Legislator Case Law & Legislation
2021/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, rejecting arguments on causation and evidence review.

Case Number 2021/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a lower court ruling on a fatal traffic accident. The appellants argued that the court of first instance failed to properly apply common sense regarding driver reaction times and ignored specific evidence submitted during the trial. The court held that the lower court's assessment of evidence and application of common sense regarding the accident were not subject to appellate review, and since the evidence was considered, the appeal was rejected.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 927, 298 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The appellate court cannot review the substantive court's assessment of evidence or the application of common sense regarding causation in tort liability cases.

Keywords

AI generated
traffic accident liability causation standard appellate review limits common sense doctrine evidence assessment tort law principles judicial discretion

Cited Legislation

AI generated
Articles 914, 927 and 298 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2021 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2021/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1.Π. Μ. του Ε. και 2. Δ. Μ. συζ. Π. Μ., κατοίκων ... οι οποίοι παραστάθηκαν μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Ιωάννας Καράμπελα-Φουφοπούλου και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:1. Σ. Τ. του Ε., 2 Ε. Τ. συζ. Α., κατοίκων ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, και 3. Του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΞ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, και την από 2-10-2006 αγωγή του ήδη 3ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1863/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1730/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-2-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς, ανέγνωσε την από 18-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 3ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Όπως προκύπτει από τις ... και .../8-7-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών …αποδεικνύεται ότι επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους ακριβή αντίγραφα της αιτήσεως αναιρέσεως και της κλήσεως για να παραστούν κατά την αρχική δικάσιμο (27-1-2012), κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο (4-10-2013). Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να χωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους (ΚΠολΔ 576 παρ. 2).

2. Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914,927 και 298 ΑΚ, προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωσης είναι η ύπαρξη, μεταξύ του ιδρυτικού λογού ευθύνης (ζημιογόνου γεγονότος) και της ζημίας, αιτιώδους συνάφειας, η οποία ύπαρχε, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική των αραγμάτων πορεία, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή, από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας στον αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του ι_εδ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 23/1988),.

Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 559/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Στις 29-12-2004 και περί ώρα 05:15'ο πρώτος εναγόμενος -παρεμπιπτόντως εναγόμενος, ήδη εκκαλών και εφεσίβλητος Σ. Τ. οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... IΧE .αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης - παρεμπιπτόντως εναγομένης, ήδη εκκαλούσας και εφεσίβλητης Ε.

Τ. το οποίο ήταν ανασφάλιστο, εκινείτο επί της Λεωφόρου Κηφισίας στην περιοχή Αμαρουσίου Αττικής με κατεύθυνση από Κηφισιά προς Αθήνα. Η εν λόγω Λεωφόρος είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης, με δύο ρεύματα πορείας που χωρίζονται με ασφαλτικό διαχωριστικό έρεισμα , πλάτους 0,50 μέτρων. Το ρεύμα πορείας προς Αθήνα, διαθέτει -τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας και επί του οδοστρώματος υπάρχουν διαχωριστικές διακεκομμένες γραμμές που ορίζουν τις λωρίδες κυκλοφορίας.

Υπάρχει, επίσης ειδική διαγράμμιση (ΖΕΒRΑ) προ της νησίδας ασφαλείας, μήκους 33 μέτρων επί της οποίας υπήρχαν (κατά το χρόνο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος) πινακίδες Ρ-52 και Π-79. Στη συνέχεια και στο ύψος του Οικοδομικού αριθμού 69 της παραπάνω Λεωφόρου, υπάρχει γέφυρα, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας κάτωθεν αυτής, πλάτους 6 μέτρων, ενώ άνωθεν της γέφυρας υπάρχει μια λωρίδα κυκλοφορίας, πλάτους 3,50 μέτρων, η οποία χωρίζεται με νησίδα ασφαλείας, πλάτους 0,50 μέτρων και παράδρομος με δυο λωρίδες κυκλοφορίας, συνολικού πλάτους 5,80 μέτρων.

Την παραπάνω ημέρα και ώρα, επικρατούσε στην περιοχή έντονη βροχόπτωση και ομίχλη με αποτέλεσμα η ορατότητα να είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Πίσω από το προαναφερόμενο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ... που οδηγούσε ο Σ. Τ. εκινείτο ο Ε. Μ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... LX.E. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της μητέρας του Δ.

Μ. (ενάγουσας ήδη εφεσίβλητης και αντεκκαλούσας) με συνεπιβαίνουσα την Α. Α. κόρη του πρώτου και της δεύτερης και αδελφής του τρίτου των εναγόντων της από -26-7-2005 αγωγής, ήδη εκκαλούντων και εφεσίβλητων. Και οι δύο οδηγοί (Σ. Τ. και Ε. Μ.) εκινούντο με ανεπτυγμένη , για τις επικρατούσες συνθήκες, ταχύτητα, περί τα 70 χλμ/ώρα και ενώ η ανωτάτη επιτρεπόμενη, στο σημείο εκείνο, ήταν τα 50 χλμ/ώρα καθοριζόμενη με πινακίδα Ρ-32.

Όταν το όχημα του Σ. Τ. (προπορευόμενο) έφθασε στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 69 της παραπάνω Λεωφόρου, κατερχόμενο από την προαναφερόμενη γέφυρα αφενός λόγω της αυξημένης ταχύτητας του αφετέρου λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν την ώρα εκείνη, εξήλθε από την πορεία του προς τα δεξιά, ως προς την πορεία του, και αφού προσέκρουσε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του οχήματος του αρχικά στο υπερυψωμένο διαχωριστικό κράσπεδο και στις πινακίδες Ρ-32 και Π-79 που ήταν τοποθετημένες επ' αυτού, τις οποίες και αποξήλωσε, στη συνέχεια προσέκρουσε, με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του στο πλαϊνό μέρος του μεταλλικού στηθαίου προστασίας εισήλθε με περιστροφή στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας προς Αθήνα και περιστρεφόμενο ακινητοποιήθηκε σε απόσταση περί τα 50 μέτρα μετά το αρχικό σημείο πρόσκρουσης. .Ο Ε.

Μ., ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε ακολουθούσε, με την ίδια αυξημένη, για τις επικρατούσες συνθήκες, ταχύτητα το αυτοκίνητο του Σ. Τ., σε μικρή απόσταση, καθοδηγούμενος από τον οπίσθιο φωτισμό αυτού, εξαιτίας της εξαιρετικά περιορισμένης, λόγω της έντονης βροχής και της ομίχλης, ορατότητας, διέγραψε την ίδια ακριβώς τροχιά με το όχημα του τελευταίου (Σ.

Τ.) και προσέκρουσε με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του, επάνω στο μεταλλικό στηθαίο προστασίας. Η πρόσκρουση ήταν ιδιαίτερα σφοδρή, και είχε, ως συνέπεια, τη ρήξη του δοχείου καυσίμων του αυτοκινήτου του Ε. Μ.., τη διαρροή των καυσίμων και την άμεση ανάφλεξη του, προφανώς λόγω βραχυκυκλώματος των ηλεκτρικών καλωδίων, με αποτέλεσμα να απανθρακωθούν τόσο ο οδηγός (Ε.

Μ.) όσο και η συνεπιβαίνουσα Α. Α., που είχαν εγκλωβισθεί εντός αυτού, τραυματισθέντες από τη σφοδρή πρόσκρουση. Υπό τα αποδειχθέντα, ως άνω, πραγματικά περιστατικά το ένδικο τροχαίο ατύχημα με τις τραγικές όπως προεκτέθηκε, συνέπειες, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου του Ε. Μ., ο οποίος οδηγούσε το εν λόγω όχημα του χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και χωρίς να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία του, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή, να ενεργεί τους απαιτούμενους χειρισμούς προς αποφυγή ατυχήματος. Ειδικότερα: α)εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα, περί τα 70 χλμ/ώρα, που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο, στο σημείο εκείνο, όριο (των 50 χλμ/ώρα) τη στιγμή, κατά την οποία οι καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή, ήταν εξαιρετικά δυσμενείς (έντονη βροχόπτωση, και ομίχλη που περιόριζαν ουσιωδώς την ορατότητα και καθιστούσαν ολισθηρό το οδόστρωμα), β)οδηγούσε το εν λόγω όχημα του υπό την επήρεια οινοπνεύματος αφού από την τοξικολογική εξέταση που διενήργησε ιη Ιατροδικαστής Αθηνών Σ.

Μ. διαπιστώθηκε στο αίμα του η παρουσία οινοπνεύματος σε συγκέντρωση 88 χιλιοστόγραμμα ανά εκατό κυβικά εκατοστά αίματος ή 0,88 %ο. Επιπλέον από την ίδια εξέταση διαπιστώθηκε στα ούρα του ή παρουσία προϊόντων μεταβολισμού της κάνναβης. γ)δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε ορατό εμπόδιο και δεν τηρούσε αρκετή απόσταση από το προηγούμενο αυτού όχημα για την αποφυγή σύγκρουσης (παραβ.

άρθρων 12 παρ. 1,, 19 παρ. 1,2,3,7, 20 παρ. 1, 42 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ.) Συμμετοχή του Σ. Τ., οδηγού του προπορευόμενοι Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, στο ένδικο τροχαίο ατύχημα δεν αποδείχθηκε. Βέβαια, οδηγούσε και αυτός το εν λόγω όχημα του, υπό την επήρεια οινοπνεύματος (σε συγκέντρωση 1.93 γραμ. ανά 1.000κ.εκ αίματος) εκινείτο με αυξημένη, για τις επικρατούσες συνθήκες, ταχύτητα, υπερβαίνουσα, σε κάθε περίπτωση, το επιτρεπόμενο όριο (των 50 χλμ/ώρα) και κατέστρεψε τις πινακίδες Ρ -32 και Π-79 που ήταν τοποθετημένες στο υπερυψωμένο διαχωριστικό κράσπεδο,, οι παραπάνω, όμως, παραβάσεις του Κ.Ο.Κ.

από αυτόν δεν συνδέονται αιτιωδώς με το ένδικο τροχαίο ατύχημα. Ο Ε. Μ. , ακολουθούσε τα φώτα του προπορευόμενου αυτού οχήματος, καθοδηγούμενος από αυτά, αφού όπως προαναφέρθηκε, η ορατότητα είχε μειωθεί ουσιωδώς. H μικρή απόσταση που τηρούσε από το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του Σ. Τ., σε συνδυασμό με την ταχύτητά του και την κατάσταση μειωμένων αντανακλαστικών στην οποία είχε περιέλθει εξαιτίας της χρήσης ναρκωτικών και αλκοόλ είχαν σαν αποτέλεσμα να μην αντιδράσει καθόλου μετά την πρόσκρουση του οχήματος του Σ.

Τ. στο υπερυψωμένο διαχωριστικό κράσπεδο και στις πινακίδες Ρ-32 και Π-79. Εξάλλου αν και υπήρχε ειδική οριζόντια διαγράμμιση ZEBRA πριν τη νησίδα ασφαλείας και τις επίμαχες πινακίδες, σε μήκος 33 μέτρων πριν απ' αυτές ιδιαίτερα ορατή, ουδόλως αντέδρασε με: τροχοπέδηση του οχήματος του αφού δεν βρέθηκαν ίχνη επί του οδοστρώματος.

Να σημειωθεί ότι .και ο ορισθείς από το Τμήμα Τροχαίας Κηφισιάς Πραγματογνώμων Π. Λ., Διπλ. Μηχ/γος Μηχανικός, αποδίδει το ένδικο τροχαίο στο λανθασμένο χειρισμό, του ίδιου χαρακτήρα και των δύο οδηγών, κυρίως υπό τη μορφή της υψηλής ταχύτητας για τις επικρατούσες καιρικές ;συνθήκες (έντονη βρρχόπτωση, ομίχλη, περιορισμένη ορατότητα) και σε λανθασμένη τροχιά και μη αναγνώριση της οριζόντιας και.

κάθετης σήμανσης, λόγω κακών καιρικών συνθηκών και υψηλής ταχύτητας".

Κατά την πλειοψηφούσα γνώμη στις αμέσως παραπάνω σημειούμενες αναιρετικώς ανέλεγκτες περί πραγμάτων παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνουν οι πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, στις οποίες στήριξε το καταληκτικό αποδεικτικό της πόρισμα για αποκλειστική υπαιτιότητα του Ε. Μ., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου, στο ιστορούμενο αυτοκινητικό ατύχημα, κατ' αποκλεισμό εκείνης του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, οδηγού του προπορευόμενου με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου. Ειδικότερα διαλαμβάνει στις αιτιολογίες της, πλην άλλων, ότι ο Ε. Μ., ακολούθησε το προπορευόμενο όχημα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων σε μικρή απόσταση, καθοδηγούμενος από τα φώτα του οδηγουμένου από τον τελευταίο οχήματος, με αποτέλεσμα, λόγω της αυξημένης ταχύτητάς του, ενόψει μάλιστα των επικρατουσών κακών καιρικών συνθηκών και του περιορισμένου της ορατότητας, και την κατάσταση μειωμένων αντανακλαστικών που είχε περιέλθει από την χρήση ναρκωτικών και αλκοόλ, να μην αντιδράσει από την πρόσκρουση του προπορευομένου αυτοκινήτου του Σ.

Τ. στο υπερυψωμένο διαχωριστικό κράσπεδο και τις πινακίδες Ρ-32 και Π-79, καταλήγοντας ότι οι παραβάσεις από τον τελευταίο του ΚΟΚ δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο τροχαίο ατύχημα. Επομένως η προσβαλλόμενη με τον τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτιώδη από το άρθρο 559 αρ 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως του άρθρου 914 ΑΚ, με τη μορφή της ανεπάρκειας (παράλειψη προσδιορισμού της αποστάσεως από το προπορευόμενο όχημα μετά την καταστροφή των πινακίδων από τον Σ.

Τ. ) και αντιφατικότητας (παραδοχή ειδικής διαγράμμισης ΖΕΒΡΑ πριν την νησίδα ασφαλείας και τις πινακίδες σε απόσταση 33 μέτρων πριν από αυτές η οποία ήταν ιδιαίτερα ορατή, δεχόμενη παράλληλα περιορισμό της ορατότητας λόγω των κακών καιρικών συνθηκών ) την αιτιολογία της, ελέγχεται ως αβάσιμη. Κατά τη γνώμη ενός μέλους του Δικαστηρίου, ήτοι του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Σακκά, με βάση τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα δεν διευκρινίζεται στην απόφαση ποια ήταν η συγκεκριμένη απόσταση μεταξύ των δύο οχημάτων κατά τη στιγμή του ατυχήματος, αλλά αορίστως αναφέρει ότι παθών Ε. Μ. δεν τηρούσε αρκετή απόσταση από το προηγούμενο αυτού όχημα και ότι η απόσταση αυτή ήταν μικρή, χωρίς όμως να την προσδιορίζει . Επίσης δεν διευκρινίζεται αν η καταστροφή της πινακίδος Π-79 (για υποχρεωτικό πέρασμα από δεξιά ή αριστερά νησίδας ή εμποδίου) από το Σ.

Τ. και συνεπώς ή έλλειψη αυτής επηρέασε την πορεία κατεύθυνσης του Μ., δηλαδή για υποχρεωτική κίνηση δεξιά ή αριστερά της νησίδας ασφαλείας. Με τις ελλιπείς αυτές αιτιολογίες καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της υπαιτιότητος (ή συνυπαιτιότητος)των παραπάνω οδηγούν στο θανατηφόρο ατύχημα και ιδίως της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παραλείψεων αυτών και του θανατηφόρου αποτελέσματος, δηλαδή δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου του εφαρμόστηκαν.

Επομένως, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και έπρεπε να γίνει δεκτός. 3. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά τον αναιρετικό έλεγχο του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ β' ΚΠολΔ ελέγχεται μόνο αν τα διδάγματα αφορούν ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγμάτων γεγονότων σ' αυτούς, όχι όμως και όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή εκτίμηση αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες καταλογίζουν στην πληττομένη απόφαση ότι παρέλειψε να χρησιμοποιήσει κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στον κανόνα του άρθρου 914 ΑΚ τα διδάγματα κοινής πείρας, ότι όταν συμβεί αιφνιδίως σοβαρό ατύχημα στο προπορευόμενο όχημα, ο οδηγός του αυτοκινήτου που το ακολουθεί αιφνιδιάζεται ευλόγως και περιορίζεται ή δυσχεραίνεται σημαντικά η δυνατότητά του να αντιδράσει και ότι η αποξήλωση των πινακίδων κυκλοφορίας δυσχεραίνει σημαντικά την οδήγηση και ιδίως κατά τη νύκτα και με δυσμενείς καιρικές συνθήκες.

Ο δεύτερος αυτός λόγος του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αρ 1 εδ β' ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί οι παραβάσεις αυτές αναφέρονται στην ανέλεγκτη αναιρετική εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. 4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλουν την πλημμέλεια του ως άνω άρθρου, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και ειδικότερα την κατάθεση της μάρτυρος Ε. Σ., που περιέχεται στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και την τοξικολογική εξέταση της ιατροδικαστή Αθηνών Σ.

Μ.. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα. Δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο, από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν έλαβε υπόψη του αυτά.

Συνεπώς, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του παρόντος τρίτου αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-2-2010αίτηση των Π. Μ. και Δ. Μ. για αναίρεση της 1730/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του τρίτου αναιρεσιβλήτου "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ" τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700)ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2013

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2013

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ