2021/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2021/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μετά την εμφάνιση της νόσου αυτής ο ενάγων εργάζονταν κανονικά στην εναγομένη και το έτος 1995 τοποθετήθηκε υπεύθυνος του Τμήματος Εισαγωγών, χωρίς ποτέ να ζητήσει από τους προϊσταμένους του ή τα Διευθυντικά στελέχη της εναγομένης να αλλάξει εργασιακό περιβάλλον ή να του ανατεθούν άλλες, λιγότερο υπεύθυνες αρμοδιότητες, για να μειωθεί το άγχος του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2021 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2021/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΚΟ Α.Ε. ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΩΝ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Ευαγγέλου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1747/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 9483/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-4-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 1-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 914 ΑΚ όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 297 και 298 ΑΚ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να υπάρξει αδικοπραξία και συνεπώς υποχρέωση του δράστη να αποζημιώσει τον παθόντα απαιτούνται: α) ζημία κάποιου β) η ζημία αυτή να προξενήθηκε από το δράστη παρανόμως γ) ο ζημιώσας να ευρίσκεται σε υπαιτιότητα δ) η παράνομη συμπεριφορά του υπαιτίου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού ή των προστηθέντων απ' αυτόν και ε) να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή της παραλείψεως και της ζημίας που επήλθε.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης την 24.9.1984 ως υπάλληλος γραφείου. Κατά την πρόσληψή του είχε ηλικία 26 ετών, ήταν απόφοιτος ιδιωτικής Μέσης Επαγγελματικής Σχολής Ναυτιλιακών Σπουδών, Σχολής Ναυτιλιακών Σπουδών του Λονδίνου και του Κολλεγίου Γουΐνθροπ Αγγλίας και ως νέος υπάλληλος τοποθετήθηκε στο τμήμα του Λογιστηρίου, όπου εργάζονταν με ζήλο και υπευθυνότητα.
Με τους άλλους υπαλλήλους του Λογιστηρίου οι σχέσεις του δεν ήταν καλές, διότι χωρίς να έχει αρμοδιότητα, τους ήλεγχε και τους επιτηρούσε για λάθη τους, ζητώντας απ' αυτούς περισσότερη συνέπεια και μεθοδικότητα. Το έτος 1988 εμφάνισε τη δερματική νόσο ψωρίαση, η αιτιολογία της οποίας κατά την ιατρική βιβλιογραφία είναι άγνωστη, όμως ενοχοποιείται η κληρονομική προδιάθεση, το άγχος, ακόμη και οι στρεπτοκοκκικές λοιμώξεις (συνήθως φαρυγγίτιδα και αμυγδαλίτιδα), μπορεί δε να εμφανισθεί και ως παρενέργεια ορισμένων φαρμάκων (αντιπερτασικών, κορτιζονούχων κλπ).
Μετά την εμφάνιση της νόσου αυτής ο ενάγων εργάζονταν κανονικά στην εναγομένη και το έτος 1995 τοποθετήθηκε υπεύθυνος του Τμήματος Εισαγωγών, χωρίς ποτέ να ζητήσει από τους προϊσταμένους του ή τα Διευθυντικά στελέχη της εναγομένης να αλλάξει εργασιακό περιβάλλον ή να του ανατεθούν άλλες, λιγότερο υπεύθυνες αρμοδιότητες, για να μειωθεί το άγχος του.
Η νόσος της ψωρίασης δεν αντιμετωπίστηκε με επιτυχία, εξελίχθηκε σε ψωρίαση κατά πλάκας και το έτος 1996 σε αρθροπαθητική μορφή. Ο ενάγων ισχυρίζεται, ότι η εμφάνιση της ανωτέρω νόσου και η επιδείνωσή της οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στο δυσμενές εργασιακό περιβάλλον και την υπερβολική φόρτισή του, λόγω των πολλών αρμοδιοτήτων με τις οποίες είχε επιφορτισθεί.
Οι ισχυρισμοί του όμως αυτοί δεν αποδείχθηκαν ότι είναι βάσιμοι. Επίσης δεν αποδείχθηκε, ότι οι προϊστάμενοί του ή οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγομένης τον προσέβαλαν και τον πίεζαν καθημερινά στον εργασιακό του χώρο, δημιουργώντας σ' αυτόν κλίμα ανασφάλειας, ανησυχίας, άγχους και αβεβαιότητας. Αλλά και αν, πράγματι, υπήρχε κλίμα ένστασης - όχι άγνωστο στις ιδιωτικές επιχειρήσεις - δεν αποδείχθηκε ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτού και της επιδείνωσης και μετεξέλιξης της ψωρίασης σε ψωρίαση κατά πλάκας και στη συνέχεια σε αρθροπαθητική μορφή.
Η εμφάνιση των εν λόγω ασθενειών είχε άγνωστη αιτιολογία και δεν οφείλεται αποκλειστικά στο άγχος που προκαλούν στον ασθενή, διάφοροι παράγοντες (οικογενειακοί, εργασιακοί, περιβαλλοντολογικοί). Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που απέρριψε την από 1.10.2001 αγωγή του, η οποία στηρίζονταν στην παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης προς αυτόν κατά την εκτέλεση της εργασίας του (βάναυση συμπεριφορά - προσβολή της προσωπικότητάς του, επιβάρυνση της εργασίας), εξαιτίας της οποίας ο αναιρεσείων, λόγω του άγχους του, προσεβλήθη υπό της ανωτέρω νόσου και κατέστη ανίκανος προς εργασία και είχε και αίτημα την επιδίκαση αποζημιώσεως για διαφυγόντα κέρδη του, καθώς και χρηματικής ικανοποιήσεως προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 922 και 932 του ΑΚ, καθόσον, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ότι δεν αποδείχθηκε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, κατά την εκτέλεση της εργασίας τους, των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, ώστε να θεμελιωθεί η αδικοπρακτική της ευθύνη.
Επομένως ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως ως προς την πρώτη αιτίασή του πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Η ανωτέρω κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αυτοτελώς στηρίζει το διατακτικό της.
Συνεπώς ο ίδιος λόγος του αναιρετηρίου, που πλήττει και την επικουρική αιτιολογία, ως προς την παραδοχή της ανυπαρξίας αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της επελθούσας ζημίας, είναι αλυσιτελής και πρέπει ν' απορριφθεί.- II.- Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει ότι ο δικαστής για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν. Η παράβαση της υποχρεώσεώς του αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ.
γ' λόγο αναιρέσεως. Το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα προκύπτει από την περιεχόμενη στην απόφαση του σχετική διαβεβαίωση. Και ναι μεν για τα έγγραφα αρκεί η αναφορά του δικαστηρίου ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκομίσουν χωρίς να απαιτείται ειδική μνεία καθενός από αυτά, εκτός αν από τις αιτιολογίες της απόφασης καταλείπεται αμφιβολία για το αν λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο έγγραφο, οπότε ιδρύεται ο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή του αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι. Από τη διατύπωση αυτή, καθώς και από τις αιτιολογίες και όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι το Εφετείο, μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων και συγκεκριμένα 1) Την από ......
ιατρική γνωμάτευση του καθηγητή της Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών ......... 2) Το υπ' αριθμ. ....... έγγραφο του Νοσοκομείου "ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΥΓΓΡΟΣ". 3) Αντίγραφο του από ......... πορίσματος ακτινογραφίας θώρακος του Νοσοκομείου "ΛΑΪΚΟ". 4) Αντίγραφο της από ......... ιατρικής γνωμάτευσης της ρευματολόγου ιατρού ........ 5) Αντίγραφο μεταφρασμένης μελέτης από τη βιβλιοθήκη του Νοσοκομείου "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ". 6) Αντίγραφο της από .......
ανάλυσης προσωπικού προφίλ της εταιρίας "ALICO". 7) Αντίγραφο της από ...... ιατρικής βεβαιώσεως του ιατρού ....... 8) Αντίγραφο της από ......... ιατρικής γνωμάτευσης του ψυχιάτρου ....... 9) Συνταγή με ημερομηνία ...... του ιδίου ιατρού. 10) Αντίγραφο της από ........ βεβαιώσεως της ψυχιάτρου ......... 11) Συνταγή με ημερομηνία .......
της ιδίας ιατρού. 12) Αντίγραφο της από ....... επιστολής του ψυχιάτρου ........ 13) Αντίγραφο με ημερομηνία ....... επιστημονικής μελέτης για την ψωρίαση της Ελληνικής Δερματολογικής Εταιρίας. 14) Την από ....... ιατρική γνωμάτευση του καθηγητή ........, που συνυπογράφεται από τον καθηγητή ........ Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με την περί του αντιθέτου αιτίασή του είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.4.2006 αίτηση του χ1 για αναίρεση της 9483/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ