2022/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2022/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα όσα όμως πιο πάνω δέχθηκε το Εφετείο αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα προαναφερόμενα έγγραφα δεν είναι διαφορετικά από όσα διαλαμβάνονται σχετικώς στα έγγραφα αυτά, όπως από αυτά, τα οποία ήδη προσκομίζονται με επίκληση από την αναιρεσείουσα, προκύπτει, πολλώ μάλλον εφόσον, αναφορικά με το πρώτο (από .......
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2022 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2022/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία ".......... Ο.Ε.", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπουμπουρή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ψ1 και 2) ψ2. Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αλιμπέρτη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και ο δεύτερος από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριάννα Τύπα, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-9-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 217/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6665/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-4-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 18-9-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.
Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, για το ορισμένο του αμέσως πιο πάνω λόγου αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, και το όλο αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, ώστε από τη σύγκρισή του με εκείνο που δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως περιεχόμενο του εγγράφου να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί από τον ΄Αρειο Πάγο αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο (υπό τους αριθμούς 1.1 λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο τόσο της από ....... έγγραφης μεσιτικής εντολής του πρώτου αναιρεσιβλήτου, με την οποία ο τελευταίος έδωσε στην αναιρεσείουσα, κατά το λόγο αναιρέσεως, την εντολή "να διαπραγματευθεί την πώληση του ακινήτου....
υποδεικνύοντας την ευκαιρία σε υποψήφιους αγοραστές", όσο και της από ...... έγγραφης μεσιτικής εντολής του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, με την οποία η αναιρεσείουσα, κατά το λόγο αναιρέσεως, "υπέδειξε σ΄ αυτό την ευκαιρία αγοράς του.......ακινήτου μεταφέροντας τους όρους και προϋποθέσεις (επιφάνεια, τιμή, θέση, είδος, στοιχεία ιδιοκτήτη) και παραδίδοντάς του πλήρη φάκελο (τίτλους, τοπογραφικά, πιστοποιητικά, δηλώσεις ομόρων ιδιοκτητών, βεβαιώσεις δασαρχείου κ.λ.π.", με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από όσα διαλαμβάνουν τα έγγραφα αυτά, κατά τα ειδικότερα στο λόγο αναιρέσεως αναφερόμενα.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το όλο αληθινό περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, τα οποία φέρονται, κατά το λόγο αναιρέσεως, ότι παραμορφώθηκαν κατά το περιεχόμενό τους, ώστε από τη σύγκρισή του με εκείνο που δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων να υπάρχει η δυνατότητα να κριθεί από τον ΄Αρειο Πάγο αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος ως προς το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών ή απλώς υφίσταται σφάλμα ως προς την αξιολόγηση του περιεχομένου τους, το οποίο όμως δεν μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, να ελεγχθεί αναιρετικώς.
Πέραν τούτου ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος για τους εξής λόγους : Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο με την απόφασή του αυτή δέχτηκε : α) Αναφορικά με το πρώτο έγγραφο ότι δυνάμει συμβάσεως μεσιτείας, που περιλήφθηκε στο έγγραφο αυτό, ο 1ος αναιρεσίβλητος ανέθεσε στην αναιρεσείουσα τη μεσολάβηση προς πώληση σε τρίτους υποψήφιους αγοραστές του εκεί αναφερόμενου ακινήτου, που είχε την επίσης αναφερόμενη αξία, υποσχεθείς ότι σε περίπτωση πραγματοποιήσεως της πωλήσεως θα της κατέβαλε την αμοιβή μεσιτείας ύψους 2% επί του πραγματικού τιμήματος που θα συμφωνούνταν, πλέον Φ.Π.Α., δεχόμενο περαιτέρω ότι το περιεχόμενο της ως άνω δοθείσας εντολής "ήταν αυτή καθεαυτή η διαμεσολάβηση και η διαπραγμάτευση".
Και β) αναφορικά με το δεύτερο έγγραφο ότι δυνάμει συμβάσεως μεσιτείας, που περιλήφθηκε στο έγγραφο αυτό, ο 2ος αναιρεσίβλητος "έδωσε την εντολή στην ενάγουσα (αναιρεσείουσα), όπως..... του υποδείξει προς αγορά τα αναφερόμενα στην ως άνω σύμβαση ακίνητα, μεταξύ των οποίων και το ακίνητο του πρώτου εναγομένου (1ου αναιρεσιβλήτου) έναντι της ως άνω αξίας....., υποσχόμενος ότι σε περίπτωση αγοράς ενός εκ των υποδεικνυομένων ακινήτων θα καταβάλει προς την ενάγουσα την αμοιβή εκ ποσού 2% επί του συμφωνηθησομένου τιμήματος πλέον Φ.Π.Α.".
Τα όσα όμως πιο πάνω δέχθηκε το Εφετείο αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα προαναφερόμενα έγγραφα δεν είναι διαφορετικά από όσα διαλαμβάνονται σχετικώς στα έγγραφα αυτά, όπως από αυτά, τα οποία ήδη προσκομίζονται με επίκληση από την αναιρεσείουσα, προκύπτει, πολλώ μάλλον εφόσον, αναφορικά με το πρώτο (από .......
έγγραφο, η εντολή για διαπραγμάτευση της πωλήσεως του ακινήτου πράγματι περιείχε εντολή για διαμεσολάβηση και διαπραγμάτευση σχετικά με την πώληση του ακινήτου.-
2.- Επειδή, κατά το άρθρο 703 παρ. 1 εδ. α΄ του ΑΚ, "εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτιστεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή υπόδειξης....". Κατά τη διάταξη αυτήν, προϋποθέσεις του δικαιώματος της μεσιτικής αμοιβής είναι :
α) σύμβαση μεσιτείας, δηλαδή υπόσχεση αμοιβής για την ανατιθέμενη στο μεσίτη εντολή για μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη συγκεκριμένης κύριας συμβάσεως, β) μεσιτική δραστηριότητα με τη μορφή μεσολαβήσεως ή υποδείξεως ευκαιρίας για τη σύναψη συγκεκριμένης κύριας συμβάσεως, γ) σύναψη της σκοπούμενης αυτής(κύριας) συμβάσεως και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας και της συνάψεως της εν λόγω κύριας συμβάσεως.
Η ύπαρξη ή μη της αμέσως πιο πάνω αιτιώδους συνάφειας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν δηλαδή η μεσολάβηση ή η υπόδειξη ευκαιρίας βρίσκεται ή μη σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, οπότε και μόνο δημιουργείται υποχρέωση για την καταβολή της μεσιτικής αμοιβής, ως ζήτημα καθαρά πραγματικό, κρίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Η κρίση όμως για το αν τα πραγματικά περιστατικά, που κυριαρχικώς διαπιστώθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί ή όχι αντικειμενικά να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος της συνάψεως της συμβάσεως, δηλαδή ως ικανό κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και υπό τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει το αποτέλεσμα τούτο, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση της παραπάνω ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 703 του ΑΚ, όπως αυτό σαφώς προκύπτει και από το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το οποίο "η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων......
δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19.....". Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :
Ο πρώτος αναιρεσίβλητος (ψ1), που ήταν συγκύριος μαζί με τη μητέρα του μιας εδαφικής εκτάσεως συνολικής επιφάνειας 603.000 τ.μ., ευρισκόμενης στη νήσο ...... Κυκλάδων στη θέση ".........", ανέθεσε στην αναιρεσείουσα εταιρεία, η οποία έχει ως αντικείμενο τη μεσιτεία αστικών συμβάσεων, εγγεγραμμένη προς τούτο στο οικείο Επαγγελματικό Επιμελητήριο κατ΄ άρθρο 2 Π.Δ. 248/93, τη μεσολάβηση προς πώληση σε τρίτους υποψήφιους αγοραστές ενός τμήματος της ως άνω εκτάσεως επιφάνειας 457,796 τ.μ., συνολικής αξίας 285.477.600 δρχ.
ή 846.596.04 ευρώ, υποσχεθείς με την ίδια ως άνω εντολή ότι σε περίπτωση πραγματοποιήσεως της πωλήσεως θα της κατά βάλει την αμοιβή μεσιτείας εκ ποσοστού 2% επί του συμφωνηθησομενού πραγματικού τιμήματος, πλέον Φ.Π.Α., νομιμοτόκως, μετά παρέλευση δεκαημέρου από την κατάρτιση της σχετικής συμβάσεως. Εξάλλου, δυνάμει της από .......
έγγραφης συμβάσεως μεσιτείας, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος (ψ2), ενδιαφερόμενος για την αγορά ακινήτου των ως άνω προδιαγραφών, έδωσε την εντολή στην αναιρεσείουσα όπως, υπό την ως άνω ιδιότητα της, του υποδείξει προς αγορά τα αναφερόμενα στην ως άνω σύμβαση ακίνητα, μεταξύ των οποίων και το ακίνητο του πρώτου αναιρεσιβλήτου έναντι της ως άνω αξίας, δηλαδή αυτής των 285.477.600 δρχ.
ή 846.596.04 ευρώ, υποσχόμενος ότι σε περίπτωση αγοράς ενός από τα υποδεικνυόμενα ακίνητα θα καταβάλει προς την αναιρεσείουσα την αμοιβή εκ ποσού 2% επί του συμφωνηθησομένου τιμήματος, πλέον Φ.Π.Α. Ο πρώτος αναιρεσίβλητος - πωλητής με την ως άνω από ....... έγγραφη εντολή του προς την αναιρεσείουσα κράτησε για τον εαυτό του το δικαίωμα όπως διαπραγματευθεί το ακίνητο του με οποιοδήποτε άλλον αγοραστή, να μεταβάλει την τιμή ή και να αρνηθεί την πώληση αυτού.
Στα πλαίσια των συμφωνηθέντων και του ως άνω δικαιώματος του και ενόψει του ότι η ως άνω σύμβαση δεν είχε το χαρακτήρα αποκλειστικής μεσιτείας, ο πρώτος αναιρεσίβλητος έδωσε εντολή προς μεσολάβηση για την πώληση του ακινήτου του και σε άλλους μεσίτες, μεταξύ των οποίων και ο Γ1. Ειδικότερα, δυνάμει της από ......
έγγραφης σύμβασης ο πρώτος αναιρεσίβλητος έδωσε εντολή στο Γ1, ο οποίος ασκεί νομίμως το επάγγελμα του μεσίτη αστικών συμβάσεων, όπως μεσολαβήσει στην πώληση του ως άνω ακινήτου του (μέρους αυτού εκτάσεως 402.000 τ.μ.) με την ανεύρεση και υπόδειξη υποψηφίων αγοραστών, αντί τιμήματος 92.000.000 δρχ. και με συμφωνηθείσα αμοιβή μεσιτείας 2% επί της πραγματικής αξίας της συμβάσεως.
Η ως άνω εντολή για μέρος μόνο, δηλαδή για 402.000 τ.μ. της μεγαλύτερης εκτάσεως των 603.000 τ.μ., δόθηκε διότι το υπόλοιπο τμήμα των 201.000 τ.μ. ήταν μη μεταβιβάσιμο ως εκ του ότι ήταν ιδιωτική δασική έκταση. Στη συνέχεια ο ως άνω μεσίτης Γ1 προέβη σε καταχώρηση αγγελίας στην εφημερίδα "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", με την οποία υποδείκνυε το ακίνητο του πρώτου αναιρεσιβλήτου σε ενδιαφερόμενους αγοραστές και συγκεκριμένα όλη τη μείζονα έκταση αντί ποσού 180.000.000 δραχμών.
Ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, ο οποίος στο μεταξύ εξακολουθούσε να ενδιαφέρεται για την αγορά ακινήτου στη νήσο ......., διάβασε την ως άνω αγγελία στα φύλλα της ....... και ....... της εφημερίδας "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" και κρίνοντας ως αρκετά ενδιαφέρουσα την αγγελία επικοινώνησε με το μεσιτικό γραφείο του Γ1, ο οποίος και μεσολάβησε στις διαπραγματεύσεις για την αγορά αυτού.
Μετά από αρκετούς μήνες διαπραγματεύσεων, στις οποίες συμμετείχε ενεργώς ο ανωτέρω μεσίτης κατέληξαν στο τίμημα των 144.716.148 δρχ. για έκταση 603.084 τ.μ., από τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, τα 201.850 τ.μ. ήταν ιδιωτική δασική έκθεση και τα 401.234,21 τ.μ. ήταν μεταβιβάσιμα. Έτσι στις ........ καταρτίστηκε το υπ' αριθ. .........
συμβόλαιο της συμβ/φου Ίου Αθηνάς Γυπάκη, με το οποίο ο πρώτος αναιρεσίβλητος μεταβίβασε το δεύτερο αναιρεσίβλητο 401.234 τ.μ. του ακινήτου αντί τιμήματος 91.420.756 δρχ.. Συγχρόνως συμφωνήθηκε μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και η μεταβίβαση στο μέλλον και του υπόλοιπου τμήματος των 201.850 τ.μ. της ιδιωτικής δασικής έκτασης εφόσον ο πωλητής θα προέβαινε στις απαραίτητες ενέργειες για τον αποχαρακτηρισμό αυτού.
Πράγματι με το υπ' αριθ. ....... συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβ/φου μεταβιβάστηκαν στο δεύτερο αναιρεσίβλητο και τα υπόλοιπα 201.850 τ.μ. αντί τιμήματος 53.295.392 δρχ. ή 156.406,14 ευρω. Και στις δύο προαναφερόμενες συμβάσεις παρών ήταν και ο μεσίτης Γ1, του οποίου το όνομα αναφέρεται στα ως άνω συμβόλαια. Αμφότεροι δε οι αναιρεσίβλητοι κατέβαλαν σ' αυτόν τη συμφωνηθείσα αμοιβή του.
Ακολούθως το Εφετείο δέχτηκε ότι η ως άνω πώληση του ακινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο ήταν αποτέλεσμα των διαμεσολαβητικών πράξεων και της ενεργούς συμμετοχής του μεσίτη Γ1 ως προς τους όρους της πώλησης, ενώ δέχτηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η αναίρεσείουσα προέβη μετά την κατάρτιση των συμβάσεων μεσιτείας με τους αναιρεσιβλήτους σε κάποια διαμεσολαβητική ενέργεια ή διαπραγμάτευση, η οποία οδήγησε μόνη αυτή ή σε συνδυασμό με άλλες, στην κατάρτιση της σύμβασης πώλησης.
Δέχτηκε δε περαιτέρω το Εφετείο ότι το στοιχείο αυτό, δηλαδή της αποτελεσματικής διαμεσολάβησης της αναιρεσείουσας, συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για το αγώγιμο της συμφωνηθείσας μεσιτικής αμοιβής της και από τους δύο αναιρεσιβλήτους, ειδικότερα για τον πρώτο από αυτούς, αφού το περιεχόμενο της δοθείσας εκ μέρους του εντολής ήταν αυτή καθεαυτή η διαμεσολάβηση και η διαπραγμάτευση.
Ενώ όσον αφορά το δεύτερο αναιρεσίβλητο ναι μεν το περιεχόμενο της δοθείσας εκ μέρους του εντολής ήταν η υπόδειξη προς αυτόν ακινήτου, όμως μόνη η υπόδειξη, έστω συνοδευόμενη και με την παράδοση του φακέλου προς αυτόν για την τακτοποίηση του ακινήτου δεν αρκεί για την επιδίωξη εκ μέρους της αναιρεσείουσας της συμφωνηθείσας μεσιτικής αμοιβής εφόσον στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι εξαιτίας της ως άνω υπόδειξης έλαβε χώρα η μεταβίβαση.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αφενός απέρριψε κατ΄ ουσίαν την από 4-11-2003 έφεση της αναιρεσείουσας κατά του μέρους της υπ΄ αριθ. 217/2003 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με το οποίο είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένδικη από 4-9-2002 αγωγή καθόσον απευθυνόταν κατά του δεύτερου αναιρεσιβλήτου για καταβολή φερόμενης ως συμφωνημένης μεσιτικής αμοιβής, και αφετέρου δέχτηκε κατ΄ ουσίαν την από 8-1-2004 έφεση του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά του μέρους της ίδιας πρωτόδικης αποφάσεως, με το οποίο είχε γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος της η ίδια αγωγή καθόσον απευθυνόταν κατά του εν λόγω (πρώτου) αναιρεσιβλήτου για καταβολή φερόμενης ως συμφωνημένης μεσιτικής αμοιβής, εξαφάνισε την απόφαση αυτήν κατά το μέρος της αυτό και ακολούθως, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την προαναφερόμενη αγωγή καθόσον απευθυνόταν κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο α) δεν παραβίασε την ως άνω διάταξη του άρθρου 703 παρ. 1 εδ. α΄ του ΑΚ, εφόσον πράγματι με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές του η αναιρεσείουσα δεν δικαιούνταν να λάβει από τον πρώτο αναιρεσίβλητο την από αυτόν με την πιο πάνω ένδικη αγωγή της ζητούμενη μεσιτική αμοιβή. Και αυτό γιατί, πάντοτε σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, η κατάρτιση της ως άνω κύριας συμβάσεως δεν ήταν το αποτέλεσμα μεσολαβήσεως εκ μέρους της αναιρεσείουσας μεταξύ του πρώτου αναιρεσιβλήτου ως πωλητή, αλλ΄ ήταν το αποτέλεσμα της μεσολαβήσεως του μεσίτη Γ1, στον οποίο ο 1ος αναιρεσίβλητος είχε δώσει την εντολή προς μεσολάβηση για την πώληση του ακινήτου του, έχοντας το προς τούτο δικαίωμα, ως έχων κρατήσει για τον εαυτό του το δικαίωμα να διαπραγματευθεί την πώληση του ακινήτου με οποιονδήποτε άλλον αγοραστή, να μεταβάλει την τιμή ή και να αρνηθεί την πώληση αυτού, ενόψει του ότι η με την αναιρεσείουσα σύμβαση δεν είχε το χαρακτήρα αποκλειστικής συμβάσεως μεσιτείας, δεδομένου μάλιστα ότι η αν αιρεσείουσα καθόλου δεν αναμίχθηκε στην κατάρτιση της κύριας συμβάσεως πωλήσεως, κατά τα ειδικότερα πιο πάνω στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικώς αναφερόμενα.
Και β) όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, οι σχετικές αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφασή του αυτήν αναφορικά με το ότι η κατάρτιση της κυρίας συμβάσεως πωλήσεως δεν ήταν το αποτέλεσμα μεσολαβήσεως εκ μέρους της αναιρεσείουσας (όσον αφορά την από αυτήν έναντι του πρώτου αναιρεσιβλήτου προβαλλόμενη αξίωση με βάση τη μεταξύ αμφοτέρων υφιστάμενη σύμβαση μεσιτείας) είναι επαρκείς και σαφείς, οι δε αιτιολογίες αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της παραπάνω ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 703 παρ. 1 εδ.
α΄ του ΑΚ. Ειδικότερα, από τις ως άνω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πλήρη σαφήνεια και επάρκεια προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία μπορεί με ασφάλεια να κριθεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση και όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο δεν υπήρξε μεσολάβηση της αναιρεσείουσας για την κατάρτιση της ως άνω μεταξύ των αναιρεσιβλήτων καταρτισθείσας κύριας συμβάσεως αγοραπωλησίας, αφού, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα καθόλου δεν αναμίχθηκε, είτε διαμεσολαβώντας είτε διαπραγματευόμενη, με βάση τη με τον 1ον αναιρεσίβλητο έχουσα καταρτιστεί σύμβαση μεσιτείας, στην πώληση του ακινήτου προς το 2ο αναιρεσίβλητο, κατά τα ειδικότερα πιο πάνω στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικώς αναφερόμενα.
Συγκεκριμένα, με πλήρη επάρκεια και σαφήνεια αιτιολογείται γιατί η κατάρτιση της κύριας συμβάσεως αγοραπωλησίας δεν οφείλεται σε μεσολάβηση της αναιρεσείουσας, ενώ, πλέον τούτο, προσδιορίζονται οι ιδιαίτερες μεσολαβητικές ενέργειες, στις οποίες προέβη ο μεσίτης Γ1, εξαιτίας των οποίων και μόνο καταρτίστηκε η μεταξύ των αναιρεσιβλήτων αγοραπωλησία του ακινήτου.
΄Ετσι τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και υπό την κανονική και συνήθη πορεία των πραγμάτων να συνδεθεί η κατάρτιση της επίμαχης κύριας συμβάσεως όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο μόνο με τις δραστηριότητες του μεσίτη Γ1 και όχι και με δραστηριότητες της αναιρεσείουσας.
Ενόψει αυτών, τόσο ο δεύτερος (υπό τους αριθμούς 1.2) λόγος αναιρέσεως κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ μέρος τους, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως της ως άνω διατάξεως του άρθρου 703 παρ. 1 εδ. α΄ του ΑΚ, όσο και ο ίδιος (δεύτερος και υπό τους αριθμούς 1.2) κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ μέρος του λόγος αναιρέσεως, καθόσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο, καθώς και ο τρίτος (υπό τους αριθμούς 2.0) κατά το επίσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ μέρος του λόγος αναιρέσεως, καθόσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών επί του ως άνω ζητήματος που αναφέρεται πιο πάνω υπό το στοιχείο β΄ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στο σύνολό τους.
Όμως το Εφετείο με το να κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του, για τους σ΄ αυτήν παραπάνω ειδικότερα αναφερόμενους λόγους, ότι τελικά η εκ μέρους του δεύτερου αναιρεσιβλήτου αγορά του ως άνω ακινήτου δεν ήταν αποτέλεσμα της υποδείξεως του ακινήτου αυτού εκ μέρους της αναιρεσείουσας προς τον εν λόγω (2ο) αναιρεσίβλητο και έτσι τελικά δεν υπήρξε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υποδείξεως αυτής ευκαιρίας εκ μέρους της αναιρεσείουσας, ως μεσιτικής δραστηριότητάς της, και της συνάψεως της κύριας συμβάσεως αγοραπωλησίας, στέρησε την εν λόγω απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ΄ αυτήν ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του αμέσως πιο πάνω ζητήματος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, το Εφετείο παρά το ότι δέχτηκε ότι, κατόπιν της από ....... έγγραφης συμβάσεως μεσιτείας, η αναιρεσείουσα, υπό την ως άνω ιδιότητά της, υπέδειξε προς αγορά στο δεύτερο αναιρεσίβλητο (Ψ2), μεταξύ άλλων, και το παραπάνω ακίνητο και συμφωνήθηκε αμοιβή 2% επί του τιμήματος πωλήσεως που θα συμφωνούνταν, πλέον ΦΠΑ, παραδίδοντάς του και φάκελο για την τακτοποίηση του ακινήτου, καθώς και ότι αργότερα ο 2ος αναιρεσίβλητος αγόρασε το ακίνητο αυτό, εν τούτοις στη συνέχεια δέχεται, ασαφώς, ότι η αγορά αυτή δεν ήταν αποτέλεσμα της υποδείξεως του ακινήτου εκ μέρους της αναιρεσείουσας προς τον εν λόγω (2ο) αναιρεσίβλητο και έτσι τελικά δεν υπήρξε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υποδείξεως αυτής ευκαιρίας και της συνάψεως της κύριας συμβάσεως αγοραπωλησίας.
Και αυτό χωρίς να διευκρινίζεται περαιτέρω, όπως θα έπρεπε, γιατί δεν αρκούσε για τη θεμελίωση της ένδικης αξιώσεως της αναιρεσείουσας η υπόδειξη του ακινήτου που είχε γίνει από αυτήν προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο, ενόψει του ότι αυτός αργότερα, έστω και με την ανάμιξη του μεσίτη Γ1, προέβη στην αγορά του πιο πάνω ακινήτου, το οποίο του είχε υποδειχθεί και το οποίο από την αρχή, κατά τη σχετική παραδοχή του Εφετείου, συγκέντρωνε τα προσόντα τα οποία τον ενδιέφεραν, ενώ επίσης δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ούτε αν και για ποιον, ενδεχομένως, λόγο είχε ατονήσει πριν από την αγορά του ακινήτου η μεταξύ αμφοτέρων ( αναιρεσείουσας - δεύτερου αναιρσιβλήτου) ήδη υφιστάμενη σύμβαση μεσιτείας, αλλ΄ ούτε και ο ειδικότερος λόγος για τον οποίο τελικά δεν υπήρξε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ως άνω εκ μέρους της αναιρεσείουσας προς το 2ο αναιρεσίβλητο υποδείξεως του ακινήτου ως ευκαιρίας για αγορά και της συνάψεως της κύριας συμβάσεως αγοραπωλησίας.
΄Ετσι όμως, εξαιτίας των ως άνω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών αναφορικά με το αμέσως πιο πάνω ζήτημα, που εντοπίστηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ελλείψεων που αφορούν ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 703 παρ. 1 εδ.
α΄ ΑΚ, που εφαρμόστηκε από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του. Επομένως οι ενιαίως κρινόμενοι δεύτερος (υπό τους αριθμούς 1.2) και τρίτος (υπό τους αριθμούς 2.0) κατά τα από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ μέρη τους λόγοι αναιρέσεως καθόσον αφορούν το δεύτερο αναιρεσίβλητο, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών επί του αμέσως πιο πάνω ζητήματος, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι.-
3.- Επειδή με τον τέταρτο (και τελευταίο, υπό τους αριθμούς 3.0) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που ιστορούνται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής θεμελιώνουν αντικειμενικά την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας της αναιρεσείουσας και της καταρτίσεως της κύριας συμβάσεως και την εξαιτίας τούτου ευθύνη του μεσιτικού εντολέα έναντι αυτής.
΄Ετσι η αντίθετη κρίση του Εφετείου "υποδηλώνει μη λήψη υπόψη ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και κατά συνέπεια παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ", ενώ αν "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν είχε υποπέσει σε οποιαδήποτε από τις προβαλλόμενες πλημμέλειες θα είχε κρίνει αντίθετα, ότι η αγοραπωλησία καταρτίστηκε ως αποτέλεσμα των μεσιτικών ενεργειών..... (της αναιρεσείουσας) και ότι συνεπώς οι αναιρεσίβλητοι ευθύνονται για την καταβολή της μεσιτικής της αμοιβής".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί με αυτόν και υπό την επίκληση πλημμέλειας του αριθμού 8 περ. β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ στην πραγματικότητα πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ανέλεγκτη περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείόυ. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη με την απόφασή του αυτήν, εκτός των λοιπών, και όλα τα αμέσως πιο πάνω στο λόγο αναιρέσεως αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, που στήριζαν, μαζί με τα λοιπά πραγματικά γεγονότα, τη βάση της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας, τα εξέτασε και τελικά έκρινε ότι η αγωγή ήταν απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, επειδή η κατάρτιση της κύριας συμβάσεως αγοραπωλησίας, μεταξύ των αναιρεσιβλήτων δεν ήταν αποτέλεσμα μεσολαβήσεως ή υποδείξεως του πωληθέντος ακινήτου, ως ευκαιρίας, στο 2ο αναιρεσίβλητο, κατά ειδικότερα παραπάνω στη 2η σκέψη της παρούσας αποφάσεως σχετικώς αναφερόμενα, και έτσι δεν υπέπεσε στην από την αμέσως πιο πάνω διάταξη (του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.
β΄ ΚΠολΔ) προβλεπόμενη πλημμέλεια (βλ. σχ. Ολ. ΑΠ 12/1991).-
4.- Επειδή, κατ΄ ακολουθίαν όλων των παραπάνω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει : α) καθόσον απευθύνεται κατά του πρώτου αναριεσιβλήτου (Γ1) να απορριφθεί, εφόσον όλοι οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως που αφορούν τον αναιρεσίβλητο αυτόν κρίθηκαν απορριπτέοι και β) καθόσον απευθύνεται κατά του δεύτερου αναιρεσιβλήτου (Ψ2) να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτόν η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τους ως άνω λόγους αναιρέσεως που κρίθηκαν ως προς αυτόν βάσιμοι, και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτήν. Η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη έναντι του πρώτου αναιρεσιβλήτου, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου αυτού κατά το σχετικό αίτημα τούτου, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, ενώ ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας κατά το σχετικό αίτημα αυτής, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Απριλίου 2006 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία ".......... Ο.Ε." για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 6665/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών καθόσον η αίτηση αυτή απευθύνεται κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου (Ψ1).- Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του πρώτου αυτού αναιρεσιβλήτου (Ψ1), την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (ευρώ.200) ευρώ.-
Αναιρεί την ως άνω υπ΄ αριθ. 6665/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο (Ψ2).-
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.- Και
Καταδικάζει τον αμέσως πιο πάνω δεύτερο αναιρεσίβλητο (Ψ2) στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ