Supreme Court dismisses appeal against conviction for non-payment of taxes due to procedural defects in the lower court's handling of witness summons.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for non-payment of taxes to the State. The appellant argued that the lower court erred by refusing a witness summons without issuing a formal ruling and by failing to present prosecution arguments. The court held that the witness request was vague and lacked specific grounds, rendering the lower court's decision on its admissibility unnecessary. Furthermore, since no formal request for adjournment was made, the prosecution's failure to submit arguments did not constitute a procedural nullity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 32, 138, 171, 369 of the Code of Criminal Procedure; A vague request for witness summons without specific grounds does not require a formal ruling on adjournment, and the absence of prosecution arguments without a prior formal request for adjournment does not constitute a nullity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2022 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2022/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Όλγας Σμυρλή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Χ. του Χ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Καραβιώτη, για αναίρεση της υπ'αριθ.6492/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιανουαρίου 2018 αίτησή του αναιρέσεως η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 23 Ιανουαρίου 2018, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου ...23-1-2018 και στους από 21 Σεπτεμβρίου 2018 προσθέτους λόγους (που κατατέθηκαν στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 24-9-2018), τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...18.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμό 6492/2017 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, και μετά από αναγνώριση ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β ΠΚ, του επέβαλλε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, την οποία μετέτρεψε προς πέντε (5) Ευρώ, ημερησίως. Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο καθαρογραφής αποφάσεων της γραμματείας του ποινικού τμήματος του ανωτέρω Δικαστηρίου την 04-01-2018. Κατά της παραπάνω απόφασης ο καταδικασθείς άσκησε την υπ' αριθμό πρωτ. … από 22-01-2018 αίτηση - δήλωση αναίρεσης, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 23-1-2018. Επιπροσθέτως ο ίδιος αναιρεσείων κατέθεσε στις 24-09-2018 στο Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου το από 21-09-2018 δικόγραφο πρόσθετων λόγων για αναίρεση της ίδιας ως άνω καταδικαστικής απόφασης. Επομένως αίτηση και πρόσθετοι λόγοι έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 463, 473, 474 παρ. 2, 504 παρ. 1, 505 παρ. 1α, 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ) και αφού περιέχουν παραδεκτούς λόγους αναίρεσης, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς την βασιμότητά τους.
ΙΙ. Κατά μεν το άρθρο 170 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η ακυρότητα μιας πράξης ή ενός εγγράφου της ποινικής διαδικασίας επέρχεται μόνο όταν αυτό ορίζεται ρητά στο νόμο, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα, ως λόγος αναίρεσης της απόφασης μπορεί να προβληθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ. 1 ΚΠοινΔ), εφόσον δεν καλύφθηκε κατά τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου ως άνω Κώδικα.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 330 και 343 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητήριου θεσπίσματος ή της κλήσης, με τα οποία καλείται αυτός στο ακροατήριο, αδιάφορα αν η υπόθεση αναβλήθηκε ή εκδικάστηκε, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 παρ. 1 και 174 παρ. 2 ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι την ακυρότητα της κλήσης ή του κλητήριου θεσπίσματος ή της επίδοσής τους, η οποία είναι σχετική και αφορά σε διαδικαστική πράξη που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, αν δεν καλυφθεί με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στη δίκη και την έγκαιρη προβολή αντιρρήσεων για την πρόοδο της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένσταση του τελευταίου απορριφθεί, να την προτείνει και στη δευτεροβάθμια δίκη επαναφέροντας αυτήν με ειδικό λόγο έφεσης.
Στην περίπτωση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος του ένδικου μέσου της έφεσης, έχει υποχρέωση, να εξετάσει το σχετικό λόγο της παραδεκτώς ασκηθείσας έφεσης και αν αυτός ευρεθεί ότι είναι βάσιμος, να ακυρώσει την εκκαλούμενη απόφαση και να χωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης ανεκκλήτως (άρθρο 502 παρ. 4 ΚΠοινΔ).
Διαφορετικά, αν παραλείψει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του, καίτοι συντρέχει νόμιμη προς τούτο περίπτωση, υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' προβλεπόμενο σύστοιχο λόγο αναίρεσης. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δικασθεί ερήμην, η εν λόγω ακυρότητα μπορεί να προταθεί στο Εφετείο με ειδικό λόγο έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Σε περίπτωση που η ακυρότητα αυτή δεν προταθεί με τον ως άνω τρόπο καλύπτεται, με συνέπεια η κλήση ή το κλητήριο θέσπισμα να θεωρείται πλέον έγκυρο. Ενδεχόμενη επαναφορά της εν λόγω ένστασης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο είναι απαράδεκτη, καθόσον, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 502 παρ. 2 ΚΠοινΔ, σε κάθε περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για την εξυπηρέτηση των αναγκών του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, ο αναιρεσείων συνελήφθη στις 30-03-2015 και προσήχθη με τη συνοπτική (αυτόφωρη) διαδικασία στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ο οποίος τον άφησε ελεύθερο και όρισε ρητή δικάσιμο για την εκδίκαση της υπόθεσης, αφού, προηγουμένως, ενεργώντας κατά τις διατάξεις των άρθρων 417 επ.
του ΚΠοινΔ, του γνωστοποίησε τα στοιχεία της κατηγορίας που του αποδόθηκε. Ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που ήταν το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, και το τελευταίο με την υπ' αριθμό 34.467/31-10-2016 απόφασή του τον καταδίκασε, ωσάν να ήταν παρών, σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών για την προαναφερόμενη πράξη.
Κατά της εν λόγω απόφασης ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων άσκησε έφεση με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του στη Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών και προς τούτο συντάχθηκε η υπ' αριθμό .../24-11-2016 σχετική έκθεση, με την οποία ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, διότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και τον κήρυξε ένοχο πράξης που δεν τέλεσε, επιφυλάχθηκε δε να εκθέσει και άλλους λόγους κατά την ημέρα συζήτησης της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Στην έκθεση όμως αυτή, δεν διαλήφθηκε αιτίαση, ως ειδικός λόγος έφεσης, αναφερόμενη σε υποκείμενη ακυρότητα της πρωτόδικης απόφασης που προκλήθηκε από την ανυπαρξία κλητήριου θεσπίσματος και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οποιαδήποτε, ενδεχομένως, υφιστάμενη ακυρότητα, απόλυτη ή σχετική, της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, έχει καλυφθεί και δεν μπορεί να προταθεί το πρώτον με σχετικό λόγο διαλαμβανόμενο στην υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
Επομένως, ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα πρώτος λόγος αναίρεσης του κυρίου δικογράφου, περί υπέρβασης εξουσίας, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, κατά τον οποίο το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, προήλθε στην καταδίκη του αναιρεσείοντος, ενώ έπρεπε να ακυρώσει την πρωτόδικη απόφαση, η οποία εκδόθηκε χωρίς να υπάρχει κλητήριο θέσπισμα, και να παραπέμψει την υπόθεση στον αρμόδιο Εισαγγελέα προς σύνταξη και επίδοση κλητήριου θεσπίσματος, δεδομένου ότι η ακυρότητα αυτή δεν καλύφθηκε, ενόψει του ότι η πρωτόδικη απόφαση εκδόθηκε ερήμην του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 57 ΚΠοινΔ, αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σε αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός, με εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 58, 81 § 2, 525 και 526 του ιδίου Κώδικα, αν δε παρά την πιο πάνω απαγόρευση, ασκηθεί ποινική δίωξη, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου.
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς αυτές των άρθρων 36, 43, 46, 50, 125, 132, 310, 370 εδ. γ' ΚΠοινΔ και τις γενικές αρχές του δικονομικού δικαίου συνάγεται, ότι η εκκρεμοδικία, παρά την ανυπαρξία ρητής δικονομικής διάταξης, αποτελεί αρνητική δικονομική προϋπόθεση, η οποία εμποδίζει την άσκηση νέας (δεύτερης) ποινικής δίωξης και την πρόοδο της σχετικής διαδικασίας κατά του ιδίου προσώπου, για την ίδια πράξη, για την οποία έχει ήδη ασκηθεί προηγούμενη ποινική δίωξη.
Δεύτερη διαδικασία ενώπιον του αυτού ή άλλου δικαστηρίου κατά του αυτού προσώπου και για την ίδια πράξη, με την άσκηση δεύτερης ποινικής δίωξης, είναι απαράδεκτη, αφού το ανεπίτρεπτο της ποινικής δίωξης, σε περίπτωση εκκρεμοδικίας, έχει την έννοια ότι είναι ανεπίτρεπτη η παράλληλη διεξαγωγή δύο ποινικών διαδικασιών για την ίδια πράξη, που νοείται ως idem factum και όχι idem crimen.
Τούτο συμβαίνει όχι μόνον για να αποφεύγεται ο ενδεχόμενος κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων αλλά κυρίως και για να τηρηθεί ο κανόνας "ne bis in idem", σύμφωνα με τον οποίο ο καθένας μόνο μία φορά, δηλαδή με μία μόνο διαδικασία, υποβάλλεται σε δικαστική κρίση, ως υπαίτιος της αυτής πράξης, με αποτέλεσμα να εξαντλείται η κατά το άρθρο 27 ΚΠοινΔ αξίωση της Πολιτείας προς άσκηση ποινικής δίωξης, όταν αυτή ασκηθεί μία φορά.
Αναφορικά με την έννοια της ταυτότητας της πράξης, αυτή υπάρχει, όταν συνέχεται με το ίδιο ιστορικό γεγονός στο σύνολό του, το οποίο αφορά την ενέργεια ή την παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε, είτε αυτό συνάπτεται άμεσα με το δράστη (τυπικό έγκλημα) είτε επακολουθεί (ουσιαστικό έγκλημα).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες της εξέτασης της βασιμότητας του σχετικού αναιρετικού λόγου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και των εγγράφων της δικογραφίας, η παραστάσα, κατ' άρθρο 340 παρ. 2 ΚΠοινΔ, συνήγορος του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, αφού ζήτησε και έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου της ουσίας, ανέπτυξε προφορικά και υπέβαλε εγγράφως, με τη μορφή του αυτοτελούς ισχυρισμού, ένσταση δεδικασμένου, με το εξής περιεχόμενο "Το άρθρο 57 παράγραφος 1 του ΚΠοινΔ ορίζει "αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σε αυτή διάφορος χαρακτηρισμός", και κατά την παράγραφο 3 "αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: 1) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, 2) ταυτότητα προσώπου, ήτοι του κατηγορουμένου, του δικασθέντος από την απόφαση που στηρίζει το δεδικασμένο, και 3) ταυτότητα πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή.
Η "πράξη", κατά το άρθρο 57, νοείται υπό την έννοια της υλικής ή φυσικής πράξεως του καθημερινού βίου, με οποιονδήποτε νομικό χαρακτηρισμό και αν κρίθηκε κατ' ουσία, έστω και αν αυτός επιτρεπτά μεταβλήθηκε. Και τούτο διότι και υπό διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό πρόκειται περί της αυτής πράξεως, αφού απαιτείται το αυτό γεγονός και όχι το αυτό έγκλημα.
Για την ταυτότητα της πράξεως απαιτείται ταυτότητα τόπου και χρόνου, ενώ ο χρόνος δεν επηρεάζει την ταυτότητα της πράξεως, μόνον όταν είναι αποδεδειγμένο ότι αυτή άπαξ τελέστηκε. Στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα, όπου κάθε μερικότερη πράξη διατηρεί την αυτοτέλεια της, για την συνδρομή του στοιχείου της ταυτότητας των πράξεων απαιτείται σύμπτωση της χρονικής διάρκειας στην τέλεση αυτών.
Επομένως, όταν συντρέχουν όλες οι ανωτέρω προϋποθέσεις εφαρμογής του αρ. 57 παρ. 1 ΚΠΔ υφίσταται δεδικασμένο ήτοι αρνητική δικονομική προϋπόθεση που κωλύει την κίνηση νεότερης ποινικής δίωξης. Αν ασκηθεί νεότερη ποινική δίωξη κατά του ιδίου κατηγορουμένου και για την ίδια πράξη, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη.
Παραπέμφθηκα ενώπιον Σας για να δικασθώ για τη τέλεση του αδικήματος που τυποποιείται στο αρ. 25 παρ. 1. δ του Ν. 1882/1990, όπως τροποποιήθηκε και αντικαταστάθηκε με τις διατάξεις της παρ. 1 του αρ. 3 του Ν. 3943/2011 και ήδη 4321/15 και 4335/15. Η ένδικη υπόθεση αφορά φοροδιαφυγή, ήτοι μη καταβολή προστίμων λόγω λήψης εικονικών και πλαστών τιμολογίων χρονικού διαστήματος από 12-2-1993 έως 3-10-1994 για την οποία έχω προηγουμένως και επανειλημμένα αθωωθεί αμετακλήτως επί της ουσίας.
Συγκεκριμένα δυνάμει: α) της υπ' αριθμό 43059/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών αθωώθηκα για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο με βάση τα ίδια ως άνω φερόμενα ως πλαστά και εικονικά τιμολόγια, β) της υπ αριθμό 38741/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών δικάσαν μετά από αναίρεση της υπ' αριθμό 52187/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών με την οποία είχε απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η έφεσή μου κατά της υπ' αριθμό 124253/1999 καταδικαστικής αποφάσεως του Μον/λούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Συγκεκριμένα με την υπ' αριθμό 38741/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος μου λόγω παραγραφής για το χρονικό διάστημα από 12/2/1993 έως 3/10/1994 και 16/5/1994 ενώ νια το χρονικό διάστημα 15/5/1995, κηρύχθηκα αθώος. Και γ) της υπ αριθμό 108491/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο κατ' εξακολούθηση (άρθρο 25 Ν. 1882/1990 ) με βάση τα ίδια πάντοτε ως άνω τιμολόγια.
Επειδή, στην παρ. 1 του άρθρου 4 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ, ΝΔ 53/1974, ΦΕΚ Α 256), το οποίο κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 1705/1987 (ΦΕΚ Α 89) και, όπως ορίζεται στο άρθρο αυτό (πρώτο), έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντ., δηλαδή αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων ... ..., ορίζεται ότι:
Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους, για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού. Επειδή, με την πιο πάνω διάταξη καθιερώνεται η θεμελιώδης δικαϊκή αρχή ne bis in idem, με την οποία απαγορεύεται η επανάληψη ποινικής διαδικασίας που έχει ολοκληρωθεί με αμετάκλητη απόφαση.
Η απαγόρευση αυτή κατοχυρώνει όχι μόνο το δικαίωμα να μην τιμωρείται κάποιος δύο φορές, αλλά εκτείνεται και στο δικαίωμα του να μη διώκεται ή να μη δικάζεται για δεύτερη φορά για την ίδια παράβαση. Αν δεν συνέβαινε αυτό, δεν θα ήταν απαραίτητο να προστεθεί ο όρος "διωχθεί" στον όρο "καταδικασθεί", διότι αυτό θα ήταν περιττή επανάληψη.
Συνεπώς, η ως άνω αρχή εφαρμόζεται και στην περίπτωση ποινικής διαδικασίας που έχει ολοκληρωθεί με αθωωτική για τον κατηγορούμενο δικαστική απόφαση ..... Εντεύθεν συνάγεται ότι σε ποινικές (ποινικής φύσης) υποθέσεις όπου οι εθνικές αρχές έχουν κινήσει σε βάρος του ίδιου προσώπου, για την ίδια παράβαση, δύο διαδικασίες, μετά την ολοκλήρωση της μιας με αμετάκλητη καταδικαστική ή αθωωτική δικαστική απόφαση, το επιλαμβανόμενο της άλλης διαδικασίας (bis, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1 του ως άνω 7ου Πρωτοκόλλου) Δικαστήριο, εφαρμόζοντας την αρχή ne bis in idem, οφείλει να περατώσει αυτήν, εξαλείφοντας τις συνέπειες της, κατά τον προσήκοντα κάθε φορά τρόπο, ο οποίος θα παρέχει επαρκή αποκατάσταση.
Άλλως, αν δηλαδή το Δικαστήριο προχωρήσει στην κατ' ουσία εξέταση της υπόθεσης, στοιχειοθετείται παραβίαση της αρχής ne bis in idem ανεξάρτητα από την έκβαση της υπόθεσης, ακόμη δηλαδή και αν εκδοθεί αθωωτική απόφαση ερειδόμενη σε λόγους μη σχετιζόμενους με την εφαρμογή της αρχής αυτής ... . Επειδή, προϋπόθεση εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης είναι η ταυτότητα της παράβασης, πρέπει δηλαδή η παράβαση την οποία αφορά η νέα δίωξη ή καταδίκη να είναι η "ίδια" (idem), με αυτή για την οποία προηγήθηκε αμετάκλητη αθώωση ή καταδίκη του ίδιου προσώπου.
Κριτήριο για το χαρακτηρισμό των παραβάσεων ως ίδιων, για τους σκοπούς της διάταξης αυτής, αποτελούν τα πραγματικά περιστατικά που τις συγκροτούν (idem factum) και όχι ο νομικός χαρακτηρισμός τους κατά τη εθνικό δίκαιο κάθε συμβαλλόμενου κράτους (idem crimen). Συντρέχει η ως άνω ταυτότητα παραβάσεων, όταν είναι ίδια ή ουσιωδώς όμοια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την καθεμιά από αυτές, ως τοιούτων νοουμένων των γεγονότων που τελούν σε άρρηκτη ενότητα τόπου, χρόνου, τρόπου τέλεσης και υλικού αντικειμένου και των οποίων η ύπαρξη απαιτείται (κρίσιμα πραγματικά περιστατικά) προκειμένου να τεκμηριωθεί η καταδίκη ή να ασκηθεί η ποινική δίωξη .....
Εντεύθεν συνάγεται ότι η προϋπόθεση της ταυτότητας παραβάσεων πληρούται κατά μείζονα λόγο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες συντρέχουν σωρευτικώς τα στοιχεία idem factum και idem crimen, όταν δηλαδή, πέραν της κατά τα προαναφερόμενα ταυτότητας των συγκροτούντων αυτές πραγματικών περιστατικών, αποδίδεται παραβίαση του ίδιου κανόνα δικαίου, φέρουν αυτές τον ίδιο νομικό χαρακτηρισμό, επιδιώκεται δε με την τιμώρησή τους η προστασία του ίδιου έννομου αγαθού, είναι δε άνευ σημασίας, για τη συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής, η διαφοροποίησή τους ως προς τη διαδικασία και τα όργανα που ασκούν τη δίωξη, το επιλαμβανόμενο Δικαστήριο και το είδος της κύρωσης.
Ταυτότητα παραβάσεων, κατά την παραπάνω έννοια, δεν υφίσταται και συνεπώς δεν παραβιάζεται, κατ' αρχήν, η ως άνω διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, όταν πρόκειται γα αληθή κατ' ιδέα συρροή παραβάσεων (με μία πράξη προσβάλλονται περισσότερη έννομα αγαθά - γι' αυτό και επιβάλλονται περισσότερες κυρώσεις. ....
Όταν όμως οι παραβάσεις συγκροτούνται από τα ίδια ή ουσιωδώς όμοια κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και προσβάλλεται το ίδιο έννομο αγαθό, διαφέρουν δε αυτές μόνο ως προς το νομικό χαρακτηρισμό ή ως προς το είδος της κύρωσης, δεν υφίσταται αληθής κατ' ιδέα συρροή, αλλά συρροή μόνο κατ' όνομα, με συνέπεια οι περιπτώσεις αυτές να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της αρχής ne bis in idem ....
Επειδή, δεύτερη (σωρευτικώς απαιτούμενη) προϋπόθεση για την εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης είναι η "ποινική" φύση των παραβάσεων. Οι έννοιες της "ποινικής δίωξης" και "ποινικής διαδικασίας" στο κείμενο της διάταξης αυτής αποτελούν αυτόνομες έννοιες της ΕΣΔΑ και πρέπει να ερμηνεύονται ενόψει της εξασφαλιστικής και εγγυητικής λειτουργίας της Σύμβασης και των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτή και όχι αποκλειστικά με βάση τη νομική υπαγωγή (νομικό χαρακτηρισμό) σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο κάθε συμβαλλόμενου κράτους.
Διαφορετικά, η εφαρμογή της ΕΣΔΑ (ειδικότερα και της αρχής ne bis in idem) θα απόκειται στη διακριτική ευχέρεια των συμβαλλομένων κρατών σε βαθμό που μπορεί να οδηγήσει σε αποτελέσματα ασύμβατα προς την αποτελεσματική λειτουργία, την εφαρμογή και το σκοπό της Σύμβασης και προς τα θεμελιώδη δικαιώματα που αυτή εξασφαλίζει και εγγυάται ....Οι έννοιες αυτές στο κείμενο του άρθρου 4 του ως άνω Πρωτοκόλλου πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως των γενικών αρχών που αφορούν τους αντίστοιχους όρους "ποινική κατηγορία" και "ποινή" στα άρθρα 6 και 7 της ΕΣΔΑ ....
Η πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ παραθέτει τρία κριτήρια, γνωστά ως "κριτήρια ..." ...., ως αποφασιστικά για το αν υπήρξε ή όχι "ποινική κατηγορία". Τα κριτήρια αυτά επιβεβαιώθηκαν και από τη μείζονα σύνθεση του ΕΔΔΑ με την απόφαση της 9.10.2003, κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 30665 και 40086/1998. Το πρώτο κριτήριο είναι η νομική υπαγωγή της παράβασης κατά το εθνικό δίκαιο, το δεύτερο είναι η φύση της παράβασης και το τρίτο η βαρύτητα της ποινής.
Το δεύτερο και τρίτο από τα κριτήρια αυτά είναι εναλλακτικά και όχι απαραιτήτως σωρευτικά. Παρά ταύτα δεν αποκλείεται και η σωρευτική προσέγγιση όταν η ξεχωριστή ανάλυση του κάθε κριτηρίου δεν καθιστά δυνατή τη συναγωγή ασφαλούς συμπεράσματος ..... Το πρώτο κριτήριο συντρέχει όταν η παράβαση χαρακτηρίζεται από την εθνική έννομη τάξη ως scripto sensu ποινικό αδίκημα.
Η φύση της παράβασης (δεύτερο κριτήριο) κρίνεται με βάση τον επιδιωκόμενο από την αντίστοιχη διάταξη σκοπό, αν δηλαδή επιδιώκεται η προστασία ενός σημαντικού εννόμου - αγαθού, μέσω της επιβολής μιας κύρωσης, η οποία ανήκει στη γενική ποινική σφαίρα, έχει δηλαδή στόχο την τιμώρηση και την αποτροπή .... Πρόσθετο στοιχείο του δεύτερου αυτού κριτηρίου είναι το εύρος της οικείας διάταξης, η οποία πρέπει να αφορά όλους τους πολίτες και όχι μόνο μια ειδική κατηγορία προσώπων που κατέχουν μια ιδιαίτερη ιδιότητα ....
Η βαρύτητα της ποινής (τρίτο κριτήριο) κρίνεται από τις επιπτώσεις της στα έννομα αγαθά του δράστη. Ο βαθμός της αυστηρότητας της ποινής προσδιορίζεται κατ' αρχή από την αναφορά στο μέγιστο προβλεπόμενο από το νόμο ύψος της (in abstracto). Η πράγματι επιβληθείσα ποινή εκτιμάται μεν, αλλά δεν μπορεί να εκμηδενίσει τη σημασία αυτού που αρχικά διακυβευόταν.
Πάντως, η σχετικώς περιορισμένη αυστηρότητα της ποινής δε μπορεί να αφαιρέσει από την παράβαση τον ενδογενή ποινικό της χαρακτήρα. Επειδή έχει ασκηθεί εναντίον μου ποινική δίωξη τόσο για το αδίκημα της αποδοχής εικονικών τιμολογίων όσο και για την μη καταβολή του προστίμου που μου επιβλήθηκε με βάση τα αυτά "εικονικά" τιμολόγια.
Συνεπώς έχουν ασκηθεί εναντίον μου άλλες τρεις ποινικές διώξεις για ένα και το αυτό βιοτικό γεγονός, δηλαδή για την αποδοχή εικονικών τιμολογίων κατέχουν εκδοθεί αθωωτικές αποφάσεις, μάλιστα πολλά χρόνια πριν την κίνηση, της παρούσας ποινικής δίωξης βασιζόμενη στα ίδια πραγματικά περιστατικά και γεγονότα τις οποίες Σας προσκομίζω.
Ειδικότερα προσάγω κι επικαλούμαι: 1. Την από 22/2/2016 Βεβαίωση του Προϊσταμένου της ... στην οποία βεβαιώνεται ότι πράγματι τα υπ' αριθμούς ... χρέη του ένδικου πίνακα χρεών αφορούν πρόστιμα ΚΒΣ για τη λήψη 8 πλαστών και εικονικών τιμολογίων ετών 1993 και 1994 (...). 2. Επικυρωμένο αντίγραφο της υπ' αριθμό 43059/2014 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, καθώς επίσης και επικυρωμένα:
αντίγραφα της ... αίτησης ποινικής δίωξης της ... και του κατηγορητηρίου αυτής από τα οποία προκύπτει ότι κινήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος μου για την ίδια αιτία και τα ίδια πραγματικά περιστατικά και αθωώθηκα (....). 3. Επικυρωμένο αντίγραφο της υπ' αριθμό 38741/2003 κατ' έφεση αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών για το αδίκημα της λήψης πλαστών και εικονικών τιμολογίων ετών 1993 και 1994, καθώς επίσης και επικυρωμένα αντίγραφα της εκκαλουμένης υπ' αριθμό 124253/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών και του σχετικού υπ' αριθμό ...
κλητηρίου θεσπίσματος από τα οποία προκύπτει ότι κινήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος μου για την ίδια αιτία και τα ίδια πραγματικά περιστατικά και αθωώθηκα (....). Επικυρωμένο αντίγραφο της υπ' αριθμό 108491/2000 αθωωτικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο κατ' εξακολούθηση (άρθρο 25 Ν. 1882/1990), καθώς επίσης και επικυρωμένο αντίγραφο του ...
κλητηρίου θεσπίσματος και της από 3/7/2000 κλήσης μου για τη δικάσιμο της 14/11/2000, όπου εκδόθηκε η άνω απόφαση από τα οποία προκύπτει ότι κινήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος μου για την ίδια αιτία και τα ίδια πραγματικά περιστατικά και αθωώθηκα. Αδυνατώ δε να σας προσκομίσω λοιπά έγγραφα της δικογραφίας, όπως αίτηση ποινικής δίωξης και κατηγορητήριο λόγω πολτοποίησής τους, όπως αποδεικνύεται από το από 21-11-2017 πιστοποιητικό του κ.
Γραμματέα του Ποινικού Αρχείου του Πρωτοδικείου Αθηνών (.....). Ζητώ. Να κηρυχθεί απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, άλλως να παύσει, η ποινική δίωξη που έχει ασκηθεί εναντίον μου σχετικά με το χρέος το οποίο απεικονίζεται ως βεβαιωμένο και ληξιπρόθεσμο στον πίνακα χρεών που εμπεριέχεται στην υπό κρίση ποινική δίωξη σε βάρος μου.".
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και αφού προηγήθηκαν η απορριπτική της παραπάνω ένστασης πρόταση της Εισαγγελέα της έδρας και η δήλωση της συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου, με την οποία ζήτησε να γίνει δεκτή η άνω προβληθείσα από την ίδια ένσταση, ταυτόχρονα με την εκφορά της κρίσης του για την ενοχή του αναιρεσείοντος, απέρριψε την άνω ένσταση, με το ακόλουθο αιτιολογικό "Επειδή από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν, καθώς επίσης και από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδεικνύονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 0 κατηγορούμενος, στον τόπο και κατά το χρόνο που αναφέρονται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης αυτής, έχοντας την ιδιότητα του οφειλέτη του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά κατά την ισχύ του νόμου 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των χρεών του προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, ενώ το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής του, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις και λοιπές επιβαρύνσεις, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ.
Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του κατηγορουμένου, με την ιδιότητά του ως ομόρρυθμου μέλους της προσωπικής (ομόρρυθμης) εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", η οποία δραστηριοποιούταν επιχειρηματικά στον τομέα της κατασκευής και εμπορίας μηχανημάτων, μεταξύ των οποίων αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής κ.τ.λ., στη ...
διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, τα οποία με τις προσαυξήσεις και λοιπές επιβαρύνσεις τους ανέρχονταν - κατά το χρόνο της σύνταξης του πίνακα που θα αναφερθεί στη συνέχεια - στο συνολικό ποσό των 1.096.901,82 ευρώ (ειδικότερα δε στο ποσό των 984.150,16 ευρώ με τη μορφή κεφαλαίου και στο ποσό των 112.751,66 ευρώ με τη μορφή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων), όπως τα χρέη αυτά αναλυτικά αναγράφονται στον με αριθμό ειδικού βιβλίου ...2014 πίνακα χρεών της προαναφερόμενης Δ.Ο.Υ.
που συνοδεύει, ως αναπόσπαστο μέρος αυτής, την από 8-5-2014 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. αυτής και ενσωματώνεται -ο πίνακας αυτός - στο διατακτικό της απόφασης αυτής, στον οποίο - πίνακα-εμφανίζονται τα χρέη του κατηγορουμένου κατά τον αριθμό, την ημερομηνία βεβαίωσης, το οικονομικό έτος, το είδος του χρέους, την ανάλυση του ποσού, το απαιτητό μέρος για κάθε ένα χρέος αλλά και σε σύνολο, τον τρόπο πληρωμής, τον αριθμό των ληξιπρόθεσμων δόσεων και τις ημερομηνίες λήξης της πρώτης και της τελευταίας δόσης καταβολής, ο κατηγορούμενος ηθελημένα δεν κατέβαλε τα βεβαιωμένα χρέη του προς το Δημόσιο (πρόστιμο Κ.Β.Σ., εισόδημα και εισφορές και τέλος επιτηδεύματος), τα οποία έχουν εγγραφεί με τους αριθμούς από 1 μέχρι και 4 στον πίνακα χρεών.
Από τις οφειλές δε αυτές, αποδεικνύεται ότι μέχρι και τις 11-10-2017 δεν έχει καταβληθεί κανένα ποσό, με αποτέλεσμα τα χρέη να ανέρχονται πλέον στο συνολικό ποσό των 1.510.244,88 ευρώ (ειδικότερα δε στο ποσό των 984.150,16 ευρώ με τη μορφή κεφαλαίου και στο ποσό των 526.094,72 ευρώ με τη μορφή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων), ούτε ο κατηγορούμενος έχει προβεί σε ρύθμιση των οφειλών αυτών, όπως προκύπτει από το από 11-10-2017 έγγραφο του Προϊσταμένου της ....
Από το έγγραφο αυτό προκύπτει, ακόμη, ότι τα χρέη με τους αριθμούς ... του πίνακα χρεών, ο οποίος παρατίθεται αυτούσιος στο διατακτικό της απόφασης αυτής, βεβαιώθηκαν ταμειακά με βάση την απόφαση επιβολής προστίμου με τον αριθμό ...2006 και τις πράξεις προσδιορισμού αποτελεσμάτων και επιβολής φόρου εισοδήματος και τελών χαρτοσήμου με τους αριθμούς ...2006 και ...2006 του Προϊσταμένου της ....
Με τις καταλογιστικές αυτές πράξεις επιβλήθηκε σε βάρος της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." πρόστιμο του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.) για τη λήψη οκτώ πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων κατά τη χρήση 1994, συνολικού ποσού 645.256,52 ευρώ και καταλογίστηκαν διαφορές κύριου φόρου, με πρόσθετο - λόγω ανακρίβειας - φόρο κ.λπ., για τις χρήσεις 1993 και 1994, ποσού 208.899,34 ευρώ και 238.788,93 ευρώ, αντίστοιχα.
Επισημαίνεται επίσης ότι τα χρέη αυτά (με τους αριθμούς ... του πίνακα χρεών) αποτελούν την ταμειακή βεβαίωση του 90% των καταλογιστικών πράξεων που αναφέρονται προηγουμένως στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, δεδομένου ότι οι προσφυγές που ασκήθηκαν εναντίον τους από την οφειλέτρια ομόρρυθμη εταιρεία, απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες με τις αποφάσεις με τους αριθμούς 9838/2012, 9549/2012 και 10468/2012 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ στη συνέχεια ομοίως ως απαράδεκτες απορρίφθηκαν οι εφέσεις που ασκήθηκαν εναντίον των αποφάσεων αυτών από την οφειλέτρια ομόρρυθμη εταιρεία, με τις αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών με τους αριθμούς 228/2014, 227/2014 και 229/2014.
Ήδη, η οφειλέτρια ομόρρυθμη εταιρεία έχει ασκήσει νέες προσφυγές, με την επίκληση της διάταξης του άρθρου 70 του νόμου 2717/1999 (Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας) εναντίον των προαναφερόμενων καταλογιστικών πράξεων, οι οποίες - προσφυγές - έχουν κατατεθεί στη Γραμματεία του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και έχουν λάβει γενικό αριθμό κατάθεσης .../19-9-2014, .../19-9-2014 και .../19-9-2014, αντίστοιχα (βλ.
για τη συναγωγή των προαναφερόμενων αποδεικτικών πορισμάτων τα έγγραφα, τα οποία αναγνώστηκαν κατά την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου). Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της παράβασης του άρθρου 25 παρ. 1 του νόμου 1882/1990, η τέλεση της οποίας αποδίδεται σ' αυτόν, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται προηγουμένως, αλλά μνημονεύονται ειδικότερα και στο διατακτικό της απόφασης αυτής, δεδομένου ότι υπέχει προσωπική ποινική ευθύνη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 εδ.
β του νόμου αυτού, από την οποία προκύπτει ότι οι ποινές που προβλέπονται και αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού επιβάλλονται, στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, και προκειμένου: α)..... β) Για εταιρείες ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες, στους ομόρρυθμους εταίρους και στους διαχειριστές τους.
Για περιορισμένης ευθύνης εταιρείες, στους διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν, αδιάφορα από το λόγο έλλειψης τους ή όταν απουσιάζουν αυτοί από την έδρα της εταιρείας χωρίς να είναι γνωστό στη δημόσια οικονομική υπηρεσία ή στο τελωνείο όπου είναι βεβαιωμένα το χρέη πού ευρίσκονται, σε κάθε εταίρο, σωρευτικά ή μη. 0 ισχυρισμός για τη συνδρομή δεδικασμένου που προβλήθηκε από τη συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, κρίνεται αβάσιμος και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί.
Ειδικότερα, με την απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με τον αριθμό 43059/31-10-2014 ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος του αδικήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, χωρίς να προκύπτει ο λόγος αθώωσης, δεδομένου ότι προσκομίζεται απόσπασμα μόνο της αθωωτικής απόφασης και όχι αντίγραφο αυτής, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται γνωστό το σκεπτικό, με το οποίο οδηγήθηκε το Δικαστήριο εκείνο στην απαλλακτική κρίση.
Η κατηγορία που είχε αποδοθεί στον κατηγορούμενο, συνίστατο στο ότι στην Αθήνα, την 1η-12-2008, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του νόμου 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα 150.000 ευρώ.
Συγκεκριμένα, ότι ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", της οποίας ο κατηγορούμενος τυγχάνει διαχειριστής, διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη ..., τα οποία με τις προσαυξήσεις ανέρχονταν - κατά το χρόνο της σύνταξης του πίνακα που θα αναφερθεί στη συνέχεια - στο συνολικό ποσό των 1.105.931,40 ευρώ (ειδικότερα δε στο ποσό των 708.121,69 ευρώ με τη μορφή κεφαλαίου και στο ποσό των 397.809,71 ευρώ με τη μορφή προσαυξήσεων), όπως τα χρέη αυτά αναλυτικά αναγράφονται στον με αριθμό ειδικού βιβλίου …/2013 πίνακα χρεών της προαναφερόμενης Δ.Ο.Υ.
που συνοδεύει, ως αναπόσπαστο μέρος αυτής, την από 20-2-2013 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. αυτής, ο κατηγορούμενος ηθελημένα δεν κατέβαλε τα βεβαιωμένα χρέη του προς το Δημόσιο (Φ.Π.Α. προσφυγή, πρόστιμο Φ.Π.Α., πρόστιμο Κ.Β.Σ. προσφυγή), τα οποία έχουν εγγραφεί με τους αριθμούς από 1 μέχρι και 7 στον πίνακα χρεών.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι καμία ταυτότητα πράξης δεν υφίσταται και επομένως δεν πληρούνται οι όροι, κατ' άρθρο 57 του ΚΠΔ, για τη συνδρομή δεδικασμένου. Τούτο δε, διότι τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την κατηγορία, η οποία αποδόθηκε στον κατηγορούμενο στο πλαίσιο ποινικής δίκης, για την οποία εκδόθηκε η προαναφερόμενη απαλλακτική απόφαση, συγκρινόμενα προς εκείνα, τα οποία συγκροτούν την κατηγορία που έχει αποδοθεί στο ίδιο αυτό πρόσωπο στο πλαίσιο αυτής της ποινικής δίκης, είναι εντελώς διαφορετικά.
Συγκεκριμένα, διαφέρουν οι δύο αυτές πράξεις (ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι και οι δύο αφορούν τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο), όχι μόνο ως προς το χρόνο τέλεσης (1-12-2008 σ' εκείνη την περίπτωση, 30-3-2015 σε αυτή την περίπτωση), αλλά επιπρόσθετα ως προς τα ύψος (το ποσό του κεφαλαίου και των προσαυξήσεων) και την ανάλυση των χρεών (την αιτία και την ταυτότητα καθενός χρέους), όπως προκύπτει από την επισκόπηση και την απλή αντιπαραβολή των εγγραφών στους πίνακες χρεών (με τους αριθμούς ειδικού βιβλίου 2/2013 σ' εκείνη την περίπτωση και ...2014 σε αυτή την περίπτωση).
Από τις εγγραφές αυτές προκύπτει, ειδικότερα, ότι τα χρέη είναι ουσιωδώς διαφορετικά ως προς τον αριθμό (επτά, σ' εκείνη την περίπτωση, τέσσερα, σε αυτή την περίπτωση), την ημερομηνία βεβαίωσης καθενός από αυτά, το οικονομικό έτος, στο οποίο ανάγονται, το είδος καθενός χρέους [Φ.Π.Α. προσφυγή, Φ.Π.Α. προσφυγή, Φ.Π.Α.
προσφυγή, Φ.Π.Α. προσφυγή, πρόστιμο Φ.Π.Α., πρόστιμο Φ.Π.Α. και πρόστιμο Κ.Β.Σ. προσφυγή, σ' εκείνη την περίπτωση, πρόστιμο Κ.Β.Σ. δικαστική απόφαση, εισόδημα δικαστική απόφαση (μη παρακρατούμενοι φόροι), εισόδημα δικαστική απόφαση (μη παρακρατούμενοι φόροι), εισφορές και τέλος επιτηδεύματος του νόμου 3986/2011, σε αυτή την περίπτωση], την ανάλυση του ποσού, το απαιτητό μέρος για κάθε ένα χρέος αλλά και σε σύνολο, τον τρόπο πληρωμής, τον αριθμό των ληξιπρόθεσμων δόσεων και τις ημερομηνίες λήξης της πρώτης και της τελευταίας δόσης καταβολής.
Περαιτέρω, με την απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με τον αριθμό 38741/13-5-2003 έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου, λόγω παραγραφής, για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων (με χρόνο τέλεσης από τις 12-2-1993 μέχρι τις 3-10-1994), στα οποία καταλέγονται και οκτώ τιμολόγια - δελτία αποστολής που αναφέρονται στη χρήση 1994, και για εκείνη (εν μέρει, μόνο) της υποβολής ανακριβούς δήλωσης Φ.Π.Α, με αποτέλεσμα να μην αποδοθούν στο Δημόσιο τα ποσά που αναλογούν (με χρόνο τέλεσης την 16η-5-1994), ενώ κατά τα λοιπά για την τελευταία αυτή - πράξη, κηρύχθηκε αθώος (με χρόνο τέλεσης αυτής, την 15η-5-1995).
Στην προκείμενη περίπτωση, ούτε από την απόφαση αυτή γεννάται δεδικασμένο, δεσμευτικό για το Δικαστήριο, κατ' άρθρο 57 του ΚΠΔ. Ειδικότερα, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη στη νομολογία, την οποία το Δικαστήριο τούτο υιοθετεί ως ορθότερη, μεταξύ των αδικημάτων της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και της φοροδιαφυγής, με την αποδοχή πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων και με την υποβολή ανακριβούς δήλωσης για την απόδοση Φ.Π.Α., υφίσταται αληθινή και όχι φαινομενική κατ' ιδέαν συρροή.
Τούτο δε διότι τόσο κατά την αντικειμενική, όσο και κατά την υποκειμενική τους υπόσταση τα θεσπιζόμενα με τις οικείες διατάξεις του νόμου εγκλήματα αποσκοπούν στον ποινικό κολασμό διαφορετικών εγκληματικών συμπεριφορών, έτσι ώστε να μη διαφεύγει τον ποινικό κολασμό εκείνος, ο οποίος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της υποβολής ανακριβούς δήλωσης και ως συνέπεια αυτής, της μη απόδοσης στο Δημόσιο του Φ.Π.Α.
που αναλογεί, ή την πράξη της αποδοχής πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, εάν δεν καταβάλει το από την συμπεριφορά του αυτή οφειλόμενο και βεβαιωμένο χρέος μέσα στις προθεσμίες που ορίζει το άρθρο 25 του νόμου 1882/1990, επιβαρυνόμενο με τους τόκους και τις προσαυξήσεις που αναλογούν κάθε φορά .....
Συνεπώς, η πράξη της φοροδιαφυγής, για την οποία έπαυσε λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου, εν μέρει, ενώ κατά τα λοιπά κηρύχθηκε αυτός αθώος, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, συρρέει με την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, αληθινά και όχι φαινομενικά, αφού καθεμία αξιόποινη πράξη πλήττει διαφορετικές και διακριτές μεταξύ τους μονάδες έννομου αγαθού, οπότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για φαινομενική συρροή, πολύ δε περισσότερο, ούτε και για δεδικασμένο, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει η υπεράσπιση του κατηγορουμένου.
Τέλος, με την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με τον αριθμό 108491/14-11-2000 ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος του αδικήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, χωρίς και πάλι να προκύπτει ο λόγος αθώωσης, δεδομένου ότι προσκομίζεται απόσπασμα μόνο της αθωωτικής απόφασης και όχι αντίγραφο αυτής, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται γνωστό το σκεπτικό, με βάση το οποίο οδηγήθηκε το Δικαστήριο εκείνο στην απαλλακτική κρίση του.
Η κατηγορία που είχε αποδοθεί στον κατηγορούμενο συνίστατο στο ότι στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από τις 28-6-1996 μέχρι τις 30-8-1996, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του νόμου 1882/1990, με πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών που ήταν βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες και η παραβίαση αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων, προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται σε δόσεις ή σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται εφάπαξ, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει, προκειμένου για δάνεια ή παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, τα 3.000.000 δραχμές.
Συγκεκριμένα, ότι ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", της οποίας ο κατηγορούμενος τυγχάνει ομόρρυθμο μέλος, διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη ..., ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό δραχμών 160.378.671 που αφορά δάνεια ή παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, δηλαδή δεν κατέβαλε τρεις συνεχείς δόσεις για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις ή καθυστέρησε την καταβολή πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ.
Στην προκείμενη περίπτωση, ομοίως το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι καμία ταυτότητα πράξης δεν υφίσταται και επομένως δεν πληρούνται οι όροι, κατ' άρθρο 57 του ΚΠΔ, για τη συνδρομή δεδικασμένου. Τούτο δε, διότι τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την κατηγορία, η οποία αποδόθηκε στον κατηγορούμενο στο πλαίσιο ποινικής δίκης, για την οποία εκδόθηκε η προαναφερόμενη απαλλακτική απόφαση, συγκρινόμενα προς εκείνα, τα οποία συγκροτούν την κατηγορία που έχει αποδοθεί στο ίδιο αυτό πρόσωπο στο πλαίσιο αυτής της ποινικής δίκης, είναι εντελώς διαφορετικά.
Συγκεκριμένα, διαφέρουν οι δύο αυτές πράξεις (ανεξάρτητα από το γεγονός ότι και οι δύο αφορούν τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο), όχι μόνο ως προς το χρόνο τέλεσης (χρονικό διάστημα από 28-6-1996 μέχρι 30-8-1996 σ' εκείνη την περίπτωση, 30-3-2015 σε αυτή την περίπτωση), αλλά επιπρόσθετα ως προς το ύψος (το ποσό του κεφαλαίου και των προσαυξήσεων) των χρεών (χρέη συνολικού ποσού 160.378.671 δραχμών ή 470.663,74 ευρώ σ' εκείνη την περίπτωση, χρέη συνολικού ποσού 1.096.901,82 ευρώ σε αυτή την περίπτωση).
Περαιτέρω, από κανένα στοιχείο, από εκείνα που προσκομίζει η υπεράσπιση του κατηγορουμένου, δεν προκύπτει η ανάλυση των χρεών, των οποίων η μη καταβολή αποτέλεσε την κατηγορία, για την οποία εκδόθηκε η προαναφερόμενη απαλλακτική απόφαση του Δικαστηρίου εκείνου. Δηλαδή, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει η αιτία και η ταυτότητα καθενός από τα χρέη εκείνα, πλην όμως από το χρόνο απόδοσης της κατηγορίας εκείνης στον κατηγορούμενο (επισημαίνεται ότι το κλητήριο θέσπισμα συντάχθηκε στις 13-3-1998) προκύπτει ότι τα χρέη στις δύο αυτές περιπτώσεις είναι ουσιωδώς διαφορετικά, αν μη τι άλλο ως προς την ημερομηνία βεβαίωσης καθενός από αυτά, το οικονομικό έτος, στο οποίο ανάγονται, την ανάλυση του ποσού, το απαιτητό μέρος για κάθε ένα χρέος αλλά και σε σύνολο, τον τρόπο πληρωμής, τον αριθμό των ληξιπρόθεσμων δόσεων και τις ημερομηνίες λήξης της πρώτης και της τελευταίας δόσης καταβολής.....".
Έτσι που αποφάνθηκε το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την απόρριψη της περί δεδικασμένου και ακριβέστερα περί εκκρεμοδικίας ένστασης, διέλαβε σε αυτή ορθή, επαρκή και προσήκουσα αιτιολογία, εφόσον, κατά τις ουσιαστικές του παραδοχές, δεν προέκυπτε το αμετάκλητο των προηγούμενων αποφάσεων και επρόκειτο για διαφορετικές εγκληματικές συμπεριφορές και ουσιωδώς διαφορετικά χρέη σε σχέση με τα παρόντα.
Ειδικότερα, ουδεμία ταυτότητα πράξης υφίστατο και δεν πληρούνταν οι, κατ' άρθρο 57 του ΚΠοινΔ, όροι για τη συνδρομή δεδικασμένου και πιο συγκεκριμένα τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούσαν τις αποδοθείσες στον κατηγορούμενο κατηγορίες στο πλαίσιο των ποινικών δικών, για τις οποίες εκδόθηκαν οι προαναφερόμενες απαλλακτικές αποφάσεις, συγκρινόμενα προς εκείνα που συνέθεταν τις αποδοθείσες στο ίδιο πρόσωπο κατηγορίες στο πλαίσιο της παρούσας ποινικής δίκης, υπήρξαν εντελώς διαφορετικά.
Επομένως, όσα περί του αντιθέτου διατείνεται ο αναιρεσείων στην παραπάνω αιτίαση για παραβίαση του δεδικασμένου από το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και ο σύστοιχος δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το αρθρ.510 παρ.1 στοιχ.ΣΤ'ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμα.
ΙV. Από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 ΚΠοινΔ, όπως η τελευταία ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 2 παρ. 5 Ν. 2408/1996, προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης, με σκοπό να εξεταστούν είτε και άλλοι μάρτυρες που δεν κλήθηκαν ή δεν προσήλθαν είτε και άλλα αποδεικτικά μέσα.
Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει, όμως, αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απόρριψής του να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή του. Διαφορετικά, αν δηλαδή απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ενώ στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί σε τέτοιο αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για να προσέλθει κάποιος μάρτυρας, θεωρείται, ότι το απέρριψε σιγή, οπότε υπάρχει έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Β' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης. Για να είναι, όμως, υποχρεωμένο το δικαστήριο να απαντήσει σε τέτοιο αίτημα και μάλιστα αιτιολογημένως, πρέπει το αίτημα αυτό να προβάλλεται κατά τρόπο ορισμένο με σαφή παράθεση των σχετικών περιστατικών που κατά νόμο το θεμελιώνουν, διότι το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντά σε αόριστους ισχυρισμούς και αιτήματα.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, δια της συνηγόρου του, υπέβαλε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αίτημα αναβολής εκδίκασης της υπόθεσης "προκειμένου να κληθεί ο μάρτυρας της Δ.Ο.Υ." Έτσι, όμως, όπως υποβλήθηκε το παραπάνω αίτημα ήταν αόριστο και ως εκ τούτου απαράδεκτο, γιατί δεν γινόταν επίκληση των λόγων, για τους οποίους ήταν αναγκαία η προσέλευση του μάρτυρα αυτού και δεν αναφερόταν σε αυτό για ποια συγκεκριμένα περιστατικά που ασκούσαν επιρροή στην έκβαση της δίκης έπρεπε να προσέλθει αυτός να καταθέσει.
Συνεπώς, το άνω Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στο προαναφερόμενο αίτημα για αναβολή της δίκης κατ' άρθρα 352 και 353 ΚΠοινΔ και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως την παρεμπίπτουσα απόφασή του για τη μη κλήτευση του προταθέντος μάρτυρα. Επομένως, είναι αβάσιμος ο παραπάνω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Β' ΚΠοινΔ πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, ως προς αμφότερα τα σκέλη αυτού, αφενός για σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την απόρριψη του αιτήματος αναβολής εκδίκασης της υπόθεσης και αφετέρου για έλλειψη ακρόασης. V. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 32 παρ. 1, 138 παρ. 2 και 3, 171 παρ. 1 εδ.
β' και 369 παρ. 1 ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει υποχρεωτικά τον λόγο στον εισαγγελέα για να αναπτύξει τις απόψεις του και προτείνει για την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου, την επιβλητέα ποινή, τους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο αυτοτελείς ισχυρισμούς και αιτήματα και γενικά για κάθε απόφαση ή διάταξη του δικαστηρίου κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας.
Διαφορετικά, αν δεν υπάρξει προηγούμενη εισαγγελική πρόταση, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 β' και δ' ΚΠοινΔ, και στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εφόσον δεν προβλήθηκε σαφές και ορισμένο αίτημα αναβολής, ούτε εκδόθηκε απορριπτική απόφαση ως προς αυτό, ώστε να πρέπει να προηγηθεί αυτής η υποβολή της εισαγγελικής πρότασης, ουδεμία ακυρότητα επήλθε από την παράλειψή της και, κατά συνέπεια, ο συναφώς προβαλλόμενος δεύτερος αναιρετικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων, για απόλυτη ακυρότητα λόγω μη υποβολής πρότασης του Εισαγγελέα της έδρας επί του προαναφερθέντος αιτήματος, είναι αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών και, αφού δεν υπάρχουν άλλοι αναιρετικοί λόγοι για έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης μετά των πρόσθετων λόγων αυτής στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμό πρωτ. ...2018 από 22-01-2018 αίτηση - δήλωση αναίρεσης του Κ. Χ. του Χ., κατοίκου ... καθώς και τους από 21-09-2018 πρόσθετους λόγους του τελευταίου, για αναίρεση της υπ' αριθμό 6492/2017 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ