2022/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-1-2003, 18-3-2003, 20-3-2003, 30-3-2003, 10-4-2003 (2), 11-4-2003, 14-4-2003 (3), 16-4-2003, 21-4-2003, 22-4-2003(4),αιτήσεις, τις παρεμβάσεις-ανταιτήσεις προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη καθώς και την ανταίτηση του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών, κατόπιν εκδόσεως της 2167/2002 οριστικής απόφασης του Μονομελές Πρωτοδικείου Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated2022/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αζ)α κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".
Full text
Απόφαση 2022 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2022/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γρηγόριο Λαπατά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Γ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Παπασταύρο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τους Υπουργούς Οικονομικών, ΠΕΧΩΔΕ και Πολιτισμού, όλων κατοικοεδρευόντων στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του ΝΣΚ, Ευάγγελο Μαρίνη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-1-2003, 18-3-2003, 20-3-2003, 30-3-2003, 10-4-2003 (2), 11-4-2003, 14-4-2003 (3), 16-4-2003, 21-4-2003, 22-4-2003(4),αιτήσεις, τις παρεμβάσεις-ανταιτήσεις προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη καθώς και την ανταίτηση του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών, κατόπιν εκδόσεως της 2167/2002 οριστικής απόφασης του Μονομελές Πρωτοδικείου Αθηνών.
Εκδόθηκε η 6367/2003 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-7-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Λαπατάς, ανέγνωσε την από 16-2-2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Σπυρόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος ορίζεται ότι "1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια, που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην α^\α την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αζ)α κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι επιτρέπεται η οριστική στέρηση ή αφαίρεση της ιδιοκτησίας, (με μετάθεση ολική της κυριότητας του πράγματος σε άλλο πρόσωπο ή δημιουργία άλλου εμπράγματου δικαιώματος), με πράξη της πολιτείας, μόνο αν επιβάλλεται προς θεραπεία δημόσιας ωφέλειας, εφόσον προηγηθεί της καταλήψεως καταβολή πλήρους αποζημίωσης, που καθορίζεται από τα πολιτικά Δικαστήρια.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτει πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται σε συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνούμενης ως άνω διάταξης του να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του αρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 588/2010-ΝΟΜΟΣ).
ΙΙ. Ο αναιρεσείων, με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, παραθέτει στο δικόγραφο αυτής (αναιρετήριο) την ακόλουθη περικοπή από την προβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών (6367/2003), ότι δηλαδή : "... η πραγματική αξία των απαλλοτριουμένων εδαφικών εκτάσεων, καθώς και των αναφερομένων ειδικότερα στο διατακτικό επικειμένων τους, που επιτρέπει την αντικατάστασή τους με άλλα ισάξια, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ενδεχομένη μεταβολή της μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσής του και εξαιτίας μόνο αυτής (άρθρο 17 παρ.2 του Συντάγματος), ανερχόταν στα ποσά που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας που δεν διαφέρουν κατά τους πιο πάνω κρίσιμους χρόνους, διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν εχώρησε στο μεταξύ ανατίμηση ή υποτίμηση της αξίας τους...".
Ακολούθως, ο ίδιος (αναιρεσείων), με τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μοναδικό λόγο αναιρέσεως, προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια, όπως επί λέξει αναγράφεται στο αναιρετήριο, ότι εκείνο (Εφετείο): "... Α) δεχόμενον ότι η πραγματική αξία του ακινήτου μου ανέρχεται εις 99,79 ευρώ και της ποτιστικής αμπέλου μου εις 35 ευρώ και καταλήξαν στο συμπέρασμα ότι αυτή (τιμή μονάδος) επιτρέπει την αντικατάσταση του ακινήτου μου με άλλο ισάξιο, στερείται της κατά νόμο απαιτουμένης επαρκούς αιτιολογίας, καθόσον, αα) παραλείπει να διαλάβει, αν η προσδιορισθείσα οριστική τιμή, αποτελεί πλήρη αποζημίωση, κατά την ρητήν επιταγήν του άρθρου 17 παρ.2 του Συντάγματος, δεδομένου ότι το πρωτότυπον δικαστήριο, εκτιμήσαν τα αυτά αποδεικτικά και πρόσφορα εις σύγκρισιν αποδεικτικά στοιχεία κατέληξεν εις διάφορον εκτίμησιν της πραγματικής αξίας, κατά πολύ μεγαλυτέραν, πραγματικής αξίας, κατά πολύ μεγαλυτέραν, με την ειδική μνεία, ότι αύτη απετέλει "πλήρη αποζημίωσιν", τουθ'όπερ παραλείπει το Εφετείον, μη αρκούσης της αορίστου μνείας, περί δυνατότητος αντικαταστάσεως του απαλλοτριωθέντος με άλλον ισάξιον, ββ) παραλείπει να διαλάβει, εις ποίαν περιοχή και υπό ποίας συνθήκας πραγματικής αξίας, δύναμαι να αντικαταστήσω το απαλλοτριωθέν ακίνητόν μου, δεδομένου όντος, ότι εις την περιοχήν "ΓΙΑΛΟΥ" της κτηματικής περιφέρειας Σπάτων, πάντα εν αυτή ακίνητα απαλλοτριώθησαν, γγ) παραλείπει να διαλάβει, αν, εις την εκτίμησιν της γλίστρας τιμής της ποτιστικής αμπέλου μου, περιέλαβε την αυτονόητον εγκατάστασιν της αρδεύσεως και αν εις τον όρο "ισάξιον" περιλαμβάνεται και αύτη, Β) δεχόμενον εξ ετέρου, με τη πεπλανημένη πλην ανελέγκτου εκτιμήσει των αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία υπεδήλουν, ότι εις, προγενέστερον κρίσιμον χρόνον από την τεσσάρων έως και δύο ετών, αι τιμαί των ακινήτων, εν οίς και του ημετέρου, είναι αι αυταί με προγενεστέρους κρισίμους χρόνους, διότι, κατά την κρίσιν του, δεν εχώρησε στο μεταξύ ανατίμηση ή υποτίμηση της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και υπερπηδήσαν τον προβληθέντα πρωτοδίκως και δευτεροβαθμίως ισχυρισμόν μας, ότι λόγω του αεροδρομίου, ανεξαρτήτου δηλονότι στοιχείων προς την απαλλοτρίωσιν, αι τιμαί των ακινήτων της γειτνιαζούσης προς αυτό περιοχής μας ετετραπλασιάσθησαν, καταφανώς απεστέρησαν της εαυτού κρίσεως της δεούσης επαρκούς αιτιολογίας, αφού ουδαμού αναφέρεται ούτε επεκαλέσθη τα αναγκαία εκείνα στοιχεία, εφ'ων και εβάσισε την κρίση του αυτή περί μη ανατιμήσεως των τιμών της περιοχής, πράγμα αναγκαίον, δια την απόδοσιν και εφαρμογήν του άρθρου 17 παρ.2 του Συντάγματος, περί πλήρους αποζημιώσεως".
Ο ως άνω λόγος αναιρεσέως, εφόσον έχει το αμέσως προηγούμενο περιεχόμενο και κατ'ορθή υπαγωγή πλήττει την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, ως προς το ύψος της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του αναιρεσείοντος, εκτάσεως 2.376 τετρ.μέτρων (ποσού 99,78 ευρώ ανά τετρ.μέτρο για το έδαφος-ποσού 35 ευρώ ανά τετρ.μέτρο για τη επί του εδάφους ποτιστική άμπελο και ποσού 180 ευρώ για μία μεγάλη ελαία), τυγχάνει προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Σε κάθε, όμως, περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει και από την περικοπή της που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας παραγράφου, έχει πληρότητα και σαφήνεια, δεν περιέχει αντιφάσεις και στηρίζεται στα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν όλοι οι διάδικοι, τα οποία κατέστησαν κοινά αποδεικτικά μέσα, μνημονευόμενα σ'αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση).'Αλλωστε, δεν απαιτείται, κατά τρόπο πανηγυρικό, ότι η προσδιορισθείσα οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως αποτελεί "πλήρη αποζημίωση", αφού η προσδιορισθείσα συνολική τοιαύτη σε σχέση με την (ΚΠ 528) ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος (για την εδαφική έκταση και τα επικείμενά της), με μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση του άρθρου 17 του Συντάγματος και αναλυτική περιγραφή όλων των απαλλοτριουμένων ακινήτων, μεταξύ των οποίων και του αναιρεσείοντος (στη θέση Γιαλού), αντιστοιχεί στην αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, που αποδίδεται με το λόγο της ένδικης αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ. 'Επειτα, λοιπόν, από όλα τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του μη καταθέσαντος προτάσεις αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 26.7.2004 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 952/27.7.2004 αίτηση αναίρεσης της υπ'αριθμόν 6367/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ