2023/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαΐου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/4/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 87/2010 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/7/2011 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1784/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 9/1/2014 κλήση της.
Legislator headnote
AI generated2023/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2023 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2023/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα (κωλυομένων των Αρεοπαγιτών Δημητρίου Μουστάκα και Ασπασίας Καρέλλου), Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαΐου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Π. Α. - Β. Θ. Ο.Ε. ΜΗΧΑΝΕΣ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΚΑΙ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΕΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Γιαννακάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Π. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/4/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 87/2010 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/7/2011 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1784/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 9/1/2014 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 16/3/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του δευτέρου.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 1-7-2011 αίτηση αναιρέσεως νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 9-1-2014 κλήση της αναιρεσείουσας, μετά την έκδοση της 1784/2013 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 21-5-2013. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση παραστάσεως, αν και κλητεύθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με παραγγελία της επισπεύδουσας τη συζήτηση αναιρεσείουσας, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λιβαδειάς Σ. Ε. Μ.. Στον αναιρεσίβλητο έχει επιδοθεί επίσης ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λιβαδειάς Θ. Δ. Ρ.. Επομένως, πρέπει να χωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου (αρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος "επιδίκασε" του εν λόγω άρθρου νοείται με την ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε για μη αιτηθέν ή περισσότερο από το αιτηθέν. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος με την από 13-4-2003 αγωγή του, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του δικογράφου της, που παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ισχυρίστηκε ότι η αναιρεσείουσα του οφείλει, μεταξύ άλλων, για διαφορές αποδοχών του δευτέρου εξαμήνου 2002 το ποσό των 4.015,21 €, για επίδομα εορτών Χριστουγέννων έτους 2002 το ποσό των 1.598 €, για επίδομα αδείας ιδίου έτους το ποσό των 844 € και για αποδοχές των ημερών αδείας, ιδίου έτους, το ποσό των 3.376 €. Συνολικά δε για τις παραπάνω αιτίες ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 7.522,51 € (αντί του ποσού των 9.833,21 €, που προκύπτει από το άθροισμα των παραπάνω κονδυλίων). Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα) για τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 8.532,68 €, δηλαδή περισσότερα από όσα ζητήθηκαν με την αγωγή για τα εν λόγω αγωγικά κονδύλια, ήτοι επιδίκασε επί πλέον 1010,17 ευρώ . Έτσι, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔικ πρώτος λόγος αναιρέσεως, που αναφέρεται σε επιδίκαση περισσοτέρων από όσα ζητήθηκαν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, εκτός των άλλων, και τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν εδώ: "Την 1.1.2001 η εναγόµενη οµόρρυθµη εταιρεία......, προσέλαβε τον ενάγοντα, δυνάµει προφορικής συµβάσεως εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως τεχνικός Η/Υ Συστηµάτων και μηχανών γραφείου, αντί των συµφωνηµένων κατώτερων (κατά τις ΕΓΣΣΕ) νόµιµων αποδοχών και να ασχολείται καθηµερινά από ώρα 09.00 έως 17.00 και το Σάββατο από ώρα 09.00 έως 15.00.
Στο πλαίσιο αυτής της σύµβασης ο ενάγων, ο οποίος είχε ολοκληρώσει µε επιτυχία το πρόγραµµα κατάρτισης τεσσάρων εξαµήνων για την παραπάνω ειδικότητα του τεχνικού Η/Υ Συστηµάτων και Μηχανών γραφείου, προσέφερε τις υπηρεσίες του µέχρι 2.12.2002 καθηµερινά από ώρα 09.00 έως 21.30 και τα Σάββατα από ώρα 09.00 έως 18.00.
Δηλαδή, εργαζόταν εβδοµαδιαίως 71,5 ώρες (=31,5 ώρες πέραν του νόµιµου 40ώρου). Έτσι, κατά το χρονικό διάστηµα: α) από 1.1.2001 έως 31.3.2001 παρείχε εβδοµαδιαία υπερεργασία 8 ωρών και υπερωρία 23,5 ωρών και συνολικά υπερεργασία 104 ωρών (13 εβδομάδες Χ 8 ώρες) και υπερωρία 305,5 ωρών (13Χ23,5), β) από 1.4.2001 έως 30.6.2001 (οπότε ίσχυε το άρθρο 4 του ν. 2874/2000) εργάστηκε υπερωριακά 409,5 ώρες (31,5 ώρες Χ 13 εβδοµάδες) εκ των οποίων οι πρώτες 120 αφορούσαν ιδιόρρυθµη υπερωριακή απασχόληση και οι υπόλοιπες 289,5 παράνοµη υπερωριακή απασχόληση για την οποία δικαιούται αποζηµίωση ίση µε το 250% του καταβαλλόµενου ωροµισθίου για κάθε ώρα µη νόµιµης υπερωρίας), γ) από 1.7.2001 µέχρι 31.12.2001, δηλαδή για 26 εβδοµάδες συνέχισε να εργάζεται υπερωριακά για 819 ώρες, δ) από 1.1.2002 έως 30.6.2002 απασχολήθηκε υπερωριακά επί 819 ώρες (26 εβδοµάδες Χ 31,5 ώρες την εβδοµάδα) και ε) κατά το χρονικό διάστηµα από 1.7.2002 έως 2. 12. 2002, δηλαδή για 22 εβδοµάδες συνέχισε να παρέχει στην εναγόµενη εβδοµαδιαίως υπερωριακή απασχόληση 31,5 ωρών και συνολικά πραγµατοποίησε υπερωρίες 693 ωρών.
Στις 2.12.2002 η εναγόµενη κατήγγειλε την ένδικη σύµβαση εργασίας του χωρίς να του καταβάλει και τη νόµιµη αποζηµίωση απολύσεως. Η εναγόµενη, κατά τη διάρκεια της εργασίας του, δεν του κατέβαλε τις πλήρεις, κατά τις ισχύουσες ΕΓΣΣΕ (των ετών 2000 - 2001 και 2002 - 2003), µηνιαίες (κατώτερες) αποδοχές, αλλά και τη νόµιµη αµοιβή του για την υπερωριακή απασχόλησή του.
Του κατέβαλε, για τις αιτίες αυτές, μικρότερα ποσά, όπως και ο ίδιος συνομολογεί, προαφαιρώντας αυτά με την αγωγή του. Δεν του κατέβαλε, ακόµη τα δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα των ετών 2001 και 2002, το επίδοµα αδείας 2001, την αποζηµίωση αδείας (στις αντίστοιχες αποδοχές αδείας προσαυξηµένες κατά 100%, σύµφωνα µε το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1955) για τα έτη 2001 και 2002, γιατί δεν του χορήγησε τις άδειες καίτοι αυτές ζητήθηκαν.
Έτσι, για τις παραπάνω αιτίες, η εναγόµενη οφείλει ακόµη στον ενάγοντα τα ακόλουθα, ακαθάριστα (µικτά) ποσά, όπως αυτά, προκύπτουν (µετά την αφαίρεση των ήδη καταβληθέντων), σύµφωνα µε τις ως άνω ΕΓΣΣΕ, χωρίς σ' αυτά να υπολογίζεται και το αιτούµενο αρχικά (µε την αγωγή) επίδοµα ειδικών συνθηκών και επικίνδυνης εργασίας (σε ποσοστό 10% επί των βασικών µισθών), καθόσον γι' αυτό το κονδύλιο, ο ενάγων (εφεσίβλητος), µετά την αναίρεση, κατά τούτο (όπως αναφέρθηκε), της υπ' αριθµ. 5/2006 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, παραιτήθηκε παραδεκτά, µε δήλωσή του στα πρακτικά (βλ.
και τις έγγραφες προτάσεις του) : 1) Για διαφορές µηνιαίων αποδοχών (µισθών), αµοιβής υπερεργασίας και νόµιµης υπερωρίας και αποζηµίωσης παράνοµης υπερωριακής απασχόλησης: α) από 1.1.2001 µέχρι 30.6.2001 το ποσό των 4.940,42 ευρώ, β) από 1.7.2001 έως 31.12. 2001 το ποσό των 3.261,25 ευρώ, γ) από 1.1.2002 έως 30.6.2002 το ποσό των 3.597,09 ευρώ και δ) από 1.7.2002 έως 2.12.2002 το ποσό των 3.245,30 ευρώ. 2) Για δώρα εορτών Πάσχα των ετών 2001 και 2002 τα ποσά των 623,22 ευρώ και 747,13 ευρώ, αντίστοιχα, 3) Για δώρα Χριστουγέννων 2001 και 2002 τα ποσά των 1.498,56 ευρώ και των 1.452,23 ευρώ. 4) Για επίδοµα αδείας των ετών 2001 και 2002 τα ποσά των 719,31 ευρώ και των 767,03 ευρώ, αντίστοιχα και 5) Για αποζηµίωση λόγω µη χορήγησης αδείας ετών 2001 και 2002 τα ποσά των 2.877,24 ευρώ και των 3.068,12 ευρώ, αντίστοιχα.
Και τέλος, 5) η εναγόµενη δεν κατέβαλε και τη νόµιµη αποζηµίωση απολύσεως ποσού 3.579,47 ευρώ. Δηλαδή,- συνεχίζει το Εφετείο - συνολικά η εναγόμενη, όπως αυτή μάλιστα δεν προβάλλει με την έφεσή της και τους πρόσθετους λόγους καμία ειδικότερη αιτίαση ως προς τον τρόπο υπολογισμού κάθε επί μέρους ποσού (η αιτίασή της αφορά το συνυπολογισμό στις νόμιμες αποδοχές και του παραπάνω επιδόματος ειδικών συνθηκών), οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 30.376,37 ευρώ..".
Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσης, γιατί δεν έχει αιτιολογία και ειδικότερα δεν προκύπτει από αυτή "αν συνυπολόγισε ή όχι και τα ποσά που αντιστοιχούν στο 10 % που αφορά το επίδομα ειδικών (συνθηκών και επικίνδυνης εργασίας) ποσόν, το οποίον η προηγούμενη ως άνω υπ' αριθμ. 1678/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου έκρινε ότι δεν έπρεπε να υπολογιστεί για τον υπολογισμό και των ως άνω κονδυλίων, τα οποία και επιδίκασε...".
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο για τον υπολογισμό των ως άνω κονδυλίων, όπως βεβαιώνει, δεν συνοπολόγισε το επίδομα αυτό (10%), για το οποίο άλλωστε δεν υπήρχε στάδιο έρευνας, αφού από αυτό παραιτήθηκε νομίμως ο αναιρεσίβλητος. Μετά ταύτα πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση ως προς τον πρώτο λόγο της και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 87/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν σύμφωνα με τ'ανωτέρω.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012 και την εκ νέου αντικατάστασή του από το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αρ. 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για παραπέρα εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά το κεφάλαιο (αίτηση παροχής έννομης προστασίας), στο οποίο αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνο που συνέχεται αρρήκτως προς τα αναιρεθέν.
Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή κ.λ.π.
Στην προκείμενη περίπτωση, επειδή αναιρείται απόφαση του Εφετείου Λαμίας , στο οποίο είχε παραπεμφθεί η υπόθεση, ύστερα από προηγηθείσα αίτηση αναιρέσεως κατά της 5/2006 απόφασής του, η οποία (αίτηση) έγινε δεκτή με την 1678/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, το Δικαστήριο τούτο είναι υποχρεωμένο, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, να κρατήσει και δικάσει την υπόθεση κατ'ουσίαν.
Επομένως, μετά την αναίρεση της αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και αφού δικαστεί η έφεση μόνο κατά το ανωτέρω αναιρεθέν μέρος, πρέπει να επιδικαστεί στον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα), για τα άνω αγωγικά κονδύλια, το ποσό που επιδίκασε το Εφετείο, μειωμένο κατά το ποσό των 1010,17 ευρώ, που επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος, ήτοι να επιδικαστεί το ποσό των 7.522,51 ευρώ.
Για την ενότητα, όμως, της καταψηφιστικής διάταξης που θα περιληφθεί στην παρούσα απόφαση και την εκτέλεσή της πρέπει να υποχρεωθεί η εναγόμενη (αναιρεσείουσα) να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα το ποσό των 29.366,20 ευρώ (30.376,37 - 1010,17), με το νόμιμο τόκο, σύμφωνα με τις διακρίσεις της εφετειακής απόφασης , η οποία δεν έχει προσβληθεί κατά τούτο.
Τέλος, ο αναιρεσίβλητος, που εν μέρει ηττάται, πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων (άρθρα 178, 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, την 87/2010 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.
Κρατεί την υπόθεση.
Δικάζοντας εκ νέου επί της εφέσεως.
Δέχεται κατά ένα μέρος την από 13-4-2003 (αριθ. εκθ. 8/2003) αγωγή.
Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των είκοσι εννέα χιλιάδων τριακοσίων εξήντα έξι ευρώ και είκοσι λεπτών (29.366,20 ευρώ), νομιμότοκα κάθε επί μέρους ποσού, κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό (της αποφάσεως του Εφετείου) διακρίσεις.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα) σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ