Legislator Case Law & Legislation
2024/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal on abuse of right due to long delay and changed circumstances despite good faith belief.

Case Number 2024/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the second ground of appeal regarding the abuse of right, remanding the case for retrial. The appellants argued that their long-term inaction and subsequent good faith belief in the respondent's acquiescence negated the right to sue, citing years of peaceful use and lack of objection. The Court found the lower court's failure to consider this specific plea a procedural error warranting a new trial with a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Article 281 of the Civil Code; Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure: The exercise of a right is considered abusive and prohibited when the holder's prior conduct and the intervening circumstances render the subsequent assertion unacceptable under good faith and social ethics, particularly when a long delay is followed by a change of stance causing adverse effects to the obligor.

Keywords

AI generated
abuse of right good faith procedural error civil procedure remand for retrial long delay change of circumstances

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2024 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2.024/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα----

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ..., 2. ... και 3. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κυρτάτα.

Του αναιρεσιβλήτου: ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παρασκευά Λιάρτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-1-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 16-2-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω (Μεταβατική έδρα Καλύμνου) και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: Κ7/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 278/2006 του Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική Έδρα Κω). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-1-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 3-11-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί κατ' αυτού, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υποχρέου επιπτώσεις, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον ίδιο συνέπειες, τότε η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη. (Ολ.ΑΠ 8/2001, Ολ.ΑΠ 62/1990).

Από το συνδυασμό, επίσης, των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262 § 1 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και το παραδεκτό της, από άποψη χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής, με την οποία ασκείται το δικαίωμα για την αιτία αυτή.

Συνεπώς, η χωρίς δικαιολογημένη αιτία, κατά τα άρθρα 269 § 2 και 527 Κ.Πολ.Δ, παράλειψη προβολής, κατά την πρώτη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, των περιστατικών στα οποία θεμελιώνεται η κατάχρηση δικαιώματος, καθώς και της διατύπωσης αιτήματος απόρριψης της αγωγής ως καταχρηστικής, συνεπάγεται την απόρριψη της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ ως απαράδεκτης, σε περίπτωση προβολής της σε μεταγενέστερη συζήτηση ή στο Εφετείο το πρώτο (Ολ.ΑΠ 472/1983).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997).

Πράγματα, επίσης, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης τα οποία αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (Ολ.ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Οι ενάγοντες - εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, με τις από 26.5.2004 προτάσεις τους που κατατέθηκαν απ' αυτούς, ενόψει της συζήτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο των αντίθετων ένδικων διεκδικητικών ακινήτου αγωγών των διαδίκων, πρόβαλαν, προς απόκρουση της ένδικης σε βάρος τους αγωγής του αντιδίκου τους την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού του δικαιώματος, με αίτημα την απόρριψη της εν λόγω αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση αυτή με την αιτιολογία ότι" η για μεγάλο χρονικό διάστημα αδράνεια του ενάγοντα (και ήδη αναιρεσιβλήτου) να ασκήσει τη διεκδικητική αγωγή δεν αποτελεί κακόπιστη συμπεριφορά σε βάρος των αντιδίκων του". Με το δεύτερο λόγο της έφεσής τους οι ήδη αναιρεσείοντες επανέφεραν παραδεκτά την προβληθείσα από μέρους τους, στον πρώτο βαθμό ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, ισχυριζόμενοι, ειδικότερα, ότι: "Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όφειλε να έχει κρίνει ως νόμω και ουσία βάσιμη την αγωγή μας και αποδεδειγμένη πλήρως από το κάτωθι:

Ειδικότερα στην παρούσα περίπτωση όπου λόγω μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση και αυτό εκδηλώνεται περίτρανα από το γεγονός ότι δυνάμει ενός προικοσυμφώνου του 1927 μη μεταγεγραμμένου και αφού η μητέρα και υποτιθέμενη προκτήτορας του επίδικου χωραφιού απεβίωσε το 1984 ο αντίδικός μας εν έτει 2002 προέβη σε αποδοχή κληρονομιάς της αποβιώσασας μητέρας του, ήτοι 18 χρόνια μετά και όλο το χρονικό αυτό διάστημα παρόλο που ο ίδιος έχει όμορη με το επίδικο ιδιοκτησία και λόγω της συγγένειας με τους αντιδίκους δεν εστράφη δικαστικά ούτε αξίωσε τα δικαιώματά του ούτε όταν ανοικοδομήθηκε η ισόγεια αποθήκη το 1973 ούτε και μετέπειτα ισόγειο κατάστημα για να χρησιμεύσει ως μαραγκούδικο ενός εξ ημών το 1985 αλλά ούτε και όταν όλα αυτά τα χρόνια πρόεβημεν σε εκτροφή αρκετά μεγάλου αριθμού ζωών, σε δενδροφύτευση και περιμάντρωση του εν λόγω χωραφιού, ούτε όταν από το 1983 μέχρι το 1988 ενοικιάζετο αυτό από τον πατέρα μας στον ...

για αποθήκευση αμμοχάλικα και άλλων οικοδομικών υλικών αλλά και ούτε όταν από το 1996 και μετά το μαραγκούδικο να μετατραπεί σε οικία για τον ένα εξ ημών και των τέκνων του, με αποτέλεσμα και λόγω της συγγένειας που υπάρχει να γεννηθεί σε εμάς η πεποίθηση καλή την πίστη ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' εμάς, έτσι ώστε η, με τη μεταγενέστερη άσκηση, επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί και επί μακρό χρόνο διατηρηθεί, να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες.

Το δικαίωμα του αντιδίκου μου έχει αποδυναμωθεί και δεν δύναται να ασκηθεί πόσο μάλλον όταν συνεπάγεται επαχθείς δια ημάς επιπτώσεις και αντίκειται με την προγενέστερη του συμπεριφορά ένεκα της πολυετούς αδράνειάς του και της έλλειψης αντίδρασης εκ μέρους του στις πιο πάνω αναφερόμενες πράξεις μας επί του επιδίκου....".

Περαιτέρω, στο εφετήριο μνημονεύονται συγκεκριμένες πράξεις νομής των αναιρεσειόντων και του άμεσου δικαιοπαρόχου, πατέρα τους, .... Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις ενστάσεις των αναιρεσειόντων περί παραγραφής του ένδικου δικαιώματος του αντιδίκου τους και κτήσης ίδιας κυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο με τακτική και έκτακτη χρησικτησία "που παραδεκτώς προβλήθηκαν στον πρώτο βαθμό...

οι οποίες επαναφέρονται με λόγο έφεσης προς έρευνα και στο παρόν Δικαστήριο", ακολούθως δε, δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την κρινόμενη διεκδικητική αγωγή του αντιδίκου τους, επικυρώνοντας, έτσι, την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση, χωρίς, όμως, να αποφανθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητα του δεύτερου λόγου της έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο επαναφέρθηκε παραδεκτά προς κρίση ενώπιόν του η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος του αντιδίκου τους.

Με τα δεδομένα αυτά, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 8 περίπτ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την αμέσως πιο πάνω νόμιμη ένσταση των αναιρεσειόντων, είναι βάσιμος και γι'αυτό πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη 278/2006 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατικής Έδρας Κώ).

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ