Legislator Case Law & Legislation
2022/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final first-instance judgment due to procedural inadmissibility and insufficient grounds.

Case Number 2022/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the final first-instance judgment and the subsequent appeal decision. The appellant argued that the lower court violated common sense principles regarding a disputed letter's authenticity and misapplied evidence rules. The court ruled the appeal inadmissible because it targeted a first-instance decision already superseded by a final appeal ruling, and the substantive grounds were either too vague or legally unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 553 KPolD; Art. 154 AK: An appeal is inadmissible if directed against a first-instance judgment that has already been superseded by a final appeal decision; grounds must be specific and legally sufficient to challenge the final judgment.

Keywords

AI generated
procedural inadmissibility superseded judgment appeal against first instance common sense principles evidence evaluation

Cited Legislation

AI generated
Art. 553 KPolD
Art. 154 AK
Art. 559 KPolD
Art. 340 KPolD

Cited Case Law

AI generated
OLAP 40/1996
OLAP 16/1990
OLAP 25/2003
OLAP 2/2008
OLAP 8, 10, 11/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2022 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2.022/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Τζάνο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Καραμανώλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-9-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5563/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 5140/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-2-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 6-11-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ.ΑΠ 40/1996, Ολ.ΑΠ 16/1990). Η κρινόμενη, επομένως, αίτηση αναίρεσης, καθόσον απευθύνεται κατά της 5563/2004 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η κατά της οποίας έφεση, μετά από εξέταση της ουσίας, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη 5140/2005 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 154 ΑΚ "η ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής επέρχεται με δικαστική απόφαση. Την ακύρωση έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν μόνο αυτός που πλανήθηκε ή απατήθηκε ή απειλήθηκε και οι κληρονόμοι τους". Εξάλλου, επί επάλληλων αιτιολογιών (κυρίων ή επικουρικών), καθεμία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αν έστω και μία δεν πλήττεται ή δεν πλήττεται επιτυχώς, οι λόγοι της αναίρεσης που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς και, συνακόλουθα, απορριπτέοι (Ολ.ΑΠ 25/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του και κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 154 ΑΚ (και μόνο), γιατί το Εφετείο δέχθηκε, ότι η ένδικη αγωγή, ως προς την πρώτη, κύρια βάση της, με την οποία ο ήδη αναιρεσείων, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της θανούσας, στις 2.9.2002, μητέρα της, ..., επικαλούμενος ότι από πλάνη η τελευταία, που της προκάλεσε η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, είχε μεταβιβάσει σ' αυτή, λόγω δωρεάς, κατά ψιλή κυριότητα, το περιγραφόμενο σ'αυτή ακίνητο (οικόπεδο με οικία), ζήτησε να υποχρεωθεί η ίδια να της καταβάλει τα αναφερόμενα σ' αυτή - αγωγή - χρηματικά ποσά ως θετική και αποθετική ζημία του, είναι απαράδεκτη, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησής του - αναιρεσείοντα.

Όμως το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε, με περαιτέρω επικουρική αιτιολογία, που αναφέρεται σ' αυτή, ότι η ένδικη αγωγή, ως προς την εξεταζόμενη ήδη βάση της "σε κάθε περίπτωση πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη". Η επικουρική αυτή αιτιολογία, που δεν πλήττεται με άλλο λόγο αναίρεσης (αφού οι λοιποί λόγοι αναίρεσης αναφέρονται σε άλλη επικουρική βάση της αγωγής) στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ο εξεταζόμενος, επομένως, αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.

Ο πρώτος, κατά το δεύτερο και τρίτο, αντίστοιχα, μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ'ορθή εκτίμηση του, μέμφεται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, γιατί το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 159, 166, 180, 369, 513 και 1033 ΑΚ, με το να δεχθεί ως και κατ' ουσίαν βάσιμη - τη και νόμιμη από τις διατάξεις των άρθρων 138, 139, 369 και 505 επ. ΑΚ-ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης περί της εικονικότητας της σύμβασης πώλησης ακινήτου - οικοπέδου -, που καταρτίστηκε με το ... πωλητήριο συμβόλαιο μεταξύ της ήδη θανούσας μητέρας του αναιρεσείοντα, ως πωλήτριας και του τελευταίου, ως αγοραστή, εφόσον, όπως αποδείχθηκε, η εν λόγω πώληση καταρτίστηκε κατά το φαινόμενο μόνο, υποκρύπτουσα δωρεά στη ζωή και περαιτέρω να καταλογίσει στη νόμιμη μοίρα του αναιρεσείοντα το δωρούμενο πιο πάνω ακίνητο με την αξία που είχε κατά το χρόνο της παροχής (έτος 1970), την οποία, με βάση τη θέση του (...), το εμβαδόν του και την κατά προορισμό χρήση και εκμετάλλευση του, προσδιόρισε στο ποσό των δρχ. 90.000, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, - λ.χ.

στις καταθέσεις των μαρτύρων - όχι όμως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία.

Εξάλλου, η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων αυτοί καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχικά ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει στις μαρτυρικές αποδείξεις μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα από άλλα ίδιας αποδεικτικής δύναμης, αποδεικτικά μέσα. 0 δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα στην κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης από εκείνες των μαρτύρων απόδειξης αναφορικά με την πλάνη της κληρονομούμενης μητέρας του αναιρεσείοντα, την πώληση του ακινήτου στη ...

και την πραγματική αξία του εν λόγω ακινήτου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984).

O λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ. ΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατ' ορθή εκτίμηση του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα, ότι η θανούσα μητέρα του, κατά το χρόνο σύνταξης του 10.956/31-10-1997 δωρητήριου στη ζωή συμβολαίου, με το οποίο δώρησε στην αναιρεσίβλητη εγγονή της τη ψιλή κυριότητα του περιγραφόμενου σ' αυτό ακινήτου (οικοπέδου με οικία), παρακράτησε δε την επικαρπία του εν λόγω ακινήτου εφ' όρου ζωής αυτής και του συζύγου της, τελούσε σε πλάνη, αφού πίστευε ότι με το πιο πάνω συμβόλαιο δώρησε στην εγγονή της μόνο το 1/2 της ψιλής κυριότητας του δωρούμενου ακινήτου και ότι η ίδια θανούσα με το ...

πωλητήριο συμβόλαιο πώλησε και μεταβίβασε την κυριότητα του περιγραφόμενου σ'αυτό ακινήτου - οικοπέδου - στον αναιρεσείοντα και μάλιστα αντί τιμήματος αγοράς ύψους δρχ. 60.000, που αντιστοιχεί στην πραγματική αξία του ακινήτου αυτού αντί εκείνης δρχ. 90.000, που δέχθηκε το Εφετείο. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως προς μεν το πρώτο σκέλος του, ως αβάσιμος, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντα, αλλά απέρριψε αυτήν, κατά την πρώτη, κύρια βάση της περί αποζημίωσης του για τη ζημία που υπέστη εξαιτίας της πιο πάνω πλάνης της μητέρας του και που αντιστοιχεί στο 1/2 της αξίας του ακινήτου που δωρήθηκε στην αντίδικο του, η συγκυριότητα του οποίου, κατά την πραγματική θέληση της δωρήτριας μητέρας του, του ανήκει μετά τον επισυμβάντα θάνατο της και την απόσβεση της εφ' όρου ζωής επικαρπίας αυτής και του συζύγου της, ο οποίος είχε προαποβιώσει, ως απαράδεκτη για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης του - αναιρεσείοντα -, αλλιώς ως μη νόμιμη, ως προς δε το δεύτερο σκέλος του σε σχέση με την πώληση του επίδικου ακινήτου στον αναιρεσείοντα, ως απαράδεκτος, αφού ο προαναφερόμενος ισχυρισμός του αναιρεσείοντα δεν είναι αυτοτελής, με την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, που προπαρατέθηκε, αλλά συνιστά άρνηση της ένστασης της αναιρεσίβλητης περί του ότι η σύμβαση πώλησης που καταρτίστηκε με το ...

πωλητήριο συμβόλαιο είναι εικονική, αφού έγινε κατά το φαινόμενο μόνο, υποκρύπτουσα δωρεά στη ζωή, ένσταση η οποία και έγινε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη από το Εφετείο και, τέλος, ως προς το τρίτο σκέλος του, ως απαράδεκτος, εφόσον ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα περί της αξίας του ακινήτου που του μεταβιβάστηκε η κυριότητα λόγω πώλησης, κατά το χρόνο κατάρτισης της μεταβιβαστικής της κυριότητας του εν λόγω ακινήτου σύμβασης, αποτελεί πραγματικό επιχείρημα, αντλούμενο από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη ισχυρισμού που νόμιμα προτάθηκε και που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να είναι όμως ορισμένος ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας και να μνημονεύεται, επίσης, στο ίδιο ότι έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών αυτών μέσων από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο τέταρτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του, είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν μνημονεύονται σ' αυτόν τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 111 αριθ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να διαλαμβάνει τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποιά αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τί συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιό, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκεια τους λείπει (Ολ.ΑΠ 27/1998 και 32/1996).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Ο πέμπτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όσον αφορά την πώληση και την αξία του ακινήτου στη ...

και, έτσι, το Εφετείο στέρησε την απόφαση του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν μνημονεύονται σ' αυτόν οι ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δεν εξειδικεύεται το σφάλμα του Εφετείου και δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην εν λόγω απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (Ολ.

ΑΠ 2/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης μέμφεται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του 2071/21-10-1970 πωλητήριου συμβολαίου, με το να δεχθεί ότι η πραγματική αγοραία αξία του ακινήτου, το οποίο αγόρασε από την ήδη θανούσα, μητέρα του ..., ανερχόταν στο αναγραφόμενο σ' αυτό ποσό των δρχ. 60.000 και όχι σε εκείνο των δρχ. 90.000, όπως εκτιμήθηκε από το δικαστήριο της ουσίας.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και ερμηνεία του περιεχομένου του. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 παρ. 1 εδάφ. β' Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, πρέπει δε να εκτίθεται περαιτέρω στο σχετικό λόγο η έννοια που αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει (Ολ.

ΑΠ 2/2008, Ολ. ΑΠ 8, 10, 11/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης αποδίδει ο αναιρεσείων στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 εδάφ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η από 1-11-1997 επιστολή της θανούσας μητέρας του, την οποία προσυπέγραψε και ο σύζυγος της, προς την εγγονή της και ήδη αναιρεσίβλητη, έχει υπογραφεί από τη θανούσα, σε γνώση του περιεχομένου της, μολονότι ο ίδιος αγνοούσε την ύπαρξη της και, έτσι, κατέληξε στην κρίση, ότι η πώληση του ακινήτου

στη ... από μέρους της θανούσας στον αναιρεσείοντα είναι εικονική, ως υποκρύπτουσα δωρεά στη ζωή, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης της αντιδίκου του, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού παράλειψε να τα χρησιμοποιήσει, ενώ, αν αντίθετα τα χρησιμοποιούσε, θα κατέληγε στην κρίση, ότι η επίμαχη επιστολή είναι "αποκλειστικό έργο της αναιρεσίβλητης, εν αγνοία της θανούσας και με σκοπό την εξαπάτηση της, με αποτέλεσμα να υποστεί αυτός - αναιρεσείων - την ζημία την οποία και υφίσταται".

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εξειδικεύονται σ' αυτόν ποιά συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και ο κανόνας δικαίου, την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου αφορούν αυτά τα διδάγματα. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμηση του, ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, γιατί το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της προμνημονευόμενης επιστολής ως αληθινό προσέδωσε σ' αυτή μη προσήκουσα αποδεικτική δύναμη, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον η συγκεκριμένη πλημμέλεια δεν συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας είναι ελεύθερο να συνεκτιμήσει τα αποδεικτικά μέσα χωρίς να δεσμεύεται από ειδική διάταξη νόμου ως προς ορισμένα απ' αυτά (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.2.2006 αίτηση του ..., για αναίρεση της 5.563/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και της 5140/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποί ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ