρχή Εξυγίανσης του κυπριακού κράτους, δηλαδή την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου κατ' εξουσιοδότηση του βασικού κυπριακού νόμου "Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Και Άλλων Ιδρυμάτων 17(1)/2013", που της δίνει τη δικαιοδοτική δυνατότητα έκδοσης διαταγμάτων για τα μέτρα διάσωσης με ίδια μέσα, αλλά και προσδιορίζει τις εξουσίες της (Αρχής Εξυγίανσης), β) ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη από τον ανωτέρω νόμο διαδικασία για την έκδοση και ισχύ των ανωτέρω Διαταγμάτων, δηλαδή με την από κοινού απόφαση με τον Υπουργό Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας και αφού λήφθηκε υπόψη έκθεση της αρμόδιας εποπτικής αρχής για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD και το σχέδιο εξυγίανσης που ετοιμάστηκε από την Αρχή Εξυγίανσης σε συνεργασία με την αρμόδια εποπτική αρχή και με την τήρηση των νομίμων δημοσιεύσεων στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην επίσημη εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε δύο εφημερίδες του κράτους μέλους υποδοχής και γ) με τα ανωτέρω Διατάγματα τέθηκαν μέτρα εξυγίανσης της κυπριακής τράπεζας CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD (όπως ρητά αναφέρεται και στα ίδια τα διατάγματα), η οποία έχει την καταστατική της έδρα στην Κύπρο και είχε κατά τον χρόνο λήψης των μέτρων αυτών υποκατάστημα στην Ελλάδα, δηλαδή ουσιαστικά διατάχθηκαν και υλοποιήθηκαν τα μέτρα εξυγίανσης που προβλέπονται στο άρθρο 9 του "Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(1)/2013" προς αντιμετώπιση της κρίσης του κυπριακού χρηματοπιστωτικού συστήματος (όπως έκρινε η αποκλειστικά αρμόδια κυπριακή αρχή και εκτίθεται στα ίδια τα Διατάγματα).
Με τα ανωτέρω Διατάγματα διατάχθηκε ως μέτρο εξυγίανσης η πώληση δραστηριοτήτων και η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων και η εφεσίβλητη (Τράπεζα Κύπρου). Το ως άνω μέτρο (της πώλησης και μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων της υπό εξυγίανση τράπεζας) ανήκει σε αυτά που γενικώς αναγνωρίζονται ως τέτοια, τόσο από το ενωσιακό όσο και από το ελληνικό και κυπριακό δίκαιο εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων και με τον τρόπο αυτόν το Κυπριακό κράτος εκτέλεσε τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει με τη Συμφωνία στο Eurogroup [βλ.
τα αυτά δέχθηκαν και οι ενδεικτικά αναφερόμενες 1) από 7-6-2013 απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου (Αναθεωρητική Διαδικασία) σε Ολομέλεια επί των υποθέσεων 551/2013 (και άλλων 54), που απέρριψε κατά πλειοψηφία ελλείψει εννόμου συμφέροντος 55 προσφυγές -αιτήσεις ακύρωσης των ανωτέρω διαταγμάτων, που άσκησαν καταθέτες της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD, αλλά και τη θέση της μειοψηφίας που επίσης δέχεται ότι τα ανωτέρω Διατάγματα αποτελούν κανονιστικές διοικητικές πράξεις που αποσκοπούν στην προώθηση δημόσιου σκοπού, πλην όμως είχε την άποψη ότι επειδή θίγουν άμεσα συμφέροντα των καταθετών υπόκειντο στο δικαστικό έλεγχο μέσω των ως άνω προσφυγών και 2) οι αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου της Λεμεσού επί των αρ. 1481/2013 και 2084/2013 αγωγών, (αλλά και οι ΣτΕ(Ολ) 3013/2014, ΣτΕ 1888/2017, οι οποίες έκριναν ότι τα αντίστοιχα μέτρα εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων που διατάσσονται με πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος δυνάμει του ελληνικού νόμου 3458/2006 κλπ.
αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, καθώς και οι Εφ. Θεσ. 1820/2018 που απεφάνθη σχετικά με τα ανωτέρω Διατάγματα]. Με το τελευταίο τροποποιητικό 276/2013 Διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου διευκρινίσθηκε ρητά ότι α) με την εφαρμογή του συγκεκριμένου μέτρου εξυγίανσης, η εφεσίβλητη τράπεζα κατέστη σε κάθε περίπτωση από 30-7-2013 (έναρξη ισχύος του εν λόγω διατάγματος) τουλάχιστον δικαιούχος του οφέλους (beneficial owner) των περιουσιακών στοιχείων που της μεταβιβάσθηκαν και β) τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία εξαιρέθηκαν της περιουσίας της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD και απαγορεύεται η διάθεσή τους με οποιονδήποτε τρόπο προς ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών της, αλλά και οποιουδήποτε άλλου προσώπου.
Κατ' εξουσιοδότηση των προρρηθέντων Διαταγμάτων και του "Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(1)/2013" καταρτίστηκε η από 14-5-2013 αναγκαστική "Σύμβαση Μεταβίβασης Στοιχείων Ενεργητικού και Παθητικού" μεταξύ της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD (ως Πωλήτριας, για λογαριασμό της οποίας και σε εκτέλεση των αρμοδιοτήτων της κατήρτισε τη σύμβαση η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης, βλ.
άρθρο 9.1 της σύμβασης) και της εφεσίβλητης (Τράπεζας Κύπρου), σε επίρρωση, όπως αναφέρεται στην ίδια τη σύμβαση του 104 Διατάγματος και για όσα στοιχεία δεν μεταβιβάστηκαν ήδη δια του ως άνω Διατάγματος (βλ. παρ. Ε προοιμίου της ως άνω σύμβασης και άρθρο 2 αυτής). Με τη συγκεκριμένη σύμβαση αυτή συμφωνήθηκε ότι μεταβιβάζονται από την Ημερομηνία Μεταβίβασης (δηλαδή την 14-5-2013) στην Τράπεζα Κύπρου λόγω πώλησης όσα στοιχεία τυχόν δεν μεταβιβάστηκαν ήδη δια του ανωτέρω Διατάγματος, συμπεριλαμβανόμενων των ακινήτων της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD στην Ελλάδα που αναφέρονται στο Τμήμα 1 παράρτημα 1 της σύμβασης σχετικά με "μεταβιβαζόμενα στοιχεία ενεργητικού" και το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της σύμβασης.
Στο παράρτημα αυτό και υπό την ένδειξη ..., περιλαμβάνεται και το κατωτέρω αναφερόμενο ακίνητο με την ακόλουθη περιγραφή "ΝΕΟ, Κτίσμα/Κατοικία, Μαιζονέτα με υπόγειο 56,45 τμ, ισόγειο 70,55 τμ, 1ο όροφο 64,09 τμ, δώμα 13,44 τμ σε οικόπεδο 176,35 τμ τμήμα του οικοπέδου με επιφάνεια 1138,61 τμ, ..., ...". Σύμφωνα με την παρ. Β του άρθρου 2.6 της εν λόγω Σύμβασης, συμφωνήθηκε ότι ως προς τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία του ενεργητικού "και για όσο χρόνο εκκρεμεί η ολοκληρωμένη, με τήρηση και των προβλεπομένων διατυπώσεων δημοσιότητας, μεταβίβαση του νομίμου τίτλου τους στην Αγοράστρια, η Πωλήτρια ...θα αποτελεί τον καταπιστευτικό φορέα των ως άνω για λογαριασμό της Αγοράστριας και προς το απόλυτο συμφέρον της", κατά δε το άρθρο 2.7 της Σύμβασης "Προκειμένου οι διατάξεις του Διατάγματος και της παρούσας Σύμβασης να υλοποιηθούν και στο βαθμό που, βάσει του εκάστοτε εφαρμοστέου δικαίου, απαιτείται η τήρηση πρόσθετων διατυπώσεων, ώστε τα δικαιώματα της Αγοράστριας σε σχέση με τα Μεταβιβαζόμενα Στοιχεία Ενεργητικού και Παθητικού να είναι πλήρως ισχυρά έναντι οποιουδήποτε τρίτου η Πωλήτρια αναλαμβάνει αυθωρεί μετά από γραπτό αίτημα της Αγοράστριας να ....υπογράψει οποιαδήποτε άλλα έγγραφα, συμβολαιογραφικές πράξεις ...που μπορεί να απαιτούνται για την υλοποίηση της μεταβίβασης ή σε σχέση ή δυνάμει αυτής στοιχείων Ενεργητικού ...".
Η ανωτέρω σύμβαση τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε ως προς τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD προς την εφεσίβλητη με την από 25-11-2013 Τροποποιητική Σύμβαση, με την οποία γίνεται αναφορά και σε λοιπά ακίνητα της πωλήτριας τράπεζας στην Ελλάδα που μεταβιβάζονται στην εφεσίβλητη (βλ. άρθρο 3 της σύμβασης και αρ. 5 παραρτήματος 1 αυτής) και λαμβάνονται πρόνοιες για την ημερομηνία μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων (βλ.
άρθρο 2 της σύμβασης αυτής) και ως τέτοια πλέον ορίζεται η 31-3-2013. 8β. Περαιτέρω, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι η αναγκαία ομόδικος της εκκαλούσας δικηγορικής εταιρίας και μη παρασταθείσα στην παρούσα δίκη CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD υποχρεώθηκε με την 169/11-7-2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία αμοιβών), που εκδόθηκε επί της με αρ.
κατ. .../214/3-7- 2014 αγωγής της εκκαλούσας (η οποία συζητήθηκε ερήμην της εναγομένης), να καταβάλει σε αυτήν για συμφωνηθείσα αμοιβή για την παροχή των νομικών της υπηρεσιών και διενεργηθέντα έξοδα προς υλοποίηση των νομικών υπηρεσιών δυνάμει του από 12-10-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού συνεργασίας, το συνολικό ποσό των 319.632,21 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 9-4- 2014 μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης πλέον δικαστικών εξόδων εκ 10.700 ευρώ.
Η ανωτέρω απόφαση κηρύχθηκε εν μέρει προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 100.000 ευρώ. Σημειωτέον ότι ήδη η ανωτέρω απόφαση κατέστη τελεσίδικη με την απόρριψη της κατ' αυτής ασκηθείσας έφεσης της εναγομένης με την 3760/27-7-2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ακριβές αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της 169/2015 απόφασης με επιταγή προς πληρωμή ποσού 100.000 ευρώ πλέον εξόδων επιδόθηκε στην αντίκλητό στην Ελλάδα της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD στις 2-11-2015 (βλ........../2-11-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά.................).
Ακολούθως, με την ... /9-11-2015 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών.................., η εκκαλούσα δικηγορική εταιρία επέβαλε, για την ικανοποίηση της ως άνω απαίτησής της εκ 100.100 ευρώ, κατάσχεση σε ακίνητο ιδιοκτησίας της οφειλέτιδας (CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD) και δη στην κάθετη ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ .../2/0 (κατοικία
ΙΙ-μεζονέτα) στο με αριθμό ... του Δήμου ... επί της οδού ..., ανεγερθείσα επί τμήματος εκ 175,37 τμ γεωτεμαχίου (οικοπέδου) μείζονος έκτασης 1138,61 τμ, εμβαδού συνολικού (της κάθετης ιδιοκτησίας) 136,420 τμ και με αναλογούν ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου γεωτεμαχίου εκ 200/1000, αποτελούμενη από υπόγειο 56,45 τμ, ισόγειο 70,55 τμ, 1ο όροφο 64,09 τμ και δώμα 13,44 τμ, η οποία είχε περιέλθει στην κυριότητα της οφειλέτιδας με το 54117/16-7-2012 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών..................., νομίμως καταχωρισθέν στο οικείο κτηματολογικό φύλλο με αρ.
κατ. .../5-11-2012. Με την ως άνω έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης το κατασχεθέν ακίνητο εκτιμήθηκε σε 750.000 ευρώ, ορίσθηκε τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 500.000 ευρώ και ημέρα δημοσίου αναγκαστικού πλειστηριασμού η 20η-1-2016 ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών....................στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου Αττικής. Η εν λόγω έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης επιδόθηκε στην οφειλέτιδα στις 10-11-2015 και στη συνέχεια συντάχθηκε η 4124/19-11-2015 περίληψη της άνω κατασχετήριας έκθεσης της αυτής δικαστικής επιμελήτριας, που επιδόθηκε στην οφειλέτιδα στις 24-11-2015.
Σημειωτέον ότι με την 299/18-1- 2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) κατόπιν αίτησης της νυν εφεσίβλητης ανεστάλη η αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύσθηκε με την προρρηθείσα κατασχετήρια έκθεση μέχρι την έκδοση της εκκαλουμένης. 8γ. Συνακόλουθα των ανωτέρω εκτεθέντων λεκτέα τα ακόλουθα:
Στο ακίνητο-κάθετη ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ .../2/0, κυριότητας της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD κατά το χρόνο επιβολής της ως άνω κατάσχεσης δηλαδή την 9-11-2015 είχε τεθεί για λόγους δημοσίου συμφέροντος απαγόρευση διάθεσής του από το νόμο υπέρ της εφεσίβλητης τράπεζας, που κατέστησε άκυρη έναντι αυτής την επιβολή της (κατάσχεσης) από την εκκαλούσα κατ' άρθρα 175 του ΑΚ και 936 παρ. 1β του ΚΠολΔ.
Συγκεκριμένα, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, με το 276/2013 Διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (που τροποποίησε το 104 Διάταγμα της ιδίας), ως Αρχής Εξυγίανσης (και μόνης αρμόδιας για τη λήψη μέτρων εξυγίανσης κατ' εξουσιοδότηση του βασικού κυπριακού νόμου "Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Και Άλλων Ιδρυμάτων 17(1)/2013") διευκρινίσθηκε ότι με τη λήψη του μέτρου εξυγίανσης της πώλησης και μεταβίβασης προς την εφεσίβλητη κυπριακή τράπεζα περιουσιακών στοιχείων της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD κειμένων στην Ελλάδα, που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι της προρρηθείσας από 14-5-2013 "Σύμβασης Μεταβίβασης Στοιχείων Ενεργητικού και Παθητικού", που υλοποίησε τη διαταχθείσα πώληση, μεταξύ των οποίων και το με ΚΑΕΚ.../2/0 ακίνητο, απαγορεύεται η διάθεσή του με οποιονδήποτε τρόπο (εκούσια και ακούσια, συμπεριλαμβανομένης δηλαδή και της διάθεσης με αναγκαστική εκτέλεση σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην παρ.4 της μείζονας σκέψης της παρούσας) προς ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών της υπό εξυγίανση τράπεζας.
Όπως αναλύθηκε διεξοδικά ανωτέρω το εν λόγω Διάταγμα αποτελεί κανονιστική διοικητική πράξη (βλ. παρ. 8α της παρούσας), επέχουσα θέση νόμου και τυγχάνει άμεσης εφαρμογής στην Ελλάδα δυνάμει της διάταξης του άρθρου 4 παρ.2 του ν.3458/2006 (σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην παρ. 5α της μείζονας σκέψης της παρούσας), η δε τεθείσα με αυτό απαγόρευση διάθεσης αποσκοπεί στη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των μέτρων εξυγίανσης, η οποία, σε διαφορετική περίπτωση, δηλαδή με την απαλλοτρίωση περιουσιακών στοιχείων της υπό καθεστώς ειδικής διαχείρισης τράπεζας θα κινδύνευε βάσιμα να καταστεί άνευ αντικειμένου.
Επομένως, το αυτό κρίνοντας και η εκκαλουμένη, ορθά εφήρμοσε το νόμο και θα πρέπει ο πρώτος λόγος της ένδικης έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα δικηγορική εταιρία παραπονείται ότι η ως άνω απαγόρευση διάθεσης δεν τέθηκε με νόμο, διότι κατά τους ισχυρισμούς της, το 276/2013 Διάταγμα δεν έχει ισχύ νόμου, αλλά ρυθμίζει μόνο τις σχέσεις της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD με την εφεσίβλητη και δεν επηρεάζει τους πιστωτές της, θα πρέπει να απορριφθεί. 8δ.
Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω στην παρ. 5α της μείζονας σκέψης της παρούσας, με την διάταξη του άρθρου 21 παρ.2 του ν.3458/2006 (αντίστοιχη της διάταξης του άρθρου 20γ της Οδηγίας 2001/24ΕΚ), το εάν το αλλοδαπό μέτρο εξυγίανσης (που αναγνωρίζεται αυτόματα και χωρίς διατυπώσεις στην ημεδαπή όπως ισχύει στο κράτος καταγωγής του και σύμφωνα με το δίκαιο του τελευταίου), επιφέρει μεταβολή εμπράγματου δικαιώματος σε ακίνητο στην ημεδαπή (περίπτωση στην οποία είναι αναγκαία η εγγραφή σε δημόσια βιβλία ακίνητων κατά το ελληνικό δίκαιο) εξαρτάται από την τήρηση ή μη των αναγκαίων διατυπώσεων δημοσιότητας σχετικά με ακίνητα κατά το ελληνικό δίκαιο.
Στην κρινόμενη περίπτωση αυτό σημαίνει ότι πριν από την καταχώριση της ως άνω από 14-5-2013 "Σύμβασης Μεταβίβασης Στοιχείων Ενεργητικού και Παθητικού" ή της σε εκτέλεση αυτής συμβολαιογραφικής πράξης μεταβίβασης (ΑΚ 369) στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου με ΚΑΕΚ .../2/0 σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 12 παρ.3 του ν.2664/1998 η εφεσίβλητη (Τράπεζα Κύπρου) δεν θα αποκτήσει την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου.
Αυτό άλλωστε προβλέπει και το άρθρο 13 παρ.5 του κυπριακού νόμου "Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Και Άλλων Ιδρυμάτων 17(1)/2013" (βλ. παρ. 5γ της μείζονας σκέψης της παρούσας) όσο και το άρθρο 10 του 104/2013 Διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (βλ. παρ. 8α της παρούσας). Για το λόγο αυτό και η εφεσίβλητη με την ένδικη ανακοπή της ουδέποτε επικαλέσθηκε εμπράγματο δικαίωμά της επί του ακινήτου με ΚΑΕΚ .../2/0 κατ' άρθρο 936 παρ.1α του ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα θεωρεί η εκκαλούσα.
Όμως, προκειμένου, αφενός να διασφαλισθεί η διαδικασία εξυγίανσης και να αποφευχθεί η διάθεση περιουσιακών στοιχείων της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD στην Ελλάδα, μεταξύ των οποίων και του ως άνω ακινήτου, στο διάστημα έως την καταχώριση της ως άνω από 14-5-2013 "Σύμβασης Μεταβίβασης Στοιχείων Ενεργητικού και Παθητικού" (ή της σε εκτέλεση αυτής συμβολαιογραφικής πράξης μεταβίβασης) στο οικείο κτηματολογικό φύλλο, προβλέφθηκε ρητά και ειδικά με το 276/2013 Διάταγμα, που τροποποίησε το άρθρο 10 του 104/2013 Διατάγματος, ότι μέχρι να ολοκληρωθεί η τήρηση των ανωτέρω διατυπώσεων του ελληνικού δικαίου και να επέλθει η μεταβίβαση της κυριότητας των ακινήτων που βρίσκονται στην Ελλάδα από την CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD στην εφεσίβλητη, α) ότι η εφεσίβλητη "καθίσταται τουλάχιστον δικαιούχος του οφέλους (beneficial owner)" των μεταβιβαζόμενων με την από 14-5-2013 "Σύμβαση Μεταβίβασης Στοιχείων Ενεργητικού και Παθητικού" τίτλων ιδιοκτησίας, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων και κατά συνέπεια τα εν λόγω στοιχεία εξαιρούνται της περιουσίας της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD και β) ότι πωλήτρια τράπεζα στερείται εξουσίας διάθεσης με οποιονδήποτε τρόπο των ακινήτων αυτών, είτε εκούσια είτε αναγκαστικά για την προνομιακή ικανοποίηση οποιουδήποτε πιστωτή της.
Δεδομένου ότι, όπως κρίθηκε ανωτέρω, το 276/2013 Διάταγμα αποτελεί κανονιστική πράξη με ισχύ νόμου, δεν νοείται ότι για να αναπτύξει την ισχύ του στην Ελλάδα αναφορικά με την απαγόρευση διάθεσης, πρέπει να καταχωρισθεί στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του ως άνω ακινήτου, καθόσον στο ελληνικό δίκαιο κρατεί η αρχή ότι το αλλοδαπό δίκαιο είναι δίκαιο και έτσι αντιμετωπίζεται από την ελληνική έννομη τάξη όταν καλείται σε εφαρμογή.
Εκτέθηκαν δε στην παρ.4 της μείζονας σκέψης της παρούσας πλείστα παραδείγματα εκ του νόμου απαγόρευσης διάθεσης ακινήτων, που θεσπίζουν ελληνικοί νόμοι προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος και τα έννομα αποτελέσματά τους επέρχονται άμεσα χωρίς την καταχώριση αυτών στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου ή παλαιότερα τη μεταγραφή τους στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου, αρκούσης της δημοσιότητας που αποκτούν ως νομοθετικά μέτρα με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Όσον αφορά δε, την πρόβλεψη του 276/2013 Διατάγματος ότι η εφεσίβλητη θα είναι δικαιούχος οφέλους (beneficial owner) των ακινήτων που αναφέρονται στο Παράτημα Ι της από 14-5-2013 Σύμβασης κατά το χρονικό διάστημα από την "ημερομηνία μεταβίβασης" (31-3-2013, όπως τροποποιήθηκε με την από 25-11-2013 Σύμβαση) μέχρι την ολοκλήρωση των διατυπώσεων σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο της μεταβίβασης, ώστε να επέλθει η μετάθεση της κυριότητας (εν προκειμένω την καταχώριση της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας στο οικείο κτηματολογικό φύλλο και ενδεχομένως την επί τούτου κατάρτιση συμβολαιογραφικού εγγράφου κατ' άρθρο 369 του ΑΚ, καθόσον η διάταξη του άρθρου 68 του ν.4150/2013, που αρκείται σε ιδιωτικό έγγραφο, αφορά μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων προς ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα) σημειώνονται τα ακόλουθα:
Κατά το κυπριακό δίκαιο δικαιούχος οφέλους (beneficial owner) είναι ο απολαμβάνων τα οφέλη, όπως λχ. τις προσόδους της κυριότητας ενός περιουσιακού στοιχείου, έστω και αν ο τίτλος κυριότητας παραμένει στο όνομα άλλου δικαιούχου, ο οποίος αποκαλείται "registered owner". Το εν λόγω δικαίωμα, ενοχικής φύσης και απόρροια της εφαρμογής του δικαίου της επιείκειας στην κυπριακή έννομη τάξη κατά τα πρότυπα του αγγλοσαξονικού δικαίου, δεν αναγνωρίζεται στην ελληνική έννομη τάξη, προσομοιάζει όμως με το δικαίωμα νομής, ιδίως δε, όπως στην περίπτωση του νομέα- εκ προσυμφώνου αγοραστή ακινήτου στον οποίο έχει μεταβιβασθεί η νομή, αλλά δεν έχει καταρτισθεί η οριστική μεταβιβαστική σύμβαση ...
Κατά συνέπεια και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην παρ. 6 της μείζονας σκέψης της παρούσας δεν υπήρχε κατά το ελληνικό δίκαιο υποχρέωση καταχώρισης στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του ως άνω ακινήτου της διάταξης περί δικαιούχου οφέλους, όπως δεν καταχωρίζεται και η νομή. Αλλά ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί, όπως θα ήταν το ιδανικό, ότι οι συγκεκριμένες νομικές πληροφορίες περί απαγόρευσης διάθεσης και δικαιούχου οφέλους (beneficial owner) έπρεπε να καταχωρισθούν στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου ως "πρόσθετες πληροφορίες" κατ' εφαρμογή της αρχής του ανοικτού κτηματολογίου, αυτή η καταχώριση δεν θα είχε συστατικό χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι μόνο από τότε θα παράγονταν τα έννομα αποτελέσματά τους, παρά μόνο πληροφοριακό (βλ.
σχετικά παρ.7 της μείζονας σκέψης της παρούσας). Ως εκ τούτου, το αυτό κρίνοντας και η εκκαλουμένη, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, που συμπληρώνεται με την παρούσα απόφαση, ορθά εφήρμοσε το νόμο και θα πρέπει ο δεύτερος λόγος της ένδικης έφεσης κατά το πρώτο σκέλος του, καθώς και ο τρίτος λόγος, να απορριφθούν, με τους οποίους η εκκαλούσα δικηγορική εταιρία παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 21 παρ.2 του ν.3458/2006, 10 του 104/2013 Διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (όπως τροποποιήθηκε με το 276 Διάταγμα) και 12 παρ.3 του ν.2664/1998 (και όχι όπως εκ παραδρομής αναφέρει των άρθρων 1192 και 1198 του ΑΚ, τα οποία ρυθμίζουν το σύστημα μεταγραφών, στο οποίο, όμως, το επίδικο ακίνητο δεν υπάγεται λόγω της λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου) με το να δεχθεί η εκκαλουμένη ότι η αρχή της εμπιστοσύνης στα δημόσια βιβλία υποχωρεί έναντι του δημοσίου σκοπού των μέτρων εξυγίανσης, η επιβολή των οποίων καθίσταται προσιτή με τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Ε.Ε.
και στην επίσημη εφημερίδα του κράτους-καταγωγής, καθώς και ότι η παράλειψη καταχώρισης (και όχι μεταγραφής) δεν επηρεάζει την ανάπτυξη στην ημεδαπή των αποτελεσμάτων των ληφθέντων εξυγιαντικών μέτρων. 8ε. Επίσης, απορριπτέος κρίνεται και ως προς το δεύτερο σκέλος του ο δεύτερος λόγος έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή των αμέσως ανωτέρω αναφερομένων διατάξεων, με το να δεχθεί η εκκαλουμένη ότι οι πιστωτές της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD, μεταξύ των οποίων και η εκκαλούσα, δεν είναι τρίτοι, όπως πχ.
οι αγοραστές ενός ακινήτου της ανωτέρω τράπεζας και ότι διέπονται από ειδικές συνθήκες. Και τούτο διότι ορθά έκρινε η εκκαλουμένη, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην παρ. 5α της μείζονας σκέψης της παρούσας, ότι η εξαίρεση από το δίκαιο καταγωγής που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 20γ της Οδηγίας 2001/24ΕΚ και η οποία εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη με τη διάταξη του άρθρου 21γ του ν.3458/2006 και στην κυπριακή με τη διάταξη του άρθρου 33Η του 151/2004 Νόμου περί τραπεζικών εργασιών, ότι δηλαδή τα αποτελέσματα των μέτρων εξυγίανσης για τα δικαιώματα επί ακινήτου, που καταχωρίζονται σε δημόσια βιβλία, διέπονται αποκλειστικά από το δίκαιο του κράτους - μέλους που επιτάσσει την τήρηση του βιβλίου, αφορά τους τρίτους τυχόν αγοραστές του ακινήτου και όχι τους πιστωτές της υπό εξυγίανση τράπεζας που μέσω της αναγκαστικής εκτέλεσης επί του εν λόγω ακινήτου επιδιώκουν την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους, γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα καταστρατηγούνταν οι σκοποί των μέτρων εξυγίανσης.
Για τους πιστωτές υπάρχει πλέγμα νομοθετικών προβλέψεων, όπως εκτέθηκαν ανωτέρω, που κατατείνουν στην από κοινού με τους μετόχους επιβάρυνσή τους με τις ζημίες της υπό εξυγίανση τράπεζας υπό τον όρο να μην βρεθούν σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα. της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν το εν λόγω ίδρυμα ετίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση. (βλ.
παρ. 5α-5γ της μείζονας σκέψης της παρούσας). Σε κάθε περίπτωση, εν προκειμένω, η εκκαλούσα δικηγορική εταιρία δεν μπορεί να θεωρηθεί καλόπιστη τρίτη που αγνοούσε τα ληφθέντα μέτρα εξυγίανσης σε βάρος της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD και την απαγόρευση διάθεσης των εν Ελλάδι ακινήτων της λόγω της αναγκαστικής πώλησής τους στην εφεσίβλητη και στηριζόμενη μόνο στις εγγραφές του οικείου κτηματολογικού φύλλου, όπου δεν είχε καταχωρισθεί η εν λόγω απαγόρευση διάθεσης, ούτε η μεταβιβαστική σύμβαση, επέβαλε την προσβαλλόμενη κατάσχεση για ικανοποίηση της απαίτησής της, την οποία, μάλιστα, ήγειρε ενώπιον των δικαστηρίων πλέον του έτους μετά την επιβολή των μέτρων εξυγίανσης, καθόσον επρόκειτο για στενή συνεργάτη του εν Ελλάδι υποκαταστήματος της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD, αναλαμβάνοντας την διεκπεραίωση πλείστων νομικών εργασιών ήδη από το 2010 (ιδίως είσπραξη απαιτήσεων). 8στ ....
Στην προκείμενη περίπτωση η εκκαλούσα με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης έφεσής της διατείνεται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα απέρριψε ως μη νόμιμη την πρωτοδίκως επικουρικώς προβληθείσα ένσταση του άρθρου 281 του ΑΚ, για τη θεμελίωση της οποίας η εκκαλούσα ισχυρίσθηκε ότι η εφεσίβλητη παρά την απορρέουσα από το άρθρο 13 παρ.5 του "Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Και Άλλων Ιδρυμάτων 17(1)/2013" υποχρέωσή της να προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για τη μεταβίβαση σε αυτήν των περιουσιακών στοιχείων της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD, αδράνησε επί διετία προς τούτο, με συνέπεια αφενός να πληγεί η εμπιστοσύνη των τρίτων στα δημόσια βιβλία, να υποβληθούν σε έξοδα εγγραφής βαρών και να εμπλακούν σε αντιδικίες και αφετέρου να τους καλλιεργεί την πεποίθηση ότι ουδέν δικαίωμα διατηρεί επί των ως άνω περιουσιακών στοιχείων.
Τα ανωτέρω, όμως, επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν κρίνονται αρκετά για τη θεμελίωση της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ, αφενός διότι η παρέλευση χρονικού διαστήματος δύο ετών δεν μπορεί να θεωρηθεί μακρόχρονη αδράνεια, λαμβανομένου υπόψη ότι πρόκειται για αναγκαστική μεταβίβαση με Διάταγμα αλλοδαπής Αρχής μεταξύ νομικών προσώπων που έχουν αμφότερα την καταστατική τους έδρα στην αλλοδαπή και βρίσκονται υπό την εποπτεία της Αρχής Εξυγίανσης και αφετέρου επειδή η προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ.5 του "Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Και Άλλων Ιδρυμάτων 17(1)/2013" προϋποθέτει τις από κοινού ενέργειες (Πωλητή και Αποκτώντος) για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης κατά το ελληνικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης και της καταχώρισής της εν προκειμένω στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του ως άνω ακινήτου.
Ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μη ανεκτή συμπεριφορά, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, η προβολή κατά τα ανωτέρω των δικαιωμάτων της εφεσίβλητης επί του ως άνω ακινήτου, πολύ δε περισσότερο που η εκκαλούσα δεν είναι "τρίτη", αλλά πιστωτής της υπό εξυγίανση τράπεζας.
Κατά συνέπεια θα πρέπει να απορριφθεί και ο τέταρτος λόγος της έφεσης και μη υπάρχοντος άλλου προς διερεύνηση, να απορριφθεί κατ' ουσίαν η ένδικη έφεση". Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας επικυρώνοντας την πρωτόδικη υπ' αριθμ.1812/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το εν λόγω δικαστήριο (πρωτοδικείο) έκανε δεκτή εν μέρει η από 7-1-2016 ανακοπή κατ' άρθρ. 936 του Κ.Πολ.Δ της αναιρεσίβλητης, ως κατ' ουσίαν βάσιμη και ακύρωσε τις προσβαλλόμενες, έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, με την οποία η δεύτερη των καθών και ήδη αναιρεσείουσα, δικηγορική εταιρεία με την επωνυμία "...", επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση επί του περιγραφόμενου ακινήτου της πρώτης των καθών CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD και την περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, με την οποία ορίστηκε η ημέρα του πλειστηριασμού του ακινήτου, αποδεχόμενη τον μοναδικό λόγο ανακοπής.
Ειδικότερα, με τον λόγο αυτό της ανακοπής της η ανακόπτουσα (εφεσίβλητη - αναιρεσίβλητη) είχε ισχυριστεί ότι: δυνάμει του υπ' αριθμ. 104/2013 Διατάγματος όπως τροποποιήθηκε με τα 133/2013, 156/2013 και 276/2013 Διατάγματα νομίμως δημοσιευθέντα, της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου η πρώτη των καθών η ανακοπή CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD υποχρεώθηκε να μεταβιβάσει ως μέτρο εξυγίανσης, στην ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία τα περιουσιακά στοιχεία που αναφέρονται στο εν λόγω Διάταγμα και την από 14-5-2013 Σύμβαση Αγοράς και Πώλησης, που καταρτίστηκε μεταξύ της ανακόπτουσας ήδη αναιρεσίβλητης και της πρώτης των καθών η ανακοπή CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD, και μεταξύ των άλλων περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται στην Ελλάδα, μεταβίβασε και το ως άνω ακίνητο, κατοικία, μεζονέτα με υπόγειο 56,45 τμ, ισόγειο 70,55 τμ, 1ο όροφο 64,09 τμ, δώμα 13,44 τμ σε οικόπεδο 176,35 τμ τμήμα του οικοπέδου με επιφάνεια 1138,61 τμ, ..., ..., επί του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση.
Ότι από το χρόνο μεταβίβασης αυτού (31-3-2013), η αναιρεσίβλητη κατέστη τουλάχιστον δικαιούχος του οφέλους (beneficial owner) του προαναφερόμενου ακινήτου. Ότι η μεταβίβαση των αναφερομένων περιουσιακών στοιχείων αποτελεί μέτρο εξυγίανσης, το οποίο παράγει στην ελληνική έννομη τάξη άμεσα τα έννομα αποτελέσματά του, χωρίς να απαιτείται άλλη διατύπωση.
Ότι δυνάμει του εφαρμοστέου κυπριακού δικαίου που διέπει το εν λόγω μέτρο εξυγίανσης απαγορεύθηκε ρητώς η διάθεση του εν λόγω ακινήτου προς ικανοποίηση των πιστωτών της πρώτης των καθών η ανακοπή και η εν λόγω απαγόρευση ισχύει και έναντι των πιστωτών της όπως η δεύτερη των καθών η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσα.
Επίσης, το εν λόγω δικαστήριο (πρωτοδικείο) απέρριψε, τον ισχυρισμό της τελευταίας, τον οποίο επανέφερε με σχετικό λόγο έφεσής της, ότι δεν πάσχουν ακυρότητας οι πράξεις αναγκαστικής κατάσχεσης, επειδή δεν είχε καταχωρισθεί στα οικεία δημόσια βιβλία η καταρτισθείσα σύμβαση μεταξύ της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και της υπό εξυγίανση Τράπεζας με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD", με την αιτιολογία ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη δικαιούχος οφέλους (beneficial owner), σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν και η πωλήτρια Τράπεζα CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD στερήθηκε της εξουσίας διαθέσεως των ακινήτων αυτών, όπως ρητά προβλέφθηκε στο 276/2013 Διάταγμα της Αρχής Εξυγίανσης, με ισχύ νόμου κατά την ελληνική έννομη τάξη και ως εκ τούτου δεν απαιτείτο να καταχωρισθεί στα δημόσια βιβλία μεταγραφών, υποθηκών ή του Κτηματολογίου, η απαγόρευση διαθέσεως, το δε δικαίωμα οφέλους προσομοιάζον με αυτό της νομής δεν καταχωρείται στα βιβλία αυτά.
Τέλος δε, απορρίφθηκε ο ισχυρισμός της δεύτερης των καθ' ων η ανακοπή (εκκαλούσας - αναιρεσείουσας) περί καταχρηστικής ασκήσεως της ανακοπής, τον οποίο επίσης επανέφερε με σχετικό λόγο έφεσής της η ήδη αναιρεσείουσα, διότι δεν κρίθηκε ότι η παρέλευση δύο ετών από την κατάρτιση της συμβάσεως μεταβίβασης των προαναφερομένων περιουσιακών στοιχείων μέχρι την καταχώρηση αυτής στα οικεία βιβλία, ως μακροχρόνια αδράνεια, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, λόγω και των απαιτούμενων ειδικών προϋποθέσεων της μεταβίβασης αυτής και επιπροσθέτως διότι η αναιρεσείουσα δεν ήταν τρίτη της οποίας η εμπιστοσύνη στα δημόσια βιβλία επλήγη, αλλά πιστώτρια της υπό εξυγίανση Τράπεζας.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της ευθείας παράβασης των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 936 παρ.1αρ.β' του Κ.Πολ.Δ., 174,175 εδ. α' Α.Κ και του άρθρου 10 του Κυπριακού Διατάγματος 104/2013, της Αρχής Εξυγίανσης, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 του Κυπριακού Διατάγματος 276/2013 της ως άνω Αρχής, με το να δεχθεί εσφαλμένα ότι το ως άνω Διάταγμα αποτελεί Κανονιστική Διοικητική Πράξη με ισχύ νόμου άμεσης εφαρμογής στην Ελλάδα, δυνάμει του οποίου, όπως τροποποιήθηκε, η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη έχει καταστεί δικαιούχος δικαιώματος επί του κατασχεθέντος από αυτήν (αναιρεσείουσα) ακινήτου και ότι υφίσταται υπέρ της ίδιας απαγόρευση διαθέσεως του ακινήτου αυτού, απορρίπτοντας τον πρώτο λόγο έφεσής της, τον οποίο έπρεπε να κάνει δεκτό, δεχόμενη ότι το Διάταγμα αυτό δεν έχει ισχύ νόμου, αλλά ρυθμίζει μόνο τις σχέσεις μεταξύ της "CYPRUS POPULAR BANK RUBLIC C.O LTD" και της αναιρεσίβλητης "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ" και δεν αφορά τους πιστωτές της πρώτης, όπως είναι η ίδια (η αναιρεσείουσα).
Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι το εν λόγω Διάταγμα 104/2013 και το 276/2013 που τροποποίησε αυτό, εκδόθηκαν στο πλαίσιο της Εξυγίανσης των Πιστωτικών Ιδρυμάτων του Νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας "Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος" 17(1)/2013, από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης (και μόνη αρμόδια για τη λήψη μέτρων εξυγίανσης κατ' εξουσιοδότηση του πιο πάνω βασικού κυπριακού νόμου μετά από κοινού απόφαση με τον Υπουργό Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας), τα οποία δημοσιεύθηκαν στην επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Συγκεκριμένα δυνάμει του 104/2013 Διατάγματος ελήφθη ως μέτρο εξυγίανσης η πώληση δραστηριοτήτων και η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων και η Τράπεζα Κύπρου ήδη αναιρεσίβλητη και με το 276/2013 Διάταγμα της Αρχής Εξυγίανσης τροποποιήθηκε η παρ. 10 του 104/2013 Διατάγματος με την προσθήκη της παραγράφου ότι "Νοείται ότι δια του παρόντος Διατάγματος το Αποκτών Πρόσωπο καθίσταται τουλάχιστον δικαιούχος του οφέλους (beneficial owner) των εν λόγω τίτλων ιδιοκτησίας, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων και κατά συνέπεια τα εν λόγω στοιχεία εξαιρούνται της Περιουσίας της Λαϊκής Τράπεζας και δεν επιτρέπεται να διατεθούν με οποιονδήποτε τρόπο προς ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών της και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου" και επιπλέον ορίσθηκε στην παρ.10(2) ότι "Μεταβιβάσεις που προβλέπονται στο παρόν Διάταγμα τίθενται σε ισχύ, παράγουν έννομα αποτελέσματα και ισχύουν έναντι τρίτων από την έναρξη ισχύος του παρόντος".
Τα εν λόγω δε Διατάγματα αποτελούν Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις που εισάγουν νομοθετικά μέτρα ρύθμισης των σχέσεων, που αφορούν τις εργασίες της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD και δη της πώλησης ορισμένων εργασιών αυτής στην "Τράπεζα Κύπρου" ήδη αναιρεσίβλητη, επηρεάζουν όμως και τα συμφέροντα των πιστωτών των ανωτέρω τραπεζών, πρόκειται δηλαδή για μέτρα εξυγίανσης κατά την έννοια των κυπριακών νόμων "περί Τραπεζικών Εργασιών (Τροποποιητικό) 151(1) του 2004" και "Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Και Άλλων Ιδρυμάτων 17(1)/2013", των ελληνικών νόμων 3458/2006, 3601/2007 και 4021/2011, αλλά και του ενωσιακού δικαίου, ήτοι της Οδηγίας 2001/24 ΕΚ.
Ειδικότερα α) τα ανωτέρω Διατάγματα εκδόθηκαν από την (αποκλειστικά) αρμόδια (διοικητική) Αρχή Εξυγίανσης του κυπριακού κράτους, δηλαδή την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου κατ' εξουσιοδότηση του βασικού κυπριακού νόμου "Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων 17(1)/2013", που της δίνει τη δικαιοδοτική δυνατότητα έκδοσης διαταγμάτων για τα μέτρα διάσωσης με ίδια μέσα, αλλά και προσδιορίζει τις εξουσίες της (Αρχής Εξυγίανσης), β) ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη από τον ανωτέρω νόμο διαδικασία για την έκδοση και ισχύ των ανωτέρω Διαταγμάτων, δηλαδή με την από κοινού απόφαση με τον Υπουργό Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας και αφού λήφθηκε υπόψη η έκθεση της αρμόδιας εποπτικής αρχής για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση της "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD" και το σχέδιο εξυγίανσης που ετοιμάστηκε από την Αρχή Εξυγίανσης σε συνεργασία με την αρμόδια εποπτική αρχή και με την τήρηση των νομίμων δημοσιεύσεων στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην επίσημη εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε δύο εφημερίδες του κράτους μέλους υποδοχής και γ) με τα ανωτέρω Διατάγματα τέθηκαν μέτρα εξυγίανσης της κυπριακής τράπεζας CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD (όπως ρητά αναφέρεται και στα ίδια τα διατάγματα), η οποία έχει την καταστατική της έδρα στην Κύπρο και είχε κατά τον χρόνο λήψης των μέτρων αυτών υποκατάστημα στην Ελλάδα, δηλαδή ουσιαστικά διατάχθηκαν και υλοποιήθηκαν τα μέτρα εξυγίανσης που προβλέπονται στο άρθρο 9 του "Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(1)/2013" προς αντιμετώπιση της κρίσης του κυπριακού χρηματοπιστωτικού συστήματος (όπως έκρινε η αποκλειστικά αρμόδια κυπριακή αρχή και εκτίθεται στα ίδια τα Διατάγματα).
Η δε τεθείσα με το ως άνω Διάταγμα 276/2013 διάταξη ότι η CYPRUS POPULAR BANK PUBLIK CO LTD, ως πωλήτρια τράπεζα, στερείται εξουσίας διάθεσης με οποιονδήποτε τρόπο των ακινήτων αυτών, είτε εκούσια είτε αναγκαστικά για την προνομιακή ικανοποίηση οποιουδήποτε πιστωτή, αποσκοπεί στη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των μέτρων εξυγίανσης, η οποία, σε διαφορετική περίπτωση, δηλαδή με την απαλλοτρίωση των περιουσιακών στοιχείων της, το καθεστώς της ειδικής εκκαθάρισης υπό το οποίο αυτή ετέθη, θα κινδύνευε βάσιμα να καταστεί άνευ αντικειμένου.
Το εν λόγω Διάταγμα 104/2013, όπως τροποποιήθηκε με τα προαναφερόμενα Διατάγματα, ως κανονιστική διοικητική πράξη επέχουσα θέση νόμου, τυγχάνει άμεσης εφαρμογής στην Ελλάδα, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 2 του ν. 3458/2006 και δεν χρειάζεται να υποβληθεί σε επιπλέον δημοσιότητα με την καταχώρησή του στα δημόσια βιβλία μεταγραφών και υποθηκών ή του κτηματολογίου, αλλά αρκεί η δημοσιότητα με την οποία είναι εξοπλισμένο ως διάταξη νόμου.
Συνεπώς, δεχόμενο τα παραπάνω το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των ουσιαστικών νόμων που παραπάνω αναφέρονται, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην υπό στοιχ.Β και Γα, β, γ, δ μείζονα σκέψη της παρούσας. Στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι: Η αναιρεσείουσα προς επίρρωση αυτού του λόγου αναίρεσης ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη παρέπεμψε στις 1) από 7-6-2013 απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου (Αναθεωρητική Διαδικασία) σε Ολομέλεια επί των υποθέσεων 551/2013 (και άλλων 54), που απέρριψε κατά πλειοψηφία ελλείψει εννόμου συμφέροντος 55 προσφυγές-αιτήσεις ακύρωσης των ανωτέρω διαταγμάτων, και 2) στις αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου της Λεμεσού επί των αρ. 1481/2013 και 2084/2013 αγωγών, αναφέροντας ότι δέχονται ότι τα ως άνω Διατάγματα αποτελούν Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις, ενώ δέχονται ακριβώς τα αντίθετα.
Ανεξαρτήτως, του ότι από την πλειοψηφία της από 7-6-2013 απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου, καθώς και από την πρώτη μειοψηφία αυτής, συνάγεται ο χαρακτηρισμός του Διατάγματος 104/2013 ως Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης, η παραπομπή του Εφετείου στις ως άνω αποφάσεις αποτελεί τη νομική του επιχειρηματολογία ως προς τον χαρακτηρισμό των ως άνω Διαταγμάτων ως Κανονιστικών Διοικητικών Πράξεων, δεν αποτελεί δε η ως άνω νομολογία πηγή δικαίου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης.
Περαιτέρω, και η γνωμοδότηση που προσκομίστηκε από την αναιρεσίβλητη και την οποία αντικρούει η αναιρεσείουσα με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, αποτελεί εξωδικονομική προέκταση των νομικών επιχειρημάτων των διαδίκων, τα οποία αποσκοπούν στο να βοηθήσουν τον Δικαστή για την κατάστρωση της μείζονος πρότασης του συλλογισμού του, ενώ δεν αρκεί αυτή (γνωμοδότηση) από μόνη της για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Με το δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.1 Κ.Πολ.Δ., διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 2, και 20 περ. γ' της Οδηγίας 2001/24 Κ που εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη με την διάταξη 21 γ του ν. 3458/2006 και στην κυπριακή με το άρθρο 33Η του 151/2004 Νόμου περί τραπεζικών εργασιών, του άρθρου 12 παρ. 3 του ν 2664/1998, των άρθρων 4 παρ. 2 και 21 παρ.3 του Ν. 3458/2006, 1192 και 1198 ΑΚ, ως και του άρθρου 10 του υπ' αριθμ. 104/2013 Διατάγματος, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 6 του υπ' αριθμ. 276/2013 Διατάγματος, δέχθηκε εσφαλμένα "ότι το 276/2013 Διάταγμα αποτελεί κανονιστική πράξη με ισχύ νόμου, δεν νοείται ότι για να αναπτύξει την ισχύ του στην Ελλάδα αναφορικά με την απαγόρευση διάθεσης, πρέπει να καταχωρισθεί στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του ως άνω ακινήτου, καθόσον στο ελληνικό δίκαιο κρατεί η αρχή ότι το αλλοδαπό δίκαιο είναι δίκαιο και έτσι αντιμετωπίζεται από την ελληνική έννομη τάξη όταν καλείται σε εφαρμογή", ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα Κύπρου είχε καταστεί δικαιούχος οφέλους (beneficial owner)" επί των ακινήτων της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC COLTD, που βρισκόταν στην αλλοδαπή όπως το επίδικο επί του οποίου υφίστατο απαγόρευση διαθέσεως και "...
δεν υπήρχε κατά το ελληνικό δίκαιο υποχρέωση καταχώρησης στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του ως άνω ακινήτου της διάταξης περί δικαιούχου οφέλους,", ότι η εξαίρεση από το δίκαιο καταγωγής που προβλέπει η διάταξη του 20γ της Οδηγίας 2001/24 Ε.Κ, αφορά τους τρίτους τυχόν αγοραστές του ακινήτου "... γιατί διαφορετικά θα καταστρατηγούνταν οι σκοποί των μέτρων εξυγίανσης..." και "Σε κάθε περίπτωση, η αναιρεσείουσα δικηγορική εταιρία δεν μπορεί να θεωρηθεί καλόπιστη τρίτη", ενώ, εάν ερμήνευε ορθά τις προαναφερόμενες διατάξεις, θα έπρεπε να δεχθεί ότι οι ατομικοί πιστωτές δύνανται επιληφθούν στοιχείων της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος χωρίς αυτό να αντιστρατεύεται τους σκοπούς της εξυγίανσης, ότι τα ως άνω Διατάγματα δεν αποτελούν Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις και ότι η ρύθμιση του άρθρου 6 του Διατάγματος 276/2013, η οποία τροποποίησε το άρθρο 10 του Διατάγματος 104/2013 σε ότι αφορά τα ακίνητα της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC COLTD, που βρίσκονται στην ημεδαπή, είναι μη εφαρμόσιμη ως μη συμβατή με τη ρύθμιση του άρθρου 20 περ.
γ της Οδηγίας 2001/24/Ε.Κ. και στο πεδίο εφαρμογής τους δεν εντάσσονται οι τρίτοι πιστωτές της υπό εξυγίανση Τράπεζας CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC COLTD, όπως η αναιρεσείουσα, η οποία ήταν καλόπιστη τρίτη και σε κάθε περίπτωση και επικουρικά, και αν ακόμη γνώριζε ότι το επίδικο ακίνητο είχε μεταβιβαστεί στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC COLTD βάσει της από 14-5-2013 Σύμβασης, τότε και πάλι η επιβληθείσα εκ μέρους της κατάσχεση ήταν νόμιμη χωρίς να συντρέχει περίπτωση κατάχρησης δικαιώματος και να κάνει δεκτή την επιβολή της επίδικης κατάσχεσης στο εν λόγω ακίνητο που εμφαίνονταν στα οικεία κτηματολογικά φύλλα κυριότητας της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC COLTD.
Με το ως άνω περιεχόμενο οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Τούτο δε διότι έχει αναφερθεί εκτενώς κατά την απόρριψη του πρώτου λόγου αναιρέσεως ότι τόσο το υπ' αριθμ 104/2013 Διάταγμα όσο και το υπ' αριθμ. 276/2013 που τροποποίησε το πρώτο Διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου αποτελούν Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις με ισχύ νόμου και στο πεδίο εφαρμογής τους εντάσσονται και οι πιστωτές της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, όπως η αναιρεσείουσα και ότι η τεθείσα διάταξη περί απαγορεύσεως διαθέσεως των αναφερομένων περιουσιακών στοιχείων με το 276/2013 Διάταγμα τυγχάνει άμεσης εφαρμογής στην Ελλάδα.
Επίσης, για να διασφαλισθεί η διαδικασία εξυγίανσης και να αποφευχθεί η διάθεση περιουσιακών στοιχείων της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC COLTD στην Ελλάδα, μεταξύ των οποίων και του ως άνω αναφερομένου επιδίκου ακινήτου, προβλέφθηκε ρητά και ειδικά με το 276/2013 Διάταγμα, που τροποποίησε το άρθρο 10 του 104/2013 Διατάγματος, ότι μέχρι να ολοκληρωθεί η τήρηση των διατυπώσεων του ελληνικού δικαίου και να επέλθει η μεταβίβαση της κυριότητας των ακινήτων που βρίσκονται στην Ελλάδα από την CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC COLTD στην εφεσίβλητη, η αναιρεσίβλητη "καθίσταται τουλάχιστον δικαιούχος του οφέλους (beneficial owner)" των μεταβιβαζόμενων με την ως άνω από 14-5-2013 "Σύμβαση Μεταβίβασης Στοιχείων Ενεργητικού και Παθητικού" τίτλων ιδιοκτησίας, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων και κατά συνέπεια τα εν λόγω στοιχεία εξαιρούνται της περιουσίας της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC COLTD LTD.
Ο δε δικαιούχος οφέλους (beneficial owner), κατά το κυπριακό δίκαιο είναι ο απολαμβάνων τα οφέλη ενός περιουσιακού στοιχείου, έστω και αν ο τίτλος κυριότητας παραμένει στο όνομα άλλου δικαιούχου, δικαίωμα που προσομοιάζει με το δικαίωμα νομής κατά την ελληνική έννομη τάξη και κατά συνέπεια δεν υπήρχε κατά το ελληνικό δίκαιο υποχρέωση καταχώρισης στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του ως άνω ακινήτου της διάταξης περί δικαιούχου οφέλους, όπως δεν καταχωρίζεται και η νομή, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην μείζονα σκέψη υπό στοιχ.
Δ, ενώ εάν καταχωρείτο στο οικείο κτηματολογικό φύλλο ως πρόσθετη πληροφορία η καταχώρηση αυτή δε έχει συστατικό αλλά πληροφοριακό χαρακτήρα. Τέλος, η εξαίρεση από το δίκαιο καταγωγής, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 20γ της Οδηγίας 2001/24 Ε.Κ., η οποία εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη με την διάταξη 21 γ' του ν. 3458/2006 και στην κυπριακή με το άρθρο 33Η του 151/2004 Νόμου περί τραπεζικών εργασιών, ότι δηλαδή τα αποτελέσματα των μέτρων εξυγίανσης για τα δικαιώματα επί ακινήτου, που καταχωρίζονται σε δημόσια βιβλία, διέπονται αποκλειστικά από το δίκαιο του κράτους - μέλους που επιτάσσει την τήρηση του βιβλίου, αφορά τους τρίτους τυχόν αγοραστές του ακινήτου και όχι τους πιστωτές της υπό εξυγίανση τράπεζας που μέσω της αναγκαστικής εκτέλεσης επί των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων επιδιώκουν την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους, γιατί στη περίπτωση αυτή θα καταστρατηγούνταν οι σκοποί των μέτρων εξυγίανσης, σύμφωνα με όσα στην υπό στοιχ...Γ.α νομική σκέψη αναφέρονται.
Η δε αναιρεσείουσα δεν ήταν τρίτη αλλά πιστωτής της υπό εξυγίανση Τράπεζας CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC COLTD, που μέσω της αναγκαστικής εκτέλεσης επεδίωξε την ικανοποίηση των απαιτήσεων της.
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω ότι δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 2 της Οδηγίας 2001/24, του άρθρου 12 παρ. 3 του ν 2664/1998, των άρθρων 4 παρ. 2 του Ν. 3458/2006 ως και του άρθρου 10 του υπ' αριθμ. 104/2013 Διατάγματος, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 6 του υπ' αριθμ. 276/2013, τις οποίες το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων άρθρων 20 περ. (γ) της Οδηγίας 2001/24, όπως το άρθρο αυτό ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη δυνάμει του άρθρου 21 παρ. 3 του ν. 3458/2006 και στην κυπριακή με το άρθρο 33Η του 151/2004 Νόμου περί τραπεζικών εργασιών, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, όπως ορθά δεν εφάρμοσε και τις διατάξεις των άρθρων 1192 και 1198 του Α.Κ., καθόσον τα άρθρα αυτά ρυθμίζουν το σύστημα μεταγραφών, στο οποίο δεν υπάγεται το επίδικο ακίνητο λόγω της λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ' αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ 8/2018, Ολ ΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001).
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 300 Α.Κ. σε συνδ. με τα άρθρα 13 παρ.5 ν. 17 (1) 2013 και 6 του Διατάγματος 276/2013, με το ν' απορρίψει εσφαλμένα ως νομικά αβάσιμη την υπό της αναιρεσείουσας προβληθείσα νομίμως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της εν λόγω ανακοπής την οποία επανέφερε και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με τον σχετικό λόγο έφεσης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και δεν υπέπεσε στην από το αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, με την απόρριψη της ως άνω ένσταση ως αβάσιμης. Τούτο δε διότι, τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα, για την θεμελίωση της πιο πάνω ενστάσεως ότι η αναιρεσίβλητη, παρά την απορρέουσα από το άρθρο 13 παρ.5 του "Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Και Άλλων Ιδρυμάτων 17(1)/2013" υποχρέωσή της να προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για τη μεταβίβαση σε αυτήν των περιουσιακών στοιχείων της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, αδράνησε επί διετία προς τούτο, με συνέπεια αφενός να πληγεί η εμπιστοσύνη των τρίτων στα δημόσια βιβλία, να υποβληθούν σε έξοδα εγγραφής βαρών και να εμπλακούν σε αντιδικίες και αφετέρου να τους καλλιεργεί την πεποίθηση ότι ουδέν δικαίωμα διατηρεί επί των ως άνω περιουσιακών στοιχείων, δεν είναι αρκετά για τη θεμελίωση της ως άνω ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ.
Ειδικότερα δε ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος διότι αφ' ενός η παρέλευση χρονικού διαστήματος δύο ετών δεν μπορεί να θεωρηθεί μακρόχρονη αδράνεια, λαμβανομένου υπόψη ότι πρόκειται για αναγκαστική μεταβίβαση με Διάταγμα αλλοδαπής Αρχής μεταξύ νομικών προσώπων που έχουν αμφότερα την καταστατική τους έδρα στην αλλοδαπή και βρίσκονται υπό την εποπτεία της Αρχής Εξυγίανσης και αφετέρου επειδή η προρηθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 5 του "Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων 17(1) 2013" προϋποθέτει τις από κοινού ενέργειες πωλητή και αποκτώντος για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης κατά το ελληνικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης και της καταχώρησής της στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του ως άνω ακινήτου.
Ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μη ανεκτή συμπεριφορά, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, η προβολή κατά τα ανωτέρω των δικαιωμάτων της αναιρεσίβλητης επί του ως άνω ακινήτου, πολύ δε περισσότερο που η αναιρεσείουσα δεν είναι "τρίτη" αλλά πιστωτής της υπό εξυγίανση τράπεζας.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η από 30-10-2019 αίτηση της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθμ.1128/2019 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολ.Δ., η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παράβολου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική από 31-10-2019 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών.
Κατόπιν αυτών δεν συντρέχει λόγος υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αίτημα που υποβλήθηκε επικουρικώς από την αναιρεσίβλητη. Πρέπει δε να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης καθόσον η έρευνα των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ σε συνδυασμό με τα άρθρα 183 και 191 παρ.1 Κ.ΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-10-2019 αίτηση, για αναίρεση της 1128/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Και ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ την μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 65 της 2024/2022 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου Α.Π.