Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the absent co-defendant's final judgment status is unproven.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible because the finality of the contested judgment regarding the absent co-defendant could not be established. The lower court had tried the case in absentia, ordered a fine for the absent party, but failed to prove service of the judgment or the outcome of any nullity appeal filed by that party. The court ruled that it cannot examine the legal interest or validity of a nullity appeal when determining if a judgment is final, leaving the finality status to the court handling the nullity appeal itself.
Legislator headnote
AI generatedArt. 553 para. 1 item b Civil Procedure Code; Art. 577 para. 1 Civil Procedure Code: The Supreme Court cannot determine the finality of a judgment for the purpose of admissibility of an appeal if the judgment was rendered in absentia, as the finality depends on the outcome of a nullity appeal which must be proven by the appellant or the court handling the nullity appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2022 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) X.T.
Αριθμός 2022/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1)....., 2)....., 3)....., 4)..... και 5)....., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Λεβαντάκη.
Των αναιρεσίβλητων:1)....., 2)....., 3)....., 4)..... και 5)..... . Οι 1η και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Σιέτο, οι 2ος και 4ος παραστάθηκαν με τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο, η 5η δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-4-1994 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/1996,19/2002 μη οριστικές,68/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 197/2004 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-3-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 15-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε ν΄ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη 5012Δ΄/8-9-2006 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ....., στην πέμπτη αναιρεσίβλητη, ....., επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τις πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της απόφασης συνεδρίαση και κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης.
Επομένως, αφού η αναιρεσίβλητη αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, στην πιο πάνω δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. β΄ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, οι οποίες περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή.
Ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης της αίτησης αναίρεσης, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσής της στον αρμόδιο γραμματέα, διαφορετικά η αίτηση είναι ο απαράδεκτη. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό της πρώτης από τις διατάξεις αυτές προς εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής ομοδικίας η οριστική απόφαση που εκδίδεται καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος μόνο που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους.
Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν ασκήθηκε αγωγή διανομής κοινού πράγματος, που υποχρεωτικά, κατά το άρθρο 478 του ΚΠολΔ, απευθύνεται κατά όλων των κοινωνών, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1 και 501 του ΚΠολΔ (όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν.2145/1993), σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, δικαίωμα ν' ασκήσει αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας, κατά της απόφασης που εκδόθηκε παρά την απουσία του έχει ο αναγκαίος ομόδικος που ήταν απών κατά τη δίκη, έστω και αν αυτός, σύμφωνα με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές θεωρείται ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες αναγκαίους ομοδίκους του, αφού προϋπόθεση για την αντιπροσώπευση αυτή είναι να είχε αυτός κλητευθεί νόμιμα στη δίκη.
Προκειμένου, ειδικότερα, για δίκη διανομής κοινού πράγματος, οπότε η σχετική αγωγή έχει διπλό χαρακτήρα, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 798 και 799 του ΑΚ, 480 παρ. 3, 481 αριθ. 2, 483 και 489 του ΚΠολΔ και η θέση κάθε κοινωνού ως ενάγοντος ή εναγομένου είναι συμπτωματική, εξαρτώμενη από το ποίος είχε την πρωτοβουλία να ασκήσει την αγωγή, κάθε δε κοινωνός είναι συγχρόνως ομόδικος και αντίδικος των υπόλοιπων συγκοινωνών (ολΑΠ 321/1983), ούτε ο κανόνας της αντιπροσώπευσης του απόντος κοινωνού διαδίκου από τους παρόντες συγκοινωνούς, αναγκαίους ομοδίκους του, έχει εφαρμογή, και συνεπώς σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί εκ των προτέρων ν' αποκλεισθεί το έννομο συμφέρον του απόντος συγκοινωνού διαδίκου ν΄ασκήσει κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του ανακοπή ερημοδικίας, τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της οποίας, όπως είναι και η ύπαρξη έννομου συμφέροντος προς άσκησή της, κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων της ανακοπής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ολΑΠ15/2001).
Εάν, συνεπώς σε δίκη διανομής κοινού πράγματος, δικάστηκε ερήμην στο Εφετείο ο ένας από τους αναγκαίους ομοδίκους συγκοινωνούς, θα πρέπει να έχει γίνει και ως προς αυτόν τελεσίδικη η απόφαση για να υπόκειται σε αναίρεση, είτε με την πάροδο της προθεσμίας άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας, η οποία αποδεικνύται με την σχετική έκθεση επιδόσεως προς αυτόν της τελεσίδικης απόφασης ή με την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο αντίγραφο της απόφασης που του επιδόθηκε, είτε με την οριστική απόρριψη της ανακοπής ερημοδικίας που αυτός άσκησε κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο, ερήμην της μίας από τους εφεσιβλήτους, της ήδη πέμπτης αναιρεσίβλητης ....., δέχτηκε την έφεση των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή διανομής κοινών ακινήτων του αναιρεσείοντος κατά όλων των εναγομένων, και αφού κράτησε την υπόθεση απέρριψε την αγωγή αυτή.
Με την ίδια απόφαση το Εφετείο όρισε και παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής κατ' αυτής από τη διάδικο που δικάστηκε ερήμην, δηλαδή από την πέμπτη αναιρεσίβλητη. Επίδοση της προσβαλλόμενης αυτής απόφασης στη διάδικο αυτή δεν προκύπτει είτε με την προσκόμιση σχετικής έκθεσης επίδοσης είτε με επισημείωση του δικαστικού επιμελητή σε επιδοθέν αντίγραφο της απόφασης αυτής.
Δεν αποδεικνύεται, δηλαδή, ότι η διάδικος αυτή, η οποία είναι συγχρόνως αναγκαία ομόδικος και αντίδικος όλων των υπόλοιπων διαδίκων, αφού πρόκειται για δίκη διανομής, απώλεσε το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, την ύπαρξη ή έλλειψη έννομου συμφέροντος προς άσκηση της οποίας δεν μπορεί ούτε παρεμπιπτόντως να ερευνήσει ο Άρειος Πάγος.
Ούτε άλλωστε, ότι ασκήθηκε από τη διάδικο αυτή ανακοπή ερημοδικίας και απορρίφθηκε δεν προκύπτει, τούτο δε δεν το επικαλείται ούτε ο αναιρεσείων. Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους αναγκαίους ομοδίκους, πρέπει αυτεπαγγέλτως ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Μαρτίου 2005 αίτηση των 1) ....., 2) ....., 3) ....., 4) ..... και 5) ..... για αναίρεση της 197/2004 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας. Και,
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2006. Και,
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ