Legislator Case Law & Legislation
2024/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal on non-estoppel claim regarding new labor law changes after final judgment.

Case Number 2024/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a final labor judgment, remanding the case for retrial. The appellant argued that the lower court incorrectly applied the doctrine of res judicata to new claims based on updated labor laws enacted after the original judgment. The court held that res judicata does not extend to new legal provisions altering the statutory regime, thus permitting the appeal on this specific ground.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 562 of the Code of Civil Procedure; The doctrine of res judicata does not apply to new claims founded on legislative changes occurring after the final judgment, allowing the appeal to be admitted on this ground.

Keywords

AI generated
res judicata labor law non-estoppel new legislation final judgment Code of Civil Procedure remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 6 of the European Convention on Human Rights
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2024 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2024/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. υπό τον τίτλο "Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών - ΛΑΪΚΟ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλούδη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: ..... , ο οποίος δεν παραστάθηκε. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Λεωνίδας Πανούσης, ο οποίος δήλωσε ότι: ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 12/6/2005 και επήλθε βιαία διακοπή της δίκης, όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα .... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου ..... και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι ......... , ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του κατά την 12/6/2005 αποβιώσαντος συζύγου της 1ης και πατρός των 2ου και 3ου , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Πανούση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/6/1997 αγωγή του αρχικώς αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 561/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7026/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17/5/2002 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 15/9/2005 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Σπυρίδωνος Κολυβά, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου, όπως συμπληρώνεται και προτείνεται από τον Εισηγητή, και την απόρριψη του πρώτου λόγου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα ήτοι: α)την υπ' αριθμ. .... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου ..... και β)το υπ' αριθμ. .... πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου Ν.Ζίχνης, στις 12-6-2005, δηλαδή μετά την κατάθεση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, απεβίωσε ο αναιρεσίβλητος ..... , ο οποίος και άφησε πλησιέστερους συγγενείς τη σύζυγό του ..... και τα τέκνα του ...... και ...... οι οποίοι είναι και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητήθηκε. Οι τελευταίοι, με την ιδιότητά τους αυτή, νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 286 εδ. α΄, 287 παρ. 1 και 290 Κ.Πολ.Δ, επαναλαμβάνουν την, εξαιτίας του θανάτου του αναιρεσίβλητου, βιαίως διακοπείσα δίκη με δήλωσή τους στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, γνωστοποιώντας ταυτόχρονα και το πιο πάνω διακοπτικό της δίκης γεγονός.

Από τις διατάξεις των άρθρ. 321, 322, 324 και 331 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό μεν από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη. Τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει ούτε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, ΣΣΕ ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.

Συνεπώς η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεώτερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.

Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των ΣΣΕ ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρ. 9 και 16 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση αλλά και το είδος των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.

Επομένως, από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή ΔΑ δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεώτερες ΣΣΕ ή ΔΑ.

Περαιτέρω, το νομικό καθεστώς της 42/1981 απόφασης ΔΔΔΔ Πειραιώς "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού νοσηλευτικών κ.λ.π. ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ", η οποία κηρύχτηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις ΥA 16170/1981 και 18749/1981 αντίστοιχα, μεταβλήθηκε με την από 22.12.1988 ΕΣΣΕ η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική (ΥΑ 17853/89) για όλους τους εργοδότες και εργαζομένους του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1.7.1988, σύμφωνα με το άρθρο 10 αυτής.

Με την ΕΣΣΕ αυτή επεκτάθηκαν στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ΝΔ 2593/1953, που είναι μέλη των σωματείων των ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ, στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν 1505/1984 όπως τροποποιήθηκε με το Ν 1810/1988. Με το άρθρο 9 της παραπάνω ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται.

Τούτο έχει την έννοια της διατήρησης των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανωτέρω αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και μετά ταύτα του προϊσχύσαντος νομικού καθεστώτος (Ολ. ΑΠ 10/2002, 3/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα:

Ο ενάγων έχει προσληφθεί στις 8-8-1984 από το εναγόμενο νοσοκομείο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου για να εργασθεί ως καθαριστής με αποδοχές που προβλέπουν ο νόμος και οι ΣΣΕ και Δ.Α. Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες καθαριστή από 8-8-1984 μέχρι σήμερα. Με τις αποφάσεις υπ'αριθμ. 3089/90 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 2758/95 και 4097/96 του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκαν αντίστοιχα επί των από 12-3-90, 13-6-90 και 17-6-94 προγενέστερων αγωγών του ιδίου ενάγοντος κατά του αυτού εναγομένου κρίθηκε τελεσίδικα ότι αυτός κατά το κρίσιμο τότε χρονικό διάστημα από 1-1-1985 έως 31-5-1994, εδικαιούτο:

α) το βασικό μισθό με βάση το 8ωρο της εργασίας του και μάλιστα τα 8/6 του κατώτερου ημερομισθίου εργατοτεχνίτη σύμφωνα με τις εκάστοτε ΕΓΣΣΕ, β) την αμοιβή των 2 ωρών ημερησίως του Ν. 201/75 και γ) την προσαύξηση 30% του Ν. 1057/1980 στο σύνολο των αποδοχών του. Περαιτέρω δέχτηκε ότι από τις τελεσίδικες αυτές αποφάσεις προκύπτει δεδικασμένο και για το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-6-94 μέχρι 31-5-97 κατά το οποίο ο ενάγων εξακολούθησε να εργάζεται ολόκληρο το ημερήσιο ωράριο εργασίας ως καθαριστής με βάση την ίδια σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και το ίδιο νομικό καθεστώς.

Απέρριψε δε ακολούθως το σχετικό λόγο εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τους παραπάνω περί δεδικασμένου ορισμούς του νόμου, καθόσον το από τις μνημονευόμενες στην προσβαλλομένη αποφάσεις παραγόμενο δεδικασμένο περιορίζεται στα κριθέντα ζητήματα για τις περιόδους στις οποίες οι αποφάσεις αυτές αναφέρονται και δεν εκτείνεται αυτό σε γεννώμενες αξιώσεις μετά τις περιόδους εκείνες, αφού οι νέες ένδικες αξιώσεις θεμελιώνονται σε νέες διατάξεις, δηλαδή σ' εκείνες της από 2.4.1996 ΕΓΣΣΕ, του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 2320/1995 και 7 του Ν. 2256/1994 τις οποίες επικαλείται ο αναιρεσίβλητος στην αγωγή του, και οι οποίες μετέβαλαν το νομοθετικό καθεστώς που διέπει την ένδικη σύμβαση εργασίας.

Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, που παραδεκτά προτείνεται με το αναιρετήριο εφόσον ο περί ανυπαρξίας δεδικασμένου ισχυρισμός είχε προβληθεί από το αναιρεσείον με λόγο εφέσεως στο δικαστήριο της ουσίας και γίνεται επίκληση της προβολής αυτής, όπως δε συμπληρώνεται ο λόγος αυτός από τον Εισηγητή κατ' άρθρο 562 παρ.4 Κ.Πολ.Δ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και κατ' ουσίαν.

Σημειώνεται ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, η οποία κατά την αιτιολογική έκθεση του εν λόγω Κώδικα, εξυπηρετεί την απονομή του δικαίου, διότι δεν είναι ορθό να μένει άθικτη εσφαλμένη νομικώς απόφαση εκ του ότι δεν προτάθηκε προσηκόντως ο λόγος αναιρέσεως, είναι συνταγματικώς θεμιτή και δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, διότι δεν αναιρεί το διασφαλιζόμενο από αυτές δικαίωμα δικαστικής προστασίας, ούτε στερεί το διάδικο από τη δυνατότητα να αντικρούσει (προφορικώς και γραπτώς) τις απόψεις του εισηγητή. Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 7026/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε πεντακόσια σαράντα (540) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ