2023/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα (επειδή κωλύεται η Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη) και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2023/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η σύμβαση για την παροχή των ως άνω υπηρεσιών είναι αορίστου χρόνου ακόμη και αν έχει συναφθεί για ορισμένο χρόνο και λύεται με έγγραφη καταγγελία και του εντολέα και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, ενώ μέχρι της πλήρους καταβολής αυτής οφείλονται οι αποδοχές, η δε αξίωση περί καταβολής της απορρέει από σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2023 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2023/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα (επειδή κωλύεται η Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη) και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αθανάσιο - Μιλτιάδη Κόκκινο και Γεώργιο Δαούτη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Ευθυμιάδη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις και 2) Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, ν.π.δ.δ., που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γιάννα Παναγοπούλου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-2004 αγωγή της ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22364/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1535/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-8-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 20-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 74, 80 παρ.3 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά στην πρόσθετη παρέμβαση, σε κάθε όμως περίπτωση ο προσθέτως παρεμβάς καλείται στη συζήτηση της αναιρέσεως. Επομένως, η κρινόμενη αναίρεση, κατά το μέρος της που απευθύνεται κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, ο οποίος είχε παρέμβει προσθέτως υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά την πρωτόδικη δίκη, χωρίς να αναλάβει το δικαστικό αγώνα, οι δε λόγοι της αναιρέσεως δεν αφορούν στην πρόσθετη παρέμβαση, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 38, 44, 63 παρ.1 έως 5 και 94 του Ν.Δ 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", που λαμβάνονται υπόψη σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 επ. του ΑΚ, συνάγεται ότι η παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια, ετήσια ή μηνιαία, αμοιβή, που επιτρέπεται κατ΄ εξαίρεση στο δικηγόρο, ρυθμίζεται από τον Κώδικα αυτό και συμπληρωματικά από τους ορισμούς του Αστικού Κώδικα περί των συμβάσεων ανεξαρτήτων υπηρεσιών και εντολής, εφόσον δεν αντίκειται στο δημόσιο χαρακτήρα της εν λόγω σχέσεως.
Η σύμβαση για την παροχή των ως άνω υπηρεσιών είναι αορίστου χρόνου ακόμη και αν έχει συναφθεί για ορισμένο χρόνο και λύεται με έγγραφη καταγγελία και του εντολέα και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, ενώ μέχρι της πλήρους καταβολής αυτής οφείλονται οι αποδοχές, η δε αξίωση περί καταβολής της απορρέει από σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής.
Στην περίπτωση κατά την οποία για το προσωπικό του εντολέα ισχύει κανονισμός, που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία αυτού, η καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως από τον εντολέα μπορεί να γίνει μόνο για σπουδαίο λόγο, ενώ αυτή είναι άκυρη αν δεν περιβληθεί τον έγγραφο τύπο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 παρ.4α του ανωτέρω Κώδικα, κατ΄ εξαίρεση επιτρέπεται στο δικηγόρο η παροχή καθαρά νομικών εργασιών με πάγια, ετήσια ή μηνιαία, αμοιβή είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου, είτε ως δικηγόρου.
Με την έννοια της διατάξεως αυτής, ως δικαστικός ή νομικός σύμβουλος νοείται ο δικηγόρος, ο οποίος, ανεξάρτητα από τον τίτλο της θέσεως, που κατέχει και την ονομασία, που έλαβε κατά την πρόσληψή του ή μετέπειτα ως δικηγόρος ή νομικός σύμβουλος ή νομικός συνεργάτης, δεν ασχολείται, εκπληρώνοντας τις υποχρεώσεις του προς τον εντολέα, με τη δικαστική εκπροσώπηση και το χειρισμό δικαστικών υποθέσεων αυτού έναντι τρίτων, αλλά περιορίζεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην παροχή νομικών συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων ή στην κατεύθυνση του χειρισμού των υποθέσεων από άλλους δικηγόρους.
Τέλος, κατά το άρθρο 166 εδ. α' του αυτού ως άνω Κώδικα, κάθε άλλη εργασία δικηγόρου εξώδικη, η οποία δεν απαγορεύεται από το νόμο και μπορεί να εκτελεσθεί και από οποιοδήποτε άλλο εντολοδόχο, αμείβεται κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου, εκτός αν υπάρχει συμφωνία περί αμοιβής, που αποδεικνύεται εγγράφως.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Η αναιρεσίβλητη δικηγόρος τη 1-1-2001 προσλήφθηκε άτυπα από την αναιρεσείουσα Τράπεζα, η οποία διέπεται από εσωτερικό Κανονισμό λειτουργίας του προσωπικού της, με σύμβαση έμμισθης εντολής για αόριστο χρόνο, προκειμένου να παρέχει σ' αυτή τις νομικές της υπηρεσίες ως νομική σύμβουλος πλήρους και αποκλειστικής απασχολήσεως με την αναφερόμενη πάγια μηνιαία αντιμισθία.
Η αναιρεσίβλητη είχε ως τόπο παροχής των υπηρεσιών της τα γραφεία της αναιρεσείουσας, που βρίσκονται ση ......... και επί της οδού ........., όπου η τελευταία διατηρούσε οργανωμένη νομική υπηρεσία και τελούσε υπό τις οδηγίες του ιεραρχικά υπεύθυνου δικηγόρου στο τμήμα της νομικής υπηρεσίας αυτής στη ........ Η αναιρεσείουσα τη 1-9-2001 δημιούργησε ειδικό τμήμα νομικής υπηρεσίας, που στεγάσθηκε στη ......
και επί της οδού ....... αριθ. .... στο συγκρότημα "........", όπου στεγαζόταν η διεύθυνση στεγαστικών δανείων Βόρειας Ελλάδος και η διεύθυνση στεγαστικής πίστης αυτής. Το εν λόγω ειδικό τμήμα νομικής υπηρεσίας, που ήταν αρμόδιο για τη νομική κάλυψη των ως άνω διευθύνσεων και ολόκληρης της περιοχής της Βόρειας Ελλάδος (71 καταστήματα), τελούσε υπό τη διεύθυνση της αναιρεσίβλητης, η οποία συγχρόνως ήταν υπεύθυνη και για την περιοχή της Θεσσαλίας (16 καταστήματα) μέχρι να δημιουργηθεί το ανάλογο τμήμα στο Βόλο.
Σ' αυτή παραχωρήθηκε χώρος γραφείου και της χορηγήθηκε υπηρεσιακή σφραγίδα της νομικής υπηρεσίας, ενώ η ίδια εργαζόταν καθημερινά από τη 09.00 ώρα μέχρι τη 17.00 ώρα ως νομική σύμβουλος της αντιδίκου της Τράπεζας. Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι στα καθήκοντα της αναιρεσίβλητης περιλαμβάνονταν ειδικότερα α) η παροχή νομικών συμβουλών για τη διαφύλαξη και την προστασία των συμφερόντων της αναιρεσείουσας στις συναλλαγές της με δανειολήπτες και συγκεκριμένα, στην παροχή νομικών συμβουλών κυρίως στους υπαλλήλους των καταστημάτων, αμφοτέρων των ως άνω διευθύνσεων, β) ο νομικός έλεγχος των συμβολαίων και των πιστοποιητικών, που συνόδευαν αυτά, για την ορθή νομική τους τάξη, η οποία απαιτείτο για τη χορήγηση των στεγαστικών και των επαγγελματικών δανείων σε πελάτες της πριν από την υπογραφή εκάστης δανειακής συμβάσεως, γ) η ανάθεση και ο συντονισμός των δικαστικών υποθέσεων στους απασχολούμενους από την αναιρεσείουσα με το σύστημα της κατ΄ αποκοπή αμοιβής 85 δικηγόρους, τους οποίους συντόνιζε και επόπτευε η αναιρεσίβλητη, για την εγγραφή συναινετικών προσημειώσεων υποθήκης προς εξασφάλιση των χορηγουμένων σε πελάτες αυτής στεγαστικών και επαγγελματικών δανείων, η παραλαβή και ο έλεγχος των απαντήσεων και των ενεργειών των εξωτερικών δικηγόρων, η παράδοση αυτών στη συνέχεια στη διεύθυνση στεγαστικής πίστης και γενικότερα, η εποπτεία όλων των απαιτουμένων ενεργειών, δ) η κατεύθυνση του χειρισμού των υποθέσεων των ανωτέρω δανείων με οδηγίες προς τους δικηγόρους για την έρευνα της ακίνητης περιουσίας, το είδος του νομικού ελέγχου αυτής, την εντολή για τη σύνταξη αιτήσεως εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης και την εγγραφή αυτής μετά την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως στο υποθηκοφυλάκειο, ε) η επιμέλεια των διοικητικών υποθέσεων του τμήματος της, ήτοι η διαβίβαση εγγράφων αναθέσεων στα καταστήματα, ο έλεγχος των αδειών των κατ΄ αποκοπή δικηγόρων, η καταγραφή των προσημειώσεων υποθήκης, ή των τυχόν ελλείψεων, που παρατηρούνταν κατά το νομικό έλεγχο στο "κομπιούτερ" του γραφείου της, ώστε να υπάρχει αρχείο για όλες τις ενέργειες των εν λόγω δικηγόρων του τμήματος και να είναι άμεση ή παρακολούθηση των υποθέσεων, καθώς και η υπηρεσιακή αλληλογραφία με όλες τις αρμόδιες διευθύνσεις της Τράπεζας για νομικά κυρίως ζητήματα.
Επίσης δέχθηκε το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη είχε δικαιώματα υπογραφής εγγράφων, που αφορούσαν όλες τις ως άνω ενέργειες των κατ΄ αποκοπή δικηγόρων και μόνο μετά την έγκρισή της διαβιβάζονταν όλα τα έγγραφα στα αρμόδια κατά τόπους καταστήματα της αναιρεσείουσας, ενώ η ίδια κατά την εκτέλεση των εν λόγω ενεργειών της τελούσε υπό την καθοδήγηση εγγράφων και προφορικών οδηγιών των ιεραρχικά ανωτέρων της δικηγόρων (νομικών συμβούλων) και κυρίως της διευθύντριας νομικών υπηρεσιών αυτής Γ1.
Κατόπιν αυτών το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη παρείχε στην αντίδικό της Τράπεζα νομικές υπηρεσίες, για τις οποίες και προσλήφθηκε ως δικηγόρος και συνεπώς, δεν εργάσθηκε σ'αυτή για τη γραμματειακή υποστήριξη της νομικής υπηρεσίας της, αλλ'άντίθετα υπήρξε νομική της σύμβουλος με πάγια αντιμισθία.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι η ανωτέρω διευθύντρια των νομικών υπηρεσιών της αναιρεσείουσας στις 21-7-2004 ανακοίνωσε προφορικά στην αναιρεσίβλητη ότι η Τράπεζα επιθυμεί τη διακοπή της συμβάσεώς της χωρίς άλλες εξηγήσεις και συγχρόνως ζήτησε απ'αυτή να παραδώσει το γραφείο της, γεγονός το οποίο και έλαβε χώρα, ενώ η αναιρεσείουσα μία εβδομάδα αργότερα προσέλαβε στη θέση της τις αναφερόμενες δύο δικηγόρους. 'Ετσι, η αναιρεσίβλητη δεν αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της, αλλ'αντίθετα απολύθηκε από την Τράπεζα, η δε καταγγελία της συμβάσεώς της από την τελευταία, που έγινε χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου και χωρίς έγγραφο, είναι άκυρη και για το λόγο αυτό η αναιρεσείουσα, μη αποδεχόμενη τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας και οφείλει σ' αυτή τους αναφερόμενους μισθούς υπερημερίας.
Κατόπιν των ανωτέρω εκτιθεμένων, το Εφετείο δέχθηκε κατά ένα μέρος την ένδικη από 7-9-2004 αγωγή της αναιρεσίβλητης, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με την εφαρμογή των πρώτων και τη μη εφαρμογή της τελευταίας, αφού η φύση και το αντικείμενο των ανωτέρω εργασιών της αναιρεσίβλητης υποδηλώνουν ότι πρόκειται περί νομικών υπηρεσιών και όχι περί απλής γραμματειακής υποστηρίξεως και συνεπώς, η τελευταία κατά τη διάρκεια της εργασίας της στην αντίδικό της Τράπεζα ήταν νομική σύμβουλος αυτής υπό την ανωτέρω έννοια του όρου ως παρέχουσα κατά κύριο λόγο νομικές συμβουλές και κατευθύνουσα το χειρισμό των υποθέσεων από τους απασχολούμενους από την αναιρεσείουσα με το σύστημα της κατ΄ αποκοπή αμοιβής ως άνω δικηγόρους, οι οποίοι τελούσαν υπό τις εντολές και τις οδηγίες αυτής.
Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευόμενο τρόπο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των προεκτιθεμένων διατάξεων, που εφάρμοσε και εκείνης του άρθρου 166 του Ν.Δ. 3026/1954, που δεν εφάρμοσε, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρεις και σαφές και δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες στα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ζητήματα αφ' ενός μεν της ιδιότητας της αναιρεσίβλητης κατά της διάρκεια της εργασίας της στην αναιρεσείουσα ως νομικής συμβούλου αυτής με την προαναφερόμενη έννοια του όρου, αφ' ετέρου δε της ακυρότητας της καταγγελίας της ως άνω συμβάσεως της αναιρεσίβλητης, που έγινε άτυπα και χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου από μέρους της εντολέα Τράπεζας, η οποία ενήργησε δια της διευθύντριας των νομικών υπηρεσιών αυτής Γ1, που, όπως προκύπτει με σαφήνεια από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εκπροσωπούσε στην παρούσα περίπτωση νόμιμα αυτή.
Επομένως, οι πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Επειδή, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ πλημμέλεια, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του έγγραφο και συγκεκριμένα, το από 5-7-2004 έγγραφο της αναιρεσείουσας, από το οποίο προέκυπταν οι παρεχόμενες σ'αυτή υπηρεσίες από την αναιρεσίβλητη, που περιορίζονταν στη γραμματειακή διακίνηση εγγράφων και στην καταχώρηση των υποθέσεων στο πρόγραμμα του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείο ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μαρτύρων των διαδίκων, τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων και όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδίκοι, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες της αποφάσεως, όπου μνημονεύονται τα ειδικότερα καθήκοντα της αναιρεσίβλητης, καθώς και η φύση και το αντικείμενο των εργασιών αυτής, συνάγεται αναμφίβολα ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και το ανωτέρω έγγραφο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-8-2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG EUROBANK ERGASIAS A.E." για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 1535/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.-
-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ