Supreme Court dismisses appeal against conviction for smuggling, rejecting lack of reasoning and legal basis claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for smuggling, ruling the lower court's decision was legally sound. The appellant argued the trial court failed to provide specific reasoning for rejecting his claim of being a Syrian refugee and for characterizing the act as completed rather than attempted. The court held that the lower court's detailed judgment on guilt sufficed as reasoning, and the appellant's denial of the charge was not a separate legal argument requiring independent justification.
Legislator headnote
AI generatedArticles 473, 474 of the Criminal Procedure Code; Article 510 of the Criminal Procedure Code: An appeal based on the lack of specific and detailed reasoning or legal basis is inadmissible if the substantive judgment already fully addresses the guilt and the appellant's denial of the charge constitutes a negative assertion rather than an independent legal claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2021 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2021/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Όλγας Σμυρλή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου A. S. του M., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Μαλανδρίνου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λαμπράκη, για αναίρεση της υπ'αριθ.64/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου (μεταβατικής έδρας Χίου). Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου (μεταβατικής έδρας Χίου) με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Δεκεμβρίου 2017 αίτησή του αναιρέσεως η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 29 Δεκεμβρίου 2017, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου .../29-12-2017, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2018.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 21-12-2017 και με αρ. πρωτ. .../29-12-2017 αίτηση αναίρεσης του A. S. του M. και της S., που ασκήθηκε, περιέχουσα τους κατά το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠοινΔ αναιρετικούς λόγους, με δήλωση στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠοινΔ και με επίδοση σ' αυτήν στις 29-12-2017, στρεφόμενη κατά της υπ' αριθμό 64/17-10-2017 δευτεροβάθμιας καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου (μεταβατικής έδρας Χίου), που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ στις 12-12-2017, υποβλήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, είναι παραδεκτή (άρθρα 473 παρ. 2 και 3 και 474 παρ. 2 ΚΠοινΔ) και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων που διαλαμβάνονται σ' αυτήν.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 30 του Ν. 4251/2014 (ΦΕΚ Α 80/1.4.2014) " Κώδικας Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης και λοιπές διατάξεις", με υπερκείμενο τίτλο "Υποχρεώσεις μεταφορέων - Κυρώσεις", η ισχύς του οποίου άρχισε από την 1-6-2014 (άρθρο 148 ίδιου νόμου) μετά την κατάργηση του άρθρου 88 του Ν. 3386/2005, όπως αυτό είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 48 παρ. 4 του Ν. 3772/2009 (άρθρο 139 του ίδιου νόμου) "1.
Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολίτες τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας ή στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε.
ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται: α. με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) έως τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, β. με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) έως εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν ο υπαίτιος ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή τουριστικού ή ναυτιλιακού ή ταξιδιωτικού πράκτορα ή αν δύο ή περισσότεροι ενεργούν από κοινού, γ.
με κάθειρξη τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, δ. με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον επτακοσίων χιλιάδων (700.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν στην περίπτωση γ' επήλθε θάνατος. .... 11.
Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου και των παραγράφων 5, 6 και 8 του άρθρου 29 εφαρμόζονται και όταν οι προβλεπόμενες σε αυτά αξιόποινες πράξεις τελέσθηκαν στην αλλοδαπή από ημεδαπό ή αλλοδαπό ακόμη και αν αυτές δεν είναι αξιόποινες κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέσθηκαν. ". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι θεσμοθετείται, όπως και με το καθεστώς του Ν. 3386/2205, ποινικό αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, το οποίο πραγματώνεται, με καθένα από τους ανωτέρω τρόπους, από τα πρόσωπα που (μεταξύ άλλων) αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο έδαφός της ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, γνωρίζοντας τη μη νόμιμη είσοδό τους στο ελληνικό έδαφος, ενώ για την κατάφαση της υποκειμενικής του υπόστασης απαιτείται δόλος, αρκεί δε και ενδεχόμενος [ΑΠ 708/2017].
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόσθηκε.
Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ` είδος (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Ιδιαίτερη αιτιολογία για την ύπαρξη δόλου δεν είναι κατ` αρχήν αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως "η εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Ειδικότερα, η ύπαρξη του δόλου στην παράβαση της διάταξης του άρθρου 30 παρ. 1 του προαναφερθέντος Ν. 4251/2014 δεν είναι αναγκαίο κατ` αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, απαιτείται όμως να διαλαμβάνεται στην απόφαση, ότι ο υπαίτιος της πράξης αποδεχόμενος να μεταφέρει υπηκόους τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος τελεί σε γνώση του γεγονότος αυτού.
Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Βορείου Αιγαίου (μεταβατικής έδρας Χίου) με την υπ' αριθμό 64/2017 απόφασή του δέχθηκε για τον δεύτερο εκεί κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερόμενων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...
Β) Ο δεύτερος των κατηγορουμένων A. S. του M., στη θαλάσσια περιοχή της Χίου και κατά τους κατωτέρω χρόνους ως κυβερνήτης πλωτού μέσου ενεργώντας εκ κερδοσκοπίας, με πρόθεση μετέφερε από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, καθόσον δεν ήταν έλληνες, ούτε είχαν ιθαγένεια άλλου κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στερούνταν διαβατηρίων ή άλλων ταξιδιωτικών εγγράφων, που να δικαιολογούν τη νόμιμη είσοδο και παραμονή τους στην Ελλάδα και συγκεκριμένα ως κυβερνήτης ενός ιστιοφόρου σκάφους με ένα ιστίο, χρώματος λευκού, μήκους (9,99) μέτρων και πλάτους (3,45) μέτρων περίπου και με βύθισμα (1,45) μέτρων περίπου, σημαίας Ολλανδίας και νηολογίου Άμστερνταμ, με αριθμό ...
και όνομα "...", έτους κατασκευής 2001, με έναν εσωλέμβιο κινητήρα μάρκας ..., με ..., φέροντος ένα βοηθητικό tender χρώματος λευκού με γκρίζο ζωνάρι, μάρκας ..., μήκους (2,20) μέτρων και πλάτους (1,20) μέτρων, το οποίο ανήκει στη S. L. , υπήκοο και κάτοικο Λιθουανίας, παρέλαβε την 18-9-2015 από τα παράλια της Τουρκίας χωρίς την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων επτά (7) υπηκόους Συρίας τρίτων χωρών, τα στοιχεία ταυτότητας των οποίων δεν έχουν διακριβωθεί, οι οποίοι δεν διέθεταν διαβατήρια και λοιπά ταξιδιωτικά έγγραφα και δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, τους οποίους μετέφερε δια θαλάσσης με τελικό προορισμό την Ελλάδα, εισερχόμενος στα ελληνικά χωρικά ύδατα, όπου και εντοπίσθηκε από τις λιμενικές αρχές της Χίου στη θαλάσσια περιοχή πλησίον της μαρίνας του EOT και πλησίον του γενικού νοσοκομείου της νήσου Χίου, όπου και συνελήφθη από άνδρες του Λιμενικού Σώματος.
Τα μεταφερόμενα αυτά πρόσωπα ήταν τα ακόλουθα:1) F. A. του Y. και Ζ. που γεννήθηκε το έτος 1945 στη Συρία, εργάτρια, 2) S. A. του N. και της G. που γεννήθηκε το έτος 1995 στη Συρία, εργάτρια, 3) I. M,του A. και της N. που γεννήθηκε το έτος 1936 στη Συρία, εργάτης, 4) S. A. του N. και της J. που γεννήθηκε το έτος 1992 στη Συρία, εργάτης, 5) H.
M. του N. και της J., που γεννήθηκε το έτος 2005 στη Συρία, κορίτσι, 6) N. A. του E. και της F., που γεννήθηκε το έτος 1964 στη Συρία, εργάτης και 7) H. H. του M. και της G. που γεννήθηκε το έτος 1995 στη Συρία, εργάτης. Στην πράξη τους αυτή αμφότεροι οι κατηγορούμενοι προέβησαν από κερδοσκοπία, δεδομένου ότι απεκόμισαν αμοιβή από τη μεταφορά των ως άνω προσώπων, τα οποία κατέβαλαν σε τρίτα πρόσωπα που ενεργούσαν για λογαριασμό τους και λογαριασμό των συγκατηγορουμένων του διάφορα χρηματικά ποσά έκαστος για την ως άνω παράνομη μεταφορά τους, και την περαιτέρω διευκόλυνση της μεταφοράς τους εντός της Ελληνικής Επικράτειας.
Όλα τα παραπάνω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν αντικειμενικά και υποκειμενικά τις αποδιδόμενες αξιόποινες πράξεις, επιβεβαίωσαν λεπτομερώς οι εξετασθέντες μάρτυρες λιμενικοί, Μ. Λ., Π. Ι., Δ. Π., αλλά και ο μεταφερόμενος αλλοδαπός H. Η. του M., η κατάθεση του οποίου αναγνώσθηκε χωρίς αντίρρηση των κατηγορουμένων, μάρτυρες που διαθέτουν άμεση αντίληψη επί της υπόθεσης, αφού οι πρώτοι αναμίχθηκαν στην επιχείρηση εντοπισμού και σύλληψης των κατηγορουμένων, ενώ ο τελευταίος μάρτυρας συμμετείχε στην μεταφορά μαζί με τους άλλους μεταφερόμενους αλλοδαπούς, και περιέγραψαν με έκδηλη αξιοπιστία όλες τις συνθήκες μεταφοράς των αλλοδαπών με το σκάφος που οδηγούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος, αλλά και την μετέπειτα δράση του πρώτου κατηγορούμενου που ανέλαβε την υλοποίηση του υπόλοιπου εγκληματικού σχεδίου για την προώθηση των αλλοδαπών στο εσωτερικό της χώρας.
Όλοι δε οι αντίθετοι ισχυρισμοί των κατηγορούμενων, προκειμένου να αλλάξουν την εξέλιξη της υπόθεσης, είναι απορριπτέοι αφού δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Αντίθετα εδραία είναι η κρίση του Δικαστηρίου, ότι οι πρώτος και ο δεύτερος των κατηγορουμένων επιχείρησαν τις αξιόποινες πράξεις τους από κερδοσκοπία, αφού θα εισέπρατταν μέρος από τη συνολική αμοιβή των 4.000 μέχρι 8.000 ευρώ, που έκαστος μεταφερόμενος είχε προκαταβάλλει, όπως επιβεβαίωσαν οι παραπάνω εξετασθέντες μάρτυρες, ότι οι ίδιοι γνώριζαν, ότι τελούσαν διασυνοριακό έγκλημα και ότι δρούσαν ως μέλη διεθνούς οργανωμένου κυκλώματος παράνομης μεταφοράς αλλοδαπών προσώπων, με υποδομή και οργανωμένο σχέδιο, γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν όλοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί τους.
Ομοίως απορριπτέοι είναι όλοι οι λοιποί προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, με τους οποίους ο πρώτος κατηγορούμενος αρνείται ειδικότερα τις πράξεις του και επιπλέον επιχειρεί να θεμελιώσει στο πρόσωπο του, αβάσιμα βέβαια, περιστατικά προς άρση του αδίκου και του καταλογισμού των πράξεων του. Επίσης απορριπτέοι είναι και οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του δευτέρου κατηγορουμένου ήτοι του άρθρου 25 Π.Κ περί κατάστασης ανάγκης, και του άρθρου 31 παρ. 2 Π.Κ περί συγγνωστής νομικής πλάνης, ισχυριζόμενος ότι τις αξιόποινες πράξεις του τις τέλεσε υπό εκβιασμό και απειλές σε βάρος της οικογένειας του, (γονέων, αδελφών, συζύγου, τέκνων) που τελούσαν σε καθεστώς ομηρίας από τούρκους διακινητές, ότι πίστευε ότι κατέπλευσε στην Χίο με το σκάφος απολύτως νόμιμα, ότι δεν υποχρεούνταν στη θεώρηση ναυτιλιακών εγγράφων κατά τον απόπλου και κατάπλου του σκάφους, και ότι πίστευε εσφαλμένα, ότι ως Σύρος μετανάστης, λόγω της εμπόλεμης κατάστασης στην Συρία, είχε δικαίωμα εισόδου στην Ελλάδα ως πρόσφυγας.
Αυτοί οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί ουδόλως ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αφού όπως αποδείχθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος ούτε Σύρος πρόσφυγας προς αναζήτηση ασύλου ήταν, ούτε πεπλανημένος, ούτε τελούσε υπό καθεστώς κατάστασης ανάγκης λόγω απειλής των οικείων του, αντίθετα έδρασε εξακολουθητικά, οργανωμένα και δόλια, ως μέλος διεθνούς σπείρας, διενεργώντας πολυτελείς παράνομες μεταφορές αλλοδαπών και αποκομίζοντας μεγάλα χρηματικά ποσά.
Πρέπει συνεπώς ο πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων, ήτοι ο Μ. Χ. και ο A. S. του M., να κηρυχθούν ένοχοι των παραπάνω πράξεων όπως αυτές τους αποδίδονται. Στο πρόσωπο αυτών των κατηγορουμένων πρέπει να αναγνωρισθεί ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ, γενόμενων δεκτών των σχετικών ισχυρισμών, όπως αποδεικνύεται από την επισκόπηση του αντιγράφου του ποινικού μητρώου του πρώτου κατηγορούμενου και μετά τη σχετική αρνητική δήλωση του δεύτερου κατηγορούμενου, διότι αποδείχθηκε ότι μέχρι τον χρόνο τέλεσης των παραπάνω αξιόποινων πράξεων, έζησαν έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, χωρίς να έχουν εμπλακεί σε αξιόποινες πράξεις.
Ωστόσο πρέπει να απορριφθεί στο πρόσωπο αμφοτέρων των κατηγορούμενων, η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2ε Π.Κ στο πρόσωπο του δεύτερου κατηγορούμενου, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος συμπεριφέρθηκε καλά μετά την πράξη του, αφού δεν τελούσε σε καθεστώς ελευθερίας αλλά παρέμενε έγκλειστος σε δικαστική φυλακή.".
Στη συνέχεια το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ουσίας, με το διατακτικό αυτής, έπαυσε υφ' όρο την ποινική δίωξη κατά του δευτέρου κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος για την εκεί πράξη κατά το άρθρο 9 του Ν. 4411/2016, κήρυξε αθώο αυτόν για την εκεί πράξη και ένοχο για την ακόλουθη πράξη "...Ο δεύτερος κατηγορούμενος A.
S. του M. και της S. στη θαλάσσια περιοχή της Χίου και κατά τον κατωτέρω χρόνο και συγκεκριμένα ως Κυβερνήτης πλωτού μέσου, με πρόθεση μετέφερε από το Εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, καθόσον δεν ήσαν Έλληνες, ούτε είχαν ιθαγένεια άλλου Κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στερούνταν διαβατηρίων ή άλλων ταξιδιωτικών εγγράφων, που να δικαιολογούν τη νόμιμη είσοδο και παραμονή τους στην Ελλάδα και συγκεκριμένα ως κυβερνήτης ενός ιστιοφόρου σκάφους με ένα ιστίο, χρώματος λευκού, μήκους (9,99) μέτρων και πλάτους (3,45) μέτρων περίπου και με βύθισμα (1,45) μέτρων περίπου, σημαίας Ολλανδίας και νηολογίου Άμστερνταμ, με αριθμό ...
και όνομα "...", έτους κατασκευής 2001, με έναν εξωλέμβιο κινητήρα μάρκας ... KW, με ..., φέροντος ένα βοηθητικό tender χρώματος λευκού με γκρίζο ζωνάρι, μάρκας ..., μήκους (2,20) μέτρων και πλάτους (1,20) μέτρων περίπου, το οποίο ανήκει στην S. L., υπήκοο και κάτοικο Λιθουανίας, παρέλαβε την 18-9-2015 από τα παράλια της Τουρκίας, χωρίς την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων επτά (7) υπηκόους Συρίας, τρίτων χωρών, οι οποίοι δεν διέθεταν διαβατήρια και λοιπά ταξιδιωτικά έγγραφα και δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, του οποίους μετέφερε διά θαλάσσης, με τελικό προορισμό την Ελλάδα, εισερχόμενοι στα Ελληνικά χωρικά ύδατα, όπου και εντοπίστηκαν από τις Λιμενικές Αρχές της Χίου στη θαλάσσια περιοχή πλησίον της μαρίνας του EOT και πλησίον του γενικού νοσοκομείου της νήσου Χίου, όπου και συνελήφθη από άνδρες του Λιμενικού Σώματος .
Τα μεταφερόμενα αυτά πρόσωπα: Ήτοι τα ακόλουθα:
1) F. A. του Y. και Ζ. που γεννήθηκε το έτος 1945 στη Συρία, εργάτρια, 2) S. A. του N. και της G. που γεννήθηκε το έτος 1995 στη Συρία, εργάτρια, 3) I. M. του A.και της N. που γεννήθηκε το έτος 1936 στη Συρία, εργάτης, 4) S. A. του N. και της J. που γεννήθηκε το έτος 1992 στη Συρία, εργάτης, 5) H. M. του N. και της J., που γεννήθηκε το έτος 2005 στη Συρία, κορίτσι, 6) Ν.
A. του EISA και της F., που γεννήθηκε το έτος 1964 στη Συρία, εργάτης και 7) H. H. του M-M. και της G. που γεννήθηκε το έτος 1995 στη Συρία, εργάτης. Στην πράξη του αυτή προέβη από κερδοσκοπία, δεδομένου ότι απεκόμισε αμοιβή από τη μεταφορά των ως άνω προσώπων, τα οποία κατέβαλαν σε τρίτα πρόσωπα που ενεργούσαν για λογαριασμό του και λογαριασμό του συγκατηγορουμένου του διάφορα χρηματικά ποσά έκαστος για την ως άνω παράνομη μεταφορά τους και την περαιτέρω διευκόλυνση της μεταφοράς τους εντός της Ελληνικής Επικράτειας.
ΔΕΧΕΤΑΙ ότι οι πιο πάνω κατηγορούμενοι έζησαν έως το χρόνο τελέσεως των πράξεων έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και αναγνωρίζει σ' αυτούς την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. ,2α Π.Κ.. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τους αυτοτελείς ισχυρισμούς αμφοτέρων των κατηγορουμένων. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ το αίτημα αμφοτέρων των κατηγορουμένων περί αναγνώρισης σ' αυτούς των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2ε Π.Κ.".
ΙV. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της παράνομης μεταφοράς στην Ελληνική επικράτεια υπηκόων τρίτων χωρών, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, από κερδοσκοπία, από κοινού και κατά συρροή (άρθρα 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 30 παρ. 1 περ.
β, 11, 139 παρ. 1,2 και 148 του Ν. 4251/2014), για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε κατά πλάγιο τρόπο παραβίασε με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, αναφέρονται όλα τα αναγκαία, κατά νόμο, στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και προς τούτο παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη δημόσια στο ακροατήριο αποδεικτική διαδικασία και συνιστούν την κατά τα άνω ελεγχόμενη συμπεριφορά αυτού.
Έτσι αναφέρεται, ότι ο αναιρεσείων, από κοινού με το συγκατηγορούμενό του, ως κυβερνήτης ιστιοφόρου σκάφους, τα στοιχεία ταυτότητας του οποίου λεπτομερώς περιγράφονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλαβε από τα παράλια της Τουρκίας επτά (7) αλλοδαπούς, υπηκόους Συρίας, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος και μετέφερε αυτούς δια θαλάσσης με τελικό προορισμό την Ελλάδα και ότι αυτοί εντοπίστηκαν από τις Λιμενικές Αρχές της Χίου στη θαλάσσια περιοχή πλησίον της μαρίνας του EOT και του Γενικού Νοσοκομείου Χίου, όπου και συνελήφθησαν από άνδρες του Λιμενικού Σώματος.
Επίσης, αναφέρεται, ότι την πράξη του αυτή τέλεσε ο αναιρεσείων από κερδοσκοπία, αφού για τη μεταφορά των εν λόγω προσώπων έλαβε οικονομικό αντάλλαγμα - αμοιβή, την οποία κατέβαλαν οι παραπάνω μεταφερθέντες σε τρίτα πρόσωπα, που ενεργούσαν για λογαριασμό του κατηγορουμένου, το δε ύψος της αμοιβής του υπολογίζεται σε μέρος του χρηματικού ποσού των 4.000,00 έως 8.000,00 €, το οποίο, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είχε προκαταβάλλει καθένας από τους μεταφερόμενους, κάτι που είχε επιβεβαιωθεί από τους εκεί εξετασθέντες μάρτυρες, ενώ οι κατηγορούμενοι και μεταξύ αυτών και ο αναιρεσείων γνώριζαν, ότι τελούσαν διασυνοριακό έγκλημα και ότι δρούσαν ως μέλη διεθνούς οργανωμένου κυκλώματος παράνομης μεταφοράς αλλοδαπών προσώπων, με υποδομή και οργανωμένο σχέδιο.
Επιπλέον, με επαρκή αιτιολογία και ορθή νομική προσέγγιση απορρίφθηκαν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος για ύπαρξη στο πρόσωπό του κατάστασης ανάγκης και συγγνωστής νομικής πλάνης. Συγκεκριμένα, οι εν λόγω αυτοτελείς ισχυρισμοί του δευτέρου κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, από το άρθρο 25 Π.Κ, περί κατάστασης ανάγκης και το άρθρο 31 παρ. 2 Π.Κ, περί συγγνωστής νομικής πλάνης, ότι την άνω αξιόποινη πράξη τέλεσε υπό εκβιασμό και απειλές σε βάρος της οικογένειας του (γονέων, αδελφών, συζύγου, τέκνων) που τελούσαν σε καθεστώς ομηρίας από τούρκους διακινητές, ότι πίστευε ότι κατέπλευσε στην Χίο με το σκάφος απολύτως νόμιμα, ότι δεν υποχρεούνταν στη θεώρηση ναυτιλιακών εγγράφων κατά τον απόπλου και κατάπλου του σκάφους και ότι πίστευε εσφαλμένα, ότι ως Σύρος μετανάστης, λόγω της εμπόλεμης κατάστασης στην Συρία, είχε δικαίωμα εισόδου στην Ελλάδα ως πρόσφυγας, απορρίφθηκαν ουσιαστικά ως ουδόλως ανταποκρινόμενοι στην πραγματικότητα, καθόσον, όπως είχε αποδειχθεί ο τελευταίος δεν ήταν Σύρος πρόσφυγας για να δικαιούται αναζήτησης ασύλου ούτε τελούσε σε πλάνη ή σε καθεστώς κατάστασης ανάγκης λόγω απειλής των οικείων του.
Αντίθετα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης έδρασε εξακολουθητικά, οργανωμένα και δόλια, ως μέλος διεθνούς σπείρας, διενεργώντας πολυτελείς παράνομες μεταφορές αλλοδαπών και αποκομίζοντας μεγάλα χρηματικά ποσά. Περαιτέρω, η ειδικότερη αιτίαση, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο σιγή απέρριψε τον νομίμως προταθέντα αυτοτελή ισχυρισμό, ότι, εν προκειμένω, πρόκειται για έγκλημα μη τετελεσμένο αλλά σε απόπειρα είναι αβάσιμη και απορριπτέα, διότι η άρνηση από τον κατηγορούμενο του νομικού χαρακτηρισμού και της μορφής εμφάνισης της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό αλλά αρνητικό της κατηγορίας και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Άλλωστε, επ' αυτού το Δικαστήριο της ουσίας απάντησε, με την κύρια επί της ενοχής απόφασή του, η οποία εν προκειμένω αιτιολογήθηκε πλήρως. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να διευκρινίζεται από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, ούτε να αιτιολογείται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της κρίσης του και για ποιο λόγο έγινε περισσότερο πιστευτό ένα συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, αφού όλα τα παραπάνω ανάγονταν σε εκτίμηση πραγμάτων.
Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αναφέρονται στην άρνηση της κατηγορίας, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς, μετά τα προεκτεθέντα, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα, από το άρθρο 510 παρ. 1Δ' και 1Ε' ΚΠοινΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμοι και, συνακόλουθα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-12-2017 και με αρ. πρωτ. .../29-12-2017 αίτηση αναίρεσης του A. S. του M. και της S., κρατουμένου στο Κ.Κ.Μαλανδρίνου, κατά της υπ' αριθμό 64/17-10-2017 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου (μεταβατικής έδρας Χίου).
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ