Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing missed deadlines and lack of force majeure justification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court's decision, ruling that the procedural requirements for filing a request to restore the case were not met. The appellants argued that force majeure prevented timely action due to their lawyer's health issues, but the court found no evidence of this and noted the request was filed after the statutory 30-day limit. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the underlying appeal had been filed out of time without valid justification.
Legislator headnote
AI generatedArticles 532, 559(1), 152(1), 153, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal filed out of time without force majeure is inadmissible, and a request to restore the case filed after the statutory period is likewise inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2021 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2021/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 98/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Λ. Ι. του Ι., κατοίκου ... και 2) Ε. συζύγου Ι. Σ., το γένος Θ. Ζ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Πρατικάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Κ. Ν. Α. (C. D. A.), του Φ. Ρ. (F. R.), κατοίκου ..., προσωρινά κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Ροκάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 632/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1191/2016 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-6-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 249 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στη δυνατότητα του δικαστηρίου της ουσίας, ενεργώντας και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει την αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα άλλη δίκη που είναι εκκρεμής σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο, δεν ελέγχεται ως δικονομικός κανόνας από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 249 ΚΠολΔ με το να μη διατάξει την αναβολή της συζητήσεως μέχρις αμετακλήτου περατώσεως άλλων δικών, επί των οποίων εκδόθηκαν οι αναφερόμενες στο αναιρετήριο πρωτόδικες αποφάσεις, πέραν του ότι είναι αλυσιτελής, δεν θεμελιώνει πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, και είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Επειδή κατ’ άρθρο 532 ΚΠολΔ. το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερευνά, αυτεπαγγέλτως, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της εφέσεως ιδίως δε αν η έφεση ασκήθηκε εµπρόθεσµα και κατά της νόµιµες διατυπώσεις. Αντικείµενο της έρευνας κατά το στάδιο αυτό αποτελεί το εκκλητό ή µη της εκκαλούμενης αποφάσεως, η νοµιµοποίηση του εκκαλούντος και του εφεσιβλήτου, η κατάθεση του δικογράφου στον αρµόδιο γραµµατέα, η νοµότυπη σύνταξη της έκθεσης κατάθεσης και η ενέργεια όλων των άνω διατυπώσεων εντός της προθεσµίας του άρθρου 518 ΚΠολΔ.
Αν λείπει µία από τις άνω προϋποθέσεις και ιδίως αν η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσµα, δηλαδή µετά την συµπλήρωση της οριζόμενης από το άρθρο 518 ΚΠολΔ, προθεσµίας των τριάντα ηµερών από την επίδοση της απόφασης, αν ο εκκαλών διαµένει στην Ελλάδα, η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ο διάδικος που άσκησε εκπρόθεσμη έφεση μπορεί να προβάλει ότι δεν την άσκησε εμπρόθεσμα, για λόγους ανώτερης βίας ή εξ αιτίας δόλου του αντιδίκου του και να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (άρθρ. 152 επ.
ΚΠολΔ). Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορεί να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης. Αποτελεί δηλαδή η δικονομική ανώτερη βία έννοια, ταυτιζόμενη κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, διαφοροποιούμενη έναντι της τελευταίας μόνο κατά τις συνέπειες, ως συνεπαγόμενη τη δυνατότητα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, με ανατροπή της κύρωσης από την παράβαση του δικονομικού βάρους, ενώ, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη, εμφανιζόμενη ως στενότερη έννοια έναντι του τυχηρού, όπου τούτο δημιουργεί ευθύνη του οφειλέτη.
Κατά το περιεχόμενό της, επομένως, η δικονομική ανώτερη βία είναι η κατάσταση της, παρά την καταβολή εξιδιασμένης προσοχής και επιμέλειας εκ μέρους του διαδίκου και του πληρεξουσίου του, αδυναμίας αυτού να ανταποκριθεί σε δικονομικό βάρος του, συνεπεία της οποίας η επιχειρηθείσα διαδικαστική πράξη πάσχει ακυρότητα ή απαράδεκτο.
Τέτοιο γεγονός δικονομικής ανώτερης βίας αποτελεί και η αιφνίδια βαρειά ασθένεια του διαδίκου ή στενού συγγενικού του προσώπου και η εξ αιτίας αυτής αδυναμία παράστασης και νομιμοποίησης του πληρεξουσίου δικηγόρου του, καθώς και η αιφνίδια και απρόβλεπτη νόσος του µόνου πληρεξουσίου δικηγόρου, λόγω της οποίας κατέστη αδύνατη τόσο η άσκηση της έφεσης από αυτόν, όσο και η έγκαιρη ειδοποίηση του εντολέα του για την αντικατάστασή του.
Όμως, δεν συνιστά ανωτέρα βία η ελαφρά ασθένεια του δικηγόρου, η οποία δεν εµπόδιζε αυτόν να επικοινωνήσει µε άλλον δικηγόρο έστω και µη συνεργάτη του και να αναθέσει σ’ αυτόν την εντολή άσκησης του ενδίκου µέσου. Η επαναφορά πρέπει να ζητηθεί εντός προθεσμίας τριάντα ηµερών από την ηµέρα της άρσης του κωλύµατος που συνιστά την ανώτερη βία ή από τη γνώση του δόλου.
Η αίτηση επαναφοράς γίνεται µε το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων ή µε τις προτάσεις ή µε ιδιαίτερο δικόγραφο και απευθύνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο είναι αρµόδιο για την έφεση. Πρέπει να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους η έφεση δεν ασκήθηκε εµπρόθεσµα, καθώς και τα αποδεικτικά µέσα για την εξακρίβωση της αλήθειάς τους.
Αν η ανωτέρα βία συνίσταται σε ασθένεια του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, πρέπει να προσδιορίζεται το είδος και η διάρκεια της, ώστε να δύναται το δικαστήριο να κρίνει αν αποτέλεσε ανυπέρβλητο κώλυμα για την εμπρόθεσμη άσκηση έφεσης και αν τον εμπόδισε να ενεργήσει με άλλο δικηγόρο έστω και μη συνεργάτη του.
Η συζήτησή της γίνεται μαζί με την συζήτηση περί του παραδεκτού της έφεσης. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, κρίνεται παραδεκτή η έφεση, διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 456/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την απορριπτική της εφέσεως προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 1191/2016 απόφασή του, αναφορικά με το λόγο για συνδρομή ανώτερης βίας, που στήριζε την εμπρόθεσμη άσκηση εφέσεως που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη έφεση στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 632/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία.... Η απόφαση αυτή επιδόθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας-εφεσίβλητης στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των πρώτου και δεύτερης των εναγομένων- εκκαλούντων, την 5η Νοεμβρίου 2014, όπως συνομολογείται και αποδεικνύεται και από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από την ενάγουσα- εφεσίβλητη υπ’ αριθ. ... /5-11-2014 και ... /5-11-2014 αντίστοιχες εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Μ. Χ.
Συνεπώς, η κρινόμενη έφεση, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την 9η Δεκεμβρίου 2014 (βλ. τη σχετική υπ’ αριθ. .../9-12-2014 έκθεση στο προσκομιζόμενο από τους εκκαλούντες αντίγραφο του δικογράφου της έφεσης), ασκήθηκε εκπρόθεσμα, δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας των 30 ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που ορίζει ο νόμος ως προθεσμία για την άσκησή της (άρθρο 518 παρ. 1, σε συνδυασμό με 144 παρ. 1, 495 παρ. 1 και 2, 500 ΚΠολΔ), ενώ στο δικόγραφο αυτής δεν προβάλλεται οιοσδήποτε λόγος ανωτέρας βίας που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή της.
Τέτοιο λόγο οι εναγόμενοι- εκκαλούντες επικαλούνται με την κατατεθείσα στο παρόν Δικαστήριο, την 24η Νοεμβρίου 2015, προσθήκη των προτάσεών τους. Ειδικότερα, ισχυρίζονται, ότι η εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσής τους οφείλεται σε λόγο ανωτέρας βίας και συγκεκριμένα στο αναφερόμενο σοβαρό πρόβλημα υγείας του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, αποδίδουν δε τη μη άσκηση, εκ μέρους τους, αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση εντός προθεσμίας 30 ημερών από την άρση της ανώτερης βίας, στην παραπλάνηση του δικηγόρου τους από τη νόμιμη αντίκλητο και δικηγόρο της εφεσίβλητης, που "δήλωσε πανηγυρικά ότι αναγνωρίζει το κώλυμά του".
Ακόμη και αν ήθελε εκτιμηθεί η επίκληση εκ μέρους των εκκαλούντων του, ως άνω, λόγου ανωτέρας βίας, ως άσκηση αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, η αίτηση αυτή, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, θα ήταν απαράδεκτη, καθόσον ασκήθηκε αφενός μεν με την προσθήκη των προτάσεων των εκκαλούντων αφετέρου δε μετά την πάροδο της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την άρση του λόγου ανωτέρας βίας (γεγονός, που ομολογούν και οι εκκαλούντες), μη επιτρεπομένης, κατ’ άρθρο 153 ΚΠολΔ, της υποβολής αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, μετά την για οποιοδήποτε λόγο πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας.
Μετά ταύτα, η κρινόμενη έφεση, λόγω της εκπρόθεσμης, κατά τα προαναφερθέντα, ασκήσεως της -διαδικαστικής προϋπόθεσης που σε κάθε περίπτωση ερευνάται και αυτεπαγγέλτως- πρέπει, γενομένου δεκτού και του σχετικού ισχυρισμού της εφεσίβλητης, να απορριφθεί ως απαράδεκτη". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 152 § 1 ΚΠολΔ, κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της "ανωτέρας βίας" ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της, την οποία ορθώς δεν εφάρμοσε, αφού, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της αποφάσεως, δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται κατ’ εκτίμηση ότι η προσβαλλομένη απόφαση με εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 152 επ. ΚΠολΔ δεν δέχθηκε ότι είχε υποβληθεί εμπροθέσμως η αιτούμενη από τους αναιρεσείοντες επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 25-6-2016, αίτηση των αναιρεσειόντων Λ. Ι. και Ε. συζ. Ι. Σ. το γένος Θ. Ζ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ.1191/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ