Supreme Court dismisses appeal on lawyer's contingent fee and damages claim regarding property ownership suit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a property ownership case. The appellant argued that the lower court erred in calculating his contingent legal fee based only on the successful portion of the property and in awarding insufficient damages for emotional distress. The court held that the lower court correctly applied the law limiting fees to the successful part of the claim and that the amount of damages fell within the lower court's discretionary power, which is not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 92(1), 3, 5 of the Code of Lawyers; Art. 932 of the Civil Code: A lawyer's contingent fee is calculated only on the value of the part of the claim successfully adjudicated, and the amount of damages for moral injury is subject to the lower court's free evaluation without appellate control.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2023 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2023/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..... , δικηγόρου, κατοίκου .... , ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.
Της αναιρεσίβλητης: ..... , κατοίκου .... , η οποία παραστάθηκε με το δικηγόρο της Γεώργιο Μυταλούλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/11/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 178/2003 μη οριστική και 185/2004 οριστική, του ίδιου Δικαστηρίου και 3126/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/10/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 10/10/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο αναιρεσείων ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 92 παρ. 1, 3 και 5 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος Δικηγόρων" (Κ.Δ.), συνάγεται ότι επιτρέπεται ειδική συμφωνία μεταξύ δικηγόρου και εντολέα του, που εξαρτά την αμοιβή του πρώτου από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας, η οποία (αμοιβή) δεν μπορεί να υπερβεί το 20% του αντικειμένου της δίκης, συμφωνία όμως που είναι ισχυρή μόνον όταν ο δικηγόρος αναλαμβάνει την υποχρέωση αφενός μεν να διεξαγάγει την δίκη μέχρι τελεσιδικίας και αφετέρου να μη λάβει αμοιβή σε περίπτωση αποτυχίας.
Ως χρόνος υπολογισμού της αξίας του αντικειμένου λαμβάνεται ο χρόνος της τελεσιδικίας από τον οποίο γεννάται η αξίωση του δικηγόρου. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Στις αρχές Απριλίου 1996 η αναιρεσίβλητη ανέθεσε στον αναιρεσείοντα δικηγόρο την εντολή, να ενεργήσει όλες τις ενδεικνυόμενες δικαστικές και εξώδικες πράξεις, προκειμένου να ευδοκιμήσει η από 3-3-1979 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της (για ακίνητο 428,90 τ.μ.).
Ως δικηγορική αμοιβή του αναιρεσείοντος συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, ότι αυτός, σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεως της δίκης, θα ελάμβανε ποσοστό 20% επί της πραγματικής αγοραίας αξίας του επιδίκου ακινήτου κατά το χρόνο ευδοκιμήσεως της αγωγής. Επίσης συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση αποτυχίας, ουδεμίας αμοιβής θα δικαιούται ο αναιρεσείων καθώς και ότι όλες οι δαπάνες και τα έξοδα για τη διεξαγωγή της δίκης θα βαρύνουν την αναιρεσίβλητη.
Σε εκτέλεση της εντολής της αναιρεσίβλητης, ο αναιρεσείων δικηγόρος άσκησε κατά των αντιδίκων της την από 26-4-1996 έφεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η 3288/17-4-1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή την έφεση και στη συνέχεια εν μέρει δεκτή την από 3-3-1979 αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναγνωρίζοντας ότι η τελευταία είναι κυρία του επιδίκου τμήματος του ακινήτου του οικοπέδου, το οποίο επίδικο τμήμα καθόρισε ότι έχει εμβαδόν 274 τ.μ., καθόσον το υπόλοιπο τμήμα του οικοπέδου ούτε είχε καταληφθεί ούτε είχε αμφισβητηθεί από τους αντιδίκους της αναιρεσίβλητης.
Κατά το χρόνο εκδόσεως της 3288/1997 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που είναι ο χρόνος της ουσιαστικής τελεσιδικίας της διαφοράς, η ανά τετραγωνικό μέτρο αγοραία αξία του ακινήτου αυτού ανερχόταν σε 180000 δραχμές.
Συνεπώς, εφόσον η εναγομένη αναγνωρίσθηκε με την προαναφερομένη απόφαση κυρία του επιδίκου τμήματος του ως άνω οικοπέδου, εμβαδού 274 τ.μ., η δικηγορική αμοιβή του αναιρεσείοντος ανέρχεται σε 9864000 δραχμές (274 τ.μ. Χ180000 δραχ.=49320000 δραχ. χ20%), που αντιστοιχεί σε 28947,91ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου επιδικάσθηκε στον αναιρεσείοντα ως δικηγορική αμοιβή για την εκτέλεση της πιο πάνω εντολής το ποσό των 28947,91 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλάγίου τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 1, 3 και5 του κώδικα δικηγόρων, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δικαιολογούν την εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ορθά ότι, προϋπόθεση να λάβει την συμφωνηθείσα αμοιβή του ο αναιρεσείων είναι να περατωθεί η δίκη τελεσίδικα (και όχι αμετάκλητα) και ότι αυτός δικαιούται αμοιβή μόνο κατά το μέρος που ευδοκίμησε η αγωγή της αναιρεσίβλητης, δηλαδή για 274 τ.μ. του οικοπέδου της, αφού για την υπόλοιπη έκταση του ίδιου ακινήτου δεν ευδοκίμησε η αγωγή.
Επίσης, ορθά δέχθηκε ότι ως χρόνος υπολογισμού της αξίας του αντικειμένου της δίκης λαμβάνεται η τελεσιδικία και όχι ο χρόνος που περατώνεται αμετάκλητα η δίκη. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά τα δύο σκέλη του, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και ο τρίτος και τέταρτος, κατά τα δύο πρώτα σκέλη τους, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της πιο πάνω διάταξης, με την επίκληση του ισχυρισμού ότι το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί ότι, ο αναιρεσείων δικαιούται αμοιβή για όλη την έκταση του ακινήτου, για το οποίο ασκήθηκε η αγωγή, δηλαδή για 428,90 τ.μ.
και να ληφθεί ως χρόνος υπολογισμού της αξίας του αυτός που περατώθηκε αμετάκλητα η δίκη, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Επίσης, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, από του αριθμούς 11 και 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. καθώς και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους προβάλλεται ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα και παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα την ομολογία της αναιρεσίβλητης, που περιεχόταν στα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και την εκτιμώμενη ως δικαστικό τεκμήριο δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, σχετικά με τους παραπάνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος (ότι δηλαδή δικαιούται αμοιβή για ολόκληρο το ακίνητο, για το οποίο ασκήθηκε η αγωγή και ότι ως χρόνος για τον υπολογισμού της αμοιβής του πρέπει να ληφθεί η αξία του ακινήτου αυτού κατά το χρόνο της αμετάκλητης περάτωσης της δίκης), είναι αλυσιτελείς και πρέπει να απορριφθούν, αφού, όπως προαναφέρθηκε, κατά το νόμο λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αμοιβής του δικηγόρου η τελεσιδικία της δίκης και μόνο για το μέρος που ευδοκίμησε η αγωγή.
Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με τη διάταξη αυτή παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, όπως ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, της περιουσιακής και κοινωνικής καταστάσεως των μερών κλπ, και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη, καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής που θεωρεί εύλογο.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επομένως, ο έκτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ, επειδή επιδικάσθηκε στον αναιρεσείοντα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, για την προσβολή της προσωπικότητάς του από την ανάκληση της εντολής, το ποσό των 3000 ευρώ μόνο, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, όπως απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1198/10-10-2005 αίτηση του ..... για αναίρεση της 3126/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα σε πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ