Appeal dismissed for absence but partially allowed to remand sentencing for more favorable law application.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal as unsupported due to their failure to appear in court despite proper summons. However, the court found the appeal admissible regarding the application of the law and ordered a remand for resentencing. The decision was based on the principle that the new, more lenient criminal law applies retroactively to the appellant's case.
Legislator headnote
AI generatedArticles 510, 511, 512, 514 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court may dismiss an appeal for lack of appearance but must remand the case for resentencing if a more favorable substantive criminal law applies retroactively.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2023 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2023/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Ελισάβετ Τσιρακίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Ασπρογέρακα (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Β. Τ. του Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της υπ'αριθμ. ΑΤ 1556/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 01 Απριλίου 2019 αίτησή της, που ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Πειραιώς, Ευρυδίκης Καββαδία, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 6/2019 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 890/2019.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 512 παρ. 1 εδ. γ' του Κ.Ποιν.Δ. (όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4620/2019 με έναρξη ισχύος την 1η Ιουλίου 2019), "Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ή στην Ολομέλειά του", κατά δε την διάταξη του άρθρου 514εδάφ.
α' Κ.Ποιν.Δ., "Αν δεν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η αίτησή του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη και μπορεί να καταδικασθεί σε χρηματική ποινή έως εκατό ευρώ". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και προς εκείνη της παρ. 3 εδ. α' του άρθρου 512 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία "οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο", προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου ο αιτών την αναίρεση, ήτοι δεν εμφανισθεί προσηκόντως με συνήγορο ή δεν εκπροσωπηθεί από συνήγορο, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα ανωτέρω άρθρα 155-162 Κ.Ποιν.Δ.
και μέσα στην προθεσμία που ορίζει το άρθρο 166 του ίδιου Κώδικα, για να παραστεί στη συζήτηση, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη και επιβάλλονται στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 578 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. (όπως αναριθμήθηκε με το ν. 4620/2019). Κατ' εξαίρεση, όμως, σύμφωνα με το ίδιο παραπάνω άρθρο 514 εδ.
γ' του Κ.Ποιν.Δ. ακόμα και αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως: α) παραθέτει το σχετικό άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόστηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν αυτό δεν έχει παρατεθεί σε αυτή ή έχει παρατεθεί εσφαλμένα και β) εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της απόφασης (άρθρο 511)".
Στην προκειμένη περίπτωση, από το με ημερομηνία 8-8-2019 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτ/κών Πειραιά Ι. Γ., προς τον ενήλικο σύνοικο γιο της αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι αυτή κλητεύθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, κατά τα άρθρα 155 παρ. 1 εδ. β' και 166 του Κ.Ποιν.Δ., με επίδοση της υπ' αριθμόν 890/2019 κλήσεως της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, προκειμένου να παραστεί στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (2.10.2019) για να υποστηρίξει την υπό κρίση από 1-4-2019 αίτησή της για αναίρεση της υπ' αριθμόν ΑΤ 1556/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία αυτή καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για την αξιόποινη πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98 παρ. 1, 222 Π.Κ.), σε ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών, μετατραπείσα προς πέντε (5) ευρώ, ημερησίως.
Η αναιρεσείουσα, όμως, δεν εμφανίσθηκε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατά την ως άνω δικάσιμο (2.10.2019) ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο έκθεμα. Παρά, όμως, την ερημοδικία της αναιρεσείουσας, πρέπει να ερευνηθεί η πιο πάνω αίτηση, ως προς το παραδεκτό αυτής, λόγω της επιβαλλόμενης αυτεπάγγελτης εφαρμογής μεταγενεστέρων της δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως διατάξεων του νέου Π.Κ., που είναι επιεικέστερες για την αναιρεσείουσα (άρθρα 514 εδ.
δ' και 511 εδ. δ' του Κ.Ποιν.Δ.), όπως κατωτέρω αναφέρεται.
Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον.
Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετο κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος", ενώ κατά το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους.
Επίσης δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός πού περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις".
Αναλόγου περιεχομένου είναι και η αντίστοιχη διάταξη του νέου Π.Κ. (Ν. 4619/2019), ισχύοντος από 1-7-2019 (βλ. άρθρ. 460 αυτού). Περαιτέρω, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.
Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου Π.Κ., ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.
Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη, επί πλημμελημάτων, λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.
Κατά το άρθρο 222 του Π.Κ., όπως αυτό ίσχυε μέχρι την 30η.6.2019, "Όποιος με σκοπό να βλάψει άλλον αποκρύπτει, βλάπτει ή καταστρέφει έγγραφο του οποίου δεν είναι κύριος ή δεν είναι αποκλειστικά κύριος ή που άλλος έχει δικαίωμα, κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου, να ζητήσει την παράδοση ή την επίδειξή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών". Ήδη, με το νέο Ποινικό Κώδικα (ν.4619/2019), που ισχύει από 1η.7.2019, τροποποιήθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 222 μόνον ως προς την ποινική μεταχείριση του δράστη και ορίζεται ότι "...τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή". Η τελευταία αυτή διάταξη του εν λόγω άρθρου 222 Π.Κ. είναι επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο από την προηγούμενη του ιδίου άρθρου, που προέβλεπε μόνο ποινή φυλακίσεως, εφόσον προβλέπει, κατά την επιβολή της ποινής από το Δικαστήριο, την διαζευκτική επιλογή μεταξύ της ποινής φυλακίσεως (που ήδη προϋπήρχε) και της χρηματικής ποινής, η οποία τέθηκε μετά την κατά τα άνω τροποποίηση του άρθρου αυτού.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμόν ΑΤ 1556/2019, απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, η αναιρεσείουσα κρίθηκε ένοχη της αξιόποινης πράξης της υπεξαγωγής εγγράφων κατ' εξακολούθηση και συγκεκριμένα του ότι: "Στον Πειραιά, κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη Μαΐου 2012 έως τις αρχές Ιουλίου 2012, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με σκοπό να βλάψει άλλον, απέκρυψε έγγραφα των οποίων δεν είναι κυρία και που άλλος έχει δικαίωμα, κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου, να ζητήσει την παράδοση ή την επίδειξή τους και συγκεκριμένα υπό την ιδιότητα της εντολοδόχου, που είχε αναλάβει την υπόθεση συνταξιοδότησης των εγκαλούντων Ν.
Μ., Ν. Β. και Α. Μ., αρνήθηκε να επιστρέψει στους ιδιοκτήμονες, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των ανωτέρω, τα ένσημα του ΙΚΑ από το Σεπτέμβριο του 1976 έως και τον Οκτώβριο του 1990, που αφορούν στον Ν. Μ., τα ένσημα του ΙΚΑ από το έτος 1971 έως και το Σεπτέμβριο του 1977, καθώς και δυο βιβλιάρια ενσήμων του ΤΕΒΕ για το χρονικό διάστημα από το έτος 1987 έως το έτος 2000, που αφορούν στον Ν.
Β. και τα ένσημα του ΙΚΑ από το Φεβρουάριο του 1986 έως και τον Απρίλιο του 2012, που αφορούν στην Α. Μ., τα οποία τους ήταν απολύτως απαραίτητα για την ολοκλήρωση της διαδικασίας συνταξιοδότησής τους.".
Για την ως άνω πράξη επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα -κατηγορουμένη από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών, την οποία το Δικαστήριο της ουσίας μετέτρεψε σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως. Μετά τη δημοσίευση, όμως, της προσβαλλομένης αποφάσεως, δημοσιεύθηκε ο ν. 4619/2019 (νέος Ποινικός Κώδικας), με έναρξη ισχύος στις 1.7.2019, με τον οποίο, όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε, στο άρθρο 222, που αφορά την υπεξαγωγή εγγράφων, προστέθηκε διαζευκτικά στην ήδη υπάρχουσα ποινή φυλακίσεως έως δύο ετών και η χρηματική ποινή και έτσι κατέστη επιεικέστερη η εν λόγω διάταξη έναντι της προηγουμένης, με βάση την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα για την παραπάνω πράξη στην προαναφερόμενη ποινή φυλακίσεως, αφού το Δικαστήριο μπορεί πλέον με την εφαρμογή της νέας διατάξεως, κατά την επιβολή της ποινής, να επιλέξει μεταξύ των δύο αυτών ποινών, που προβλέπονται με την ευνοϊκότερη αυτή για την κατηγορούμενη - αναιρεσείουσα διάταξη, η οποία και είναι εφαρμοστέα εν προκειμένω, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.
Συντρέχει, επομένως, νόμιμη περίπτωση αυτεπάγγελτης εφαρμογής από τον Άρειο Πάγο του ως άνω επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου (άρθρα 511εδ. δ' και 514 εδ. δ' στοιχ. β' Κ.Ποιν.Δ.). Επίσης, όπως και στη μείζονα σκέψη αναφέρθηκε, ο 'Αρειος Πάγος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 514 εδ. δ' στοιχ. α' του Κ.Ποιν.Δ., πρέπει, αυτεπαγγέλτως, να παραθέσει στην προσβαλλόμενη απόφαση, με αριθμό ΑΤ-1556/2019 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, την εφαρμοσθείσα άνω διάταξη του άρθρου 222 του Π.Κ, την οποία παρέλειψε από παραδρομή να παραθέσει το Δικαστήριο της ουσίας στην οικεία θέση των πρακτικών της απόφασης αυτής κατά την αναγραφή των άρθρων του Π.Κ.
που εφάρμοσε για την ενοχή της κατηγορουμένης και την εν συνεχεία επιβολή της ποινής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό.
Κατ' ακολουθία, επομένως, των παραπάνω αναφερθέντων, παρά την ερημοδικία της αναιρεσείουσας και, ενόψει του ότι η κρινόμενη από 1-4-2019 αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή, ως ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως, περιέχουσα δε ως λόγους αναιρέσεως την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ.), πρέπει, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, λόγω του ισχύοντος επιεικέστερου ποινικού νόμου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις περί ποινής διατάξεις της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προκειμένου να γίνει νέα επιμέτρηση της ποινής, με νέα ως προς αυτή συζήτηση της υποθέσεως, στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από τους ίδιους δικαστές και, αν τούτο δεν είναι δυνατόν, από άλλους (άρθρο 522 Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, απορριπτομένης κατά τα λοιπά, ως ανυποστήρικτης, της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΑΡΑΘΕΤΕΙ στην προσβαλλόμενη, υπ' αριθμόν ΑΤ-1556/2019, απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς το μη αναγραφέν, από παραδρομή, άρθρο 222 του Π.Κ., στην 25η σελίδα και στον 6ο στίχο αυτής.
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθμόν ΑΤ-1556/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, ως προς τις περί ποινής διατάξεις της.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, που αφορά στην επιβολή ποινής, για νέα κατά τούτο συζήτηση αυτής στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από τους ίδιους δικαστές που δίκασαν την υπόθεση και, αν τούτο δεν είναι δυνατόν, από άλλους δικαστές.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την από 1-4-2019 αίτηση της Β. Τ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της ανωτέρω αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ