Legislator Case Law & Legislation
2024/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction, rejecting grounds for retrial and forensic examination.

Case Number 2024/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's conviction, ruling the appeal inadmissible and the grounds unfounded. The appellant requested a forensic examination of documents held by the defendants, which the court rejected as unnecessary given the existing evidence. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs and the opposing party's litigation expenses.

Legislator headnote

AI generated

Articles 473(2), 473(3), 474(1), 474(2) of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court must examine the admissibility of appeals and reject them if the grounds are unfounded or if the lower court's decision was based on sufficient evidence without the need for further forensic examination.

Keywords

AI generated
criminal appeal admissibility forensic examination necessity unfounded appeal grounds litigation costs award evidence sufficiency standard court of appeal decision criminal procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 473(2) of the Code of Criminal Procedure
Article 473(3) of the Code of Criminal Procedure
Article 474(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 474(2) of the Code of Criminal Procedure
Article 171(2) of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(a) of the Code of Criminal Procedure
Article 583 of the Code of Criminal Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2024 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2024/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Ζαχαρή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Λ. Φ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Μούκα, η οποία ορίστηκε με τις 147/2018 και 250/2018 πράξεις του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 2197Α, 2447, 2813/2017, 113/2018 του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσες 1. την εταιρεία με την επωνυμία "...." που ..., νομίμως εκπροσωπουμένη, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε και 2. την υπεράκτια ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...." με ... αλλά και εγκατεστημένη στην … νομίμως εκπροσωπουμένη από τον Α. Κ. του Α., κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ναούμ Τζίφρα.

Το Γ' Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουνίου 2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 12 Ιουνίου 2018, έλαβε αριθμό πρωτοκόλου 6290/12-6-2018 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 827/2018.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη από 12-06-2018 (αρ. πρωτ. 6290/12-6-2018) αίτηση αναίρεσης, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠοινΔ, στις 12-06-2018, στρεφόμενη κατά της υπ' αριθμό 2197α, 2447, 2813/2017, 113/2018 δευτεροβάθμιας απόφασης του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, είναι παραδεκτή (άρθρα 473 παρ. 2 και 3, 474 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ) και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των διαλαμβανόμενων σ' αυτή αναιρετικών λόγων.

ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 171 § 2 ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης και θεμελιώνει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ σύστοιχο λόγο αναίρεσης, προκαλείται, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου.

Παράνομη δε είναι η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο, όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του τελευταίου οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης για την άσκηση πολιτικής αγωγής, καθώς και όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και τον χρόνο άσκησης και υποβολής της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 64, 63 και 68 ΚΠοινΔ.

Η πολιτική αγωγή για την αποζημίωση και την αποκατάσταση από το έγκλημα και για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τους δικαιούμενους σύμφωνα με τον αστικό κώδικα, δηλαδή, από τους αμέσως ζημιωθέντες από την αξιόποινη πράξη και ειδικότερα από τους φορείς του δικαιώματος ή του εννόμου αγαθού που έχει προσβληθεί, κατά τις προβλέψεις των διατάξεων των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, το επιτρεπτό δε της παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαίτησης που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την αξιόποινη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης από την αποδεικτική διαδικασία.

Στη προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις αναφορές των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, στην αρχή της συνεδρίασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών "εμφανίστηκε ο Α. Κ. του Α., κάτοικος ... Ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος και για λογαριασμό των εταιριών: 1) "...." με έδρα ... (...) και 2) "....

με ... (...), δήλωσε δε ότι οι ως άνω εταιρείες παρίστανται ως πολιτικώς ενάγουσες κατά του κατηγορουμένου για χρηματική ικανοποίηση ποσού 30 € με επιφύλαξη η καθεμία για την ηθική βλάβη που τους προκάλεσαν οι αποδιδόμενες πράξεις του κατηγορουμένου εξαιτίας του κλονισμού της πίστης, της φήμης και της αξιοπιστίας του νομικού προσώπου των εταιρειών τους, διορίζοντας πληρεξούσιο δικηγόρο τους τον παρόντα δικηγόρο Ναούμ ΤΖΙΦΡΑ.

Επίσης, ο ως άνω Α. Κ. παρέδωσε στο δικαστήριο: α) Απόσπασμα Πρακτικού Διοικητικού Συμβουλίου της "...." περί παροχής ειδικής εντολής και πληρεξουσιότητας προς εκπροσώπηση της εταιρείας ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, με ημερομηνία 10/7/2015 και β) Απόσπασμα Πρακτικού Γενικής Συνέλευσης της "...." περί παροχής ειδικής εντολής και πληρεξουσιότητας προς εκπροσώπηση της εταιρείας ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, με ημερομηνία 10/7/2015, τα οποία και αναγνώστηκαν.".

Στη συνέχεια της διαδικασίας ο κατηγορούμενος - εκκαλών και ήδη αναιρεσείων προέβαλε αντιρρήσεις κατά της παράστασης και νομιμοποίησης της πολιτικής αγωγής ισχυριζόμενος, ότι οι παραστάσες ως πολιτικώς ενάγουσες δεν προσκομίζουν τα απαραίτητα για τη νομιμοποίησή τους έγγραφα, ότι οι πράξεις για τις οποίες αυτός κατηγορείται, δηλαδή της υπεξαίρεσης και της πλαστογραφίας δεν επέφεραν, ούτε μπορούσαν να επιφέρουν βλάβη στην εμπορική τους πίστη, τη φήμη και το κύρος τους, ότι σχετικά με τις μερικότερες πράξεις της πλαστογραφίας και χρήσης των 16 επιταγών δεν είναι αυτές αμέσως ζημιωθείσες αλλά αυτοί σε διαταγή των οποίων εκδόθηκαν οι φερόμενες ως πλαστογραφηθείσες επίδικες επιταγές και ότι προς απόδειξη της άμεσης ζημίας τους όφειλαν να αποδείξουν, ότι τα ποσά των επιταγών καταβλήθηκαν στους πραγματικούς αποδέκτες τους προσκομίζοντας συγχρόνως βεβαιώσεις ή έγγραφα αποδεικτικά της γενόμενης καταβολής.

Επί του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού το Εφετείο εξέδωσε την ακόλουθη παρεμπίπτουσα απόφαση "...Στην προκείμενη περίπτωση από την ως άνω δήλωση του νομίμου εκπροσώπου των παραπάνω πολιτικώς εναγουσών εταιρειών και τα προσκομισθέντα απ' αυτόν νομιμοποιητικά έγγραφα τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο παρόν Δικαστήριο, σε συνδυασμό και προς τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, προκύπτει ότι αυτές νομιμοποιούνται ενεργητικά να ασκήσουν στο Δικαστήριο τούτο την πολιτική αγωγή κατά του κατηγορουμένου, καθόσον είναι αυτές που έχουν υποστεί, κατά τα αναφερόμενα στη δήλωση, άμεση βλάβη υλική και ηθική από το έγκλημα, καθώς και οι παθούσες από τα ως άνω εγκλήματα.

Συγκεκριμένα, κατά τη διαδικασία στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προσκομίστηκαν από τις πολιτικώς ενάγουσες εταιρίες και αναγνώστηκαν τα πιο κάτω έγγραφα, τα οποία και αποτελούν στοιχεία της δικογραφίας, ήτοι : 1) το από 9- 6-2011 πρακτικό γενικής συνέλευσης του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας "....", 2) πρακτικά γενικής συνελεύσεως των μετόχων της ...

Αν. Εταιρίας της ..., 3) το από 23-6-2011 πιστοποιητικό λειτουργίας και επικύρωσης αυτού, 4) καταστατικό της εταιρίας "...." σε μετάφραση, 5) το από 9-6-2011 απόσπασμα πρακτικού του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας "....", 6) το από 23-6-2011 πιστοποιητικό του Γενικού προξένου της Δημοκρατίας του Παναμά στην Ελλάδα, 7) το ιδρυτικό συμβόλαιο της εταιρίας "...." με ημερομηνία 30-9-1988, 8) το από 7-5-1993 πιστοποιητικό του γενικού προξένου της Δημοκρατίας του Παναμά στην Ελλάδα, 9) το με αριθ.

πρωτ. ...8-4-2011 έγγραφο του Τμήματος Εμπορίου και Τουρισμού, 10) το με αριθμό 49 και με ημερομηνία 4-1-1994 ΦΕΚ και 11) το με αριθμό 551 και με ημερομηνία 24-1-2012 ΦΕΚ. Κατά τη διαδικασία στο παρόν Δικαστήριο, εκτός από τα ως άνω έγγραφα, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εγκαλουσών εταιριών προσκόμισε και τα πιο κάτω έγγραφα, τα οποία αναγνώστηκαν, ήτοι:

α) απόσπασμα πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της "...." περί παροχής ειδικής εντολής και πληρεξουσιότητας προς εκπροσώπηση της εταιρίας ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού με ημερομηνία 10-7-2017 και β) απόσπασμα πρακτικού γενικής συνέλευσης της εταιρίας "...." περί παροχής ειδικής εντολής και πληρεξουσιότητας προς εκπροσώπηση της εταιρίας ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού με ημερομηνία 10-7-2017.

Με τα δεδομένα αυτά υφίστανται όλα τα απαιτούμενα έγγραφα για τη νομιμοποίηση των εγκαλουσών εταιριών ως πολιτικώς εναγουσών και επιπλέον από τα ως άνω προέκυψε η συνδρομή όλων των απαιτουμένων στοιχείων για την υφιστάμενη ικανότητα των εναγουσών εταιριών ως νομίμως συνεστημένων νομικών προσώπων να έχουν την ικανότητα να είναι υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και ως εκ τούτου να νομιμοποιούνται ενεργητικώς στην προκείμενη περίπτωση της αποκαταστάσεως της μη περιουσιακής ζημίας τους από τον ζημιώσαντα αυτές κατηγορούμενο.

Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί ότι οι εγκαλούσες εταιρίες εκθέτουν ότι έχουν υποστεί βλάβη ως προς τη εμπορική τους πίστη, τη φήμη και το κύρος τους και ότι η βλάβη τους συνδέεται αιτιωδώς με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις. Επίσης, πρέπει να τονιστεί και το ότι, καθόσον αφορά την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας για τις αναφερόμενες 16 τραπεζικές επιταγές, η εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "...." ως εκδότρια και ως εκ τούτου και ως πληρώτρια αυτών δια μέσου του σχετικού τραπεζικού λογαριασμού της, φέρεται ως αμέσως ζημιωθείσα από την εν λόγω αξιόποινη πράξη και επομένως νομιμοποιείται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα γι' αυτές.

Κατά συνέπεια τούτων η ένσταση -αντιρρήσεις του κατηγορουμένου περί αποβολής των πολιτικώς εναγουσών εταιρειών από την ποινική διαδικασία είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.". Στη συνέχεια, το Εφετείο, δικάζοντας με παρόντα τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, απέρριψε την ένσταση - αντιρρήσεις του τελευταίου για αποβολή των πολιτικώς εναγουσών εταιρειών από την ποινική διαδικασία.

Επομένως, αφού οι παραστάσες εταιρείες, που δεν διαχωρίζονται ή διασπώνται σε ελληνικές και αλλοδαπές, προσκόμισαν τα αναγκαία έγγραφα, δια των οποίων εγκύρως νομιμοποιήθηκαν και είχαν ικανότητα ως νομίμως συνεστημένα νομικά πρόσωπα να είναι φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συγχρόνως δε επικαλέστηκαν βλάβη της εμπορικής τους πίστης, της φήμης και του κύρους τους εξαιτίας των εγκληματικών πράξεων που αποδόθηκαν στον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, γεγονότα που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και μνημόνευσε στην ως άνω περί νομιμότητας της παράστασης απόφασή του, η εν λόγω αιτίαση και κατ' επέκταση ο συγκροτούμενος από αυτή, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' ΚποινΔ, ο πρώτος αναιρετικός λόγος για απόλυτη ακυρότητα λόγω μη νόμιμης παράστασης ως πολιτικώς εναγουσών των προαναφερθεισών εταιρειών, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 349 ΚΠοινΔ που αναφέρεται στην αναβολή της δίκης "1. Το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει μόνο μία φορά την Αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, μία μόνο φορά, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. 2.

Η αναβολή που χορηγείται με αίτημα διαδίκου, για λόγο που αφορά αυτόν ή το συνήγορο του, δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες και διατάσσεται μόνο για σοβαρούς λόγους υγείας, οι οποίοι αποδεικνύονται με έγγραφο νοσηλευτικού ιδρύματος, ή λόγους ανώτερης βίας. Οι λόγοι αυτοί προσδιορίζονται στην απόφαση, η οποία πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. 3.Το δικαστήριο πριν διατάξει την αναβολή υποχρεούται να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης για δεκαπέντε το πολύ ημέρες, αιτιολογώντας συνοπτικά ότι δεν μπορεί ο λόγος αναβολής να αντιμετωπισθεί με διακοπή. .... 7.

Η αποχή των δικηγόρων αποτελεί λόγο ανώτερης βίας για την αναβολή και δεν περιλαμβάνεται στους άνω περιορισμούς.". Όμως, η άσκηση εκ μέρους του δικηγόρου του δικαιώματος αποχής από τα καθήκοντά του για την προστασία εργασιακών και συναφών συμφερόντων του δεν είναι απόλυτη και σε κάθε περίπτωση αποτελεί μικρότερης σημασίας έννομο αγαθό από εκείνο της απονομής της δικαιοσύνης, άποψη που και οι οικείοι δικηγορικοί σύλλογοι αναγνωρίζουν, όταν επιτρέπουν σε μέλη τους να παρίστανται επικειμένου κινδύνου παραγραφής της υπόθεσης και ματαίωσης της αξίωσης της Πολιτείας για τιμωρία του αποδιδόμενου στον εντολέα τους ποινικού αδικήματος, ελέγχεται δε η άσκηση του δικαιώματος αποχής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και με γνώμονα τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 3 του Συντάγματος, που δεν επιτρέπει την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ για το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, που επιβάλλεται για τις ανάγκες της εξέτασης τη βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο επί υποβληθέντος αιτήματος αναβολής του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος εξέδωσε την ακόλουθη παρεμπίπτουσα απόφαση (σελ. 11 επ.): "...

Στην προκειμένη περίπτωση το αίτημα της συνηγόρου του κατηγορουμένου περί αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης, που εισάγεται στη σημερινή δικάσιμο κατόπιν δεύτερης διακοπής, λόγω αποχής από τα καθήκοντά της, εφαρμόζοντας την απόφαση της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων κρίνεται ως καταχρηστικό και παρελκυστικό και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

Τούτο δε διότι η ίδια ως άνω συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε τη διακοπή της δίκης στις δύο προηγούμενες συνεδριάσεις (5-5-2017 και 6-7-2017) για λόγο που αφορούσε στο πρόσωπό της και συγκεκριμένα παράστασή της σε άλλο δικαστήριο στην πρώτη και προσωπικό κώλυμα λόγω ατυχήματος στη δεύτερη συνεδρίαση. Με τα δεδομένα αυτά το ως άνω αίτημα αναβολής υπερβαίνει το σκοπό και την αιτιολογία της ως άνω απόφασης της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων και βρίσκεται εκτός του πλαισίου εφαρμογής της.

Πρέπει ακόμη να σημειωθεί και το ότι στην προκείμενη περίπτωση κατά την ως άνω πρώτη συνεδρίαση του Δικαστηρίου αυτού της 5-5-2017 έγινε νομιμοποίηση της συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου, δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής εκ μέρους του νομίμου εκπροσώπου των πολιτικώς εναγουσών εταιρειών και νομιμοποίηση του συνηγόρου αυτών, καθώς και εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων, γεγονότα που συνιστούν έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης.

Κατόπιν αυτών πρέπει, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου αυτού, να απορριφθεί το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης λόγω αποχής της συνηγόρου του.". Επομένως, εφόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε με πλήρη αιτιολογία το άνω αίτημα αναβολής ως καταχρηστικό και παρελκυστικό, για τους εκεί λόγους, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος για απόλυτη ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο λόγω απόρριψης αυτού και εντεύθεν μη τήρησης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου (άρθρα 349 παρ. 1, 171 παρ. 1 δ και 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' ΚΠοινΔ), είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙV. Από τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 145 ΚΠοινΔ προκύπτουν τα ακόλουθα: Όταν στην απόφαση υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις που δεν παράγουν ακυρότητα, το δικαστήριο που την εξέδωσε και στην περίπτωση που κατ' αυτής έχει ασκηθεί ένδικο μέσο το δικαστήριο που αποφαίνεται γι' αυτό, εφόσον δεν το απέρριψε ως απαράδεκτο, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, διατάσσει τη διόρθωση ή συμπλήρωσή της, εφόσον απ` αυτή δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή της απόφασης και δεν αλλοιώνεται η αληθινή εικόνα αυτών που πράγματι συνέβησαν στο ακροατήριο.

Η παράλειψη απάντησης σε αιτήματα και σε αυτοτελείς ισχυρισμούς δεν αποτελεί αντικείμενο διόρθωσης της απόφασης, καθόσον επέρχεται ουσιώδης μεταβολή της. Η διόρθωση ή η συμπλήρωση της απόφασης μπορεί να αφορά, εκτός από τις άλλες παραλείψεις και από τα όσα αναφέρονται στην ταυτότητα του κατηγορούμενου, τη συμπλήρωση του ανεπαρκούς αιτιολογικού και τη διευκρίνιση του διατακτικού της απόφασης, όταν αυτό έχει ασάφειες ή είναι διαφορετικό από εκείνο που απαγγέλθηκε στο ακροατήριο ή που σημειώθηκε στα πρακτικά.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες περί ενδίκων μέσων, σαφώς συνάγεται, ότι ως διόρθωση της απόφασης νοείται η αποκατάσταση της πραγματικής βούλησης του δικαστηρίου με την αποβολή στοιχείων ξένων προς αυτήν που παρεισέφρησαν στο κείμενό της ή με την παράθεση σ' αυτό των αναγκαίων στοιχείων που παραλείφθηκαν από αυτό, από παραδρομή ή αβλεψία ή από άλλη παρόμοια αιτία και όχι η άρση των σφαλμάτων που δημιουργούν ακυρότητα, ή των ουσιαστικών σφαλμάτων, τα οποία είναι αντικείμενο της κρίσης του ανωτέρου δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της υπόθεσης μετά από άσκηση ένδικου μέσου. `Ετσι, απαραίτητη προϋπόθεση της διόρθωσης είναι η ύπαρξη ή παράλειψη τέτοιου στοιχείου και η αιτία στην οποία οφείλεται αυτό.

Εξάλλου, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι, όταν ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και αυτή δεν απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, ο Άρειος Πάγος έχει την αρμοδιότητα να προβεί, εφόσον συντρέχουν και οι παραπάνω όροι, στη διόρθωση ή συμπλήρωση της απόφασης που έχει προσβληθεί με την αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, μέσα σε είκοσι ημέρες από την, κατά το άρθρο 142 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο, καταχώριση στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων πρακτικών είναι δυνατό να ζητηθεί από τους διαδίκους και τον εισαγγελέα ή να προκληθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστή η διόρθωση λαθών, που υπάρχουν στα πρακτικά ή η συμπλήρωση των ελλείψεων, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1.

Τη διόρθωση ή τη συμπλήρωση τη διατάσσει, ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που ήταν παρόντες, όποιος διευθύνει τη συνεδρίαση, και σε περίπτωση άρνησής του το δικαστήριο που δίκασε αποτελούμενο από τους ίδιους αν είναι δυνατό δικαστές (παρ. 3 άρθρου 145 ΚΠοινΔ). Αρμόδιος για να διατάξει τη διόρθωση ή τη συμπλήρωση, ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που ήταν παρόντες, είναι αυτός που διευθύνει τη συνεδρίαση (βλ.

αρθρ. 333), και σε περίπτωση άρνησής του το δικαστήριο που δίκασε, αποτελούμενο από τους ίδιους, αν είναι δυνατό, δικαστές. Η αρμοδιότητα αυτή διατηρείται και στην περίπτωση άσκησης ένδικου μέσου και συνεπώς, το δικαστήριο που δικάζει το ένδικο μέσο ποτέ δεν μπορεί να εξετάσει τέτοια αίτηση, ούτε ένα τέτοιο αίτημα μπορεί να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης.

Επομένως, ο προβαλλόμενος ως τρίτος λόγος αναίρεσης, που θεμελιώνεται στην παρατιθέμενη σ' αυτόν σειρά τυπικών παραλείψεων της προσβαλλόμενης απόφασης και των ταυτάριθμων πρακτικών για να πλήξει αναιρετικά την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν συγκροτεί αναιρετικό λόγο κατά το άρθρο 510 ΚΠοινΔ και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.

Εξάλλου, η υπ' αριθμό πρωτ. 8069/7-6-2018 αίτηση διόρθωσης και συμπλήρωσης των πρακτικών επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ενώπιον του Προέδρου του εκδώσαντος αυτήν Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού υποβλήθηκε στον Πρόεδρο του δικάσαντος δικαστηρίου, που έκρινε, ότι "δεν συντρέχει νόμιμος και βάσιμος λόγος διόρθωσης και συμπλήρωσης των πρακτικών", στη συνέχεια διαβιβάσθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου για να εισαχθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον με αυτή επιδιώκεται όχι η διόρθωση και συμπλήρωση της απόφασης, για την οποία είναι αρμόδιος ο Άρειος Πάγος αλλά των πρακτικών αυτής, για τα οποία, εφόσον δικαιολογείται έννομο προς τούτο συμφέρον, αρμόδιος είναι αυτός που διεύθυνε τη συνεδρίαση του Εφετείου και σε περίπτωση άρνησής του το Δικαστήριο που δίκασε αποτελούμενο από τους ίδιους αν είναι δυνατόν δικαστές.

Πρέπει να επισημανθεί, ότι, ανεξάρτητα από τις συναγόμενες από την παρ. 3 του άρθρου 145 ΚΠοινΔ απαγορευτικές επιταγές του νόμου για τη διόρθωση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, το τελευταίο αδυνατεί να εκτιμήσει τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία για να προβεί στην αιτούμενη διόρθωσή τους, χωρίς να καταστεί δικαστήριο ουσίας.

V. Σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 375 ΚΠοινΔ "3. Το εφετείο όταν δικάζει πλημμελήματα μπορεί να διατάξει μία ή περισσότερες φορές τη διακοπή της συνεδρίασης έως δεκαπέντε ημέρες μέσα σε χρονικό διάστημα τριάντα το πολύ ημερών για ανυπέρβλητο κώλυμα που παρουσιάστηκε κατά τη διαδικασία, είτε από την πλευρά των δικαστών είτε από την πλευρά των διαδίκων ή για να προσαχθούν με τη βία οι μάρτυρες (άρθρο 231 παρ. 4). 4.

Σε δίκες που διαρκούν περισσότερο από ένα μήνα ή αφορούν κακούργημα, το κάθε δικαστήριο μπορεί να διατάξει την διακοπή της δίκης μέχρι 30 ημέρες κάθε φορά.". Επομένως, εφόσον κατά το ως άνω άρθρο του ΚΠοινΔ το δικάσαν Εφετείο μπορούσε να διατάξει τη διακοπή της δίκης μέχρι τριάντα (30) ημέρες, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, κατά τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι διέκοπτε για χρονικά διαστήματα υπερβαίνοντα το 15θήμερο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

VΙ. Στο άρθρο 340 ΚΠοινΔ (προσωπική εμφάνιση του κατηγορουμένου) ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Ο κατηγορούμενος οφείλει να εμφανίζεται αυτοπροσώπως στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση, μπορεί επίσης να διορίζει δικηγόρο ως συνήγορο για την υπεράσπισή του. Στα κακουργήματα, ο πρόεδρος του δικαστηρίου διορίζει υποχρεωτικά συνήγορο σε όσους κατηγορούμενους δεν έχουν από πίνακα .....

Ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να αρνηθεί την υπεράσπισή του από τον συνήγορο ή τους συνηγόρους που διορίστηκαν από τον πρόεδρο, μπορεί όμως με αιτιολογημένη αίτησή του να ζητήσει από το δικαστήριο την ανάκληση του διορισμού ενός (1) μόνο συνηγόρου, οπότε η υπεράσπιση συνεχίζεται από τους λοιπούς, εφόσον είχαν διοριστεί περισσότεροι από ένας.

Μη εμφάνιση ή μη παράσταση ή με οποιονδήποτε τρόπο μη εκπροσώπηση του κατηγορουμένου από πληρεξούσιο δικηγόρο στις επόμενες της εναρκτήριας συνεδριάσεις του δικαστηρίου δεν εμποδίζει την πρόοδο της δίκης. Στις ως άνω περιπτώσεις περιλαμβάνεται και η παραίτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου ή η ανάκληση της προς αυτόν εντολής από τον κατηγορούμενο.".

Εν προκειμένω με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα επί λέξει η ακόλουθη αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης: "Στις ΣΕΛ 5-13,18-21,25-27,29-58,64-65 της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το Βθμιο Δικαστήριο εκδικάζει την υπόθεση με τον φερόμενο ως κατηγορούμενο νυν αναρεσείοντα ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΗΓΟΡΟ ΚΑΙ ΜΕ ΑΠΟΝΤΑ τον ίδιο αφού είχε ΔΩΣΕΙ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΣΤΟΝ ΣΥΝΗΓΟΡΟ υπερασπίσεώς του, ο ΟΠΟΙΟΣ ΜΑΛΙΣΤΑ ΕΙΧΕ ΟΡΙΣΘΕΙ ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΩΣ ΚΑΙ ΩΣ ΕΚ ΤΟΥΤΟΥ δεν κατέστη εφικτό ο συνήγορος υπερασπίσεως του ΝΑ ΕΞΕΤΑΣΕΙ ΚΑΝΕΝΑ ΜΑΡΤΥΡΑ ΑΦΟΥ ΠΡΟΣΗΛΘΕ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ γεγονός που καθιστά αναιρετέα την προσβαλλομένη επαγόμενου του λόγου τούτου απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας.

Στις σελίδες 70 -71, 88-89 (ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΙΣ ΣΕΛΙΔΕΣ 64-65, δεν επετράπη από το βθμιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη στον αναιρεσείοντα ΝΑ ΠΑΡΑΣΤΕΙ ΣΕ ΕΤΕΡΗ ΔΙΚΑΣΙΜΟ αν και είχε προβάλλει ΜΟΝΙΜΟΥΣ ΙΑΤΡΙΚΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΚΑΙ ΕΙΧΑΝ ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΤΕΙ τα αποδεικτικά έγγραφα περί αυτοπρόσωπης αδυναμίας παράστασης ούτως ώστε να αποδυναμωθεί πλήρως το δικαίωμα του κατηγορουμένου να απολογηθεί στη ζώσα ακροαματική διαδικασία και τούτο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα ΚΑΤ' ΆΡΘΡΟ 171 παρ.1δ του ΚΠοινΔ και καθιστά αναιρετέα την προσβαλλομένη".

Από την επισκόπηση των πρακτικών στα ενδιαφέροντα την εξέταση της βασιμότητας του προπαρατεθέντος αναιρετικού λόγου σημεία της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι εκδόθηκαν σχετικώς με τα παραπάνω οι ακόλουθες παρεμπίπτουσες αποφάσεις: "Στην προκειμένη περίπτωση το αίτημα του συνηγόρου του κατηγορουμένου περί αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης, που εισάγεται στη σημερινή δικάσιμο κατόπιν δεύτερης διακοπής, λόγω αποχής από τα καθήκοντά του εφαρμόζοντας την απόφαση της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων κρίνεται ως καταχρηστικό και παρελκυστικό και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

Τούτο δε διότι η ως άνω συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε τη διακοπή της δίκης στις δύο προηγούμενες συνεδριάσεις (5-5-2017 και 6-7-2017) για λόγο που αφορούσε στο πρόσωπο της και συγκεκριμένα παράστασή της σε άλλο δικαστήριο στην πρώτη και προσωπικό κώλυμα λόγω ατυχήματος στη δεύτερη συνεδρίαση. Με τα δεδομένα αυτά το ως άνω αίτημα αναβολής υπερβαίνει το σκοπό και την αιτιολογία της ως άνω απόφασης της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων και βρίσκεται εκτός του πλαισίου εφαρμογής της.

Πρέπει ακόμη να σημειωθεί και το ότι στην προκειμένη περίπτωση κατά την ως άνω πρώτη συνεδρίαση του Δικαστηρίου αυτού της 5-5-2017 έγινε νομιμοποίηση της συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου, δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής εκ μέρους του νομίμου εκπροσώπου των πολιτικώς εναγουσών εταιρειών και νομιμοποίηση του συνηγόρου αυτών, καθώς και εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων, γεγονότα που συνιστούν έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης.

Κατόπιν αυτών πρέπει, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου αυτού, να απορριφθεί το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης λόγω αποχής της συνηγόρου του." [μετά από συζήτηση και υποβολή αιτήματος αναβολής με παρόντα τον κατηγορούμενο και τη συνήγορό του, σελ. 5-9, παρεμπίπτουσα απόφαση 2197 α'].

Περαιτέρω, ακολούθησε η 2447/2017 παρεμπίπτουσα απόφαση, ως ακολούθως: "Από τις διατάξεις των άρθρων 14, 15, 16 και 17 § 2 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος, ο πολιτικώς ενάγων και ο αστικώς υπεύθυνος δικαιούνται να ζητήσουν την εξαίρεση δικαστικών προσώπων, αν συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού των, αν προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή, αν υπάρχουν γεγονότα δυνάμενα να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους, ενώ ο τρόπος γενικά κατά τον οποίο διευθύνεται η διαδικασία ή υποβάλλονται οι ερωτήσεις στους μάρτυρες και στους κατηγορούμενους, δεν μπορεί μόνος του να θεμελιώσει αυτό το λόγο εξαίρεσης.

Από τη σαφή δε διατύπωση των προαναφερόμενων διατάξεων συνάγεται ευθέως ότι οι υπόνοιες μεροληψίας του αιτούντος την εξαίρεση επιβάλλεται να θεμελιώνονται σε γεγονότα υποκείμενα σε έλεγχο, δηλαδή, οι υπόνοιες αυτές να στηρίζονται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ικανά να δικαιολογήσουν αντικειμενικά και μάλιστα εμφανώς και όχι υποκειμενικά, κατά την αντίληψη του αιτούμενου την εξαίρεση, δυσπιστία για την αμεροληψία του δικαστικού προσώπου, ενώ τέτοια γεγονότα δεν μπορεί να θεωρηθούν ο τρόπος γενικά κατά τον οποίο διευθύνεται η διαδικασία ή υποβάλλονται οι ερωτήσεις στους μάρτυρες και στους κατηγορούμενους, ή δυσμενείς, σε σχέση με τις απόψεις εκείνου που ζητεί την εξαίρεση, κρίσεις ή νομικές γνώμες, που εξέφρασε το δικαστικό πρόσωπο κατά την εκτέλεση των δικαστικών καθηκόντων του, ούτε η διαφορετική τοποθέτηση του αιτούντος σε σχέση με εκείνη του Δικαστηρίου, επί διαφόρων νομικών ή πραγματικών της υποθέσεως ζητημάτων εκτός εάν συντρέχουν και άλλα περιστατικά ικανά να δικαιολογήσουν τέτοιες υπόνοιες (...).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος υπέβαλε την από 13-9-2017 αίτηση εξαίρεσης των τριών εκ των πέντε Δικαστών της συνθέσεως του Γ,' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών της αρχικής δικασίμου 5/5/2017, καθώς και της Γραμματέως της έδρας, επικαλούμενος μεροληψία σε βάρος του των προσώπων των οποίων ζητεί την εξαίρεση, η οποία προκύπτει, κατά τα αναφερόμενα στην υπό κρίση αίτηση του, από την όλων των αιτημάτων τα οποία έχει μέχρι τώρα υποβάλλει και την αντιμετώπισή του στην μέχρι το συγκεκριμένο δικονομικό στάδιο πορεία της δίκης.

Συγκεκριμένα αναφέρεται στην απόρριψη των αιτημάτων του: α) για γνωστοποίηση ημερομηνιών δικασίμων, β) για λήψη πρακτικών της δίκης, γ) άρνησής του για αυτεπάγγελτο διορισμό συνηγόρου και δ) αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης. Προς απόδειξη δε της βασιμότητας της υπό κρίση αιτήσεώς του επικαλείται και προσκομίζει τα αναφερόμενα παραπάνω έγγραφα, τα οποία και αναγνώστηκαν στο ακροατήριο κατά τη διαδικασία εκδίκασης της αιτήσεώς του αυτής.

Από την όλη, όμως, αποδεικτική διαδικασία που διεξήχθη σχετικά με την υπό κρίση αίτηση, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει αυτή να απορριφθεί .. ως αβάσιμη στην ουσία της, καθόσον δεν αποδείχθηκε η συνδρομή λόγου εξαίρεσης υπό την έννοια που απαιτείται από τις αναφερόμενες παραπάνω διατάξεις, ούτε προέκυψαν οποιαδήποτε γεγονότα ικανά να στηρίξουν, εμφανώς και όχι υποκειμενικά, υπόνοιες μεροληψίας, κατά των ως άνω προσώπων των οποίων την εξαίρεση ζητεί ο αιτών κατηγορούμενος, και ούτε βέβαια μπορεί κατά νόμο να θεμελιωθούν υπόνοιες μεροληψίας στην απόρριψη αιτημάτων αυτού.

Κατόπιν τούτων και σύμφωνα με τις διατάξεις που αναγράφονται στην παραπάνω νομική σκέψη της παρούσας, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση εξαίρεσης, κατά τα αναγραφόμενα ειδικότερα στο διατακτικό." [σελ. 16-18, όπου έγινε συζήτηση με την παρουσία, μεταξύ άλλων, του κατηγορουμένου και του συνηγόρου του, και απορρίφθηκε η από 13-9-2017 αίτηση του κατηγορουμένου για εξαίρεση των εκεί μελών του δικαστηρίου].

Ακολούθησε υποβολή παραίτησης από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου από τον αυτεπαγγέλτως διορισθέντα δικηγόρο λόγω κατάθεσης εκ μέρους του αίτησης εξαίρεσης των δικαστών και υποβολής μήνυσης εις βάρος τους με την παρουσία του κατηγορουμένου.

Εκδόθηκε επίσης παρόντος του τελευταίου η έχουσα αριθμό 2447/2017 παρεμπίπτουσα απόφαση (σελ. 19 επ.), όπου αναφέρονται τα ακόλουθα "Κατά τη διάταξη του άρθρου 73 παρ. 1 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" ο δικηγόρος έχει υποχρέωση να αναλαμβάνει κάθε υπόθεση, εκτός αν αυτή είναι προδήλως αβάσιμη, δεν είναι δεκτική υπεράσπισης, έρχεται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα άλλων εντολέων του ή αντιβαίνει στις αρχές του.

Επίσης, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ο δικηγόρος οφείλει να αναλαμβάνει την υπεράσπιση οποιουδήποτε κατηγορουμένου, εφόσον αυτό ζητηθεί από τις δικαστικές αρχές, με την επιφύλαξη της παρ. 1. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αυτεπαγγέλτως διορισμένος από το Δικαστήριο συνήγορος του κατηγορουμένου Θ.

Π. υπέβαλε το αίτημα περί παραίτησής του από την άσκηση των καθηκόντων του υπεράσπισης της υπόθεσης του κατηγορουμένου. Ως λόγο δε για το αίτημά του αυτό προβάλλει το ότι ο κατηγορούμενος έχει υποβάλει αίτηση εξαίρεσης και μηνυτήρια αναφορά κατά μελών του Δικαστηρίου αυτού και επικαλείται ότι τούτο αντιβαίνει στις αρχές του.

Με το περιεχόμενο αυτό το ως άνω αίτημα του συνηγόρου του κατηγορουμένου είναι απορριπτέο ως αβάσιμο. Τούτο δε διότι τα ως άνω γεγονότα αφορούν σε συγκεκριμένες διαδικαστικές ενέργειες του ίδιου του κατηγορουμένου και όχι σε ζητήματα που έχουν σχέση με τον τρόπο και τις πράξεις υπεράσπισης του κατηγορουμένου εκ μέρους του συνηγόρου του και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος για το ότι τα παραπάνω αντιβαίνουν στις αρχές του.

Επομένως, το Δικαστήριο τούτο κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του θεωρεί τον ως άνω αιτούντα αυτεπαγγέλτως διορισμένο συνήγορο του κατηγορουμένου και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αυτού περί παραίτησής του από την άσκηση των καθηκόντων του υπεράσπισης της υπόθεσης του κατηγορουμένου." [σελ. 18-19].

Στη συνεδρίαση της 17-10-2017 με την παρουσία του κατηγορουμένου και του συνηγόρου απορρίφθηκε αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή συζήτησης της υπόθεσης λόγω αποχής των δικηγόρων από την άσκηση των καθηκόντων τους. Στη συνεδρίαση της 1-2-2017 με την παρουσία απάντων αποφασίστηκε η διακοπή της εκδίκασης λόγω ανυπέρβλητου κωλύματος της εισαγγελέα της έδρας.

Στις συνεδριάσεις της 8-12-2017 και 15-12-2017 πάλι με την παρουσία του κατηγορουμένου και του συνηγόρου του συζητήθηκαν θέματα διακοπής της δίκης λόγω προβλήματος υγείας του συνηγόρου πολιτικής αγωγής. Στη συνέχεια στην τελευταία συνεδρίαση, πάλι με την παρουσία του κατηγορουμένου και του συνηγόρου του, απορρίφθηκε με την 2813/2017 παρεμπίπτουσα απόφαση αίτημα των πολιτικώς εναγόντων για διακοπή της δίκης (σελ. 24 της προσβ.

απόφ.). Από τη σελ. 24 των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου υπέβαλε ένσταση ακυρότητας της διαδικασίας της κληρώσεως των ποινικών δικαστηρίων λόγω έλλειψης του κανονισμού άλλως της πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου που ρυθμίζει τις λεπτομέρειες της διαδικασίας της κλήρωσης των ποινικών δικαστηρίων.

Επ' αυτής, με την παρουσία του κατηγορουμένου και του συνηγόρου του, λήφθηκε η ακόλουθη παρεμπίπτουσα απόφαση: "Με την υπό κρίση ένσταση ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται Κανονισμός του Δικαστηρίου τούτου ούτε πράξη του Προέδρου του Συμβουλίου Διεύθυνσης του Δικαστηρίου αυτού σχετικά με τις λεπτομέρειες της κλήρωσης των ποινικών δικαστηρίων και ως εκ τούτου υφίσταται ακυρότητα της διαδικασίας της κληρώσεως των συνθέσεων καθώς και της παρούσας διαδικασίας.

Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε διότι τα ζητήματα που αφορούν στη λειτουργία του Εφετείου Αθηνών και την κλήρωση των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων ρυθμίζονται με σαφήνεια και πληρότητα από τις διατάξεις του ν. 1756/1988, όπως ήδη ισχύει, καθώς και του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του Εφετείου Αθηνών (Υ.Α. 7336/2005 ΦΕΚ Β' 290), όπως ισχύει, χωρίς να δημιουργείται καμία από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 170 επ.

ΚΠοινΔ ακυρότητες της ποινικής διαδικασίας από τις αναφερόμενες ελλείψεις σχετικής ρύθμισης στον Κανονισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του Εφετείου Αθηνών, καθώς και την έλλειψη σχετικής πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών". Ακολούθησε η υποβολή αντιρρήσεων κατά της παράστασης και της νομιμοποίησης της πολιτικής αγωγής και η επ' αυτής συζήτηση με την παρουσία του κατηγορουμένου και του συνηγόρου του [σελ. 29-38 προσβ.απόφ.].

Στη συνέχεια, υποβλήθηκαν αιτήματα αναβολής και διακοπής κατά τα άρθρα 59 και 61 ΚΠοινΔ και έκδοση απορριπτικών παρεμπιπτουσών αποφάσεων για τα εκεί θέματα πάντα με την παρουσία του κατηγορουμένου και του συνηγόρου του. Κατά τη συνεδρίαση της 16-1-2018 υποβλήθηκε αίτημα του συνηγόρου του κατηγορουμένου για διακοπή εκδίκασης της υπόθεσης το οποίο απορρίφθηκε με το ακόλουθο αιτιολογικό: "Το αίτημα του συνηγόρου του κατηγορουμένου περί διακοπής της εκδίκασης της υπόθεσης, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο.

Τούτο δε διότι δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει περίπτωση ανωτέρας βίας στο πρόσωπο τούτου, αφού δεν αποδείχθηκε ότι το επικαλούμενο απ' αυτόν κώλυμα του εμφάνισης στο Δικαστήριο τούτο κατά την παρούσα δικάσιμο δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί με άλλο τρόπο. Κατόπιν αυτών πρέπει να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης, η οποία δεν κωλύεται από τη μη εμφάνιση και παράσταση του κατηγορουμένου και του συνηγόρου υπεράσπισής του, εφόσον πρόκειται για επόμενη της εναρκτήριας συνεδρίαση του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 340 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την μετά την αντικατάσταση του από την παρ. 1 του άρθρου 50 του ν. 4509/22-12-2017)".

Επομένως, εφόσον το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε, αναιρετικώς ανέλεγκτα, ότι δεν αποδείχθηκε περίπτωση ανώτερη βίας στα πρόσωπα του κατηγορουμένου και του συνηγόρου του και ότι η διαδικασία έπρεπε να συνεχιστεί, με δεδομένο, ότι επρόκειτο για επόμενη της εναρκτήριας συνεδρίαση του Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 340 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 1 του άρθρου 50 του Ν. 4509/22-12-2017, ο παραπάνω πέμπτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι μέρος της υπόθεσης εκδικάσθηκε με απόντες τον κατηγορούμενο, που δεν κατέστη δυνατόν να απολογηθεί λόγω της απουσίας του, αλλά και το συνήγορό του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

V

ΙΙ. Με τον έκτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το δικάσαν δικαστήριο αρνήθηκε να θεωρήσει αιτιολογημένα, ότι η εξεταζόμενη περίπτωση ήταν συναφής με μηνύσεις του αλλά και με αγωγή του, σύμφωνα με την οποία είχε συνάψει με τις πολιτικώς ενάγουσες γνήσιες συμβάσεις και κατά συνέπεια τα χρήματα που είχε λάβει δεν αποτελούσαν προϊόν υπεξαίρεσης αλλά μισθούς προκύπτοντες από τα βιβλία των αλλοδαπών επιχειρήσεων και τούτο, ενώ το δικαστήριο του πρώτου βαθμού είχε δεχθεί τη συνάφεια και επιρροή των δικών αυτών στην ποινική δίκη και κατά τον τρόπο αυτό δημιούργησε απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 δ ΚΠοινΔ και κατέστησε αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφαση.

Εν προκειμένω, ανεξάρτητα από το ότι πρόκειται για την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Εφετείου που εξέδωσε τη δευτεροβάθμια απόφαση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης στα πλαίσια αιτηθεισών αναβολών για τις εν λόγω πολιτικές και ποινικές δίκες σημειώθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκώς οι ακόλουθες αιτιολογίες: "Στην προκείμενη περίπτωση ο κατηγορούμενος με το πρώτο αίτημά του ζητεί να αναβληθεί η παρούσα ποινική δίκη, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δίκη για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και ψευδορκίας μάρτυρα σε βάρος των Α.

Κ. και Π.-Σ. Π. μετά την υπ' αριθμό Α 2016/2073 μηνυτήρια αναφορά αυτού (κατηγορουμένου) κατ' αυτών, οι οποίοι κατέθεσαν την 27-9-2012 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, όπου δικαζόταν ως κατηγορούμενος για συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος του Α. Κ.. Με το περιεχόμενο αυτό το ως άνω αίτημα του κατηγορουμένου είναι απορριπτέο ως αβάσιμο.

Τούτο δε διότι από το σύνολο των εγγράφων της δικογραφίας και τα όσα εξέθεσε ο κατηγορούμενος και ο συνήγορος του, αποδείχθηκε ότι οι δύο δίκες είναι ισοδύναμες λόγω διαφορετικού αντικειμένου και δεν εξαρτάται η απόφαση στην παρούσα δίκη από την προαναφερόμενη άλλη δίκη, η οποία δεν αποτελεί προδικαστικό ζήτημα, κατά την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω, για το παρόν Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της εν λόγω υπόθεσης.

Επίσης, ο κατηγορούμενος με το δεύτερο πιο πάνω αίτημά του ζητεί να διακοπεί η σημερινή συζήτηση της έφεσής του έως τη διαπίστωση της έκδοσης εισαγγελικής απόφασης και επί των τυχόν ποινικών διώξεων που έχουν ασκηθεί επί των εξής μηνυτήριων αναφορών του : α) της υπ' αριθ. μηνυτήριας αναφοράς του, η οποία αφορά τους Α.

Κ., Ι. Σ., Α. Κ., Α. Κ. και Ε. Κ. για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης, ψευδούς ανωμοτί κατάθεσης, ψευδορκίας μάρτυρα, απάτης στο Δικαστήριο, απόπειρας υφαρπαγής, βεβαιώσεως, υπεξαγωγής εγγράφων και συκοφαντικής δυσφήμησης και β) της υπ' αριθ. Β 2017/1958 μηνυτήριας αναφοράς του κατά των Α. Κ., 1ω Σ., Α. Κ., Α. Κ., Ε.

Κ. και Ι. Κ. για τα αδικήματα της ψευδούς ανωμοτί κατάθεσης, ψευδορκίας μάρτυρα απάτης στο δικαστήριο, απόπειρας υφαρπαγής βεβαίωσης, ψευδούς καταμήνυσης, υπεξαγωγής εγγράφων και συμμορίας. Με το περιεχόμενο αυτό το ως άνω αίτημα του κατηγορουμένου είναι απορριπτέο ως αβάσιμο. Τούτο δε, διότι από το σύνολο των εγγράφων της δικογραφίας και τα όσα εξέθεσε ο κατηγορούμενος και ο συνήγορος του αποδείχθηκε, ότι δεν συντρέχει περίπτωση αναβολής της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης, δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για τις εν λόγω μηνυτήριες αναφορές.

Αλλά και ούτε λόγος διακοπής της παρούσας δίκης συντρέχει, ενόψει του διαφορετικού αντικειμένου αυτής και των ως άνω μηνυτήριων αναφορών, οπότε δεν μπορεί να γίνει λόγος περί εξαρτήσεως της παρούσας δίκης από τις τυχόν άλλες δίκες ή περί της ύπαρξης προδικαστικού ζητήματος" και περαιτέρω: "ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι εκκρεμεί στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών η από 3-5-2004 αγωγή των αντιδίκων του περί επιδικάσεως σ' αυτούς του ποσού που χαρακτηρίζουν ως υπεξαίρεση και πλαστογραφία, επί της οποίας έχει εκδοθεί η υπ' αριθ. 4730/2014 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που ανέβαλε την οριστική του απόφαση και διέταξε τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης.

Επιπλέον, ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι για τις αναφερόμενες εργατικές απαιτήσεις του είχε ασκήσει κατά των εργοδοτών του (...) την από 2-2-2011 αγωγή του, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και στη συνέχεια κατέθεσε νέο δικόγραφο που έλαβε ΓΑΚ 582675 και ΕΑΚ 2400/2017 ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών την 10-10- 2017 και ορίστηκε ως χρόνος συζήτησης αυτής η 1-12-2017.

Με βάση δε τα παραπάνω ζήτησε να αναβληθεί η συζήτησης της παρούσας ποινικής υπόθεσης επί της αναφερόμενης εφέσεώς του μέχρι την περάτωση αμετακλήτως των ως άνω πολιτικών δικών. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε διότι από το σύνολο των εγγράφων της δικογραφίας και τα όσα εξέθεσε ο κατηγορούμενος και ο συνήγορός του, ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι ως άνω εκκρεμείς στα πολιτικά δικαστήρια δίκες συνιστούν προδικαστικά ζητήματα αστικής φύσεως για την παρούσα ποινική δίκη, ώστε να ανάγονται σε στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως των αξιόποινων πράξεων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο στην παρούσα ποινική διαδικασία.

Αντίθετα, λόγω της αυτοτέλειας και της διαφορετικής φύσεως των αντικειμένων στις πολιτικές δίκες και την ποινική δίκη και της μη δέσμευσης της τελευταίας από τις πρώτες, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, δεν συντρέχει λόγος αναβολής της παρούσας ποινικής υπόθεσης, μέχρι την περάτωση των ως άνω πολιτικών δικών.".

Επομένως, ο παραπάνω έκτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος. VIII. Kατά τη διάταξη του άρθρου 211 εδάφιο α' KΠοινΔ "Με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο: α) όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση ...".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, άσκηση ανακριτικών καθηκόντων νοείται η ενέργεια οποιασδήποτε ανακριτικής ή προανακριτικής πράξης, από τακτικό ή ειδικό ανακριτή ή γενικό ή ειδικό προανακριτικό υπάλληλο, κατά τη διάρκεια της ανάκρισης ή προανάκρισης και όχι η ενέργεια οιουδήποτε υπαλλήλου, που δεν είναι ειδικός προανακριτικός υπάλληλος, στα πλαίσια ένορκης ή μη διοικητικής εξέτασης.

Ο λόγος της εξαίρεσης των προσώπων αυτών που άσκησαν ανακριτικά ή προανακριτικά καθήκοντα στηρίζεται στην προκατάληψη την οποία θεωρεί ο νομοθέτης ότι μπορεί να έχουν υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου λόγω της άσκησης των καθηκόντων τους. Το επιχείρημα ότι ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ισχύει και στην περίπτωση των ενεργησάντων διοικητική εξέταση δεν είναι αρκετό να οδηγήσει στη σκέψη ότι δεν πρέπει να εξετάζονται και αυτοί ως μάρτυρες ενόψει του ότι α) ανακριτικοί και διοικητικοί υπάλληλοι δεν ταυτίζονται, β) στόχος της ποινικής δίκης είναι η αναζήτηση της ουσιαστικής αληθείας και οι διατάξεις που προβλέπουν εξαίρεση χρήσης ενός αποδεικτικού μέσου, όπως είναι η ανωτέρω διάταξη πρέπει να ερμηνεύονται στενά, γ) ο νομοθέτης του ν. 3160/2003, που με τα άρθρα 5 και 6 αυτού αντικατέστησε τις διατάξεις των άρθρων 43 παρ.1 εδ.

β και γ και 47 παρ. 2 ΚΠοινΔ αντιστοίχως, οι οποίες ορίζουν η μεν πρώτη ότι είναι δυνατόν να μη διενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση, όταν τούτο επιβάλλεται για να κινηθεί η ποινική δίωξη, εφόσον έχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη η δε δεύτερη ότι ο Εισαγγελέας προβαίνει στην απόρριψη της έγκλησης, όταν κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης, εφόσον έχει διενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή ανακριτικές πράξεις ή ένορκη διοικητική εξέταση, δεν τροποποίησε τη διάταξη του άρθρου 211, ώστε να περιληφθούν σ' αυτή και οι διενεργήσαντες διοικητικοί εξέταση υπάλληλοι και δ) ο ίδιος ο νομοθέτης κάμπτει σε πολλές περιπτώσεις την εφαρμογή της διάταξης αυτής και επιτρέπει την εξέταση ως μαρτύρων και των ενεργησάντων ακόμη ανακριτικά καθήκοντα (όπως περιπτώσεις ανακριτικών πράξεων για λαθρεμπορία άρθρο 63 παρ.1 Αγορ.Κωδ. 122 Ν 3030/1954,7 παρ.4 Ν 2331/1995, 421 παρ.3 ΚΠοινΔ) θα είναι εκτός του γράμματος και του σκοπού της διάταξης η επέκταση εφαρμογής της σε περιπτώσεις που δεν ορίζει ρητώς η ίδια η διάταξη [ΟλΑΠ 4/2008].

Εξάλλου, επί κανόνων διαδικασίας κρατεί ότι εφαρμόζεται πάντοτε, εκτός αντιθέτου ορισμού, ο νόμος που ισχύει κατά την εκδίκαση της πράξης. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης για την εξέταση της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου προκύπτει, ότι οι υπάλληλοι του ΣΔΟΕ Β.

Ο. και Β. Σ., καθώς και ο ορκωτός λογιστής Ι. Κ., έλεγξαν τα οικονομικά - λογιστικά στοιχεία των πολιτικώς εναγουσών ερευνώντας την εγκληματική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και μάλιστα η πρώτη από αυτούς συνέταξε πορισματική αναφορά και ο τελευταίος έκθεση ειδικού διαχειριστικού ελέγχου. Η εξέταση αυτών στο ακροατήριο έγινε ως διοικητικών υπαλλήλων που διενήργησαν διοικητική εξέταση και δεν περιλήφθηκαν στην απαγόρευση του άρθρου 211 ΚΠοινΔ, ώστε να ταυτισθούν με τους ανακριτικούς υπαλλήλους.

Επιπλέον, ουδεμία αντίρρηση υφίσταται ως εκφρασθείσα από αυτόν καταγραμμένη στα πρακτικά, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του. Επομένως, ενόψει του ότι οι εξετασθέντες ως μάρτυρες, υπάλληλοι του ΣΔΟΕ, εξετάσθηκαν ως απλοί διοικητικοί και όχι ως προανακριτικοί υπάλληλοι και δεδομένου ότι η σχετική από το άρθρο 211 ΚΠοινΔ διάταξη, ως κανόνας διαδικασίας, εφαρμόζεται όπως διατυπώνεται κατά την εκδίκαση και όχι την τέλεση της πράξης, ο έβδομος αναιρετικός λόγος, ότι δεν τηρήθηκε το άρθρο 211 ΚΠοινΔ για τον ως άνω λόγο και ότι αντίθετα προς το ό,τι επιτρεπόταν σχετικά με την εξέταση υπαλλήλων του ΣΔΟΕ στο χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης, αυτό απαγορευόταν στο χρόνο τέλεσης της πράξης και εξ αυτού προκλήθηκε παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΧ. Με τον όγδοο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης αιτιάται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για τα εξής: "ΕΠΙΣΗΣ ΣΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ 191 αναφέρεται ΟΤΙ Η ΠΟΙΝΗ ΕΚΤΙΤΕΑΣ ΠΟΙΝΗΣ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ Φυλάκιση 5 ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ 6 ΜΗΝΩΝ ΚΑΙ ΜΙΑΣ ΗΜΕΡΑΣ, ΟΜΩΣ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΚΡΑΤΗΣΗΣ του αναιρεσείοντα 6 ΜΗΝΩΝ έλαβαν χώρα ημερομίσθια ΕΥΕΡΓΕΤΙΚΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΑΦΟΥ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΘΗΚΕ ο αναιρεσείων ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΜΕΤΡΗΣΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΑΦΑΙΡΕΘΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΠΟΙΝΗ ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΤΑΒΛΗΘΕΝΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ήδη κατέβαλε και τούτο καθιστά αναιρετέα την προσβαλλομένη".

Ο λόγος αυτός δεν συνιστά σφάλμα της τελευταίας και στερείται έννομης επιρροής, αφού, άλλωστε, το Εφετείο δεν θα μπορούσε να γνωρίζει τα ημερομίσθια που εκτέλεσε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων στο χρόνο της προσωρινής κράτησης, οποιαδήποτε δε αμφισβήτηση σχετικά με τον πραγματικό χρόνο κράτησης θα κριθεί κατά τη διαδικασία εκτέλεσης της ποινής.

Ως εκ τούτου, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Χ. Στο ένατο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης αναφέρονται τα ακόλουθα: "Παρατίθενται αυτούσια και αποτελούν μέρος της παρούσης τα αιτήματα του αναιρεσείοντα ως ενσωματώθηκαν στην προσβαλλόμενη στις σελίδες από 39 έως 56" και μετά από αυτά επισυνάπτονται από την εν λόγω απόφαση οι προαναφερθείσες σελίδες.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν διατυπώνεται συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος από τους παρατιθέμενους στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ, σε περίπτωση δε κατά την οποία εκτιμάτο ότι ο προβαλλόμενος λόγος αναφέρεται στην απόρριψη από το Δικαστήριο της ουσίας των προπαρατεθέντων αιτημάτων για αναβολή της διαδικασίας κατά τα άρθρα 59 και 61 ΚΠοινΔ, πρέπει να σημειωθεί, ότι το Δικαστήριο έκρινε κυριαρχικά ως επαρκή τα τεθέντα υπ' όψη του αποδεικτικά στοιχεία για τη διαμόρφωση ασφαλούς κρίσης για την υπόθεση και γι' αυτό παρείλκε η αναβολή της συζήτησής της, καθώς και η ειδικότερη αιτιολόγηση της κρίσης του, ανεξαρτήτως του ότι το Δικαστήριο αιτιολόγησε τις απορριπτικές του αποφάσεις.

ΧΙ. Με τον δέκατο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι παρά το νόμο απερρίφθη αίτημα αυτού για διορισμό δικηγόρου επιλογής του, ότι κακώς απερρίφθη η παραίτηση του αυτεπαγγέλτως ορισθέντος δικηγόρου και ότι ο αυτεπαγγέλτως διορισθείς συνήγορος αδιαφόρησε και δεν υπέβαλε ερωτήσεις στους μάρτυρες, ενώ με τον ενδέκατο λόγο της ίδιας αίτησης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι δεν δόθηκε από το Δικαστήριο η δυνατότητα να υποβληθούν ερωτήσεις στους μάρτυρες κατά τη συνεδρίαση της 16-1-2018.

Συνεπώς, ενόψει του ότι από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι: α) ο αναιρεσείων είχε τη δυνατότητα να έχει και είχε δικηγόρο της επιλογής του, ο οποίος, όμως, παραιτήθηκε, διότι το Δικαστήριο απέρριψε υποβληθέν από αυτόν αίτημα αναβολής, β) με εκτενή και πλήρη αιτιολογία απέρριψε το Δικαστήριο της ουσίας αίτημα του αυτεπαγγέλτως διορισθέντος συνηγόρου για παραίτησή του από την άσκηση των καθηκόντων του και γ) ο τρόπος, με τον οποίο άσκησε ο παραπάνω συνήγορος τα καθήκοντά του και το γεγονός, ότι αυτός κατά τη συνεδρίαση της 16ης-1-2018 εμφανίστηκε στο ακροατήριο του Εφετείου μετά την εξέταση των μαρτύρων δεν συνιστά σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης, ο παραπάνω λόγος είναι απορριπτέος, ως καταχρηστικά προβαλλόμενος. Επίσης, ομοίως, απορριπτέος με την ίδια αιτιολογία είναι και ο προαναφερθείς ενδέκατος αναιρετικός λόγος, καθόσον δεν αποστέρησε το Δικαστήριο τον αναιρεσείοντα της δυνατότητας να υποβάλει ερωτήσεις στους μάρτυρες, αλλά η χωρίς συνδρομή ανώτερης βίας απουσία αυτού και του συνηγόρου του, όπως αυτό αναφέρεται στην υπ' αριθμό 113/2018 παρεμπίπτουσα απόφαση στη σελίδα 65 της συνολικώς προσβαλλομένης. Χ

ΙΙ. Με τους 12°, 13° 14° και 15° λόγους της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι δεν κλήθηκε στη συνεδρίαση της 16-12-2018 και δεν εξετάσθηκε η μάρτυρας κατηγορίας Β. Ί., που δεν ήταν παρούσα στις 15-12-2017 και δεν αναγνώστηκαν οι μαρτυρίες των παραπάνω, ότι αιτήθηκε εγγράφως να πραγματοποιηθούν λογιστική και γραφολογική πραγματογνωμοσύνη και ότι αιτήθηκε να αναγνωσθεί μαγνητοφωνημένη συνομιλία.

Αναφορικά με τους πιο πάνω λόγους, ορθώς δεν αναγνώστηκαν οι μαρτυρίες των απολιπομένων μαρτύρων, αφού δεν προέκυψε το ανέφικτο της κλήτευσής τους. Περαιτέρω, το Δικαστήριο, εκτιμώντας κυριαρχικά, θεώρησε επαρκή τα τεθέντα υπόψη του αποδεικτικά στοιχεία, για να εκφράσει ασφαλή επί της υπόθεσης κρίση.

Εξάλλου, από την επισκόπηση των πρακτικών της δικασίμου της 16-12-2018 προκύπτει, ότι κατ' αυτή απολειπόταν, τόσον ο κατηγορούμενος, όσο και ο συνήγορός του και ότι από πλευράς του τελευταίου εμφανίστηκε ο Γ. Κ., συνεργάτης του, για να δηλώσει, ότι ο εν λόγω συνήγορος ευρισκόταν ενώπιον του εκεί αναφερθέντος Δικαστηρίου κωλυόμενος να εμφανιστεί ενώπιον του παρόντος και ότι ζητούσε τη διακοπή εκδίκασης της υπόθεσης.

Το Δικαστήριο απέρριψε με απόντα τον κατηγορούμενο το τελευταίο αίτημα [περί διακοπής της εκδίκασης της υπόθεσης] κρίνοντας, ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση ανώτερης βίας. Ακολούθησε η εξέταση των Π. Π., Β. Ο., Β. Σ. και Ι. Κ., μετά την οποία εμφανίστηκε ο συνήγορος υπεράσπισης προσκομίζοντας το από 12-1-2018 ειδικό πληρεξούσιο κατά την ΚΠοινΔ 340 παρ. 2.

Στη συνέχεια, ζητήθηκε από τον Εισαγγελέα η ανάγνωση των εγγράφων, ενώ ο συνήγορος της υπεράσπισης ζήτησε να μην αναγνωστούν και μη ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο οι ευρισκόμενες στη δικογραφία φωτοτυπίες των επιταγών, ως προς τις οποίες κατηγορείτο ο αναιρεσείων ότι τις πλαστογράφησε ως δικαιούχος για το λόγο ότι τα στοιχεία τους και οι αριθμοί των λογαριασμών των κομιστών τους είχαν δοθεί από την Τράπεζα παράνομα και κατά παράβαση του απορρήτου των καταθέσεων.

Ακολούθησε απορριπτική του αιτήματος του παριστάμενου με εξουσιοδότηση κατηγορουμένου και η ανάγνωση επιτράπηκε, καθόσον δεν προέκυπτε, ότι κατά την παράδοση των σχετικών στοιχείων από την Τράπεζα είχαν παραβιαστεί διατάξεις του ν.δ. 105/1971 σχετικά με το τραπεζικό απόρρητο. Στη συνέχεια, μετά την απαγγελία της παραπάνω απόφασης, αναγνώστηκαν τα αναφερόμενα στο κατηγορητήριο έγγραφα, που κατά τη γενόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αρίθμηση ανήλθαν σε 256.

Επιπλέον, μετά από πρόταση της Εισαγγελέα και χωρίς να προβληθεί αντίρρηση, αναγνώστηκαν τα εκεί αναφερόμενα 42 έγγραφα, που είχαν προσκομιστεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των πολιτικώς εναγουσών. Μετά από αυτό, με πρόταση της Εισαγγελέα και χωρίς αντίρρηση παράγοντος της διαδικασίας, αναγνώστηκαν τα εκεί αναφερόμενα 72 τον αριθμό έγγραφα, που προσκομίστηκαν από τον κατηγορούμενο.

Ακολούθησε αίτημα του κατηγορουμένου για διακοπή της συζήτησης της υπόθεσης συντρεχόντων λόγων ανώτερης βίας που καθιστούσαν αδύνατη την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, ενόψει όμως του ότι δεν προσκομιζόταν ιατρικό πιστοποιητικό, το εν λόγω αίτημα απορρίφθηκε. Μετά την απαγγελία της πιο πάνω απόφασης ο συνήγορος του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος υπέβαλε αιτήματα επίδειξης αλλοδαπών λογιστικών βιβλίων από την πλευρά των πολιτικώς εναγουσών, καθώς και διενέργειας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης.

Ο Εισαγγελέας πρότεινε την απόρριψη των άνω αιτημάτων. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των πολιτικώς εναγουσών εταιρειών, αφού έλαβε το λόγο, ζήτησε την απόρριψη των ως άνω αιτημάτων του κατηγορουμένου. Ο εκπροσωπών τον κατηγορούμενο, συνήγορός του, αφού έλαβε το λόγο, ζήτησε την παραδοχή των ως άνω αιτημάτων του.

Μετά ταύτα, το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφανθεί επ' αυτών κατά την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας της υπόθεσης. Σημειώνεται ότι οι μάρτυρες που αναφέρονται παραπάνω κλήθηκαν ένας - ένας και, αφού εξετάστηκαν προφορικά έμειναν στο ακροατήριο και ότι μετά από κάθε μαρτυρία ο Πρόεδρος έδινε το λόγο στον Εισαγγελέα, στους Δικαστές, στον πληρεξούσιο της πολιτικής αγωγής, καθώς και στο πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, για να απευθύνουν ερωτήσεις, αν είχαν, προς τους μάρτυρες.

Εκείνοι δε υπέβαλαν ερωτήσεις και οι μάρτυρες απαντούσαν στις ερωτήσεις αυτές, όπως στην κατάθεση του καθενός μάρτυρα αναφέρεται. Κατόπιν ο Πρόεδρος ρώτησε όλους τους παράγοντες της δίκης, αν χρειάζονται κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση, και αυτοί απάντησαν αρνητικά. Έπειτα, ο Πρόεδρος κήρυξε τη λήξη αποδεικτικής διαδικασίας και έδωσε το λόγο στην Εισαγγελέα, η οποία ανέπτυξε τις κατηγορίες και πρότεινε, αφού γίνει τυπικά δεκτή η έφεση του κατηγορουμένου, να κηρυχθεί αυτός ένοχος με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 § 2α Π.Κ.

Ο πληρεξούσιος της πολιτικής αγωγής, λαμβάνοντας το λόγο, ζήτησε την ενοχή του κατηγορουμένου. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορούμενου, αφού έλαβε το λόγο, ανέπτυξε την υπεράσπιση και ζήτησε την απαλλαγή του, άλλως την αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2α' και ε' του Π.Κ.. Ως προς τα άνω αιτήματα το Εφετείο διατύπωσε τα ακόλουθα σκεπτικά:

Ως προς το αίτημα της επίδειξης των εγγράφων διατύπωσε εκεί το ακόλουθο σκεπτικό: "Με την πιο πάνω υπό κρίση αίτηση του ο κατηγορούμενος ζητεί την επίδειξη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου των πιο κάτω εγγράφων σε πρωτότυπη μορφή και ανά εταιρία, ήτοι: Α) Για την εταιρία "...." : 1) Αντίγραφο του βιβλίου Εσόδων-Εξόδων. 2) Αντίγραφο των μισθοδοτικών καταστάσεων προσωπικού. 3) Αντίγραφα αποδείξεων εξοφλήσεως μισθοδοσίας του κατηγορουμένου. 4) Αντίγραφα των συμβάσεων της εργασίας του. 5) Αντίγραφο του βιβλίου αδειών προσωπικού. 6) Αντίγραφα βεβαιώσεως αποδοχών του. 7) Αντίγραφα αναλυτικών περιοδικών καταστάσεων της εταιρίας για το ΙΚΑ. 8) Αντίγραφο του βιβλίου πρωτοκόλλου εισερχομένων. 9) Αντίγραφα των τραπεζικών λογαριασμών της εταιρίας και των Α.

και Α. Κ.. 9) Τις πρωτότυπες καταστάσεις όλων των ανεπισήμων ημερησίων καταστάσεων ταμείου για τα έτη 2002 και 2003. Β) Για την εταιρία "...." : 1) Αντίγραφο του αναλυτικού καθολικού ταμείου της εταιρίας και της αναλυτικής λογιστικής καρτέλας του κατηγορουμένου. 2) Αντίγραφο των μισθοδοτικών καταστάσεων προσωπικού. 3) Αντίγραφα αποδείξεων εξοφλήσεως μισθοδοσίας του. 4) Αντίγραφα των συμβάσεων εργασίας του. 5) Αντίγραφο του βιβλίου αδειών προσωπικού. 6) Αντίγραφα βεβαιώσεως αποδοχών του. 7) Αντίγραφα Ισολογισμών. 8) Αντίγραφα ετήσιας απόδοσης του ΦΜΥ. 9) Αντίγραφο του βιβλίου πρωτοκόλλου εισερχομένων. 10) Αντίγραφα των τηρουμένων τραπεζικών λογαριασμών της εταιρίας αλλά και του διαχειριστή της Α.

Κ.. 11) Αντίγραφο του λογαριασμού "επιταγές Πληρωτέες". Γ) Για την εταιρεία "...." : 1) Αντίγραφο του αναλυτικού καθολικού ταμείου. 2) Αντίγραφο των μισθοδοτικών καταστάσεως προσωπικού της εταιρίας. 3) Αντίγραφα αποδείξεων εξοφλήσεως μισθοδοσίας του. 4) Αντίγραφα συμβάσεων εργασίας του κατηγορουμένου. 5) Αντίγραφα βεβαιώσεως αποδοχών του. 6) Αντίγραφα Ισολογισμών. 7) Αντίγραφα ετήσιας απόδοσης ΦΜΥ. 8) Αντίγραφα των τραπεζικών λογαριασμών της εταιρίας αλλά και του διαχειριστή της Α.

Κ.. 9) Αντίγραφο του λογαριασμού "Επιταγές Πληρωτέες". Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι τα ως άνω έγγραφα είναι απολύτως απαραίτητα για την απόδειξη του βασικού του ισχυρισμού ότι εργάστηκε ως λογιστής εκάστης των ως άνω εγκαλουσών εταιριών και ότι του οφείλονται απ' αυτές διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών. Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από το σύνολο των διατάξεων του ΚΠοινΔ δεν προβλέπεται η ύπαρξη δυνατότητας στο ποινικό δικαστήριο να διατάξει, είτε αμέσως είτε εμμέσως, την επίδειξη εκ μέρους των διαδίκων εγγράφων, κατ' ανάλογο τρόπο προς τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις του ΚΠολΔ. Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί και το ότι ορισμένα από τα ως άνω αναφερόμενα έγγραφα περιλαμβάνονται μεταξύ των αναγνωστέων εγγράφων στην παρούσα ποινική διαδικασία, ενώ πρέπει να τονιστεί και πάλι η μη ταύτιση του αντικειμένου των τυχόν υφισταμένων αστικών αξιώσεων του ενάγοντος προς το διαφορετικό αντικείμενο της παρούσας ποινικής δίκης.".

Ως προς το αίτημα της λογιστικής πραγματογνωμοσύνης υπήρξε το ακόλουθο σκεπτικό στην προσβαλλόμενη απόφαση: "Κατά τις διατάξεις των άρθρων 352 παρ. 2 και 3, 353, 178, 183, 139 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για νέες (κρείσσονες) αποδείξεις, με σκοπό να εξεταστούν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο μάρτυρες που δεν έχουν κληθεί ή να προσκομιστούν έγγραφα ή να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη ή νέα πραγματογνωμοσύνη.

Στο αίτημα αναβολής πρέπει να προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες νέες αποδείξεις, που ζητείται να διαταχθούν και να διευκρινίζεται το αποδεικτέο ουσιαστικό ζήτημα που πρόκειται να αποδειχθεί με τη διεξαγωγή τους, το οποίο πρέπει να είναι σχετικό με την εκδικαζόμενη κατηγορία και χρήσιμο για την έρευνα της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου.

Η δε παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως οφείλει να απαντήσει στο αίτημα της αναβολής. Στην προκείμενη περίπτωση ο κατηγορούμενος ζητεί να διαταχθεί από το δικαστήριο τούτου λογιστική πραγματογνωμοσύνη, προκειμένου να δοθούν απαντήσεις στα πιο κάτω ερωτήματα : 1) Ποιο ήταν το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του με βάση τις συναφθείσες μεταξύ αυτού και των εγκαλουσών εταιριών συμβάσεις εργασίας. 2) Αν το συμφωνηθέν στις ανωτέρω συμβάσεις εργασίας ποσό των μηνιαίων αποδοχών του ταυτίζεται με τα ποσά που αποτυπώνονται στα σχετικά βιβλία των εγκαλουσών εταιριών. 3) Ποιο είναι το ύψος της ζημίας που έχει δηλωθεί από την κάθε εγκαλούσα εταιρία στα φορολογικά βιβλία, στοιχεία και ισολογισμούς. 4) στην περίπτωση που προκύψει διαφορά στις συμφωνηθείσες αποδοχές του με τις δηλωθείσες ως καταβαλλόμενες στα επίσημα έγγραφα, αν η διαφορά αυτή αντιστοιχεί στα ποσά που φέρεται ότι απεκόμισε από τη χρήση των παραποιημένων παραστατικών και που αναφέρονται στη μήνυση των εγκαλουσών εταιριών. 5) Να ελεγχθούν και συγκριθούν μεταξύ τους οι αναφερόμενοι λογαριασμοί ταμείων και επιταγών πληρωτέων των αντιδίκων εταιριών.

Επίσης, ο κατηγορούμενος ζητεί να διαταχθεί από το Δικαστήριο τούτο γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, προκειμένου ο πραγματογνώμονας γραφολόγος, που θα οριστεί, να γνωματεύσει από τα πρωτότυπα ιδιωτικά έγγραφα που θα βρίσκονται προφανώς στην κατοχή των εγκαλουσών εταιριών, αν τα προσκομιζόμενα απ' αυτές σε φωτοτυπία παραστατικά είναι γραμμένα απ' αυτόν ή από άλλο πρόσωπο.

Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε διότι από το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας και τα όσα εξέθεσε ο κατηγορούμενος και ο συνήγορος του, προκύπτει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ότι τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα είναι επαρκή προς διαμόρφωση πλήρους δικανικής πεποίθησης από το παρόν Δικαστήριο και δεν κρίνεται αναγκαία και χρήσιμη η διενέργεια των αιτηθεισών πραγματογνωμοσυνών.

Επομένως, η διενέργεια των αιτούμενων πραγματογνωμοσυνών δεν κρίνεται ότι αποτελούν αναγκαίο μέσο για την καλύτερη και ασφαλέστερη ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης. Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί και ότι τα ζητήματα για τα οποία ζητείται η διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης είναι αυτοτελή και διαφορετικά από το αντικείμενο της παρούσας ποινικής δίκης.".

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό αναμφιβόλως, αναντιρρήτως και αναντιλέκτως από τη δικονομική ή μη παρουσία των παραγόντων της δίκης και τη διαδοχή των γεγονότων και των αιτημάτων, ότι: α) δεν υποβλήθηκε προφορικό αίτημα ανάγνωσης των καταθέσεων των παραπάνω μαρτύρων ή οποιοδήποτε άλλο αίτημα, πέραν των ως άνω αναφερθέντων, από το συνήγορο του παραστάντος με εξουσιοδότηση κατά την άνω συνεδρίαση κατηγορουμένου, β) ότι δεν προέκυπτε το ανέφικτο της κλήτευσης των άνω μαρτύρων ούτε το σημαντικό της μαρτυρίας τους για τη δικαιολόγηση του εννόμου συμφέροντος, περί του οποίου δεν γίνεται αναφορά στους άνω αναιρετικούς λόγους, γ) ότι το δικαστήριο προχώρησε στην ανάγνωση των εγγράφων και στις σχετικές αποφάσεις επί των άνω αιτημάτων, οι απορριπτικές αιτιολογίες των οποίων υπήρξαν επαρκείς.

Επομένως, οι προαναφερθέντες 12-15 λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, ελλείψει άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αλλά και η επισυναπτόμενη σε αντίγραφο με αριθμό 8069/7-6-2018 αίτηση διόρθωσης πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας, .... (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 12-06-2018 (αρ. πρωτ. 6290/12-6-2018) αίτηση του Λ. Φ. του Γ. και Α., κατοίκου ...), για αναίρεση της υπ' αριθμό 2197α, 2447, 2813/2017, 113/2018 απόφασης του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, καθώς και την με αριθμό 8069/7-6-2018 αίτηση διόρθωσης της παραπάνω απόφασης,που υποβλήθηκε από τον ίδιο. Και -

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας, ...., από πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ