Legislator Case Law & Legislation
2022/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for challenging factual assessment without specific reasoning.

Case Number 2022/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for domestic violence, ruling the request inadmissible. The appellant argued the lower court failed to provide specific reasoning and misinterpreted evidence, including a medical report. The court held that such challenges to the factual assessment and evidentiary evaluation do not constitute grounds for appeal under the relevant criminal procedure code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 510(1)(d) and 589(3) of the Criminal Procedure Code; Appeals challenging the factual assessment or evidentiary evaluation of the court of first instance do not constitute grounds for cassation.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal factual assessment evidentiary evaluation specific reasoning criminal procedure code domestic violence cassation grounds

Cited Legislation

AI generated
Article 510(1)(d) of the Criminal Procedure Code
Article 589(3) of the Criminal Procedure Code
Article 476(1) of the Criminal Procedure Code
Article 578(1) of the Criminal Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2022 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2022/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Ελισάβετ Τσιρακίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Ασπρογέρακα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Φ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τάκο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 494/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 07 Μαΐου 2019 αίτηση του αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 09 Μαΐου 2019 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 5525/2019, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 826/19.

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 7.5.2019 αίτηση αναιρέσεως, ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 9.5.2019, στρέφεται κατά της υπ' αριθμόν 494/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και με την οποία ο ήδη αναιρεσείων (τότε κατηγορούμενος), κηρύχθηκε ένοχος, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδάφ. ε' του Π.Κ., για την αξιόποινη πράξη της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης τετελεσμένης και σε απόπειρα κατ' εξακολούθηση και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία.

Με το άρθρο πρώτο του ν. 4620/2019 (ΦΕΚ Ά 96/11.6.2019) κυρώθηκε ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 585 του νέου Κ.Ποιν.Δ.). Κατά το άρθρο 589 αρ. 3 του νέου Κ.Ποιν.Δ., "Αποφάσεις και βουλεύματα που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα υπόκεινται στα ένδικα μέσα και τις διατυπώσεις άσκησής τους που προέβλεπε ο καταργούμενος κώδικας ποινικής δικονομίας και εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα".

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 εδ. ά και 510 του καταργηθέντος Κ.Ποιν.Δ., οι οποίες εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση, κατά το προπαρατεθέν άρθρο 589 παρ 3 του νέου Κ.Ποιν.Δ, ως ορίζουσες τις διατυπώσεις άσκησης του ένδικου μέσου της αναίρεσης, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 21.2.2019, ήτοι πριν την 1-7-2019, οπότε άρχισε να ισχύει ο ν. 4620/2019, προκύπτει, ότι για το κύρος και, κατ' ακολουθία, το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, πρέπει στη δήλωση άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται.

Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναίρεσης, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 Κ.Ποιν.Δ., η αίτηση είναι απαράδεκτη και, ως τέτοια, απορρίπτεται (άρθρο 513 παρ. 1 εδ. α' του προϊσχύσαντος και ήδη 512 παρ. 1 εδ. α' του νέου Κ.Ποιν.Δ.). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης, που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί.

Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα, έκτος της αίτησης αναίρεσης, έγγραφα η με το υποβαλλόμενο μετά τη συζήτηση αυτής υπόμνημα, ούτε ακόμη και με την άσκηση προσθέτων λόγων, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 του άνω προϊσχύσαντος Κώδικα και ήδη 509 του νέου Κ.Ποιν.Δ., την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναιρέσεως, έστω και αν πρόκειται για λόγους που λαμβάνονται και αυτεπαγγέλτως υπόψη κατά το άρθρο 511 Κ.Ποιν.Δ.

Ειδικότερα, για το ορισμένο του προβλεπόμενου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγου αναίρεσης για έλλειψη της, επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε και, δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται με το αναιρετήριο σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή και, εάν μεν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, πρέπει να προτείνεται η ανυπαρξία αυτής ως προς όλα ή ως προς συγκεκριμένα κεφάλαια της απόφασης, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, εάν δε υπάρχει αιτιολογία αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη πρέπει να διευκρινίζεται σε τί συνίσταται η έλλειψή της και να προσδιορίζονται οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.

Α.Π. 2/2002, 19/2001). Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, συνισταμένης, σύμφωνα με το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, σε εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σχολίων σε σχέση ορισμένα αποδεικτικά μέσα (έγγραφο ιατρικό, μαρτυρική κατάθεση), σκέψεων και συλλογισμών του αναιρεσείοντος, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικό συμπέρασμα από εκείνο, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, εκτιμήσεων του ιδίου, ότι από τα ερευνηθέντα αποδεικτικά μέσα δεν προκύπτει η ενοχή του για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε, καθώς και αιτιάσεων περί ελλιπούς, ασαφούς και αντιφατικής αιτιολογίας σε σχέση, αφενός με τα όσα κατέθεσε ενόρκως η παθούσα, μάρτυρας σχετικά με τις περιστάσεις, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελθείσα αξιόποινη πράξη της απόπειρας σωματικής βλάβης κατά την προανάκριση και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (που δεν ενδιαφέρουν ούτε λαμβάνονται υπόψη εν προκειμένω για την έρευνα των λόγων αναιρέσεως), αλλά και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και αφετέρου ότι αυτό εσφαλμένα έλαβε υπόψη του ανυπόγραφο ιατρικό έγγραφο, προκειμένου να οδηγηθεί στην καταδίκη του αναιρεσείοντος για την αξιόποινη πράξη της τελεσμένης σωματικής βλάβης της 14.4.2014, τα οποία αφορούν στην αξιολογική εκτίμηση των αποδείξεων και την επί της ουσίας κρίση του άνω Δικαστηρίου.

Οι αιτιάσεις όμως αυτές, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και αποτελούν επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του αναιρεσείοντος και αμφισβήτηση των εις βάρος αυτού ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγους αναιρέσεως και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, άλλωστε, δεν απαιτείται να διευκρινίζει στο σκεπτικό του από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή του ούτε χρειάζεται να μνημονεύει τί προέκυψε από το καθένα από αυτά ή να προσδιορίζει την αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Τέλος, μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ.1 και 578 παρ.1 του νέου Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7.5.2019 αίτηση του Μ. Φ. του Σ., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της υπ' αριθμόν 494/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ