Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds and orders return of improperly paid security deposit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a family court decision regarding child support and custody. The court found the appeal inadmissible because the appellant failed to cite specific procedural defects causing irreparable harm, and the alleged financial arguments did not constitute 'things' under the relevant statute. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs while receiving a refund of the security deposit paid for the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 8 of Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant fails to demonstrate specific procedural violations causing irreparable harm, and arguments regarding the opponent's financial situation do not qualify as 'things' under the law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2022 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2022/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Δ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Ειρηνάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Τ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταματία Μάρκου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/2/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 360/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/12/2019 αίτησή του και τους από 24/10/2022 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 1, 2 και 4 και 576 παρ. 2 και 7 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι εάν τη συζήτηση της αναίρεσης επισπεύδει ο αναιρεσείων και απολείπεται κατ` αυτήν ο αναιρεσίβλητος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, εάν ο τελευταίος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως. Νόμιμη είναι η κλήτευση, εφόσον στον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο έχει επιδοθεί επίσημο αντίγραφο της αναίρεσης με τις κάτω από αυτό πράξεις ορισμού από τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου του αρμόδιου τμήματος και από τον πρόεδρο του τμήματος αυτού της δικασίμου, καθώς και με την κλήση προς παράσταση κατά τη δικάσιμο αυτή.
Αν η κλήτευση δεν είναι νόμιμη, διότι το αντίγραφο της αναίρεσης δεν φέρει τις πιο πάνω πράξεις και την κλήση, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, εφόσον δε μετέχουν περισσότεροι στη δίκη, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 159 παρ. 3, 160 παρ. 1 και 106 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία συνεπάγεται την ακυρότητα αυτής, μόνο όμως στην περίπτωση της συνδρομής του στοιχείου της βλάβης, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί, και της οποίας πρέπει να γίνεται συγκεκριμένα επίκληση από το διάδικο που την υφίσταται.
Θεωρείται, πάντως, ότι δεν υπάρχει δικονομική βλάβη στην περίπτωση που παραβιάσθηκαν διατάξεις, που ρυθμίζουν τη διαδικασία, όταν από την παράβαση που σημειώθηκε δεν επηρεάζεται, ούτε ήταν δυνατόν να επηρεασθεί η δυνατότητα της άμυνας του διαδίκου, ιδίως, δε, δεν υφίσταται τέτοια βλάβη, αν ο καλούμενος παρίσταται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και αντιτάσσει πλήρη υπεράσπιση γι` αυτήν (ΑΠ 1603/ 2024, ΑΠ 91/2024, ΑΠ 1860/2022, ΑΠ 922/2020, ΑΠ 329/2019, ΑΠ 1521/2013).
Επομένως, αν τη συζήτηση της αναίρεσης επισπεύδει ο αναιρεσείων και δεν επιδώσει εμπρόθεσμα την κλήση για τη συζήτηση, δηλαδή πριν από εξήντα ημέρες, όπως επιβάλλει η παραπάνω διάταξη, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, μόνο εφόσον ο αναιρεσίβλητος εμφανιζόμενος κατ` αυτήν, αντιλέγει στην πρόοδο της δίκης, ισχυριζόμενος ότι εξαιτίας της μη εμπρόθεσμης κλήτευσής του δεν μπόρεσε να προετοιμάσει την υπεράσπισή του, διότι τότε η πρόοδος της δίκης, πάσχει από ακυρότητα λόγω δικονομικής βλάβης του αναιρεσίβλητου, κατά το άρθρο 159 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσίβλητη, με τις έγγραφες προτάσεις της, ισχυρίζεται ότι επιδόθηκε σε αυτήν επίσημο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, χωρίς τις κάτω από αυτό πράξεις ορισμού από τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου του αρμόδιου τμήματος και από τον πρόεδρο του τμήματος αυτού της δικασίμου, καθώς και με την κλήση προς παράσταση κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 21ης-11-2022, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και ότι ως εκ τούτου είναι απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται αβάσιμος, καθώς η αναιρεσίβλητη δεν επικαλείται τη συνδρομή του στοιχείου της δικονομικής της βλάβης από τη μη νόμιμη κλήτευσή της, ούτε κάνει αναφορά στην βλάβη που τυχόν υπέστη, ενώ, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της, αυτή παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της Σταματίας Μάρκου, στην οποία, δυνάμει του υπ' αριθ. ...-2024 ειδικού πληρεξουσίου, έδωσε την εντολή να παρασταθεί και να την εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αντέταξε πλήρη υπεράσπιση γι` αυτήν και, συνεπώς, κατά τα προαναφερόμενα, δεν υπάρχει δικονομική βλάβη, αφού από την παράλειψη που σημειώθηκε δεν επηρεάζεται, ούτε ήταν δυνατόν να επηρεαστεί, η δυνατότητα της άμυνάς της, δεδομένου του ότι παρέστη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και αντέταξε πλήρη υπεράσπιση γι` αυτήν καταθέτοντας και έγγραφες προτάσεις.
ΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν ελλείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ισχυρισμοί ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης. Οι διάδικοι στην περίπτωση αυτή καταθέτουν τις προτάσεις είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.
Από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 570 και 577 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η ένσταση απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου, να προβληθεί εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου με έγγραφες προτάσεις, οι οποίες πρέπει να έχουν κατατεθεί είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.
Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της άσκησης αναίρεσης είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της, τη συνδρομή της οποίας εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, βάσει των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης που παραδεκτά επισκοπεί, εκτός εάν το απαράδεκτο συνδέεται με την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων (π.χ.
αποδεικτικό επίδοσης) που προσκομίζει και επικαλείται ο ενιστάμενος αναιρεσίβλητος, ο οποίος εάν κατέθεσε τις έγγραφες προτάσεις του σε προθεσμία μικρότερη των είκοσι (20) ημερών, καθιστά δικονομικώς απαράδεκτη την προβολή με αυτές της ένστασης απαραδέκτου της άσκησης της αναίρεσης, αλλά και τη λήψη για την απόδειξη της ίδιας ένστασης των προσκομιζομένων από αυτόν με τις εκπρόθεσμες προτάσεις αποδεικτικών στοιχείων (όπως π.χ.
αποδεικτικών επίδοσης), που δεν περιλαμβάνονται στα κατ' άρθρον 561 παρ. 2 διαδικαστικά έγγραφα, που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (ΟλΑΠ 412/1981, ΑΠ 548/2019, ΑΠ 413/2017, ΑΠ 512/ 2011, ΑΠ 983/2010, ΑΠ 35/2010).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α' του ν. 1157/12.5.1981 η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών αρχίζει από την επομένη της ημέρας της επίδοσης ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7μ.μ. ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας.
Από τη σαφή διατύπωση της εν λόγω διάταξης, όπως και των ομοίων διατάξεων του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτές, ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνουν, εφαρμόζονται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας, όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων που τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, έτσι ώστε αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει με εξαιρετέα ή Σάββατο αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα (7 μ.μ.) της επόμενης εργάσιμης ημέρας (ΑΠ 792/ 2023, ΑΠ 1355/2023, ΑΠ 400/2022).
Για τον υπολογισμό δε της 20ημερης προθεσμίας κατάθεσης των προτάσεων, με τις οποίες προβάλλονται ισχυρισμοί ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης, ισχύει το άρθρο 144 παρ. 1, ήτοι δεν υπολογίζονται οι ημέρες κατάθεσης των προτάσεων και συζήτησης, ούτε οι αμέσως προηγούμενες της συζήτησης αργίες, Κυριακή και Σάββατο (ΑΠ 445/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνων {άρθρο 681Β του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23.7.2015-Έναρξη ισχύος 1.1.2016)}, υπ' αριθμ. 360/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 87/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της τελευταίας κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντα, κατά το μέρος που ζητούσε την επιδίκαση μηνιαίας διατροφής ατομικά για τον εαυτό της, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος αυτό και, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την έκανε εν μέρει δεκτή και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, ως διατροφή της ιδίας, το ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως και για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών από την επίδοση της αγωγής, με το νόμιμο τόκο.
Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), καθόσον από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δημοσιεύθηκε στις 6-8-2019, επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 27-11-2019, όπως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθ. ...-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Πατρών, Μ.
Π. και από την επισημείωση της ίδιας δικαστικής επιμελήτριας στο σώμα της απόφασης και το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Πατρών στις 27-12-2019, ήτοι πριν την παρέλευση της 30ημερης προθεσμίας από την επίδοσή της στον αναιρεσείοντα. Η αναιρεσίβλητη προβάλλει ένσταση απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης, ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, επικαλούμενη ότι το δικόγραφό της επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα σε προγενέστερο χρόνο, ήτοι στις 9-10-2019, προς απόδειξη δε του ισχυρισμού της επικαλείται και προσκομίζει την υπ' αριθ. ...-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Πατρών, Μ.
Π.
Ωστόσο, το εν λόγω απαράδεκτο προβλήθηκε εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, με τις από 11-3-2024 έγγραφες προτάσεις της, που κατατέθηκαν στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου με τα σχετικά έγγραφα στις 11-3-2024, με αποτέλεσμα η εικοστή ημέρα, από την επομένη της κατά τα άνω κατάθεσης των προτάσεων να συμπίπτει με την 31η-3-2024, ημέρα Κυριακή, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο αυτού του έτους και συνεπώς η πιο πάνω 20ήμερη προθεσμία, παρατεινομένη αντιστοίχως, να λήγει την 7η μ.μ. της επομένης εργάσιμης ημέρας, δηλαδή της 1ης-4-2024, η οποία είναι η ορισθείσα δικάσιμος της υπόθεσης, η συζήτηση της οποίας είχε οριστεί για την 9.30' π.μ. ώρα, μέχρι την οποία όμως δεν είχε συμπληρωθεί η 20ήμερη προθεσμία. Επομένως, είναι δικονομικώς απαράδεκτη η προβολή με αυτές της ένστασης απαραδέκτου της άσκησης της αναίρεσης, αλλά και η λήψη για την απόδειξη της ίδιας ένστασης του προσκομιζομένου από αυτήν αποδεικτικού επίδοσης, που δεν περιλαμβάνεται στα κατ' άρθρον 561 παρ. 2 διαδικαστικά έγγραφα, που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος.
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, είναι παραδεκτοί και οι πρόσθετοι λόγοι, που έχουν ασκηθεί με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 22-11-2022, και στη συνέχεια επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 31-5-2023, ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ). Οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να συνεκδικασθούν με την αίτηση αναίρεσης λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι αυτοί δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά μαζί με την αναίρεση (ΑΠ 921/2019, ΑΠ 507/2017) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο αυτών.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης πρέπει να περιέχει, για την πληρότητα και το παραδεκτό της, μεταξύ άλλων, τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, άρα και το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο και την κατοικία όλων των διαδίκων και των νόμιμων αντιπροσώπων τους, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου του διαδίκου που επιδίδει ή υποβάλλει το δικόγραφο (άρθρ. 118 αριθμ. 3 - βλ. και άρθρα 216-217 του πιο πάνω Κώδικα). Η παράλειψη ή ακόμη και η εσφαλμένη αναγραφή των στοιχείων αυτών συνεπάγεται ακυρότητα του δικογράφου, εφόσον δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του διαδίκου που τα στοιχεία του δεν είναι πλήρη (ΑΠ 1064/2017, ΑΠ 1160/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη με τις από 11-3-2024 έγγραφες προτάσεις της προβάλλει ισχυρισμό περί απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης, για το λόγο ότι στο δικόγραφό της δεν αναγράφονται η ακριβής διεύθυνση κατοικίας της, ο αριθμός φορολογικού της μητρώου και η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) της πληρεξούσιας δικηγόρου της. Ο ισχυρισμός αυτός ανεξαρτήτως του ότι απαραδέκτως προβάλλεται με τις έγγραφες προτάσεις της αναιρεσίβλητης που δεν κατατέθηκαν εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου πριν από είκοσι ημέρες, κατά τα προαναφερόμενα, σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι η παράλειψη των στοιχείων αυτών δεν συνεπάγεται ακυρότητα του δικογράφου της αναίρεσης, εφόσον δεν δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα της αναιρεσίβλητης.
IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390, 1391 και 1493 ΑΚ, προκύπτει ότι οι σύζυγοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, το μέτρο δε της συνεισφοράς αυτής προσδιορίζεται από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή του γίνεται με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματα και την περιουσία και απρόσοδη ακόμη (ΟλΑΠ 9/1991) των συζύγων, ενώ, σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, οπότε έπαυσε να υπάρχει και να λειτουργεί κοινός οίκος και να δημιουργούνται οικογενειακές ανάγκες, εκείνος από τους συζύγους που διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη στο πρόσωπό του αιτία, δικαιούται από τον άλλο, ανεξαρτήτως του εάν ο ένας είναι εύπορος και ο άλλος άπορος, διατροφή σε χρήμα, που προκαταβάλλεται μηνιαίως και υποκαθιστά τη συνεισφορά του υπόχρεου υπό συνθήκες οικογενειακής ζωής.
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, σε περίπτωση που η έγγαμη συμβίωση διακόπηκε, ο σύζυγος που είναι υπόχρεος σε διατροφή του άλλου, απαλλάσσεται από την υποχρέωση αυτή, μόνον όταν η διάσταση επήλθε για λόγους που ανάγονται αποκλειστικά στο πρόσωπο του δικαιούχου, ο οποίος διακόπτει τη συμβίωση από ίδια πρωτοβουλία και υπαιτιότητα και παρά την αντίθετη θέληση του υπόχρεου, ο οποίος επιθυμεί την εξακολούθησή της.
Η υποχρέωση συνεπώς για καταβολή κατά μήνα διατροφής σε χρήμα, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, είναι συνέπεια της κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ υποχρέωσης συνεισφοράς των συζύγων στην αμοιβαία διατροφή αυτών κατά τη διάρκεια του γάμου. Το μέτρο της εν λόγω υποχρέωσης διατροφής του ενός συζύγου από τον άλλο, σε περίπτωση διάστασής τους, καθορίζουν πλέον, όχι οι συνθήκες του έγγαμου βίου, που ήδη δεν υφίσταται, αλλά, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1493 ΑΚ, που δεν αποκλείει το άρθρο 1392 ΑΚ, οι ανάγκες του δικαιούχου συζύγου, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, λαμβανομένων υπόψη των εκατέρωθεν οικονομικών δυνάμεων μεταξύ των οποίων και η περιουσία (ΑΠ 540/2023, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 616/2020, ΑΠ 691/2020, ΑΠ 1210/2018).
Οι οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων που προσδιορίζουν την αναλογία συνεισφοράς καθενός από τους συζύγους στη διατροφή του δικαιούχου ενδέχεται να αποτελέσουν τη βάση σχετικής ένστασης του εναγομένου, καταλυτικής εν όλω ή εν μέρει της αγωγής (ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 616/2020, ΑΠ 528/2018, ΑΠ 873/2017, ΑΠ 1028/ 2013). Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η αξίωση διατροφής του διακόψαντος την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία συζύγου, παύει αφότου λυθεί ο γάμος και δη καταστεί αμετάκλητη, κατ` άρθ. 613 ΚΠολΔ (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το Ν. 4335/2015), η περί διαζυγίου δικαστική απόφαση, η δε μετά το διαζύγιο αξίωση περί διατροφής αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 1442 ΑΚ, συνιστά νέα διαφορετική αξίωση, η άσκηση της οποίας απαιτεί άλλη αγωγή (ΑΠ 773/2014), διότι οι προϋποθέσεις, με τις οποίες αυτή παρέχεται (αποσυνδεόμενη από το θέμα της υπαιτιότητας και γεννώμενη πλέον μόνον όταν δικαιολογείται από κοινωνικούς λόγους, ώστε ο πρώην σύζυγος να μη μένει αβοήθητος, εφόσον αδυνατεί για σοβαρούς λόγους να καλύψει τις ανάγκες της διατροφής του) είναι σαφώς διαφορετικές από εκείνες, βάσει των οποίων παρέχεται διατροφή στο σύζυγο, σε περίπτωση που αυτός διακόπτει την έγγαμη συμβίωση από εύλογη αιτία (ΑΠ 1432/2023, ΑΠ 1427/ 2012, ΑΠ 2142/2007).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1438 ΑΚ, όπως ίσχυε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ο γάμος μπορεί να λυθεί με διαζύγιο, το οποίο απαγγέλλεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 613 ΚΠολΔ (προτού αναριθμηθεί σε άρθρο 602 ΚΠολΔ με το ν. 4335/2015), κατά την οποία οι αποφάσεις που απαγγέλλουν διαζύγιο αποτελούν δεδικασμένο υπέρ και εναντίον όλων, εφόσον δεν μπορούν να προσβληθούν με αναίρεση και αναψηλάφηση, προκύπτει ότι, και αν ακόμη απαγγέλθηκε διαζύγιο με οριστική ή τελεσίδικη απόφαση, η έννομη σχέση του γάμου των διαδίκων εξακολουθεί να υφίσταται, έως ότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση αυτή. Ο νόμος προσδίδει το απόλυτο έναντι όλων δεδικασμένο της απόφασης λύσης του γάμου στο αμετάκλητο αυτής για λόγους ασφάλειας ως προς σημαντικό ζήτημα της προσωπικής κατάστασης των προσώπων, που ενδιαφέρει τη δημόσια τάξη, εφόσον δεν μπορεί να νοηθεί ότι ένα πρόσωπο τελεί σε γάμο με άλλο πρόσωπο και ταυτόχρονα να θεωρείται ως άγαμο έναντι των τρίτων.
Εξ άλλου, η πρωτοβάθμια απόφαση για τη λύση του γάμου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, καθίσταται αμετάκλητη : α) με την παραίτηση των διαδίκων από τα ένδικα μέσα μετά την έκδοση αυτής (άρθρο 606, πρβλ. άρθρο 599 ΚΠολΔ, όπως αναριθμήθηκε με το ν. 4335/2015), β) με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας άσκησης κατ` αυτής των ενδίκων μέσων της έφεσης, αναψηλάφησης και της αναίρεσης, η οποία στην περίπτωση επίδοσής της προσδιορίζεται από τις τριάντα (30) ημέρες της προθεσμίας της έφεσης προκειμένου για διαδίκους που διαμένουν στην Ελλάδα (άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ) και την προθεσμία των έξι (6) μηνών της αναψηλάφησης, η οποία συντρέχει με εκείνη της αναίρεσης (άρθρα 538, 539 παρ. 1 εδ. 1, 605 ΚΠολΔ πρβλ. άρθρο 598 ΚΠολΔ, όπως αναριθμήθηκε με το ν. 4335/2015) και σε περίπτωση μη επίδοσής της από την τριετή προθεσμία της έφεσης (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που ισχύει από 1.1.2016) και την συντρέχουσα τριετή προθεσμία της αναψηλάφησης και της αναίρεσης (άρθρα 545 παρ. 5 εδ. 1, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που ισχύει από 1.1.2016.
Συνεπώς, η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που λύνει τον γάμο καθίσταται αμετάκλητη όταν δεν υπόκειται πλέον σε κανένα ένδικο μέσο και ειδικότερα πρέπει είτε να έχουν ασκηθεί και απορριφθεί τα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης καθώς και τα έκτακτα ένδικα μέσα της αναψηλάφησης και της αναίρεσης, είτε να μην ασκήθηκαν αυτά και να παρήλθε η προθεσμία, είτε να παραιτήθηκαν από αυτά οι διάδικοι (ΑΠ 1432/2023, ΑΠ 185/2023, ΑΠ 1502/2009).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητά είτε "εκ του πράγματος" με την περί του αντιθέτου παραδοχή (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 339/ 2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 250/2020, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 96/2019). Για να υπάρξει λόγος για λήψη υπόψη μη προταθέντων ισχυρισμών, πρέπει αυτοί να έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως όταν το δικαστήριο της ουσίας κρίνει επί ανύπαρκτης βάσης αγωγής ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 22/2005) ή λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σ' αυτή (ΟλΑΠ 294/1981).
Αντίθετα, δεν επέρχεται παραβίαση και δεν θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπάγει τα πραγματικά περιστατικά σε διάφορο κανόνα δικαίου, από εκείνο που υπέδειξε ο ενάγων (ΑΠ 302/1999, ΑΠ 952/2000). Ακόμη, δεν καθιδρύεται ο πιο πάνω λόγος όταν υπάρχουν νομικώς αδιάφορα περιστατικά (ΑΠ 163/1994) ή του χαρακτήρα ή της έννοιας των νομικών διατάξεων (ΑΠ 1713/1997) ή όταν το δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπάγγελτα το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό της διαφοράς με βάση τα εκτιθέμενα, έστω και αν καταλήγει σε διάφορο συμπέρασμα από τον διάδικο που προτείνει τα περιστατικά (ΑΠ 1051/2022, ΑΠ 1326/2011, ΑΠ 1350/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη ανύπαρκτη βάση της αγωγής για διατροφή της αναιρεσίβλητης λόγω διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων και πριν την αμετάκλητη λύση του γάμου τους με διαζύγιο, ενώ η ένδικη αγωγή στηρίζεται στη διατροφή της αναιρεσίβλητης μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου με διαζύγιο. Ωστόσο, ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει το δικόγραφο της από 10-1-2012 ένδικης αγωγής, ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση να επισκοπήσει το περιεχόμενο αυτής, προκειμένου να διαπιστώσει την επικαλούμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης και, ως εκ τούτου, ο παραπάνω λόγος, είναι αβάσιμος.
V. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβεια, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, (ανέλεγκτα), ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτό ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 4/2006, ΑΠ 1706/ 2014, ΑΠ 159/2004).
Ειδικότερα, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1525/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 1285/2021).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί με αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί, ούτε η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 354/ 2022, ΑΠ 420/2022, ΑΠ 1027/ 2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 109/ 2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο κατά το πρώτο σκέλος του και τρίτο λόγους αναίρεσης και με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1389 έως και 1392 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία διέκοψε την έγγαμη συμβίωση με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα σύζυγό της για εύλογη αιτία στο πρόσωπό της, δικαιούται μηνιαία διατροφή, ύψους 600 ευρώ, για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής, για το λόγο ότι αδυνατεί να εργασθεί και δεν έχει περιουσιακά στοιχεία.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Στις ...-1991 οι διάδικοι συνήψαν θρησκευτικό γάμο εκ του οποίου απέκτησαν τρία τέκνα, την Ε. που γεννήθηκε την ...-1992 (ενήλικη κατά τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής), τον Ν.
που γεννήθηκε στις ...-1997 (δεκαπέντε ετών κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής) και την Κ. που γεννήθηκε στις ...-1999 (δέκα τριών ετών κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής). Λίγα χρόνια μετά την τέλεση του γάμου τους η σχέση των διαδίκων αντιμετώπισε προβλήματα λόγω του βίαιου και αυταρχικού χαρακτήρα του εναγόμενου, ο οποίος συνήθιζε να προπηκαλίζει την ενάγουσα ενώ τα τελευταία χρόνια χειροδικούσε σε βάρος της χτυπώντας την αδιακρίτως στο πρόσωπο και στο σώμα.
Στις 6-5-2009 δε, στα πλαίσια διένεξης μεταξύ τους, εξύβρισε, χαστούκισε και γρονθοκόπησε την ενάγουσα προκαλώντας της εκχύμωση ερυρθομέλανης χροιάς και θλαστική εξοίδηση του αριστερού κάτω βλεφάρου, θλαστική εξοίδηση στην αριστερή κροταφική χώρα, θλαστική εξοίδηση στην αριστερή βρεγματοκροταφική χώρα, θλαστική εξοίδηση στην ωμοπλατιαία χώρα αμφοτερόπλευρα, εκδορά στην πρόσθια τραχηλική χώρα εκχυμώσεις ερυθρωπής χροιάς στην έσω επιφάνεια του δεξιού βραχίονα και εκχύμωση ερυθρωπής χροιάς στην έξω επιφάνεια του αριστερού βραχίονα.
Ταυτόχρονα δε, απείλησε την κόρη τους Ε., η οποία παρενέβη προς προστασία της μητέρας της, απευθύνοντας σ' αυτήν την φράση "θα σας σκοτώσω όλους". Το συμβάν αυτό υποχρέωσε την ενάγουσα ν' απευθυνθεί στον Εισαγγελέα, καταγγέλοντας την συμπεριφορά του εναγόμενου, ο οποίος παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αμαλιάδας και με την υπ' αριθμόν 773/2014 απόφαση αυτού καταδικάσθηκε για τα εγκλήματα της ενδοοικογενειακής βλάβης της εξύβρισης και της ενδοοικογενειακής απειλής κατά συρροή σε φυλάκιση 23 μηνών.
Λίγες ημέρες μετά την ανωτέρω καταγγελία η ενάγουσα κατέθεσε και αίτηση προσωρινής ρύθμισης κατάστασης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, το οποίο με την υπ' αριθμόν 341/16-7-2009 απόφαση του διέταξε την μετοίκηση του εναγόμενου από την οικογενειακή στέγη και ανέθεσε την επιμέλεια (προσωρινά) των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων στην ενάγουσα υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει για διατροφή της τότε ανήλικης Ε.
το ποσό των 600 ευρώ, του ανήλικου Ν. το ποσό των 350 ευρώ και της ανήλικης Κ. το ποσό των 250 ευρώ. Στη συνέχεια, βάσει της από 8-10-2009 εγγράφου συμφωνίας η ενάγουσα ανέλαβε την επιμέλεια των δύο ανηλίκων θυγατέρων τους και ο ενάγων την επιμέλεια του ανήλικου Ν., ενώ αρχές Μαΐου 2010 με κοινή αίτησή τους οι διάδικοι ζήτησαν την λύση του μεταξύ τους γάμου επί της οποίας εξεδόθη η με αριθμό 79/9-5-2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας) με την οποία απαγγέλθηκε η λύση του μεταξύ τους γάμου και επικυρώθηκε η συμφωνία αυτών περί ρύθμισης της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων τους βάσει της οποίας η ενάγουσα ανέλαβε την επιμέλεια της ανήλικης Κ.
καθώς η Ε. είχε ήδη ενηλικιωθεί και ο εναγόμενος την επιμέλεια του ανήλικου Ν., ηλικίας τότε 13 ετών. Επιπρόσθετα δε, ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει μηνιαίως για διατροφή της ανήλικης Κ. το ποσό των 250 ευρώ. Ωστόσο, από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως αυτής (9-5-2011) μέχρις ασκήσεως της κρινόμενης αγωγής (Ιανουάριος του έτους 2012) η απόφαση αυτή δεν είχε καταστεί αμετάκλητη και ως εκ τούτου ο γάμος των διαδίκων δεν είχε λυθεί με διαζύγιο αφού δεν είχε συμπληρωθεί τριετία και ως εκ τούτου η απόφαση αυτή ήταν επιδεκτική εφέσεως δοθέντος ότι επί μη επιδόσεως της απόφασης που απαγγέλλει την λύση του γάμου και εκδίδεται κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας όπως εν προκειμένω, η προθεσμία για την άσκηση εφέσεως είναι τριετής κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ ελλείψει ειδικότερης διάταξης και αρχίζει από της δημοσίευσης της απόφασης που περατώνει τη δίκη.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα στις 4-12-2006 είχε συστήσει ομόρρυθμη εταιρία με τον Δ. Η., φιλικό πρόσωπο του εναγόμενου (όπως προκύπτει από τις προτάσεις εναγόμενου ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με τις οποίες προτείνεται ως μάρτυρας αυτού) υπό την επωνυμία "...- ... ΟΕ" με έδρα την πόλη του Πύργου με αντικείμενο την εκμετάλλευση καφετερίας - μπαρ στον Πύργο Ηλείας και επί της οδού ... και απασχολούνταν σ αυτήν κερδίζοντας τα αναγκαία έξοδα της, πλην, όμως, η λειτουργία της οποίας έπαυσε στις 8-5-2009, ήτοι με την διακοπή της έγγαμης σχέσης. Αξίζει δε, να επισημανθεί ότι διαχειριστής της εταιρείας αυτής είχε οριστεί o Δ. Η. ο οποίος είχε δικαίωμα να προβαίνει σε οποιεσδήποτε πράξεις διοικήσεως και διαχειρίσεως, στην αγορά εμπορευμάτων, στην πρόσληψη ή απόλυση προσωπικού, καθώς και στην εκπροσώπηση της εταιρίας ενώπιον των Αρχών και των Δικαστηρίων, ενώ η ενάγουσα μολονότι ομόρρυθμη εταίρος ουδέν δικαίωμα είχε (βλ. με ημερομηνία 4-12-2006 καταστατικό σύστασης της ομόρρυθμης εταιρίας).
Εξάλλου, η ενάγουσα από 13-5-1994 έως 4-3-2010 διατηρούσε τυπικά στο όνομά της επιχείρηση στο Μεσολογγάκι Δουνέϊκων με αντικείμενο το λιανικό εμπόριο μεταχειρισμένων επιβατηγών αυτοκινήτων, την οποία, εν τοις πράγμασι, εκμεταλλευόταν ο εναγόμενος. Προς τούτο ο τελευταίος είχε εκμισθώσει (εικονικά) στην ενάγουσα το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός καταστήματος 80 τ.μ.
στη θέση "Μεσολογγάκι" της Κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Δουνείκων Ηλείας κτισμένου εντός αγροτικού ακινήτου επιφάνειας 2.782,59 ευρώ έναντι μισθώματος 29,41 ευρώ, το οποίο κατά το υπόλοιπο εξ αδιαιρέτου εμφανιζόταν ότι ανήκε στην ενάγουσα, καθώς το έτος 1996 είχε μεταβιβαστεί αιτία πωλήσεως επιμελεία του εναγόμενου, συμμέτρως και στους δύο δυνάμει του υπ' αριθμό .../1996 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αμαλιάδας Ν.
Π. νομίμως μεταγραφέντος στα οικεία βιβλία μεταγραφών του αρμοδίου Υποθηκοφυλακείου. Επιπρόσθετα δε, κατέβαλε χρήματα ώστε ν' αγοραστούν στο όνομα της ενάγουσας στις 29-7-2008 ένα SCODA OCTAVIA 1600 κυβικών εκατοστών και ένα CITROEN 1400 κυβικών εκατοστών αντί 15.500 ευρώ, στις 4-8-2008 ένα αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής OPEL, τύπου ASTRA 1400 κυβικών εκατοστών και στις 18-11-2008 ένα αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής TOYOTA τύπου COROLLA 1400, κυβικών εκατοστών και ένα αυτοκίνητο PEUGEOT τύπου 307,1600 κυβικών εκατοστών αντί τιμήματος 10.750 ευρώ.
Λίγους μήνες δε, μετά την διάσπαση της έγγαμης σχέσης ο εναγόμενος αιτήθηκε την εγγραφή προσημειώσεως, την οποία και πέτυχε με την υπ' αριθμόν 551/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, στο 1/2 εξ αδιαιρέτου του προαναφερόμενου ακινήτου που εμφανιζόταν ότι ανήκε στην ενάγουσα, προς εξασφάλιση μεταξύ άλλων και των ποσών που κατέβαλε για την αγορά των ανωτέρω αυτοκινήτων, αλλά και των μισθωμάτων για το ακίνητο αυτό από το έτος 1998 έως και τον Ιούλιο 2009 ανερχόμενων συνολικά (των μισθωμάτων) στο ποσό των 4.176,22 ευρώ.
Ωστόσο, δεν δικαιολογείται η αγορά τόσων αυτοκινήτων από μέρους του εναγόμενου στο όνομα της ενάγουσας αν ο ίδιος δεν είχε ενδιαφέρον και όφελος από την επιχείρηση αυτή. Ούτε δικαιολογείται η παράλειψη αναζήτησης των μισθωμάτων από μέρους του από το 1998 μέχρι και 2009, ήτοι επί μία δεκαετία αν η μίσθωση αυτή δεν ήταν εικονική.
Κατόπιν όλων αυτών δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η εν λόγω επιχείρηση για τυπικούς λόγους εμφανιζόταν στο όνομα της ενάγουσας. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, μετά την διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, στα πλαίσια απόδοσης των ακινήτων στον αληθή ιδιοκτήτη αυτών η μεν ενάγουσα μεταβίβασε νομότυπα στον ενάγοντα το 1/2 εξ αδιαιρέτου του προαναφερόμενου αγροτικού ακινήτου επιφάνειας 2.782,59 ευρώ μετά του ως άνω κτίσματος που εμφανιζόταν στο όνομά της, ο δε ενάγων μεταβίβασε, αιτία δωρεάς;
στην ενάγουσα δυνάμει του υπ' αριθμόν ...-2010 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αμαλιάδας Δ. Μ. νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πύργου στον τόμο 20 και με αριθμό 1752, το διαμέρισμα επιφάνειας 89,70 τμ του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου οικοδομής κειμένης στον πύργο Ηλείας επί της οδού ...
και στο με αριθμό 302 οικοδομικό τετράγωνο, το οποίο είχε αποκτήσει από αγορά δυνάμει του με αριθμό ...-2001 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αμαλιάδας Ν. Π. που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου του Δήμου Πύργου στον τόμο 11 και με αριθμό 165, από το τίμημα της πώλησης ετέρου διαμερίσματος ιδιοκτησίας της ενάγουσας κειμένου στους Αμπελόκηπους στη θέση Γηροκομείο, το οποίο πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε δυνάμει του υπ' αριθμόν .../1998 συμβολαίου του Σ.
Β. (το γεγονός ότι το ακίνητο αυτό αγοραστεί κατά το ήμισυ με χρήματα της ενάγουσας συνομολογεί και ο εναγόμενος με το δικόγραφο της Προσθήκης - Αντίκρουσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Το ανωτέρω ακίνητο πώλησε και μεταβίβασε η ενάγουσα μετά την διακοπή της έγγαμης σχέσης σε έτερο πρόσωπο αντί 52.475 ευρώ δυνάμει του υπ' αριθμόν ...-2010 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πύργου Β.
Π.- Τ. νομίμως μεταγραφέντος στα οικεία βιβλία μεταγραφών προκειμένου ν' ανταπεξέλθει στα έξοδα επιβίωσης της ιδίας και των παιδιών της. Στη συνέχεια, η ενάγουσα μίσθωσε διαμέρισμα στον Πύργο Ηλείας και επί της οδού ... αντί μηνιαίου μισθώματος 350 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-9-2011 έως 1-9-2013 και στα πλαίσια προσπάθειας εξοικονόμισης εισοδήματος στις 29-2-2012 άνοιξε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφετέρια- καφενείο- snack bar) στον Πύργο Ηλείας και επί της οδού ..., μισθώνοντας ισόγειο κατάστημα για τρία χρόνια.
Ωστόσο, την επόμενη χρονιά και συγκεκριμένα στις 28-2-2013 διέκοψε την λειτουργία του λόγω αδυναμίας καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών ανερχομένων ανά δίμηνο σε 775,20 ευρώ και συνολικά συμπεριλαμβανομένων και προηγούμενων οφειλών στο ποσό των 7071 ευρώ (βλ. ειδοποίηση πληρωμής εισφορών πρώτου διμήνου 2013 του τμήματος Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας του Οργανισμού Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματικών), ενώ στις 1-3-2013 διαγράφηκε και από τα Μητρώα Ασφαλισμένων του Ο.Α. (βλ.
υπ' αριθμόν πρωτ. .../2013 απόφαση διαγραφής από τα μητρώα του Ο.Α.Ε.Ε.). Ενόψει της εξέλιξης αυτής, στη συνέχεια η ενάγουσα μετακινήθηκε στην Αθήνα όπου κατοικούσε η μητέρα της μισθώνοντας διαμέρισμα στην Αγία Παρασκευή και επί της οδού ... αντί μισθώματος 550 ευρώ για χρονικό διάστημα δύο ετών, όπου διαμένει από 15-4-2013.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, ηλικίας (κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής) 44 ετών, αντιμετωπίζει καρδιακά προβλήματα καθώς στις 2-5-2011 παρουσίασε συγκοπτικά επεισόδια και διακομίστηκε στη μονάδα εμφραγμάτων του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών όπου νοσηλεύτηκε έως 20-5-2011. Συνεπεία της εξέλιξης αυτής στην υγεία της αδυνατεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να εργαστεί σε οποιαδήποτε εργασία καθώς αδυνατεί ν' ανταπεξέλθει σε πιεστικές εργασιακές συνθήκες και συνθήκες που προκαλούν άγχος.
Επιβαρύνεται δε, με τις δόσεις άληκτου κεφαλαίου 6.103 ευρώ από δάνειο που είχε λάβει από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Από την άλλη πλευρά ο εναγόμενος κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ήταν υπάλληλος της Εμπορικής Τράπεζας έχοντας την ιδιότητα του βοηθού Τμηματάρχη λαμβάνοντας μηνιαίο μισθό 1.268,45 ευρώ και κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ήταν συνταξιούχος λαμβάνοντας μηνιαία παροχή από το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων 1.333,11 ευρώ.
Επίσης ασχολείται με το εμπόριο αυτοκινήτων διατηρώντας μάντρα πώλησης αυτοκινήτων στην Νέα Εθνική οδό Πατρών- Πύργου, η οποία από 13-9-2010 λειτουργεί τυπικά στο όνομα της μητέρας του, Ε. Δ. Κρίνεται δε, απορριπτέος ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι η επιχείρηση αυτή ανήκει στην μητέρα του καθόσον η επιχείρηση αυτή από 13-5-1994 έως 4-3-2010 λειτουργούσε στην αυτή θέση στο όνομα της ενάγουσας (όπως συνομολογείται από τον εναγόμενο).
Ως εκ τούτου, βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δεν είναι δυνατόν η μεγάλης ηλικίας μητέρα του να εκδηλώνει ξαφνικά ενδιαφέρον για τον κόσμο των αυτοκινήτων και ν' αναπτύσσει σε τέτοια ηλικία τέτοιου είδους δραστηριότητα.
Εξάλλου, το γεγονός ότι ο ίδιος εκμεταλλεύεται την επιχείρηση αυτή αποδεικνύεται και από δημοσιεύματα στα οποία ως έμπορος μεταχειρισμένων αυτοκινήτων προβαίνει σε δηλώσεις για εγκύκλιο του Υπουργείου Οικονομικών που υποχρέωσε τους εμπόρους μεταχειρισμένων οχημάτων ν' ασφαλίσουν τα προς μεταπώληση IX αυτοκίνητα (βλ.
άρθρο με τίτλο "Ηλεία: Χαστούκι στο εμπόριο μεταχειρισμένων αυτοκινήτων από τις εφορίες "). Επιπλέον, αποδεικνύεται και από την διαφήμιση μεταχειρισμένων οχημάτων στο διαδίκτυο στην οποία εμφανίζεται το τηλέφωνό του ως τηλέφωνο του πωλητή των μεταχειρισμένων οχημάτων (βλ. ...), από την διαφημιστική σελίδα στην εφημερίδα AUTO υπό τον τίτλο Εμπορία Αυτοκινήτων ...
και από διαφημιστική προβολή του σε έτερη εφημερίδα στην οποία αναφέρεται ... εμπορία αυτοκινήτων, καινούργια και μεταχειρισμένα αγορές πωλήσεις- ανταλλαγές. Συνακόλουθα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι ο εναγόμενος διατηρεί και εκμεταλλεύεται την επιχείρηση πώλησης μεταχειρισμένων αυτοκινήτων στο Μεσολογγάκι Δουνέικων εκ της οποίας κερδίζει κατά μέσο όρο μηνιαίως 2.000 ευρώ.
Επιπρόσθετα καλλιεργεί ελαιόδενδρα σε αγρόκτημα ιδιοκτησίας του και παράγει ελαιόλαδο (βλ. ενιαία δήλωση καλλιέργειας έτους 2011), ενώ με την συνταξιοδότησή του εισέπραξε εφάπαξ ύψους άνω των 50.000 ευρώ. Επιβαρύνεται με την καταβολή μηνιαίας δόσης δανείου από την Άλφα Τράπεζα ύψους 177,02 ευρώ καθώς και με την καταβολή μηνιαίας δόσης δανείου από την Εμπορική Τράπεζα ύψους 187,91 ευρώ.
Λαμβάνοντας υπόψη: α) ότι η ενάγουσα εξάντλησε τα περιουσιακά της στοιχεία προκειμένου να εξοικονομήσει τα προς το ζην, β) ότι αδυνατεί να βρει εργασία καθώς στερείται εξειδικευμένων γνώσεων ούσα απόφοιτος Λυκείου απασχολούμενη με τα οικιακά με εμπειρία σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, γ) ότι αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας και δη προβλήματα καρδιάς ένεκα των οποίων περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό το είδος της εργασίας στο οποίο μπορεί ν' ανταποκριθεί, δ) ότι η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης οφείλεται σε εύλογη αιτία και συγκεκριμένα στις βιαιοπραγίες του εναγόμενου, ε) ότι στερείται γνώσεων διοικήσεως και διαχειρήσεως προσωπικής εταιρίας (για τον λόγο αυτό άλλωστε στην εταιρία "... - ...
ΟΕ" που είχε συστήσει με τον Δ. Η., όλες τις αρμοδιότητες είχε αναλάβει ο έτερος ομόρρυθμος εταίρος, Δ. Η.), στ) τις συνθήκες της οικονομικής κρίσης που μαστίζει την Ελλάδα από το έτος 2010 και εντεύθεν, κρίνεται ότι με βάση τις ανάγκες της ενάγουσας, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της οικογενειακής τους ζωής, σε συνδυασμό με εκείνες που ανέκυψαν από τη χωριστή διαβίωση λαμβανομένων υπόψη των εκατέρωθεν οικονομικών δυνάμεων των διαδίκων μεταξύ των οποίων και την περιουσία αυτών, υποχρεούται ο εναγόμενος να καταβάλει για διατροφή της ίδιας ατομικά το ποσό των 600 ευρώ..
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απέρριψε την αγωγή ως προς την ενάγουσα ατομικά, υπέπεσε σε σφάλμα κατά τους βάσιμους περί αυτών λόγους της εφέσεως, η οποία κατ' ακολουθίαν πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν.". Στη συνέχεια το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, ως προς την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ατομικά και, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, κατά το κεφάλαιο αυτό, την έκανε εν μέρει δεκτή και υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στην ενάγουσα, για διατροφή της ιδίας, το ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1389 έως και 1392 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ανελέγκτως από το δικαστήριο δεκτά γενόμενα, τον Μάϊο του 2009 η αναιρεσίβλητη διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία εξαιτίας των σε βάρος της βιαιοπραγιών του αναιρεσείοντος, του οποίου διατάχθηκε η μετοίκηση από την οικογενειακή στέγη με την υπ' αριθ. 341/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, ενώ η υπ' αριθ. 79/ 2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία απαγγέλθηκε η λύση του γάμου των διαδίκων δεν είχε καταστεί αμετάκλητη μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής.
Με την διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων έπαυσε, τον Μάϊο του 2009, η λειτουργία της εταιρείας "...-... ΟΕ", με αντικείμενο την εκμετάλλευση καφετέριας-μπαρ, στην οποία απασχολείτο η αναιρεσίβλητη, κερδίζοντας τα αναγκαία έξοδά της, ενώ μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως και συγκεκριμένα στις 18-11-2010 η αναιρεσίβλητη πώλησε ένα διαμέρισμα στον Πύργο Ηλείας, αντί τιμήματος 52.475 ευρώ, προκειμένου να ανταπεξέλθει στα έξοδα επιβιώσεως της ίδιας και των τέκνων της, το δε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος που λειτουργούσε η αναιρεσίβλητη στον Πύργο Ηλείας από 29-2-2012, έπαυσε να λειτουργεί μετά από ένα έτος λόγω της αδυναμίας της να καταβάλει τις ασφαλιστικές εισφορές και έκτοτε εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου κατοικούσε σε μισθωμένο διαμέρισμα, καταβάλλοντας μηνιαίο μίσθωμα 550 ευρώ.
Κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής η αναιρεσίβλητη, ηλικίας 44 ετών, αδυνατούσε να εξεύρει εργασία, καθόσον εστερείτο εξειδικευμένων γνώσεων και επιπλέον αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας με την καρδιά της, εξαιτίας των οποίων αδυνατούσε να εργασθεί σε οποιαδήποτε εργασία. Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο ο αναιρεσείων ήταν υπάλληλος της Εμπορικής Τράπεζας, με μηνιαίο μισθό 1.268,45 ευρώ, ενώ κατά τον χρόνο συζητήσεως της αγωγής ήταν συνταξιούχος, λαμβάνοντας μηνιαία παροχή 1.333,11 ευρώ και έλαβε εφάπαξ ύψους άνω των 50.000 ευρώ, διατηρούσε επιχείρηση πωλήσεως μεταχειρισμένων αυτοκινήτων σε ακίνητο ιδιοκτησίας του στο Μεσολογγάκι Δουνέϊκων, από την οποία κέρδιζε, κατά μέσο όρο, το ποσό των 2.000 ευρώ μηνιαίως, καλλιεργούσε ελαιόδενδρα και παρήγαγε ελαιόλαδο, επιβαρυνόταν δε με την καταβολή μηνιαίων δόσεων δανείου ύψους 177,02 και 187,91 ευρώ αντίστοιχα.
Ενόψει των ανωτέρω, με βάση τις ανάγκες της αναιρεσίβλητης, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως, λαμβανομένων υπόψη των εκατέρωθεν οικονομικών δυνάμεων, μεταξύ των οποίων και η περιουσία, κρίνεται ότι ο αναιρεσείων υποχρεούται να καταβάλει για μηνιαία διατροφή της αναιρεσίβλητης το ποσό των 600 ευρώ.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 1389 έως και 1392 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, οι πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του και τρίτος λόγοι αναίρεσης και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
VΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).
Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 1244/ 2021, ΑΠ 232/2020, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 εδαφ. β' του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι δεν ήταν δυνατόν η μεγάλης ηλικίας μητέρα του αναιρεσείοντος να εκδηλώσει ξαφνικά ενδιαφέρον για τον κόσμο των αυτοκινήτων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφενός διότι δεν αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας το ανωτέρω επικαλούμενο, ως τέτοιο, από τον αναιρεσείοντα και αφετέρου η επικαλούμενη παράβαση δεν αφορά στην εφαρμογή κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων που έχουν γίνει δεκτά, αλλά αφορά στην εσφαλμένη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
VIΙ. Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την συνολική οικονομική κατάσταση του αναιρεσείοντος, όπως προέκυπτε από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, καθόσον ως εργαζόμενος της Εμπορικής Τράπεζας βαρυνόταν, αφενός με την καταβολή δόσης δανείου και αφετέρου με την καταβολή διατροφής στην ανήλικη θυγατέρα του Κ. και είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου την άσκηση της γονικής μέριμνας και επιμέλειας του ανήλικου τέκνου του Ν. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι τα ως άνω επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την προεκτεθείσα έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτή (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
Περαιτέρω, με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, προστέθηκε τέταρτη παράγραφος στο άρθρο 495 ΚΠολΔ, με την οποία ορίστηκε για πρώτη φορά ότι εκείνος που ασκεί τα ένδικα μέσα της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης, υποχρεούται, με ποινή απαραδέκτου του ενδίκου μέσου, να καταθέσει και παράβολο αντίστοιχου ποσού 200, 300 και 400 ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση του ενδίκου μέσου, που συντάσσει ο γραμματέας, αλλά και ότι η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 663, 667 και 681 Β ΚΠολΔ.
Επομένως, αν κατατεθεί, πρέπει να διαταχθεί η απόδοσή του, γιατί καταβλήθηκε αχρεωστήτως (ΑΠ 200/2020, ΑΠ 1156/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη διαφορά δικάστηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνων (άρθρο 681Β του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το Ν. 4335/2015) και κατά συνέπεια το αχρεωστήτως καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 27-12-2019 αίτηση και τους από 24-10-2022 πρόσθετους λόγους αυτής για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 360/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Απορρίπτει την από 27-12-2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 24-10-2022 πρόσθετους λόγους.
Διατάσσει την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος παραβόλου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης