Supreme Court partially allows appeal against labor court ruling on statutory severance caps and benefit termination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a labor court judgment regarding statutory severance pay and termination benefits. The court found the lower court correctly capped certain compensation at 2,250 euros based on specific legal limits but erred in dismissing claims for the cancellation of employment-related allowances under a different statute. Consequently, the appeal was granted in part to address the legal error while the case was remanded for further fact-finding on outstanding payments.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 para. 2 and 3 para. 1 of Law 173/1967; Art. 30 of Law 4024/2011: Statutory severance caps apply to total compensation but do not extend to terminate specific employment allowances paid during the contract term.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2023 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2023/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δημοτικής επιχείρησης Ύδρευσης-Αποχέτευσης Λάρισας, (Δ.Ε.Υ.Α.Λ.) όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Λάρισα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεόδωρου Κωνσταντίνου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Α. Γ. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Κριτσάνου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-5-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν η 255/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 168/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-5-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 8.5.2019 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματέα του Πρωτοδικείου Λάρισας 126/10.5.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 168/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που δίκασε ως εφετείο, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του α.ν. 99/1967, περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κλπ" (ΦΕΚ Α' 189), "Εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζα ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας (...κ.λπ.) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμενοι υπό του Κράτους, η υπό του ν. 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου".
Το ανώτατο αυτό όριο αποζημιώσεως αυξήθηκε διαδοχικά και με το άρθρο 21 παρ. 13 του ν. 3144/2003 (ΦΕΚ ΑΛ 111) προσδιορίσθηκε στο ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: 1. " Εις ας περιπτώσεις ειδική διάταξις νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως αναφερομένης εις ανωνύμους εταιρείας ή Κοινωφελείς Επιχειρήσεις...
προβλέπει την καταβολήν εις υπαλλήλους κατά τον χρόνον της απομακρύνσεώς των εκ της εργασίας, και ετέρας προσθέτου αποζημιώσεως πέραν της υπό του ν. 2112 προβλεπομένης, η αποζημίωσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη ποσοστόν 15% της υπό της παρ. 2 του άρθρου 2 του παρόντος οριζομένης". Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 "Περί εφαρμογής των διατάξεων του α.ν. 173/1967...
επί των αποζημιώσεων των χορηγουμένων υπό του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ." (ΦΕΚ Α' 171), "Τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν διά πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου".
Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θεσπίσεώς τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των προαναφερόμενων μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των άλλων Οργανισμών και Επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων και των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους ή το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών, αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών, και υπερισχύουν γι' αυτό των ευνοϊκότερων όρων των Σ.Σ.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990 (ΟλΑΠ 10/1998, ΑΠ 1493/2018, 998/2017, 227/2016, 1621/2011).
Οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων, που ελέγχονται από το δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημόσιου χαρακτήρα. Αποφασιστικό, όμως, στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχειρήσεως ως κοινής ωφέλειας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της, οι οποίες πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (ΟλΑΠ 20/2006, 10/1998, 33-34/1997, ΑΠ 892/2017, 1631/2017).
Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" (ΦΕΚ Α' 191) ορίζεται ότι: "Δια την άσκησιν των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος υδρεύσεως και αποχετεύσεως οικιστικών κέντρων της χώρας, εξαιρέσει των πόλεων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων αυτών περιοχών, δύναται να συνιστώνται., εις έκαστον Δήμον ή Κοινότητα της Χώρας ή υπό πλειόνων Δήμων ή Κοινοτήτων ή Δήμων και Κοινοτήτων ενιαίαι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως.
Αι ανωτέρω Επιχειρήσεις αποτελούν ίδια Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα υπό των κανόνων της ιδιωτικής οικονομίας, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως υπό του νόμου. Αι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως λειτουργούν υπό μορφήν Δημοτικής ή Κοινοτικής επιχειρήσεως και διέπονται ως προς την διοίκησιν, οργάνωσιν, εκτέλεσιν, λειτουργίαν, συντήρησιν των έργων της αρμοδιότητός των καθώς και τας πηγάς της χρηματοδοτήσεώς των υπό των διατάξεων του παρόντος νόμου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των σχετικών διατάξεων του "Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος" και στο άρθρο 7 παρ. 1 του ίδιου νόμου ότι " Δι Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας, συντασσομένου δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχειρήσεως, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εσωτερικών μετά γνώμην των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, καθορίζεται η οργάνωσις, η σύνθεσις και η αρμοδιότης των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού αναλόγως προς τας ανάγκας της επιχειρήσεως, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων προσωπικού καθ' ομάδας ειδικοτήτων και αναλόγως της βαθμίδος εκπαιδεύσεως, αι αποδοχαί, ως και ο τρόπος προσλήψεως και απολύσεως και το αρμόδιον προς τούτο όργανον".
Εξάλλου, ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας της Δημοτικής Επιχείρησης Λάρισας (ΔΕΥΑΛ), όπως αυτός τροποποιήθηκε με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, εγκρίθηκε με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Λαρισαίων και στη συνέχεια με την 17493/2010 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας (ΦΕΚ Β' 190), ο οποίος (Οργανισμός) εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του ν. 1069/1980, στο άρθρο 48 αυτού ορίζει τα ακόλουθα: "1.
Στο τακτικό προσωπικό της επιχείρησης που αποχωρεί από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης ή θανάτου, είτε απομακρύνεται από την εργασία του για λόγους υγείας, εφόσον δεν περιορίζεται ρητά από το νόμο, καταβάλλεται η νόμιμη αποζημίωση, που ισχύει κάθε φορά για τους επικουρικά ασφαλισμένους, προσαυξημένη κατά ποσοστό 10%, με τις ακόλουθες διαβαθμίσεις :α)...β)...γ) Ποσό ίσο με τις συνολικές αποδοχές έξι μηνών προσαυξημένες με την αναλογία των δώρων και επιδόματος αδείας για υπηρεσία στη ΔΕΥΑΛ από 3 μέχρι 5 χρόνια.
Για υπηρεσία στη ΔΕΥΑΛ μεγαλύτερη των 5 χρόνων καταβάλλεται αποζημίωση που προσαυξάνεται με τις αποδοχές τριών μηνών για κάθε πενταετία ή ανάλογο κλάσμα της. 2. Η εφάπαξ αποζημίωση καταβάλλεται και σε όσους αποχωρούν οικειοθελώς από την υπηρεσία, αφού συμπλήρωσαν το 58ο έτος της ηλικίας τους ή αφού διάνυσαν στη ΔΕΥΑΛ χρόνο πραγματικής υπηρεσίας 20 ετών. 3 Για την καταβολή της εφάπαξ αποζημίωσης στους αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης απαιτείται η συμπλήρωση όλων των προϋποθέσεων που απαιτούνται από το νόμο για τη χορήγηση σύνταξης λόγω γήρατος".
Στο άρθρο 49 του ίδιου Οργανισμού ορίζεται ότι :"1. Το προσωπικό της ΔΕΥΑΛ, με σκοπό τη διευκόλυνση της επιχείρησης για την αποχώρηση του προσωπικού της, εφόσον έχει διανύσει στη ΔΕΥΑΛ πραγματική υπηρεσία 20 ετών και συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης από τον ασφαλιστικό οργανισμό στον οποίο υπάγεται, έχει τη δυνατότητα να αποχωρεί οικειοθελώς από την εργασία του πριν τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του. 2.
Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται ως κίνητρο πρόσθετη αποζημίωση, το ύψος της οποίας καθορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΔΕΥΑΛ. Σαν βάση για τον καθορισμό της πρόσθετης αποζημίωσης λαμβάνονται τα 5 έως 1 χρόνια, που υπολείπονται μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας. Το ανώτατο ποσό καταβάλλεται σε όσους υπολείπονται τουλάχιστον 5 χρόνια υπηρεσίας και για κάθε έτος που προστίθεται μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους, το ποσό της πρόσθετης αποζημίωσης μειώνεται κατά ποσό ή ποσοστό που ορίζει το Διοικητικό Συμβούλιο της ΔΕΥΑΛ, έτσι ώστε να μηδενίζεται και να μην καταβάλλεται σε όσους αποχωρούν με τη συμπλήρωση της ηλικίας αυτής". 3.
Η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου πρέπει να είναι γενική και να προβλέπει την καταβολή της ανωτέρω αποζημίωσης ομοιόμορφα και σε όλο το προσωπικό, που πληροί τις προϋποθέσεις πρόωρης αποχώρησης. 4. Για την αποχώρηση και την καταβολή της πρόσθετης αποζημίωσης απαιτείται υποβολή σχετικής αίτησης από τον ενδιαφερόμενο, που εγκρίνεται κάθε φορά από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΔΕΥΑΛ.
Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να απορρίψει την αίτηση αν το επιβάλλουν οι ανάγκες της υπηρεσίας ή δεν το επιτρέπει η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης". Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι η αποζημίωση που δικαιούνται οι μισθωτοί, υπάλληλοι ή εργάτες, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των άλλων δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, βάσει των διατάξεων του ν. 2112/1920 (δηλαδή όταν η σύμβαση εργασίας λύεται με καταγγελία του εργοδότη ή του εργαζόμενου) υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 και δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, ακόμη και αν η καταβολή υψηλότερης αποζημίωσης προβλέπεται είτε από άλλη διάταξη νόμου ή κανονισμού είτε από σύμβαση οποιασδήποτε μορφής ή εθιμικό κανόνα.
Για την ταυτότητα του νομικού λόγου διάταξη αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια αποτελεί και αυτή του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967, με την οποία θεσπίζεται περιορισμός στο ύψος των πρόσθετων, σε σχέση με αυτές που χορηγούνται βάσει του ν. 2112/1920, αποζημιώσεων που καταβάλλονται στους εργαζόμενους κατά το χρόνο της απομάκρυνσής τους από την υπηρεσία, οι οποίες δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ποσό των 2.250 (15.000 Χ15%) ευρώ.
Συνέπεια αυτών είναι η αγωγή με την οποία ζητείται αποζημίωση μεγαλύτερη από τα ως άνω όρια των 15.000 και 2.250 ευρώ να είναι κατά το υπερβάλλον μη νόμιμη (ΑΠ 799/2022, 1235/2020, 1493/2018, 1631/2017, 892/2017, 591/2015). Η άποψη που υποστηρίζει ότι οι σχετικές διατάξεις πρέπει να ερμηνεύονται στενά και να μη τυγχάνουν εφαρμογής όταν η λύση της σχέσης εργασίας δεν επέρχεται με καταγγελία, αλλά με εθελουσία έξοδο του υπαλλήλου, οπότε (κατά την άποψη αυτή) οι σχετικές παροχές λειτουργούν αμιγώς ως κίνητρο για την αποχώρηση του τελευταίου, παραβλέπουν τον αποζημιωτικό χαρακτήρα του εν λόγω κινήτρου, αφού, στην πραγματικότητα, με αυτό αποκαθίσταται η ζημία που υφίσταται ο μισθωτός από την απώλεια της εργασίας του (ΑΠ 1235/2020).
Περαιτέρω, η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων μπορεί όμως να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.
Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητά με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες στους εργαζομένους, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους, παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής θέλησης.
Για την ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας απαιτείται η συμπεριφορά του εργοδότη να είναι γενική και απρόσωπη, να αντιμετωπίζεται δηλαδή το ίδιο θέμα κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο, μπορεί δε η συνήθεια αυτή να αναφέρεται και στην αναγνώριση της προϋπηρεσίας των μισθωτών (ΑΠ 2/1992). Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 288 ΑΚ, 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 141 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που κυρώθηκε με τον ν. 3001/2002 (πρώην άρθρο 119), αρχή της ίσης μεταχείρισης των μισθωτών που απασχολούνται στον ίδιο εργοδότη, επιβάλλει όπως ο εργοδότης, όταν προβαίνει από κάποιο λόγο, που ελεύθερα εκτιμά, σε εκούσια παροχή στους μισθωτούς του να μην εξαιρεί από αυτή κάποιον ή κάποιους μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες (ΟλΑΠ 348/1985, ΑΠ 1263/2005).
Έτσι, οι "οικειοθελείς" παροχές του εργοδότη αποτελούν το κύριο αντικείμενο τόσο της επιχειρησιακής συνήθειας - πρακτικής της εκμετάλλευσης όσο και της αρχής της ίσης μεταχείρισης, με τη διαφορά ότι η επιχειρησιακή συνήθεια προϋποθέτει τη μακροχρόνια και ομοιόμορφη χορήγηση της παροχής στο προσωπικό και εφόσον σ' αυτή προβαίνει ο εργοδότης ανεπιφύλακτα, ανακύπτει η σιωπηρή συμφωνία βάσει της οποίας ο εργοδότης υποχρεούται να συνεχίζει να χορηγεί την παροχή αυτή η οποία παύει πλέον να είναι οικειοθελής και παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης.
Κατά την αρχή της ίσης μεταχείρισης ο εργοδότης που χορηγεί την οικειοθελή παροχή στο προσωπικό, ανεξάρτητα αν έχει δημιουργηθεί ή όχι συμβατική δέσμευση χορήγησής της και στο μέλλον και επομένως ανεξάρτητα αν η παροχή αυτή έχει αποτελέσει αντικείμενο δεσμευτικής πρακτικής- επιχειρησιακής συνήθειας, υποχρεούται, για όσο διάστημα τη χορηγεί, να μεταχειρίζεται τους εργαζομένους κατά το ίδιο τρόπο.
Κατά συνέπεια η αξίωση του εργαζομένου είναι δυνατό να θεμελιώνεται στην επιχειρησιακή συνήθεια και στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Αν ο εργοδότης παρά την ύπαρξη μιας διαμορφωμένης πλέον στο χώρο της εκμετάλλευσης επιχειρησιακής συνήθειας με αντικείμενο πρόσθετη χρηματική παροχή, εξαιρεί αυθαίρετα από αυτή έναν ή περισσότερους εργαζομένους τότε αυτοί έχουν αφενός αξίωση που στηρίζεται στην επιχειρησιακή συνήθεια και αφετέρου αξίωση που στηρίζεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Στην περίπτωση αυτή αν αποδειχθεί η ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας ο εργαζόμενος έχει ήδη αξίωση βάσει της σιωπηρής συμφωνίας, που δημιουργεί τη συμβατική δέσμευση (άρθρ. 361 ΑΚ). Η αρχή της ίσης μεταχείρισης έχει επικουρικό χαρακτήρα και για τη θεμελίωσή της αρκεί ότι ο εργοδότης εξαιρεί αυθαίρετα από την παροχή έναν ή περισσότερους εργαζόμενους υπό τις αυτές συνθήκες και προϋποθέσεις, αν και οφείλει να τους μεταχειρίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα από την επιχειρησιακή συνήθεια και την εντεύθεν συμβατική πλέον δέσμευση (ΑΠ 1263/2005).
Όμως, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, η αποζημίωση που δικαιούνται οι μισθωτοί υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 2 παρ. 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα ποσά των 15.000 και 2.250 ευρώ, αντίστοιχα ακόμη και αν η καταβολή υψηλότερης αποζημίωσης προβλέπεται είτε από άλλη διάταξη νόμου ή κανονισμού είτε από σύμβαση οποιασδήποτε μορφής ή εθιμικό κανόνα ή επιχειρησιακή συνήθεια (ΑΠ 1493/2018, 591/2015).
Συνέπεια αυτών είναι η αγωγή με την οποία ζητείται αποζημίωση βάσει του ν.2112/1920 μεγαλύτερη από το ως άνω όριο των 15.000 ευρώ καθώς και πρόσθετη αυτοτελής αποζημίωση (πέραν της αποζημίωσης του ν.2112/1920) που προβλέπεται από άλλη διάταξη νόμου ή κανονισμού, είτε από σύμβαση οποιασδήποτε μορφής ή εθιμικό κανόνα ή επιχειρησιακή συνήθεια μεγαλύτερη από τα ως άνω όρια των 15.000 και 2.250 ευρώ να είναι κατά το υπερβάλλον μη νόμιμη (ΑΠ 799/2022, 1235/2020, 350/2019).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος προς τον αντίστοιχο του αριθμού 1 του άρθρου 559 (ΑΠ 16/2009, 1097/2011) κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών (ΟλΑΠ 7/2006), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα (ΟλΑΠ 1/2016).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής καθώς και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 319/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την 157/2018 αγωγή του στο Ειρηνοδικείο Λάρισας, ο ήδη αναιρεσίβλητος ιστορούσε ότι απασχολήθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ως τεχνίτης υδραυλικός, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την 23.7.1975 έως την 14.2.2015, έχοντας συμπληρώσει πραγματική υπηρεσία 39 ετών και 8 μηνών.
Ότι το ΔΣ της αναιρεσείουσας ενέκρινε την αίτησή του να αποχωρήσει από την υπηρεσία του με την καταβολή όλων των νόμιμων αποζημιώσεων και ότι αυτός έλαβε σύνταξη λόγω γήρατος. Ότι παρόλο που πληρούσε τις προϋποθέσεις, είχαν δε ληφθεί οι σχετικές αποφάσεις του ΔΣ της αναιρεσείουσας που ενέκριναν την καταβολή εφάπαξ αποζημίωσης ποσού 14.565 ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 48 παρ. 1 του Οργανισμού της αναιρεσείουσας, και ποσό 5.831 ευρώ ως κίνητρο εθελουσίας εξόδου, κατ' άρθρο 49 παρ. 1 του ίδιου οργανισμού, η αναιρεσείουσα, εν τέλει, αρνήθηκε να του καταβάλει τα ανωτέρω ποσά, συνολικού ύψους 20.506 ευρώ.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, επικουρικά δε επικαλούμενος επιχειρησιακή συνήθεια και την αρχή της ίσης μεταχείρισης, ζητούσε να του καταβληθεί το ποσό των 20.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε μερικότερο ποσό κατέστη απαιτητό και επικουρικά από την επίδοση της αγωγής. Η αγωγή του έγινε δεκτή με την 255/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας που του επιδίκασε το ανωτέρω ποσό, κατά την κύρια βάση της, αλλά με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής, ενώ με την αναιρεσιβαλλομένη απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης.
Σύμφωνα με τις κρίσιμες για τον αναιρετικό έλεγχο παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, οι χρηματικές παροχές των άρθρων 31 παράγραφος 4, 48 και 49 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της αναιρεσείουσας, οι οποίες δεν έχουν αποζημιωτικό χαρακτήρα και δεν καταβάλλονται συνεπεία καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη ή του εργαζομένου και άρα δεν είναι όμοιας φύσης προς την αποζημίωση που προβλέπεται στις διατάξεις του ν.2112/1920, δεν συνιστούν αποζημίωση και μάλιστα πρόσθετη έναντι αυτής που καταβάλλεται βάση του νόμου 2112/1920, αλλά, αντιθέτως, μισθολογική παροχή - κίνητρο αποχώρησης, και, επομένως, δεν εμπίπτουν στον περιορισμό μέχρι του ποσού των 2.250 ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 3 του α.ν. 173/1967.
Όμως, ενόψει της φύσης της αναιρεσείουσας, ως κοινωφελούς επιχείρησης (βλ και ΟλΑΠ 5/2022), η αποζημίωση κατ' άρθρο 48 του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και η πρόσθετη αποζημίωση με αφορμή την εθελούσια έξοδο κατ' άρθρο 49 του Κανονισμού δεν μπορούν να υπερβούν τα όρια του άρθρου 3 του Α.Ν. 173/1967 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 αυτού και 1 παρ. 1 του Ν.Δ. 618/1970, δηλαδή κάθε μία από αυτές δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 2.250 ευρώ (15.000 ευρώ Χ 15% = 2.250 ευρώ).
Οι προβλέψεις του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας δεν υπερισχύουν των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων, με τις οποίες θεσπίσθηκε το ανωτέρω όριο, οι οποίες καταλαμβάνουν τις ένδικες παροχές στους εργαζομένους της Δ.Ε.Υ.Α.Λ. Άλλωστε, και στις εν λόγω διατάξεις του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας περιλαμβάνεται η επιφύλαξη "εφόσον δεν περιορίζεται ρητά από το Νόμο" (άρθρο 48 παρ. 1 του Κανονισμού).
Κατ' ακολουθία αυτών, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ενόψει του ότι α) η Δ.Ε.Υ.Α. Λάρισας αποτελεί δημοτική επιχείρηση κοινωφελούς χαρακτήρα, η οποία, ανεξαρτήτως της μορφής Ν.Π.Ι.Δ. και του χαρακτηρισμού της ως επιχείρησης ειδικού σκοπού (άρθρο 252 παρ. 4 του ν.3463/2006) παρέχει αγαθά ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο και ελέγχεται από το Δήμο Λάρισας και β) οι επίμαχες οικονομικές παροχές, που επιγράφονται η μεν μία στο μεν άρθρο 48 παρ. 1 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της ΔΕΥΑΛ ως "Εφάπαξ Αποζημίωση Τακτικού Προσωπικού", η δε άλλη στο άρθρο 49 παρ. 1 του Οργανισμού ως "Κίνητρο Εθελούσιας Εξόδου", καταβαλλόμενη "ως πρόσθετη αποζημίωση" κατά την αποχώρηση των εργαζομένων από την επιχείρηση εξαιτίας αυτής, εμπίπτουν στην έννοια της πρόσθετης αυτοτελούς αποζημίωσης και επομένως υπόκεινται στον επιβαλλόμενο με το άρθρο 3 του Α.Ν. 173/1967 περιορισμό ως προς το ύψος τους, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω.
Και τούτο διότι οι εν λόγω παροχές, ενόψει του ότι χορηγούνται σε όλους τους απολυόμενους, παραιτούμενους και με οποιονδήποτε τρόπο αποχωρούντες υπαλλήλους, εφόσον βέβαια έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον 20ετή παραμονή στην επιχείρηση, κατά τις αναφερόμενες στις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις του Ο.Ε.Υ Δ.Ε.Υ.Α Λάρισας έχουν αποζημιωτικό χαρακτήρα, καθόσον αποσκοπούν στην αποκατάσταση της ζημίας που υφίσταται ο μισθωτός λόγω της απώλειας της θέσης εργασίας του.
Συνακόλουθα, οι παροχές αυτές, ενόψει και του τρόπου και του χρόνου καταβολής αυτών δεν έχουν μισθολογικό χαρακτήρα, συνδεόμενο με την παροχή της εργασίας, αλλά συνιστούν πρόσθετη αυτοτελή αποζημίωση πέραν εκείνης του ν. 2120/1920 και υπόκεινται στο τιθέμενο με τα άρθρα 2 παρ.2 και 3 παρ. 1 του α.ν. 173/1967 περιορισμό, με αποτέλεσμα τα αιτούμενα ποσά της αγωγής, κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ανώτατο όριο αποζημίωσης των 2.250 ευρώ, που θέτει η ως άνω διάταξη (15.000 ευρώ Χ 15% = 2.250 ευρώ) για τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, να μην είναι νόμιμα (ΑΠ 1493/2018).
Τον περιορισμό αυτό έπρεπε να λάβει υπόψη του το δικαστήριο αποδεχόμενο το σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας και να απορρίψει την αγωγή κατά το επί πλέον ποσό. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, για παραβίαση ουσιαστικού νόμου και δη των άρθρων 2 παρ.2 και 3 παρ. 1 του α ν. 173/1967 είναι βάσιμος.
Ο δεύτερος όμως λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 560 αριθμ.1 ΚΠολΔ με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 30 του ν.4024/2011 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο γιατί η εν λόγω διάταξη αφορά όπως προκύπτει από το σκοπό των διατάξεων του ν. 4024/2011 και την οικεία αιτιολογική έκθεση κατάργηση από 1.11.2011 των αναφερομένων επιδομάτων, αμοιβών και αποζημιώσεων, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων κίνησης των υπαλλήλων που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτές κατά την διάρκεια της σύμβασης εργασίας και όχι αποζημίωση οφειλομένη βάσει των οικείων διατάξεων μετά τη λήξη της σύμβασης, όπως στην προκείμενη περίπτωση (ΑΠ 229/2019).
Η προσβαλλόμενη απόφαση που απέρριψε ως αβάσιμο τον δεύτερο λόγο έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα-εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ισχυριζόταν κατάργηση των επιδίκων αξιώσεων του ενάγοντος σύμφωνα με το άρθρο 30 του ν.4024/2011, ορθά ερμήνευσε και δεν εφήρμοσε την εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, δεχόμενη ότι οι επίδικες παροχές δεν έχουν τη μορφή επιδόματος ή αμοιβής ή αποζημίωσης με αφορμή την παροχή της εργασίας (άρθρο 578 ΚΠολΔ).
Συνακόλουθα η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει κατά το ως άνω κεφάλαιο ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, ενώ πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ.3) δεδομένου ότι δεν κατέστη σαφές αν και ποιο ποσό έχει καταβληθεί στον αναιρεσίβλητο και η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση.
Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, θα πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσίβλητο λόγω της ήττας του [άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 168/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων [2.300] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ